Διεθνή
Οι δύο προκλητικές επιστολές της Τουρκίας στον ΟΗΕ: Ο Ερντογάν κλείνει την πόρτα στο διάλογο και τη διπλωματία
Νίκος Μελέτης
Μανιφέστο με «κόκκινες γραμμές» σε Κυπριακό, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, που επιβεβαιώνει όλες τις ακραίες διεκδικήσεις της, προβάλει με τις δυο επιστολές που κατέθεσε στον ΟΗΕ η Άγκυρα. Ένα μανιφέστο που καθιστά εκ προοιμίου καταδικασμένη να αποτύχει την οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης ή συνεννόησης ή έναρξης διερευνητικών συνομιλιών μεταξύ των δυο χωρών, κλείνοντας πρακτικά την πόρτα στην διπλωματία.
Οι δυο επιστολές του Τούρκου Μονίμου Αντιπροσώπου Φ. Σινιρλίογλου με ημερομηνίες 2 και 6 Ιουλίου παρουσιάζουν συνοπτικά τις θέσεις με τις οποίες η Τουρκία επιδιώκει να επιβάλει το δικό της Δίκαιο στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο ενώ στο Κυπριακό επιδιώκει λύση η οποία θα επιβεβαιώνει το αποτέλεσμα της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής, προβάλλοντας μάλιστα πρωτοφανείς ισχυρισμούς.
Στην επιστολή της 2ας Ιουλίου ο Φ. Σινιρλίογλου απαντά σε δυο επιστολές της Ελλάδας και της Κύπρου θέτοντας συνολικά την θέση της Τουρκίας για τις θαλάσσιες ζώνες:
– Επιμένει στον χάρτη που επισυνάφθηκε στην επιστολή της 18ης Μαρτίου που προβάλει τα μονομερώς δηλωθέντα εξωτερικά όρια της Τουρκικής υφαλοκρηπίδας
– Προβάλει και πάλι την αρχή της ευθυδικίας
– Απορρίπτει την εκ προοιμίου αποδοχή της αναγνώρισης επήρειας όλων των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες, με αναφορές στις περιπτώσεις της νομολογίας που αποδόθηκε μηδενική ή περιορισμένη επήρεια σε νησιά.
– Επικαλείται ως νότιο όριο της τουρκικής υφαλοκρηπίδας την μέση γραμμή με την Αίγυπτο, παρά το γεγονός ότι η Αίγυπτος έχει υπογράψει συμφωνία οριοθέτησης με την Κύπρο. Και βάσει αυτής της νομικής και πολιτικής «ακροβασίας» υποστηρίζει ότι το Γιαβούζ πραγματοποιεί τις (παράνομες) γεωτρήσεις του, Νοτιοδυτικά της Κύπρου εντός… τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
– Επίσης επιμένει ότι τα οικόπεδα τα οποία έχουν δοθεί για αδειοδότηση από την ΤΡΑΟ βάσει του τουρκολυβικού Μνημονίου (μέχρι τα όρια των χωρικών υδάτων των ελληνικών νησιών) βρίσκονται εντός της… τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
– Η Τουρκία επίσης δηλώνει ότι δεν επηρεάζεται ούτε μπορεί να γίνει επίκληση έναντι της, είτε μονομερών εσωτερικών νόμων και πρακτικών που έχουν καταχωρηθεί στον ΟΗΕ ούτε και διμερείς συμφωνίες που έχουν πρωτοκολληθεί στον ΟΗΕ και για τις οποίες έχει εκφράσει ρητώς την αντίθεση της.
Η Τουρκία προφανώς αναφέρεται στην πρωτοκόλληση από την Ελλάδα της τροπολογίας Μανιάτη που προβλέπει την Μέση γραμμή ως εξωτερικό όριο της ελληνικής υφαλοκρηπίδας σε περίπτωση μη συμφωνημένης λύσης αλλά και τις συμφωνίες της Κύπρου με την Αίγυπτο και την επιδιωκόμενη συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και της Αιγύπτου.
-Σε ότι αφορά στην Κύπρο, η Τουρκία δηλώνει ότι δεν υπάρχει μια Αρχή που να εκπροσωπεί ενιαία τους Ελληνοκυπρίους και τους Τουρκοκυπρίους και για τον λόγο αυτό η «ελληνοκυπριακή Διοίκηση δεν μπορεί να διεκδικήσει ούτε de jure ούτε de facto αρμοδιότητα η κυριαρχία στις περιοχές αυτές και ακόμη περισσότερο στα διεθνή ύδατα…».

Στην επιστολή της 6ης Ιουλίου ο κ. Σινιρλίογλου απαντά στην ελληνική επιστολή της 12ης Ιουνίου για το Κυπριακό και επισημαίνει τα εξής:
– Η Τουρκία το 1974 άσκησε τα νόμιμα δικαιώματα της για να αποφευχθούν οι ακρότητες εναντίον των Τουρκοκυπρίων.
– Είναι παραπλανητικό το να ταυτίζεται το Κυπριακό πρόβλημα με την Τουρκική στρατιωτική παρουσία στο νησί.
– Η συζήτηση περί κατοχής πρέπει να αναγνωρίσει τον σφετερισμό επί 56 χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους Ελληνοκυπρίους.
Και σε σχέση με τις επιδιώξεις της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο ο κ. Σινιρλίογλου προσθέτει ότι η «Τουρκία ως χώρα με τις μακρύτερες ηπειρωτικές ακτές στην ανατολική Μεσόγειο θα συνεχίσει να προστατεύει τα νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα της καθώς και εκείνα των Τουρκοκυπρίων, στην βάση του Διεθνούς Δικαίου».
Και επαναλαμβάνει ότι η Τουρκία επιδιώκει την δίκαιη και ειρηνική λύση των εκκρεμών ζητημάτων με διάλογο με όλα τα κράτη με τα οποία έχει διπλωματικές σχέσεις.
Ακολουθούν οι εν λόγω επιστολές στα ελληνικά ως έχουν:
Επιστολή 2 Ιουλίου
Δημοσίευση 7 Ιουλίου (A/74/936)
Κατόπιν εντολής της Κυβέρνησής μου, αναφορικά με την επιστολή της 30ής Απριλίου 2020 (A/74/832-S/2020/350) του Ελληνοκύπριου αντιπροσώπου και την επιστολή της 1ης Ιουνίου 2020 (A/74/872) του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Ελλάδας, θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή σας στα ακόλουθα.
Η Τουρκία έχει ήδη υποβάλει στα Ηνωμένα Έθνη τα ipso facto και ab initio νόμιμα και κυριαρχικά δικαιώματά της στις θαλάσσιες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, ιδίως μέσω των ρηματικών της Μόνιμης Αποστολής αριθ. 2005/Turkuno DT/16390, με ημερομηνία 4 Οκτωβρίου 2005· 2013/14136816/ 22273, με ημερομηνία 12 Μαρτίου 2013· και τις επιστολές της 25ης Απριλίου 2014 (A/68/857), της 18ης Μαρτίου 2019 (A/73/804), της 13ης Νοεμβρίου 2019 (A/74/550) και της 27ης Φεβρουαρίου 2020 (A/74/727). Τέλος, με επιστολή μου της 18ης Μαρτίου 2020 (A/74/757), τα εξωτερικά όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο υποβλήθηκαν στα Ηνωμένα Έθνη, ένα τμήμα της οροθετήθηκε μέσω του Μνημονίου μεταξύ της κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Τουρκίας και της κυβέρνησης του Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης για τη οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας στη Μεσόγειο της 27ης Νοεμβρίου 2019.
Αυτό το Μνημόνιο τέθηκε σε ισχύ μετά την επικύρωση και από τις δύο χώρες από τις 8 Δεκεμβρίου 2019. Το διεθνές νομικό πλαίσιο σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας υπογραμμίζει την αρχή της ευθυδικιας, σύμφωνα με την οποία η οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας μεταξύ κρατών με αντίθετες και παρακείμενες ακτές πραγματοποιείται με συμφωνία για την επίτευξη δίκαιης λύσης.
Επιπλέον, σε άμεση αντίθεση με την διεκδίκηση που προϋποθέτει το δικαίωμα των νησιών να δημιουργούν αυτομάτως περιοχές πλήρους θαλάσσιας δικαιοδοσίας όπου και αν βρίσκονται, πολυάριθμες αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου είτε αγνόησαν εντελώς τα νησιά που παραμένουν στη λάθος πλευρά της διάμεσης γραμμής για τη δημιουργία θαλάσσιων περιοχών είτε έχουν μόνο μερική επήρεια στην οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών, εάν η θέση τους στρεβλώνει τη δίκαιη οριοθέτηση ή εάν υπάρχουν άλλες ειδικές/σχετικές περιστάσεις.
Όπως αναφέρεται στον χάρτη που περιέχεται στο παράρτημα της επιστολής μου της 18ης Μαρτίου 2020 (A/74/757), τα εξωτερικά όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας στην Ανατολική Μεσόγειο ακολουθούν έτσι τη μέση γραμμή μεταξύ των τουρκικών και αιγυπτιακών ακτών. Ως εκ τούτου, η περιοχή όπου το Γιαβούζ διεξάγει γεωτρήσεις, όπως και οι επιχειρήσεις που πραγματοποιούνται από άλλα τουρκικά πλοία γεώτρησης, όπως έχει εξουσιοδοτηθεί από την τουρκική κυβέρνηση, βρίσκονται εξ ολοκλήρου εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.
Ομοίως, η αίτηση της Τουρκικής Εταιρείας Πετρελαίου τον Μάιο του 2020 για νέες άδειες σχετικά με δραστηριότητες εξερεύνησης και γεώτρησης στην Ανατολική Μεσόγειο καλύπτει επίσης περιοχές που βρίσκονται εξ ολοκλήρου εντός της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, όπου η Τουρκία ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσία, όπως έχει δηλώσει στα Ηνωμένα Έθνη.
Η Τουρκία θα ήθελε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να διευκρινίσει για άλλη μια φορά ότι, ακόμη και αν καταχωρηθεί ή δημοσιευθεί από τα Ηνωμένα Έθνη, ούτε οι μονομερώς χαρακτηρισμένοι εσωτερικοί νόμοι ή πρακτικές άλλων χωρών, ούτε οι διμερείς συμφωνίες στις οποίες η Τουρκία έχει αντιταχθεί ρητά μεταξύ τρίτων χωρών σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας είναι δεσμευτικές ή μπορεί να γίνει επίκληση τους έναντι της Τουρκίας.
Επιπλέον, θα ήθελα να επαναλάβω ότι δεν υπάρχει ενιαία αρχή που να είναι αρμόδια να εκπροσωπεί από κοινού τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους, και ως εκ τούτου η ελληνοκυπριακή διοίκηση δεν μπορεί να διεκδικήσει de jure ή/και de facto δικαιοδοσία ή κυριαρχία σε αυτές τις περιοχές και ακόμη λιγότερο σε διεθνή ύδατα. Με βάση τα ανωτέρω, η Τουρκία θα συνεχίσει να ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα στις περιοχές που έχει επανειλημμένα ανακοινωθεί.
Ταυτόχρονα, η Τουρκία τονίζει για άλλη μια φορά ότι είναι έτοιμη σήμερα, όπως έκανε και στο παρελθόν, να υποστηρίξει πλήρως την εξασφάλιση μιας δίκαιης, και ειρηνικής λύσης σε όλα τα εκκρεμή ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης της δίκαιης οριοθέτησης των θαλάσσιων περιοχών δικαιοδοσίας με όλα τα σχετικά παράκτια κράτη που αναγνωρίζει και με τα οποία έχει διπλωματικές σχέσεις, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. , προκειμένου να συμβάλει περαιτέρω στη σταθερότητα και την ευημερία ολόκληρης της λεκάνης της Μεσογείου.
Η Τουρκία πιστεύει ότι η οικοδόμηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο θα είναι δυνατή μόνο μέσω διαλόγου και συνεργασίας. Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να διανεμηθεί ως έγγραφο της Γενικής Συνέλευσης, στα σημεία 41 και 74 της ημερήσιας διάταξης, και να δημοσιευθεί στον δικτυακό τόπο του Τμήματος Ωκεανών και Δικαίου της Θάλασσας, καθώς και στην επόμενη έκδοση του Law of the Sea Bulletin.
Φεριντούν Χ. Σινιρλίογλου Μόνιμος Αντιπρόσωπος

Επιστολή 6ης Ιουλίου S/2020/655
Δημοσίευση: 7 Ιουλίου
Επιστολή της 6ης Ιουλίου 2020 του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Τουρκίας στα Ηνωμένα Έθνη προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας Αναφερόμενος στην επιστολή του Μόνιμου Αντιπροσώπου της Ελλάδας της 12ης Ιουνίου 2020 (S/2020/543), θα ήθελα να επισημάνω τα ακόλουθα σημεία. Κατ’ αρχάς, λυπάμαι που η ελληνική πλευρά προσπαθεί για άλλη μια φορά να αποφύγει την αναμφισβήτητη ευθύνη της για τη δημιουργία του Κυπριακού, χειραγωγώντας τόσο την ιστορία όσο και το διεθνές δίκαιο για την δική της σκοπιμότητα. Οι λόγοι που ανάγκασαν την Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, να παρέμβει το 1974 σύμφωνα με τη Συνθήκη Εγγυήσεων του 1960 είναι γνωστοί και επαρκώς τεκμηριωμένοι.
Η 11ετής εκστρατεία εθνοκάθαρσης με στόχο τους Τουρκοκύπριους κορυφώθηκε με το περίφημο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974, με στόχο την προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός, όχι μια ερμηνεία της ιστορίας. Το να κατηγορείς την Τουρκία ότι ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά της που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, και να επιδοκιμάζεις τις θηριωδίες που διέπραξε η ελληνοκυπριακή πολιτοφυλακή κατά των Τουρκοκυπρίων, συνιστά πράγματι μεγάλη αδικία στην ιστορία.
Επιπλέον, η εξίσωση του Κυπριακού με τη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στο νησί είναι σαφώς μια λανθασμένη προσέγγιση. Το διεθνοτικό κράτος εταιρικής σχέσης της Κυπριακής Δημοκρατίας τερματίστηκε ουσιαστικά από τους Ελληνοκύπριους όταν κατήργησαν το Σύνταγμα και εκδίωξαν τους Τουρκοκύπριους εταίρους τους από όλα τα κρατικά όργανα.
Σήμερα, δεν υπάρχει ενιαία αρχή που να είναι αρμόδια να εκπροσωπεί από κοινού τους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους. Αντίθετα, υπάρχουν δύο ανεξάρτητες, ξεχωριστές πολιτικές οντότητες στην Κύπρο, καθεμία από τις οποίες ασκεί κυριαρχία και δικαιοδοσία εντός της αντίστοιχης επικράτειάς της. Αν ο Έλληνας συνάδελφός μου επιθυμεί να μιλήσει για κατοχή, θα ήταν μια καλή αρχή για να αναγνωρίσουμε τον σφετερισμό του 56χρονου από την ελληνοκυπριακή πλευρά του ονόματος και της έδρας της κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960.
Επιτρέψτε μου επίσης να σας υπενθυμίσω ότι οι παράμετροι των διαπραγματεύσεων, οι οποίες προέκυψαν κατά τη διάρκεια της πεντηκονταετούς ιστορίας τους, είναι γνωστές. Μια απλή ανάλυση των διαφόρων ρυθμών διαπραγμάτευσης δείχνει σαφώς ποιο μέρος έχει απορρίψει τις κύριες παραμέτρους ενός διακανονισμού. Υπό το φως των ανωτέρω, είναι μάλλον η ελληνική πλευρά που καταφεύγει σαφώς στην υπαγόρευση στη διεθνή κοινότητα της δικής της εκδοχής της ιστορίας, του διεθνούς δικαίου και της τρέχουσας κατάστασης στην Κύπρο. Αυτή η νοοτροπία δεν θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην επίλυση του Κυπριακού, εάν ο στόχος είναι η οικοδόμηση ενός κοινού μέλλοντος για τους δύο λαούς του νησιού.
Πάνω απ’ όλα, για να διαμορφωθεί ένα κοινό μέλλον, είναι επιτακτική ανάγκη να εξετάσουμε την ιστορία με αντικειμενικό τρόπο και να αντλήσουμε τα διδάγματα που ακολούθησαν αναλόγως. Τέλος, ως χώρα με τις μεγαλύτερες ηπειρωτικές ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, η Τουρκία θα συνεχίσει να προστατεύει τα νόμιμα δικαιώματά της και τα ζωτικά της συμφέροντα, καθώς και εκείνα της Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Όπως τονίσαμε επανειλημμένως, η Τουρκία είναι ανοικτή για διάλογο με όλα τα σχετικά παράκτια κράτη με τα οποία έχει διπλωματικές σχέσεις. Είμαστε έτοιμοι να υποστηρίξουμε πλήρως μια δίκαιη, δίκαιη και ειρηνική επίλυση όλων των εκκρεμών ζητημάτων στη λεκάνη της Μεσογείου. Θα ήμουν ευγνώμων αν η παρούσα επιστολή μπορούσε να διανεμηθεί ως έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Φεριντούν Χ. Σινιρλίογλου Μόνιμος Αντιπρόσωπος
liberal.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
