Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

“Προκλήσεις, απειλές, παραβιάσεις απέναντι στα εξωτερικά σύνορα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο”

Δημοσιεύτηκε στις

Ομιλία του στρατηγού Κωσταράκου, στο  Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας Jean Monnet του ΕΚΠΑ
Αθήνα, 8 Ιουλίου 2020
Κυρίες και Κύριοι, Αγαπητοί φίλοι,
Σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε, προσκαλώντας με να μιλήσω σε αυτό το διαδικτυακό σεμινάριο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είμαστε μάρτυρες σημαντικών γεωπολιτικών ανακατατάξεων στην ευρύτερη περιοχή των Ν. και ΝΑ συνόρων της ΕΕ όπως αυτά ορίζονται στο Νότο από την Ισπανία μέχρι την Κύπρο και νοτιοανατολικά από την Κύπρο και την Ελλάδα. Η κατάσταση στην περιοχή ήταν κρίσιμη, δυσχερής και ευμετάβλητη ήδη από τη δεκαετία του 1960 και εκτραχύνθηκε με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 και την έκτοτε κατοχή κυπριακού εδάφους.
Με την είσοδο της χώρας μας και αργότερα της Κύπρου στην ΕΕ, τα σύνορα των χωρών αυτών (όπως και των λοιπών νότιων χωρών) έγιναν και σύνορα της ΕΕ, και μία έντονη ελπίδα στηριγμένη όμως στην άγνοια δημιουργήθηκε και στις δύο χώρες ότι δηλαδή η ΕΕ θα αναλάμβανε ή έστω θα μετείχε στην υπεράσπιση τους.
Σε όλα αυτά τα λίγο-πολύ γνωστά γεγονότα ήρθαν να προστεθούν και κάποιοι νέοι εξωγενείς παράγοντες που επέτειναν και δυσχέραιναν πολύ περισσότερο την κατάσταση:

Κατ αρχήν, η αποτυχία της «Αραβικής άνοιξης» έξω από τα νότια σύνορα της Ευρώπης, αλλά και η αποτυχία της Αμερικανικής πολιτικής στο Ιράκ που μόνη
της δημιούργησε το τρομακτικό Ισλαμικό Κράτος, έφερε εμφύλιους πολέμους, προκάλεσε στρατιωτικές παρεμβάσεις, δημιούργησε ανυπολόγιστες καταστροφές, και σοβαρά μεταναστευτικά κύματα από την Ασία και την Αφρική προς την Ευρώπη.

Συγχρόνως η κλιματική αλλαγή, η δημογραφική έκρηξη στην Αφρική, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν αλλά και σε άλλα σημεία της υδρογείου, παράλληλα με
την αποτυχία διακυβέρνησης, την πολιτική αστάθεια και τις εμφύλιες φυλετικές ή θρησκευτικές συγκρούσεις σε πολλές απομακρυσμένες χώρες της Ασίας και της Αφρικής, σε συνδυασμό πάντα και με την καλωδιακή τηλεόραση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την κινητή τηλεφωνία που «ξύπνησαν τους αφρικανούς και ασιάτες πολίτες», δημιούργησαν νέα και επέτειναν τα ήδη υφιστάμενα μεταναστευτικά κύματα από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική.

Τέλος, η ανακάλυψη ενεργειακών κοιτασμάτων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και εντός των ορίων της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) της Κύπρου αλλά και η έναρξη αδειοδότησης των ερευνών για υδρογονάνθρακες εντός της υποθετικής ΑΟΖ της χώρας μας, εάν και όποτε την ανακηρύξουμε, έδωσε νέα διάσταση στην διένεξη της Τουρκίας με την Κύπρο και την Ελλάδα. Η Τουρκία αποφάσισε μονομερώς – σαν «ο νταής της γειτονιάς» – ότι πρέπει να έχει μερίδιο από τα οποιαδήποτε κέρδη από την εξόρυξη υδρογονανθράκων στην περιοχή.

Παράλληλα με όλα αυτά, και ενώ οι ΗΠΑ με την εσωστρεφή και απρόβλεπτη προσωπική πολιτική του Προέδρου Τράμπ δημιούργησαν ένα τεράστιο κενό ηγεμονίας στην περιοχή, η νέο – οθωμανική Τουρκία του Προέδρου Ερντογάν αποφάσισε να εκμεταλλευτεί την δυσχερή κατάσταση και να αναθεωρήσει προς όφελος της το υφιστάμενο status quo στην ΝΑ και Κεντρική Μεσόγειο, το Αιγαίο και την Βόρειο Αφρική.

Αρχίζοντας από τον αναθεωρητισμό της νέο-οθωμανικής Τουρκίας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία, είναι μία νέα χώρα που ιδρύθηκε το 1923 από
τις στάχτες της διαλυμένης από τον Α’ΠΠ πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο ηγέτης των Τούρκων Μουσταφά Κεμάλ, ήταν τόσο πιεσμένος και ευχάριστα αιφνιδιασμένος από την αναπάντεχη και ανέλπιστη νίκη του τον Αύγουστο του 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ και βιαζόταν τόσο πολύ να οριοθετήσει θεσμικά την νέα Τουρκία που υπέγραψε γρήγορα την Συνθήκη της Λωζάννης καθορίζοντας τα σύνορα της νέας Τουρκίας. Ένας έμπειρος και απειλητικός Βενιζέλος με αέρα νικητή αν και ηττημένος και έχοντας την Στρατιά της Θράκης ετοιμοπόλεμη, εξασφάλισε για την Ελλάδα τα νησιά του Αιγαίου και καταδίκασε την Τουρκία σε έναν ασφυκτικό στρατηγικό εναγκαλισμό.

Οι Τούρκοι κατάλαβαν το στρατηγικό τους λάθος μετά το θάνατο του Κεμάλ στη δεκαετία του 1930 και έκτοτε προσπαθούν να απαλλαγούν από τον ελληνικό στρατηγικό εναγκαλισμό, χωρίς όμως επιτυχία.

Η εμφάνιση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Τουρκική πολιτική σκηνή, γέννησε στην Ελλάδα μεγάλες ελπίδες συνεννόησης και συνύπαρξης με την Τουρκία. Από το 2002 που κέρδισε τις εκλογές με το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης-AKP συνεχίζει να κυβερνά την Τουρκία εναλλάξ από τη θέση του Πρωθυπουργού και του Προέδρου. Η ευρωπαϊκή προοπτική αποτέλεσε αρχικό του στόχο που όμως στην πορεία εγκαταλείφθηκε και σύντομα άρχισε μια φιλόδοξη αναθεωρητική πορεία με ισλαμικό, προσανατολισμό και μεγάλες γεωπολιτικές φιλοδοξίες. Υπήρξε ο κυριότερος εκφραστής του λεγόμενου «Πολιτικού Ισλάμ» μίας Ισλαμικού χαρακτήρα δημοκρατίας με δυτικά χαρακτηριστικά, ανθρώπινα δικαιώματα και πολιτικές ελευθερίες. Μόνο που το «Πολιτικό Ισλάμ» δεν υπάρχει σαν τελική μορφή πολιτεύματος. Πρόκειται απλά για ένα πολιτικό «όχημα» που σταδιακά και καλυμμένα οδηγεί τελικά στον Ισλαμισμό. Ακόμα και ο Ερντογάν απροκάλυπτα το εγκατέλειψε.

Το 2016 αντιμετώπισε ένα πολύνεκρο πραξικόπημα πιθανόν οργανωμένο από τους γκιουλενιστές, και κατά τη γνώμη του ιδίου του Ερντογάν από τους Αμερικανούς, πού έκτοτε (πλην Προέδρου Τραμπ που ήταν αμέτοχος) έγιναν οι χειρότεροι εχθροί του και τους αντιμετωπίζει σαν τέτοιους. Σταδιακά ίσως και για λόγους υγείας, πέρασε σε μια κατάσταση που κάποιοι διεθνολόγοι προσδιορίζουν σαν «ανασφαλή αυτοπεποίθηση» που τον μετέβαλλε, αν όχι σε απρόβλεπτο, τουλάχιστον σε αστάθμητο παράγοντα στην περιοχή. Η έλευση του Προέδρου Τράμπ και η προσωπική διπλωματία και το προσωπικό του συμφέρον, δημιούργησαν μία στενή προσωπική σχέση με τον Ερντογάν, την οποία αυτός προσπαθεί να εκμεταλλευτεί στο έπακρο.

Σε κάθε περίπτωση, είναι εμφανής η επιθυμία του Ερντογάν να αναδειχθεί σε πατέρα των Τούρκων το 2023 – τα 100 χρόνια της Τούρκικης δημοκρατίας –
αντικαθιστώντας τον Κεμάλ Ατατούρκ στη σειρά του Γκρίζου Λύκου, του Αλπ Αρσλάν, του Μωάμεθ του Πορθητή και του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή.

Γι’ αυτό και έφερε στο προσκήνιο τον Εθνικό όρκο, μία διακήρυξη έξη σημείων από το τελευταίο οθωμανικό κοινοβούλιο στις αρχές του 1920 με το οποίο έθεταν τα σύνορα της μελλοντικής τουρκικής δημοκρατίας βασιζόμενοι στα σύνορα της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Άρχισε, με βάση αυτόν τον νέοοθωμανισμό, να σχεδιάζει και να υλοποιεί μία ξεχωριστή επεκτατική πολιτική για την Τουρκία.

Η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι το νέο αφήγημα αυτού του μεγαλοϊδεατισμού, που στοχοποιεί για κατοχή, προσάρτηση ή επιρροή μία έκταση 462.000 τετραγωνικών χιλιόμετρων που καλύπτουν περιοχές και την υφαλοκρηπίδα της Ελλάδος και άλλων γειτονικών χωρών που όμως στο μεγαλύτερο τμήμα του αποτελεί ευρωπαϊκό έδαφος. Επιπλέον, διακηρύσσει την απόλυτη άρνηση της υφαλοκρηπίδας των νησιών, την αναγκαστική συνδιαχείριση στο υπόλοιπο Αιγαίο και τον αποκλειστικό έλεγχο όλων των τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας θαλάσσιων γραμμών συγκοινωνιών που διέρχονται από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο (από και προς τη διώρυγα του Σουέζ για την Ασία και την Αφρική). Με αυτόν τον τρόπο, εξουδετερώνεται η γεωπολιτική αξία της Κρήτης και της Κύπρου, των δύο αβύθιστων αεροπλανοφόρων στη διάθεση της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο και ελέγχονται οι γραμμές θαλασσίων συγκοινωνιών, δηλαδή οι εμπορικοί δρόμοι που ανεφοδιάζουν την Ευρώπη από τη θάλασσα.

Συγχρόνως, ελέγχεται και ο δεύτερος μεταναστευτικός δρόμος από τη Β. Αφρική προς την Ευρώπη με ανυπολόγιστες πολιτικές συνέπειες. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι το 30% της εμπορικής διακίνησης προς την Ευρώπη γίνεται από τη θάλασσα. Παράλληλα, περνάει υπό τουρκικό έλεγχο ένα, εγγύς προς την Ευρώπη, σημαντικό τμήμα του κινεζικού Σχεδίου «One Belt, One Road» που συνιστά το κινεζικό γεωπολιτικό αφήγημα και αφορά στην παγκόσμια επέκταση των κινεζικών εμπορικών και στρατηγικών δραστηριοτήτων και συμφερόντων.

Στην πραγματικότητα λοιπόν, η «Γαλάζια Πατρίδα» προσδιορίζει το μεγιστοποιημένο πλαίσιο των τουρκικών διαπραγματευτικών διεκδικήσεων και επιδιώκει να προσαρτήσει ευρωπαϊκό έδαφος και να ελέγξει ευρωπαϊκές θαλάσσιες γραμμές συγκοινωνιών. Αυτά θέλουν, αυτά απαιτούν από την Ελλάδα και την Ευρώπη σε κάθε διαπραγμάτευση και θα απαιτούν για τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτά θα «ενημερώνουν» διαρκώς τη διεθνή κοινότητα, αυτά θα διδάσκουν στα σχολεία τους, και τελικά αν δοθεί η ευκαιρία αυτά θα διεκδικήσουν με τη λόγχη.

Το σχέδιο έχει ήδη μπει σε εφαρμογή. Ήδη μετά την ανακοίνωση προς το εσωτερικό τους και την Ελλάδα, το ανακοίνωσαν στην ΕΕ και κοινοποίησαν μία πιο συγκεκριμένη αλλά και μεγιστοποιημένη παραλλαγή της με επιστολή προς τα Ηνωμένα Έθνη, διεκδικώντας ελληνικά νησιά και υφαλοκρηπίδα, αμφισβητώντας κατ’ ουσία την ευρωπαϊκή κυριαρχία στην περιοχή αλλά και τα ευρωπαϊκά κυριαρχικά δικαιώματα. Η υπογραφή της τουρκολιβυκής «συμφωνίας», υπακούει απόλυτα στο σχεδιασμό αυτό.

Γιατί όμως αυτή η επεκτατικότητα στο θαλάσσιο χώρο; Η Τουρκία διαπίστωσε ήδη από το 1996 με τον τότε Αρχηγό ΓΕΝ Ναύαρχο Ερκαγιά, που πρώτος διατύπωσε αυτές τις θέσεις, ότι δεν είναι δυνατόν να διεκδικήσει ρόλο περιφερειακής δύναμης χωρίς να διεκδικήσει τον έλεγχο των θαλάσσιων γραμμών – συγκοινωνιών και του υποθαλάσσιου ενεργειακού πλούτου. Το αν αυτό θα παραβίαζε σύνορα ή κυριαρχικά δικαιώματα και θα την έφερνε σε αντιπαράθεση με την ΕΕ και την Ελλάδα ή τους άλλους θαλάσσιους γείτονες, αυτό θα αντιμετωπιζόταν με πολλαπλασιασμό της ναυτικής της ισχύος. Η Τουρκία δεν μπορεί να είναι φυλακισμένη μέσα στα χωρικά της ύδατα. Οι Οθωμανοί άρχισαν να παρακμάζουν όταν έχασαν τη θαλάσσια κυριαρχία και κάθε ήττα τους είχε και μία ναυτική αδυναμία ή καταστροφή. Και η Τουρκία άρχισε έκτοτε τη δημιουργία ναυτικών δυνατοτήτων για την αποκατάσταση ναυτικής ισχύος που θα την έφερνε στο προσκήνιο ως μία περιφερειακή ναυτική δύναμη.

Το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» είναι ακριβώς η περιγραφή της επιστροφής των Τούρκων στη διεκδίκηση του ελέγχου των θαλασσίων γραμμών – συγκοινωνιών στη Μεσόγειο, στη συμμετοχή με τουρκικούς όρους στο μοίρασμα του θαλάσσιου πλούτου και στη δυναμική άρση του ελληνικού στρατηγικού εναγκαλισμού στο Αιγαίο.

Για τον σκοπό αυτό, η Τουρκία έχει εργαλειοποιήσει όλες τις δυνατότητες που διαθέτει. Είναι γνωστός ο κανόνας των εργαλείων της Άγκυρας για την επέκταση της επιρροής της σε ολόκληρο τον κόσμο: τα περίφημα τρία m – migration, military, mosques (μετανάστευση, ένοπλες δυνάμεις, τζαμιά). Με αυτά τα τρία όπλα-εργαλεία διεξάγει ξεκάθαρες υβριδικές επιχειρήσεις που αποβλέπουν στην κάμψη του αντιπάλου και τον εξαναγκασμό του να υποταχθεί στις απαιτήσεις της τουρκικής πολιτικής.

Τα γεγονότα στον Έβρο το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας, όταν χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες ενθαρρύνθηκαν, βοηθήθηκαν ή και εξαναγκάστηκαν να προσπαθήσουν να εισέλθουν στην Ελλάδα αποτέλεσαν το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα αυτών των υβριδικών επιχειρήσεων. Η Ελλάδα απώθησε την υβριδική εισβολή και ήταν η πρώτη φορά που η Ευρώπη συμπαραστάθηκε ανοικτά πολιτικά και οικονομικά στην Ελλάδα.

Με αυτό τον τρόπο, ο Ερντογάν προχωρεί οπορτουνιστικά και με υψηλό ρίσκο, ακολουθώντας μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους, έτοιμος πάντα να εκμεταλλευτεί την αμερικανική διπλωματική αμηχανία αλλά και τον ευρωπαϊκό στρουθοκαμηλισμό που θεωρεί ότι με πιστώσεις και αγορές θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα ισχύος και επιρροής. Θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο όμως ότι ο Ερντογάν δεν έχει μία ξεκάθαρη ολοκληρωμένη στρατηγική εθνικής εμβέλειας αλλά πορεύεται με οπορτουνισμό και αλαζονεία στηριγμένος στην παρόρμηση και κατά τη γνώμη του «στον Θεό και στο πεπρωμένο». Επιδιώκει μία επέκταση της τουρκικής ισχύος σε ολόκληρη την περιοχή, όπου, όπως ο ίδιος λέει «βρίσκονταν παλαιότερα οι πρόγονοί μας» ή «ήταν παλιά βιλαέτι μας», δηλαδή σε μια περιοχή της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που περιλαμβάνει ολόκληρη την Εγγύς Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική καθώς και τα δυτικά Βαλκάνια.

Στη Λιβύη αναλαμβάνει άλλο ένα υψηλό ρίσκο: αν καταφέρει ο Σαρράτζ που τον στηρίζουν τα ΗΕ, η ΕΕ και η Ιταλία, να επικρατήσει στη Λιβύη με τουρκική βοήθεια, τότε ο Ερντογάν θα έχει πετύχει ένα πραγματικό κατόρθωμα βάζοντας ξαφνικά και γρήγορα πόδι στη Λιβύη σαν κυρίαρχη ή «εγγυήτρια» δύναμη καθιστώντας τη Λιβύη υποτελές κράτος και κυριαρχώντας στην πλούσια ενεργειακή υποδομή της χώρας αλλά και στον δεύτερο μεταναστευτικό δρόμο προς την ΕΕ. Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι ο Ερντογάν έχει προχωρήσει ακόμα περισσότερο και έχει αποκτήσει επιπλέον πλεονέκτημα ενεργώντας σαν πληρεξούσιος, αν όχι των ΗΠΑ, τουλάχιστον του Πρόεδρου Τράμπ στην περιοχή. Η ανάδυση της σαν την κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη με τις ευλογίες των ΗΠΑ δίνει μία αυξημένη ισχύ στην Τουρκία και κάνει όλους τους λοιπούς περιφερειακούς παίκτες όπως η Αίγυπτος, η Ιταλία, ακόμη και το Ισραήλ, η Γαλλία και το ΝΑΤΟ, αλλά και τις μικρότερες χώρες να είναι επιφυλακτικές και προσεκτικές απέναντι στη Τουρκία, μειώνοντας σε πρώτη φάση την υποστήριξη τους προς την Ελλάδα σε επίπεδα επιδεκτικά μελλοντικής αναθεώρησης.

Η Ιταλία που με τη βοήθεια της ΕΕ και των κονδυλίων και της πολιτικής υποστήριξης που αυτή παρείχε αφειδώς και με την στήριξη της πρώην Ύπατης εκπροσώπου της ΕΕ Φεντερίκας Μογκερίνι, είχε μέχρι πρότινος τον απόλυτο έλεγχο της κυβέρνησης Σάρρατζ, είδε όμως την επένδυση και την επιρροή της να χάνεται προς όφελος των Τούρκων και προσπαθεί να ανακτήσει τον ρόλο της.

Η Γαλλία έχει σοβαρά ενοχληθεί από την ανεπιθύμητη παρουσία της Τουρκίας στη Βόρεια Αφρική και την Κεντρική Μεσόγειο και σε αυτό που θεωρεί ζώνη επιρροής της, καθώς και από την τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητα και αντιδρά με επιθετικά κλιμακούμενες δηλώσεις προς την Τουρκία, το ΝΑΤΟ, χωρίς μέχρι τώρα ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Παρόλο που η Ρωσία αποτελούσε πάντα στρατηγικό αντίπαλο της Τουρκίας, το τελευταίο διάστημα, αμέσως μετά το πραξικόπημα γινόμαστε μάρτυρες μίας πρόσκαιρης τακτικής συμμαχίας σε κάποιους τομείς και μίας ρευστής αντιπαλότητας σε άλλους. Στις σχέσεις με την Τουρκία δείχνουν μια αξιοζήλευτη τακτική ευελιξία της οποίας η Λιβύη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η ΕΕ ανέλαβε πολύ συγκεκριμένο ρόλο και υιοθέτησε τον Ιούνιο 2016 την καινούρια στρατηγική ασφαλείας της, υπό τον τίτλο European Union Global Strategy – EUGS. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι η Ένωση δεν είναι στρατιωτικού χαρακτήρα οργανισμός, όπως είναι το ΝΑΤΟ, ούτε είναι αμυντική
Συμμαχία. Αντίθετα, η στρατιωτική της ισχύς, η Σκληρή της Ισχύς, είναι ένα μικρό κλάσμα της συνολικής Έξυπνης Ισχύος, αποτελώντας ένα εργαλείο στην εργαλειοθήκη της πολιτικής της Ολοκληρωμένης Προσέγγισης που εφαρμόζει.

Σε κάθε περίπτωση όμως η προστασία των πολιτών της ΕΕ αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα της Ένωσης και προσπαθεί να την υλοποιήσει. Στην προστασία των πολιτών εντάσσεται και η φύλαξη των συνόρων, μόνο που αυτό δεν είναι στρατιωτικό θέμα για την ΕΕ. Είναι θέμα των υπηρεσιών επιβολής του νόμου, αστυνομίας, Συνοριοφυλακής, χωροφυλακής, ακτοφυλακής, τελωνειακής αστυνομίας, αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας κλπ.

Η πλέον προβεβλημένη και οικεία σε εμάς ευρωπαϊκή συνοριακή υπηρεσία είναι η FRONTEX, η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Φύλαξης των Εξωτερικών Συνόρων, όπως προκύπτει και από το όνομά της (από τη γαλλική φράση: “Frontières extérieures”). Η Υπηρεσία αυτή έχει ευθύνη απέναντι στην ΕΕ, γιατί η ευθύνη αυτών καθαυτών των συνόρων αποτελεί εθνική ευθύνη ως σχετιζόμενη με την εθνική κυριαρχία, και οι διεθνείς οργανισμοί έχουν μόνο υποστηρικτικό ρόλο. Σύντομα αναμένεται η αναβάθμιση της υπηρεσίας και ο μετασχηματισμός της σε Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνοριοφυλακής και Ακτοφυλακής, με το ίδιο όνομα.

Η ΕΕ υπό την πίεση της Ελλάδος αλλά και άλλων παρακτίων εταίρων αποφάσισε να ενεργοποιήσει πρόσφατα μία ναυτική επιχείρηση με την επωνυμία IRINI, διάδοχο της πρόσφατα κατηργημένης ναυτικής επιχείρησης SOPHIA με σκοπό να επιβάλλει το εμπάργκο όπλων και να εμποδίσει το λαθρεμπόριο καυσίμων και να ελέγξει τις μεταναστευτικές ροές. Το μικρό χρονικό διάστημα από την έναρξη της επιχείρησης δεν επιτρέπει την αξιολόγηση της.

Επιστρέφοντας στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, είναι πλέον αποδεκτό από όλους, ότι η Τουρκία επιδιώκει μία συνδιαχείριση στο Αιγαίο που υλοποιείται ουσιαστικά με την προσπάθεια για μοίρασμα της περιοχής σε δύο μέρη με βάση τον 25ο Μεσημβρινό.

Είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι η μοναδική αναγνωρισμένη ελληνοτουρκική διαφορά σύμφωνα με την πάγια ελληνική θέση, είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δύο χωρών, μία διαφορά η οποία χρονολογείται από το 1973. Αυτό έχει αναπροσαρμοσθεί πρόσφατα σε οριοθέτηση των θαλασσίων
ζωνών για να συμπεριλάβει την ΑΟΖ. Οτιδήποτε άλλο, αποτελεί μονομερή και αυθαίρετη διεκδίκηση από μέρους της Τουρκίας.

Είναι βέβαιο ότι η Τουρκία στο άμεσο μέλλον θα συνεχίσει με όλα τα μέσα την ισχυροποίηση του ρόλου της, ακόμα και σε παράβαση των όσων συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν άτυπα. Η Άγκυρα παράλληλα με το αποτύπωμα επιρροής της στην Κεντρική Μεσόγειο, θα συνεχίσει τις προσπάθειες της για κατοχύρωση κυριαρχικών δικαιωμάτων σε βάρος μας, αμφισβητώντας την υφαλοκρηπίδα των νησιών και επιδιώκοντας να αφήσει μόνιμα την Ελλάδα και την Κύπρο όπως επιδιώκει πάντα, με δυο μόνο επιλογές: Κρίση και θερμό επεισόδιο με αναμέτρηση με τις ισχυρές ένοπλες δυνάμεις της ή συμφωνία με τα τετελεσμένα που ήδη θα έχει δημιουργήσει.

Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι οι Τούρκοι δεν είναι συναινετικοί. Ο πολιτισμός τους και η νοοτροπία τους δεν έχουν τις ρίζες τους στον διαφωτισμό, στον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, τη χριστιανική παράδοση και τον ουμανισμό. Ο πολιτικός πολιτισμός τους δεν βασίζεται στη συναίνεση, τον διάλογο και τη διαπραγμάτευση. Δεν επιθυμούν συνεννόηση και λύσεις αμοιβαίου κέρδους. Είναι συγκρουσιακοί, αναγνωρίζουν τη βία σαν επιλογή δράσης και είναι έτοιμοι πάντα να καταφύγουν σε αυτή, και αν και διαπραγματεύονται με λογική παζαριού, αντιλαμβάνονται όλες τις διενέξεις σαν παίγνια μηδενικού αθροίσματος.

Μη λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δυστυχώς, ο κατευνασμός της Τουρκίας αποτέλεσε τα τελευταία χρόνια μία επιλογή των ελληνικών κυβερνήσεων. Ο Henry Kissinger έχει δηλώσει για τον κατευνασμό ότι «Στις περιπτώσεις όπου ο “κατευνασμός”, δεν χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα για να κερδίσει κανείς χρόνο, αποτελεί ένδειξη ανικανότητας να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μια πολιτική απεριόριστων στόχων». Αυτή ακριβώς την πολιτική απεριορίστων στόχων αντιμετωπίζουμε.

Στην περίπτωσή των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, ο κατευνασμός προφανώς απέτυχε, και το δέλεαρ μίας ευρωπαϊκής προοπτικής δεν λειτουργεί πλέον. Οφείλουμε να δούμε το μέλλον με καθαρή ματιά, αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα και να πάρουμε αποφάσεις.

Η αντίδρασή μας ως κράτος στην τουρκική αναθεωρητικότητα κατά τη γνώμη μου οφείλει να κινείται σε δύο μη παράλληλα επίπεδα:

Το πρώτο είναι το στρατιωτικό, με την διατήρηση ικανής αποτρεπτικής ισχύος και την αξιόπιστη προβολή της για την αποφυγή δημιουργίας τετελεσμένων. Θα υπενθυμίσω εδώ ότι το δόγμα μας είναι αποτρεπτικό- αμυντικό.

Το δεύτερο επίπεδο είναι το διπλωματικό, με την προβολή των γεγονότων και την προσπάθεια δημιουργίας ευνοϊκού προς εμάς διεθνούς κλίματος το οποίο θα αναγκάσει την Τουρκία να μεταβάλει στάση, ή να υποχωρεί κατά περίπτωση σταθμίζοντας τις συνέπειες.

Και τα δυο επίπεδα όμως θα πρέπει να είναι αλληλοτροφοδοτούμενα, αλληλοσυμπληρούμενα και σε αγαστή συνεργασία και συγχρονισμό μεταξύ τους και να υπακούουν και να εξυπηρετούν ένα κοινό εθνικό αφήγημα. Ένα αφήγημα που θα περιγράφει επακριβώς τα όρια των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και με ξεκάθαρες κόκκινες γραμμές θα εξηγεί στη διεθνή κοινότητα ότι δεν θα ανεχθούμε παραβιάσεις τους. Σε απλά ελληνικά, να διατυπώσουμε με σαφήνεια τι θα συμβεί σε όποιον παραβιάσει αυτά τα όρια. Χωρίς απειλές και χωρίς να απευθύνεται σε κανένα γείτονα. Ξεκάθαρο όμως σε όλους. Δεν ξέρω αν γεωγραφικές συντεταγμενες θα δηλωθούν επίσημα στον ΟΗΕ. Αυτό είναι κάτι που θα το αποφασίσει το ΥΠΕΞ. Αρκεί να έχει κοινοποιηθεί με κάποιο τρόπο, ίσως άτυπα, σε όλους τους γείτονες καθώς και στις Ένοπλες Δυνάμεις έτσι ώστε να ξέρουν ξεκάθαρα πλέον τι υπερασπίζουν και τι πρέπει σε κάθε περίπτωση να παραμείνει ελληνικό. Το εξαψήφιο νούμερο της έκτασης της ελληνικής επικράτειας και ο αριθμός των νησιών είναι γνωστά και απολύτως συγκεκριμένα. Δεν έχει σημασία αν οι Τούρκοι ή άλλοι γείτονες αμφισβητούν αυτή την οριοθέτηση. Και εμείς αμφισβητούμε συμφωνίες που έχουν συνάψει με άλλους στην περιοχή. Θα πρέπει απλώς να ξέρουν τα όρια μέσα από τα οποία θα συναντήσουν την δυναμική – όχι υποχρεωτικά στρατιωτική – αντίδραση μας. Το ενδεχόμενο ερευνών και γεωτρήσεων ξένων χωρών σε περιοχές που μεταξύ μας σιωπηλά θεωρούμε δικές μας ή καθημερινών υπερπτήσεων εχθρικών αεροσκαφών πάνω από τα κεφάλια των πολιτών μας που υποτίθεται εμείς οι ΕΔ υπερασπίζουμε, δεν μας τιμά σαν χώρα που θέλει να θεωρείται κυρίαρχη και ανεξάρτητη.

Θέλω να ονομάζω το αφήγημα αυτό «Το κράτος της θάλασσας» δηλαδή «Η θαλάσσια κυριαρχία» στηριγμένο στη Θουκυδίδεια απόδοση του ρητού «μέγα το της θαλάσσης κράτος», δηλαδή, ότι είναι μεγάλο πράγμα η κυριαρχία στη θάλασσα. Και αυτό πρέπει να είναι το ελληνικό αφήγημα, το αντίστοιχο της
τουρκικής «Γαλάζιας Πατρίδας».

Όχι όμως μόνο οριοθετήσεις και απαγορευμένες ενέργειες. Σε αυτό το αφήγημα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε προς όλους, αλλά πρώτα-πρώτα στους ίδιους τους εαυτούς μας, αν επιθυμούμε ή όχι να αυξήσουμε τα χωρικά μας ύδατα σε 10 ή 12 νμ, αν σχεδιάζουμε να ευθυγραμμίσουμε τον εναέριο με τον θαλάσσιο εθνικό μας χώρο, αν αξίζει να ενδώσουμε στις πονηρές κωλυσιεργίες των Αιγυπτίων, αν πρόκειται να αποδεχθούμε ή όχι τμηματική ΑΟΖ, αν τα νησιά μας είναι ολότελα δικά μας ή σύμφωνα με τον νέο όρο «επήρεια» ανήκουν και λίγο σε άλλους καθώς και αν και πότε θα συμφωνήσουμε για την ΑΟΖ με την Κύπρο. Θα πρέπει επίσης να αποφασίσουμε αν η Κύπρος «κείται μακρά» ή αν θέλουμε – και εμείς και οι Κύπριοι – ένα Ενιαίο Αμυντικό Χώρο. Τέλος θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε στους υπεύθυνους και της χώρας μας αλλά και στη διεθνή κοινότητα το αν θα ανεχθούμε να διαπραγματευόμαστε με τις διαδικασίες του παζαριού της Καισάρειας, όπως υπερηφανευόταν ότι κάνει ο Νταβούτογλου σαν Τούρκος ΥΠΕΞ, ή αν θα διαπραγματευθούμε σαν κυρίαρχο ευρωπαϊκό κράτος με τις ξεκάθαρες μη διαπραγματεύσιμες τιμές και διαδικασίες ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού super market όπου όλα όσα θέλεις να αποκτήσεις, έχουν προσδιορισμένη αξία και τιμή και οι παραβάτες διώκονται.

Απαντώντας σε όλα αυτά τα ερωτήματα και προσδιορίζοντας όλα αυτά τα «όρια», «Το κράτος της θάλασσας» πρέπει να γίνει η συμφωνημένη, αμετακίνητη, μη διαπραγματεύσιμη και ξεκάθαρη στρατηγική μας στην ασταθή περιοχή της Αν. Μεσογείου, έχοντας διαρκώς στο μυαλό μας τη ρήση του Σουν Τσού ότι «Τακτική χωρίς Στρατηγική είναι απλώς θόρυβος πριν από την ήττα».

Το αφήγημα αυτό πρέπει να αποτελέσει επίσης την βάση για την οργάνωση, τη διάταξη και τα εξοπλιστικά προγράμματα των ΕΔ. Η οργάνωσή μας πρέπει να συμπληρωθεί όπου έχει ελλείψεις, με απόλυτη προτεραιότητα στον ευρύτερο νησιωτικό χώρο του Αιγαίου και τις δυνάμεις όλων των κλάδων των ΕΔ που ενεργούν και αναπτύσσονται σε αυτό, με προτεραιότητα στις αεροναυτικές μας δυνατότητες (Στόλος και ΠΑ) και στις αεροκίνητες δυνάμεις του ΣΞ. Η διάταξη μας, και αυτό έχει αποφασισθεί από τη Βουλή των Ελλήνων από το 2013 χωρίς όμως να υλοποιηθεί, με μια πρωτοφανή ποινικού επιπέδου παράβαση εντολών από
τις ενδιάμεσες πολιτικοστρατιωτικές ηγεσίες, πρέπει να μετακινηθεί προς τα Νότια και Νοτιοανατολικά με ένα σαφή προσανατολισμό αλλά και δυνατότητες επέμβασης προς την Ανατολική Μεσόγειο. Τέλος τα εξοπλιστικά μας προγράμματα πρέπει να αποβλέπουν στην απόκτηση αυτών των αεροναυτικών και αερομεταφερόμενων δυνατοτήτων, που θα επιτρέψουν στη χώρα να κυριαρχεί στο Αιγαίο και να επεμβαίνει αποτελεσματικά στην Ανατολική Μεσόγειο αποκτώντας ένα «μακρύ και ισχυρό χέρι» στρατιωτικής παρέμβασης και επιτέλους Πολεμικό Ναυτικό Ανοικτής Θαλάσσης (Blue Water Navy). Και βέβαια πριν από όλα αυτά πρέπει να φροντίσει για την απόλυτη επιχειρησιακή διαθεσιμότητα όλων των μέσων και δυνατοτήτων που ήδη διαθέτει.

Η διπλωματία μας από την άλλη πλευρά θα πρέπει να μάθει να αξιοποιεί και όχι να απορρίπτει ή να αποκηρύσσει όλες αυτές τις στρατιωτικές δυνατότητες, γιατί είναι το μόνο όπλο που διαθέτει για να κάνει τους αντιπάλους μας, να προσέλθουν σε διαπραγματεύσεις όταν αυτό απαιτείται ή έστω να ακούσουν τις απόψεις μας για το Διεθνές Δίκαιο και την διεθνή έννομη τάξη. Παρόλο που όλοι συμφωνούμε απόλυτα ότι στον 21ο αιώνα δεν υπάρχουν στρατιωτικές λύσεις πολιτικών διεθνών προβλημάτων, χωρίς αξιόπιστες στρατιωτικές δυνατότητες, καταλήγουμε σε διαπραγματεύσεις «με το περίστροφο στο τραπέζι» όπου δυστυχώς επαναλαμβάνεται η ρήση των Αθηναίων στο διάλογο με τους Μήλειους ότι δηλαδή, «ο αδύναμος υφίσταται όσα του επιβάλλει η αδυναμία του». Είναι εξάλλου γνωστό και πολλές φορές διατυπωμένο σε επίσημα τουρκικά έγγραφα εθνικής τους στρατηγικής, ότι η Τουρκία επιδιώκει να αφήνει στους αντιπάλους της δύο μόνο επιλογές: να συμφωνήσουν με τα τετελεσμένα που δημιούργησε ή να αντιμετωπίσουν την μεγάλη στρατιωτική της ισχύ. Όταν αυτό είναι το modus operandi του αντιπάλου σου, η απόκτηση αξιόπιστων στρατιωτικών δυνατοτήτων είναι κατά τη γνώμη μου μονόδρομος για την εξασφάλιση αποτελεσματικών και ισορροπημένων διαπραγματεύσεων.

Εκτιμάται ότι έχει καταστεί σαφές στην ελληνική κοινωνία, ότι δεν θα πρέπει να επαφιόμαστε σε μία έξωθεν παροχή στρατιωτικής υποστήριξης σε μία ενδεχόμενη ελληνο-τουρκική κρίση ή σύρραξη ή έστω αμφισβήτηση των ανατολικών μας συνόρων. Ούτε το ΝΑΤΟ, στο οποίο αμφότερες οι χώρες ανήκουν ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δεν έχει τα μέσα, πρόκειται να πράξουν κάτι τέτοιο.

Οι όποιες προσδοκίες που εντέχνως καλλιεργούνται για παροχή συνδρομής σε διμερές, διακρατικό επίπεδο, θεωρώ ότι κινούνται μεταξύ αφέλειας έως και ύποπτου καθησυχασμού. Είναι ξεκάθαρο ότι σε περίπτωση κρίσης, έντασης ή σύρραξης οποιασδήποτε έκτασης ή έντασης, θα είμαστε απόλυτα μόνοι μας, με
άπειρες δηλώσεις αυτοσυγκράτησης ή ίσως και καλυμμένης συμπάθειας ή και υποστήριξης από τη διεθνή και ευρωπαϊκή κοινότητα. Η επίκληση της ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής υποστήριξης και της ρήτρας αλληλεγγύης που προβλέπονται από τις Ευρωπαϊκές συνθήκες, δεν αναμένεται να παράγουν σοβαρά και καθοριστικά αποτελέσματα. Και εδώ θα επαναλάβω την από ετών δήλωσή μου η οποία προσγείωσε ανώμαλα κάποιους αιθεροβάμονες: Δεν σχεδιάζεται ούτε επίκειται η δημιουργία ενός Ευρωστρατού ο οποίος θα προστρέξει σε βοήθεια δική μας αλλά ούτε και κανενός άλλου. Ας μην τους περιμένουμε μάταια όπως περίμεναν οι Βυζαντινοί τη βοήθεια από την Δύση το 1453. Κατ αρχήν διότι δεν υπάρχει Ευρωστρατός και κατά δεύτερον διότι κανείς δεν θα σπεύσει σε βοήθειά μας. Εμείς είμαστε τα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης, εμείς είμαστε οι Ευρωπαίοι ακρίτες και εμείς οφείλουμε να υπερασπιστούμε την χώρα μας και την Ευρώπη. Μόνοι μας; Αρχικά πιστεύω ναι. Όποιος περιμένει Γάλλους ή Αυστριακούς στρατιώτες να αμύνονται των ελληνικών νησιών απέναντι σε Τούρκους ή οποιουσδήποτε άλλους, επειδή αυτά είναι τα σύνορα της Ευρώπης και απειλείται το ευρωπαϊκό έδαφος, προσωπικά πιστεύω ότι αυταπατάται. Τα αντανακλαστικά της ΕΕ είναι συνήθως πολύ αργά, συχνά ανεπαρκή, αποκλειστικά πολιτικά ή οικονομικά και πολλές φορές κατόπιν εορτής.

Είναι η Ευρώπη έτοιμη να υπερασπίσει ή να προστατεύσει αποτελεσματικά τα σύνορα της στην παρούσα κατάσταση; Προσωπικά αμφιβάλλω, αλλά πιστεύω ακράδαντα ότι πρέπει να στηρίξουμε και συνεχίσουμε όλες τις προσπάθειες για να γίνει η ΕΕ ικανή να υπερασπίζεται το έδαφος, τα σύνορα, τους πολίτες και την ταυτότητα της, όσο χρόνο και όσο κόστος κι αν απαιτεί μία τέτοια προσπάθεια. Είμαι αισιόδοξος ότι η διεθνής κατάσταση θα επιβάλλουν στην ΕΕ να διαφοροποιήσει τον ρόλο και τις δυνατότητες της. Πιστεύω ότι στο απώτερο μέλλον η ΕΕ θα εξαναγκασθεί υπό την πίεση της γεωπολιτικής πραγματικότητας να δημιουργήσει τις δικές της Ένοπλες Δυνάμεις, να αποκτήσει τη Σκληρή Ισχύ που της αρμόζει και να απολαμβάνει τη στρατηγική αυτονομία που θα της επιτρέπει να υπερασπίζεται και να προωθεί τα συμφέροντά της όπως αυτή συλλογικά κρίνει απαραίτητο. Και όπου η ευρωπαϊκή πολιτική ηγεσία θα έχει την βούληση και το σθένος να αντιπαραθέσει την Σκληρή Ισχύ της απέναντι σε οποιοδήποτε απειλή κατά της ΕΕ.

Μέχρι τότε όμως, μόνοι μας θα υπερασπιστούμε τα σύνορά μας και τα συμφέροντα και την ακεραιότητα του Έθνους μας και ίσως θα είμαστε και οι
πρώτοι που θα υπερασπιστούν τα ευρωπαϊκά σύνορα. Γι’ αυτό το λόγο θα πρέπει να είμαστε κατάλληλα εξοπλισμένοι και ψυχικά έτοιμοι. Και ευτυχώς εμείς είμαστε και παραμένουμε προετοιμασμένοι εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Αν όμως πράγματι θέλουμε να αποτρέψουμε σε πραγματικό χρόνο τον οποιονδήποτε αντίπαλο που μας επιβουλεύεται, θα πρέπει να σταθούμε στα πόδια μας, να τον κοιτάξουμε στα μάτια σαν ίσος προς ίσο και να του δώσουμε να καταλάβει ότι
δεν θα είμαστε καθόλου εύκολος αντίπαλος, όπως συμβαίνει κάποιες χιλιάδες χρόνια τώρα. Ίσως αυτό μας εξασφαλίσει την ειρήνη.

Σας ευχαριστώ.

Στρατηγός (ε.α.) Μιχαήλ Κωσταράκος
Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΕΘΑ
Πρώην Πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής της Ε.Ε.

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Νίκος Ταμουρίδης Αντγος (ε.α)-Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ

Η χώρα μας, η Ελλάδα, θα έπρεπε φυσιολογικά να αποτελεί πολιτικό και πολιτιστικό πρότυπο παγκόσμιας εμβέλειας, αξιοποιώντας το όνομα, την γεωπολιτική της αξία, την τεράστια πολιτιστική της κληρονομιά, την ιστορία της, την κλασσική παιδεία, την μοναδική-υπέροχη ελληνική γλώσσα, τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές, την ευφυΐα των Ελλήνων, την πολεμική αρετή και την ναυτοσύνη.

Αντιθέτως ζει σε ένα θυελλώδες περιβάλλον κρίσης αξιών, που μετετράπη σε κρίση πρωτίστως πνευματική, αλλά και πολιτική, οικονομική, κοινωνική και εθνική. Ένας πραγματικός ιδιότυπος κατακλυσμός καταπνίγει το Γένος. Μέσα στο έλεος αυτού του καταστροφικού κατακλυσμού, ο Ελληνικός λαός, ως άλλος Νώε, είναι καταδικασμένος αυτός ο ίδιος να κατασκευάσει την κιβωτό του!

Ο Ελληνισμός έχει τεράστια πνευματικά αποθέματα, με τα οποία έχει την δύναμη να αναγεννηθεί και να μεγαλουργήσει ξανά. Αρκεί να ενεργοποιηθεί η κρίσιμη μάζα των αγνών Ελλήνων πατριωτών, οι οποίοι «πνευματικά ελεύθεροι» και ενωμένοι να ορθώσουν ανάστημα και να αναλάβουν τις τύχες του Γένους μας στα χέρια τους.

Απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε επιστροφή στις αξίες! Να θυμηθούμε και να πορευτούμε σύμφωνα με τις βασικές ανθρώπινες αρχές.

Αυτό σημαίνει ότι, αρχικά στο εσωτερικό πλαίσιο επιβάλλεται η ανατροπή του σαθρού και ενίοτε προδοτικού πολιτικού κατεστημένου. Απαιτείται ριζική ανανέωση, αλλαγή νοοτροπίας και χάραξη νέας πορείας. Στο πλαίσιο των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών απαιτείται μια νέα έκφραση της γνήσιας πολιτικής δημοκρατίας.

Άμεσος πολιτικός στόχος θα πρέπει να είναι η βαθιά και ριζική ανανέωση του δημόσιου βίου, η εισαγωγή ενός νέου πολιτικού ήθους, η αναμόρφωση των λειτουργιών της Πολιτείας με νέο ελληνοκεντρικό Σύνταγμα, θεσμικές αλλαγές και τολμηρές μεταρρυθμίσεις.

Η νέα «πολιτική» θα απορρίπτει τις ολιγαρχίες του σκληρού συντηρητισμού και του αθεϊστικού μαρξιστικού κομμουνισμού και προ παντός την καπηλεία των ιδεών, τον πολιτικό φενακισμό και τον αδίστακτο αμοραλισμό των δημαγωγών και των επαγγελματιών του δήθεν προοδευτισμού. Θα αρνείται τον διαλεκτικό υλισμό και τον αθεϊσμό. Θα στηρίζεται στον ανθρωπισμό, την χριστιανική ηθική και την ελληνική φιλοσοφία του μέτρου και του άριστου.

Προφανής είναι λοιπόν η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες θα γαλβανίσουν το αλλοτριωμένο πνεύμα των Ελλήνων και θα διεγείρουν την θύελλα, η οποία θα αλλάξει την πολιτική οπτική τους!

Κάθε νέα πολιτική κίνηση πρέπει να αγκαλιάζει όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, το επάγγελμα και την οικονομική τους κατάσταση. Να είναι αδογμάτιστη, ριζοσπαστική και ανανεωτική. Να υπηρετεί μόνο τα ιδεώδη του Ελληνισμού και να ατενίζει στους θόλους της εθνικής κιβωτού που κατασκεύασε ο Ελληνισμός για την σωτηρία του. Εκεί όπου οι πατέρες μας έστησαν την ελευθερία μαζί με την πίστη και δίπλα τους τοποθέτησαν την ισονομία, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια και την αρετή των Ελλήνων.

Στο πλαίσιο της αφύπνισης και της ενεργοποίησης των Ελλήνων πολιτών, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε πλήρως την άυλη και υλική μας αξεπέραστη κληρονομιά. Από την θαυμάσια πανελλήνια ιστορία μας, θα πάρουμε ως παραδείγματα εκείνες τις στιγμές τις νικηφόρες, τις περίλαμπρες, τις περιλάλητες, τις δοξασμένες, τις απαράμιλλες. Θα τις διδάξουμε στους Έλληνες και στις Ελληνίδες κάθε ηλικίας και με κεντρική ιδέα την ειρήνη θα φτιάξουμε ένα ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα! Μην ξεχνάμε ότι είμαστε ένας πολεμικός λαός, που λατρεύει την ειρήνη!

Η ύψιστη αυτή πρόκληση απευθύνεται στην καρδιά των αγνών Ελλήνων πατριωτών, που μάχονται μεν αλλά μεμονωμένα, οπότε η δυναμική του αγώνα τους εξαντλείται γρήγορα. Από την απόφασή τους θα εξαρτηθεί η πορεία της φιλτάτης πατρίδας μας! Από την ελεύθερη δε πορεία της Ελλάδας μπορεί να προέλθει και η συντριβή των δηλητηριωδών πλοκαμιών της απάνθρωπης και ανώμαλης νέας παγκόσμιας τάξης!

Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, ας αγωνιστούμε έτσι ώστε η Ελλάδα μας να εξέλθει από τα χαρακώματα της κατάθλιψης, να υψώσει ανάστημα και να μεγαλουργήσει ξανά!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Δημοσιεύτηκε

στις

Υπάρχουν υποδομές που αποκτούν σημασία επειδή αυξάνεται η εμπορική τους δραστηριότητα και υπάρχουν άλλες που αποκτούν σημασία επειδή αλλάζει το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Η Αλεξανδρούπολη ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες του ίδιου του λιμανιού. Βρίσκεται κυρίως στη θέση του μέσα σε ένα δίκτυο που συνδέει το Αιγαίο με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα και, δυνητικά, την Ουκρανία. Στο ίδιο γεωγραφικό σημείο συναντώνται πλέον στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακές ροές, οδικοί και σιδηροδρομικοί διάδρομοι, αμερικανικά και νατοϊκά συμφέροντα, η ευρωπαϊκή πολιτική στρατηγικής διασυνδεσιμότητας και, σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καινούργια. Η Αλεξανδρούπολη είχε ιστορικά τη δυνατότητα να λειτουργεί ως βόρειος θαλάσσιος σύνδεσμος του Αιγαίου με τα Βαλκάνια και τον Δούναβη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το στρατηγικό περιβάλλον. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών προς την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η προσπάθεια ενεργειακής διαφοροποίησης της Ευρώπης και η επαναξιολόγηση των χερσαίων διαδρόμων έχουν προσδώσει στην πόλη μια βαρύτητα που πριν από δύο δεκαετίες δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί. Η Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS) καταλήγει σε παρόμοια εκτίμηση, περιγράφοντας την Αλεξανδρούπολη ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των στρατηγικών, στρατιωτικών, ενεργειακών και οικονομικών διαδρόμων μεταξύ Αιγαίου και Βαλτικής. [1]

Το σημαντικό δεν είναι μόνο ποιος ενδιαφέρεται για το λιμάνι αλλά και ποιος χρειάζεται τη γεωγραφία του και τι προσπαθεί να επιτύχει μέσω αυτής.

Η γεωγραφία είναι το πρώτο στρατηγικό πλεονέκτημα

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Αιγαίου, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και σε μικρή απόσταση από τους βόρειους βαλκανικούς διαδρόμους. Η θέση της επιτρέπει την ανάπτυξη ενός άξονα προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και, μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η πόλη εξεταστεί σε σχέση με τα Στενά.

Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει ένα μοναδικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα λόγω του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Η Σύμβαση του Μοντρέ παρέχει στην Άγκυρα σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τη διέλευση πολεμικών πλοίων και, συνεπώς, τα Στενά παραμένουν αναντικατάστατος παράγοντας για την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας.

Η Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να «αντικαταστήσει» τον Βόσπορο. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι διαφορετικό: έναν χερσαίο άξονα που επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων, στρατιωτικού υλικού, εμπορευμάτων και ενέργειας από το Αιγαίο προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς η κάθε επιμέρους ροή να εξαρτάται από τη θαλάσσια διέλευση των Στενών.

Αυτή η διάσταση είχε γίνει αντιληπτή πολύ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ίδια η FRS υπενθυμίζει ότι η ιδέα της Αλεξανδρούπολης ως εναλλακτικού βόρειου άξονα προς τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία απλώς μετέτρεψε μια παλαιότερη δυνατότητα σε ζήτημα στρατηγικής προτεραιότητας. [1]

Η Αλεξανδρούπολη δεν καταργεί τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας. Δημιουργεί όμως μια πρόσθετη επιλογή για όσους επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτήν.

Η αμερικανική διάσταση είναι πλέον επιχειρησιακή πραγματικότητα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Αλεξανδρούπολη απλώς ως μια δυνητικά χρήσιμη ελληνική υποδομή. Στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών του 2024 χαρακτήρισαν το λιμάνι ζωτικής σημασίας κόμβο για τη νατοϊκή αμυντική στάση στην ανατολική πτέρυγα και για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. [2]

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η χρήση έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της πολιτικής διακήρυξης στο επίπεδο της επιχειρησιακής εφαρμογής.

Στις 11 Μαρτίου 2024, αμερικανικές και ελληνικές δυνάμεις διακίνησαν μέσω του λιμανιού περίπου 3.000 τεμάχια στρατιωτικού εξοπλισμού της 3rd Armored Brigade Combat Team, 4th Infantry Division. Το φορτίο περιλάμβανε άρματα M1 Abrams, τεθωρακισμένα M2 Bradley και άλλα οχήματα. Ο αμερικανικός στρατός χαρακτήρισε την επιχείρηση ιστορική, καθώς ήταν η πρώτη μετακίνηση ολόκληρης βαριάς ταξιαρχίας μέσω ελληνικού λιμανιού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάπτυξης. [3]

Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 ακολούθησε η άσκηση Steadfast Dart, κατά την οποία η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη ανάπτυξη της Allied Reaction Force (Συμμαχικής Δύναμης Αντίδρασης) προς την ανατολική πτέρυγα. Το ΝΑΤΟ περιέγραψε την άσκηση ως την πρώτη μεγάλης κλίμακας επιχειρησιακή ανάπτυξη της νέας δύναμης μετά την ίδρυσή της. [4]

Επομένως, το αμερικανικό ενδιαφέρον δεν χρειάζεται να συναχθεί από δηλώσεις. Υπάρχει ήδη επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αμερικανικό λιμάνι». Ο λιμένας παραμένει ελληνική υποδομή. Η ουσία είναι διαφορετική: ένα ελληνικό στρατηγικό σημείο έχει ενσωματωθεί σε αμερικανικές και νατοϊκές ανάγκες στρατιωτικής κινητικότητας.

Αυτό αυξάνει τη σημασία της Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την έκθεση της υποδομής σε πιέσεις που υπερβαίνουν το καθαρά ελληνικό επίπεδο.

Ο διάδρομος προς τη Μαύρη Θάλασσα είναι το δεύτερο μεγάλο στοίχημα

Η στρατιωτική χρήση είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη είναι η δημιουργία ενός βόρειου δικτύου που θα συνδέει τα ελληνικά λιμάνια με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και, τελικά, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνία για την ανάπτυξη του λεγόμενου Αιγαίο–Μαύρη Θάλασσα Vertical Corridor (Κάθετου Διαδρόμου), ενός οδικού και σιδηροδρομικού άξονα που περιλαμβάνει την Αλεξανδρούπολη και συνδέεται με το ευρύτερο δίκτυο προς τη Ρουμανία. [5]

Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημανουμε ότι ο υπό κατασκευή διάδρομος δεν είναι πλήρως λειτουργικός.

Η στρατηγική κατεύθυνση είναι πραγματική. Η επιχειρησιακή και εμπορική ωριμότητα όμως παραμένει άνιση. Η κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα, ενώ ακόμη και η υφιστάμενη σιδηροδρομική δραστηριότητα στην περιοχή δημιουργεί πιέσεις στο δίκτυο. Ενδεικτικά, τον Μάρτιο του 2025 η Hellenic Train ανακοίνωσε αναστολές επιβατικών δρομολογίων στις γραμμές Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο και Αλεξανδρούπολη–Ορεστιάδα λόγω μεταφοράς εμπορευμάτων. [6]

Αυτό μπορεί να φαίνεται ως τεχνική λεπτομέρεια, στην πραγματικότητα όμως είναι στρατηγικό ζήτημα. Ένας γεωπολιτικός διάδρομος έχει αξία μόνο όταν μπορεί να μεταφέρει με συνέπεια τον όγκο και την ταχύτητα που απαιτεί η στρατηγική του λειτουργία.

Η Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιόμορφη κατάσταση: η γεωγραφία έχει ήδη αποκτήσει στρατηγική αξία, αλλά οι υποδομές δεν έχουν ακόμη φτάσει στο επίπεδο που θα επέτρεπε την πλήρη αξιοποίηση αυτής της αξίας.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα κενά ανάμεσα στη γεωπολιτική ρητορική και την πραγματική ισχύ της Αλεξανδρούπολης.

Η Ουκρανία μπορεί να αλλάξει τη μακροπρόθεσμη αξία του λιμανιού

Η σύνδεση με την Ουκρανία είναι πιο σύνθετη.

Από τη μία πλευρά, η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για την υποστήριξη της ανατολικής πτέρυγας. Από την άλλη, η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από την ολοκλήρωση πολλών ενδιάμεσων υποδομών και, κυρίως, από την εξέλιξη του ίδιου του πολέμου.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και αβεβαιότητα.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η σύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και ενέργειας και η ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή οικονομία μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη σημασία των βόρειων ελληνικών λιμανιών. Όμως δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε δεδομένο ότι η Αλεξανδρούπολη θα είναι ο κυρίαρχος κόμβος αυτών των ροών. Θα ανταγωνιστεί άλλες διαδρομές και άλλα λιμάνια της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης.

Η σωστή προσέγγιση, συνεπώς, δεν είναι ότι «η Αλεξανδρούπολη οδηγεί στην Ουκρανία». Είναι ότι η Αλεξανδρούπολη μπορεί να αποτελέσει το νότιο άκρο ενός μελλοντικού δικτύου που θα συνδέει την Ουκρανία με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις είναι ουσιώδης.

Η ενέργεια προσθέτει μια διαφορετική μορφή γεωπολιτικής ισχύος

Η ενεργειακή διάσταση είναι σήμερα περισσότερο ώριμη από ορισμένες από τις μεταφορικές προοπτικές.

Το Alexandroupolis FSRU (Floating Storage and Regasification Unit – Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης) άρχισε εμπορική λειτουργία τον Οκτώβριο του 2024 και διαθέτει δυναμικότητα επαναεριοποίησης έως 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Το αέριο μπορεί να διοχετευθεί στο ελληνικό δίκτυο και από εκεί προς τη Βουλγαρία και ευρύτερα προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. [7]

Η σημασία είναι προφανής: η Αλεξανδρούπολη συμμετέχει πλέον σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών της περιοχής.

Ωστόσο, και εδώ απαιτείται διάκριση μεταξύ υποδομής και χρησιμοποιούμενης χωρητικότητας.

Το Vertical Gas Corridor (Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου) έχει στρατηγική λογική, αλλά η εμπορική του αξιοποίηση δεν έχει ακόμη φτάσει στο επίπεδο που υπονοεί η πολιτική ρητορική. Τον Δεκέμβριο του 2025, τρεις δημοπρασίες δυναμικότητας για τον Ιανουάριο δεν προσέλκυσαν προσφορές, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 οι διαθέσιμες ποσότητες που δεσμεύθηκαν ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.

Αυτό δεν ακυρώνει τον διάδρομο. Δείχνει όμως ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μιας υποδομής δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπορική βιωσιμότητα.

Και αυτό είναι κρίσιμο για την Αλεξανδρούπολη. Το στρατηγικό πλεονέκτημα θα αποκτήσει μόνιμη αξία μόνο εάν οι διάδρομοι που ξεκινούν από αυτήν αποκτήσουν πραγματικούς χρήστες, σταθερές ροές και οικονομική βιωσιμότητα.

Η Ρωσία και η Τουρκία: όχι ιδιοκτησία, αλλά στρατηγικός ανταγωνισμός

Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η Ρωσία ή η Τουρκία επιδιώκουν να αποκτήσουν ιδιοκτησιακό έλεγχο της Αλεξανδρούπολης. Το ενδιαφέρον τους αφορά περισσότερο τις συνέπειες της στρατηγικής αναβάθμισης του λιμανιού.

Η FRS παρέχει μάλιστα συγκεκριμένα στοιχεία για τη ρωσική διάσταση. Σύμφωνα με την έρευνα της, η Μόσχα είχε επιχειρήσει από τη δεκαετία του 2010 να αποκτήσει επιρροή στην περιοχή μέσω οικονομικών, πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και τοπικών δικτύων, ενώ η αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Αλεξανδρούπολη προκάλεσε εμφανή ρωσική ανησυχία. Η ίδια μελέτη καταγράφει ρωσικές αντιδράσεις και σημειώνει ότι η Μόσχα είχε λόγο να προσπαθήσει να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή. [1]

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Το ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει την Αλεξανδρούπολη ως πιθανό κρίσιμο σημείο των γραμμών στρατιωτικού εφοδιασμού του ΝΑΤΟ και, συνεπώς, ως υποδομή που θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο ρωσικών προσπαθειών παρεμπόδισης σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης. [8]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί σήμερα «ρωσικό στόχο». Μια τέτοια άποψη είναι λάθος. Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της αναβάθμιση αυξάνει την αξία της μέσα στον ανταγωνισμό Ρωσίας–ΝΑΤΟ.

Η Τουρκία βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να αποκτήσει την Αλεξανδρούπολη για να ενδιαφέρεται για αυτήν. Εάν ένας ελληνικός διάδρομος αποκτήσει τη δυνατότητα να μεταφέρει σημαντικό μέρος των ροών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς διέλευση από τα Στενά, τότε μειώνεται, έστω και οριακά, η αποκλειστικότητα της τουρκικής γεωγραφικής θέσης.

Η FRS καταγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση: η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως συμπληρωματική εναλλακτική προς τα Στενά και η στρατηγική της αναβάθμιση έχει ενοχλήσει κατά περιόδους και την Άγκυρα. [1]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει τη γεωστρατηγική της σημασία. Το αντίθετο. Η τουρκική θέση παραμένει αναντικατάστατη σε πολλά επίπεδα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Ελλάδα αποκτά μια επιπλέον επιλογή και, μαζί με αυτήν, ένα μικρότερο αλλά υπαρκτό περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας.

Το ινδικό ενδιαφέρον είναι πραγματικό, αλλά βρίσκεται ακόμη σε διαφορετική χρονική κλίμακα

Η Ινδία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον μελλοντικό στοιχείο της υπόθεσης, ακριβώς επειδή εδώ πρέπει να αποφύγουμε την υπερβολή.

Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα και Ινδία επανέλαβαν τη στρατηγική κατεύθυνση εμβάθυνσης των ελληνοϊνδικών σχέσεων στους τομείς της άμυνας, της ναυτιλίας, της ναυπηγικής και των υποδομών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη και εξέφρασε τη βούληση της Αθήνας να συμμετάσχει στο India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC – Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης). [9] Αυτό είναι σημαντικό.

Δεν αποδεικνύει όμως ότι η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη καταστεί ινδικός κόμβος ή ότι συγκεκριμένος ινδικός όμιλος έχει αποφασίσει να επενδύσει σε αυτήν.

Η πραγματική γεωπολιτική σημασία της Ινδίας βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργίας μελλοντικών εμπορικών ροών μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης και στη θέση που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα σε αυτές. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει μιλήσει για την Ελλάδα ως «natural entry point» για τη Νοτιοανατολική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και έχει συνδέσει το ζήτημα με την ανάγκη ανάπτυξης νέων εμπορικών και ψηφιακών διαδρομών. [10]

Το πρόβλημα είναι ότι το IMEC παραμένει ένα σχέδιο με σημαντικά γεωπολιτικά και τεχνικά εμπόδια.

Η Carnegie έχει επισημάνει ότι ο διάδρομος σχεδιάστηκε ως πολυκρατικό σύστημα με σύνθετες νομικές, πολιτικές και κανονιστικές απαιτήσεις και ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στη Γάζα και η διακοπή της προσπάθειας εξομάλυνσης Ισραήλ–Σαουδικής Αραβίας δημιούργησαν σοβαρές αβεβαιότητες.

Ακόμη και από την ινδική πλευρά, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται συχνά. Η Carnegie India σημειώνει ότι η Ινδία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για εναλλακτικές διαδρομές προς την Ευρώπη, αλλά οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των απαιτούμενων υποδομών δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί περιορίζουν την άμεση δυναμική του IMEC.

Επομένως, η σύνδεση Αλεξανδρούπολης–Ινδίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη γεωπολιτική δυνατότητα, όχι ως ήδη ολοκληρωμένη πραγματικότητα.

Αυτό δεν την κάνει λιγότερο ενδιαφέρουσα. Την κάνει απλώς πιο σοβαρή ως αναλυτική υπόθεση.

Ποιος πραγματικά «θέλει» την Αλεξανδρούπολη;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδεδειγμένη επιχειρησιακή χρήση. Το ΝΑΤΟ έχει εντάξει την Αλεξανδρούπολη στη στρατιωτική κινητικότητα προς την ανατολική πτέρυγα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον στην ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενεργειακής διαφοροποίησης. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τις βόρειες προεκτάσεις των διαδρόμων. Η Ουκρανία έχει συμφέρον σε περισσότερες και ασφαλέστερες διαδρομές προς την Ευρώπη. Η Ινδία βλέπει την Ελλάδα ως πιθανή πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι ένας ενιαίος, πλήρως λειτουργικός «διάδρομος Αλεξανδρούπολης» που να συνδέει όλες αυτές τις ροές.

Υπάρχουν κομμάτια ενός δικτύου.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε.

Η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη στρατιωτική χρησιμότητα. Έχει ενεργειακή υποδομή. Διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν συμφωνίες και χρηματοδοτήσεις για τη βελτίωση των βόρειων συνδέσεων. Υπάρχει στρατηγικό ενδιαφέρον για σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία. Υπάρχει, τέλος, μια μακροπρόθεσμη συζήτηση για σύνδεση της Ελλάδας με τις ινδικές ροές.

Αλλά το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη συνοχή.

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά ο έλεγχος των ροών

Η συζήτηση γύρω από την Αλεξανδρούπολη συχνά περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν θα εμφανιστεί κάποιος μεγάλος ξένος επενδυτής

Η Αλεξανδρούπολη Port Authority (Οργανισμός Λιμένος Αλεξανδρούπολης) βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ιδιοκτησία του Growthfund, του ελληνικού κρατικού επενδυτικού ταμείου. Το Growthfund καταγράφει την εταιρεία ως «Full Ownership», ενώ το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει μακροχρόνια παραχώρηση της χρήσης των λιμενικών υποδομών. [11]

Το γεγονός αυτό έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί για να περιγράψει τη στρατηγική εικόνα.

Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την ιδιοκτησία μιας υποδομής και ταυτόχρονα να επιτρέπει σε ξένες δυνάμεις, επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς να αποκτούν σημαντική πρόσβαση στη λειτουργία της.

Γι’ αυτό, από πλευράς εθνικής ασφάλειας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει τις μετοχές. Είναι ποιος μπορεί να επηρεάζει:

τις στρατιωτικές ροές,

τις εμπορικές αλυσίδες,

τις ενεργειακές ροές,

τις επενδύσεις,

τα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα,

τις πληροφοριακές και ψηφιακές υποδομές,

και, τελικά, τις αποφάσεις για το πώς και πότε χρησιμοποιείται η υποδομή.

Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από την ιδιοκτησία.

Η μεγάλη αδυναμία: η Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει στρατηγικός κόμβος πριν γίνει πραγματικά αποτελεσματικός κόμβος

Η πολιτική και στρατιωτική αξία της Αλεξανδρούπολης έχει αυξηθεί ταχύτερα από την ωριμότητα όλων των υποδομών που απαιτούνται για να στηρίξουν αυτή την αξία.

Το λιμάνι μπορεί να δεχθεί βαριά στρατιωτικά φορτία. Το απέδειξε. Η FSRU λειτουργεί. Το απέδειξε. Το ΝΑΤΟ έχει χρησιμοποιήσει την υποδομή. Το απέδειξε.

Αλλά ένας πραγματικός στρατηγικός κόμβος δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί να ξεφορτώσει ένα πλοίο. Κρίνεται από το αν μπορεί να διακινήσει γρήγορα, με ασφάλεια και σε μεγάλη κλίμακα το φορτίο από το λιμάνι προς τον τελικό προορισμό.

Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι σιδηρόδρομοι, οι δρόμοι, τα σύνορα, οι τελωνειακές διαδικασίες, οι δυνατότητες αποθήκευσης, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και η ανθεκτικότητα ολόκληρης της αλυσίδας.

Η ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει αυτή τη διττή διάσταση της στρατιωτικής κινητικότητας: η Αλεξανδρούπολη και η Θεσσαλονίκη μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί κόμβοι, αλλά η αξιοποίηση της γεωγραφικής τους θέσης προϋποθέτει επενδύσεις σε ευρύτερες μεταφορικές υποδομές. [12]

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν έχει κερδίσει ακόμη ολόκληρο το γεωστρατηγικό παιχνίδι. Έχει αποκτήσει ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα θέσης και πρέπει τώρα να το μετατρέψει σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.

Τι μπορεί να αλλάξει εάν οι υποδομές ολοκληρωθούν

Εάν οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις προς Βουλγαρία και Ρουμανία αναβαθμιστούν ουσιαστικά, εάν η ενεργειακή διασύνδεση αποκτήσει σταθερή εμπορική χρήση και εάν οι συνδέσεις προς την Ουκρανία αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, τότε η Αλεξανδρούπολη θα αποκτήσει ένα χαρακτηριστικό που δεν έχει σήμερα στον ίδιο βαθμό:

τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πραγματικός πολυτροπικός κόμβος.

Τότε οι στρατιωτικές, ενεργειακές και εμπορικές ροές δεν θα είναι παράλληλες δραστηριότητες. Θα αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου δικτύου.

Η στρατηγική σημασία αυξάνεται ακριβώς όταν η ίδια υποδομή εξυπηρετεί περισσότερες από μία λειτουργίες.

Ένα λιμάνι που χρησιμοποιείται μόνο για εμπορικά φορτία έχει μία μορφή αξίας.

Ένα λιμάνι που μπορεί να υποστηρίξει ταυτόχρονα στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση, εμπορική διακίνηση και περιφερειακή συνδεσιμότητα αποκτά πολύ διαφορετικό βάρος.

Και εδώ η χώρα μας έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Η χώρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η Αλεξανδρούπολη μπορεί να λειτουργήσει ως βόρεια πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.

Η ινδική προοπτική και ο Ινδο-Ειρηνικός πρέπει να παραμείνουν μακροπρόθεσμο σενάριο

Η σύνδεση της Αλεξανδρούπολης με την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο τμήμα της ανάλυσης και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν υπάρχει σήμερα καμία απόδειξη ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί ήδη επίσημο κόμβο ενός λειτουργικού ευρωϊνδικού δικτύου.

Υπάρχει όμως μια ευρύτερη γεωπολιτική τάση: η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική και οικονομική παρουσία στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών εταίρων, ενώ η Ελλάδα επιδιώκει να τοποθετήσει τις λιμενικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές της μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία.

Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Αλεξανδρούπολη θα μπορούσε να επωφεληθεί όχι επειδή αποτελεί αυτοτελή «ινδικό λιμάνι», αλλά επειδή βρίσκεται πάνω σε ένα πιθανό ευρωπαϊκό δίκτυο που μπορεί να συνδέσει τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Και η διαφορά αυτή, είναι ουσιαστική.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουμε το σενάριο ως πραγματικότητα. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα στρατηγικό παράθυρο — όχι μια εγγυημένη επιτυχία

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό γεωγραφικό σημείο, αλλά η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί.

Το λιμάνι έχει ήδη αποδείξει τη στρατιωτική του χρησιμότητα. Η ενεργειακή υποδομή έχει πλέον πραγματική λειτουργία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έχουν επενδύσει επιχειρησιακά στη χρήση του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των βόρειων διαδρόμων. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο συμφέρον από τη σύνδεση με το Αιγαίο. Η Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει μελλοντικό προορισμό αυτών των ροών. Και η Ινδία προσφέρει έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα που υπερβαίνει τα σημερινά περιφερειακά δεδομένα.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί.

Οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν έχουν ακόμη την απαιτούμενη συνολική επάρκεια. Ο Vertical Gas Corridor έχει στρατηγική αξία αλλά ακόμη περιορισμένη εμπορική ζήτηση. Το IMEC εξακολουθεί να εξαρτάται από μια ασταθή Μέση Ανατολή και από υποδομές που σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από τον πόλεμο και τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της περιοχής. Και η στρατιωτική σημασία του λιμανιού αυξάνει ταυτόχρονα την ανάγκη προστασίας του.

Η Αλεξανδρούπολη, συνεπώς, δεν είναι ακόμη αυτό που ορισμένες πολιτικές δηλώσεις περιγράφουν ως «νέο γεωπολιτικό κέντρο της Ευρώπης».

Είναι κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα στρατηγικό σημείο που βρίσκεται στη διαδικασία μετατροπής του σε κόμβο.

Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να παρακολουθήσουμε.

Το πραγματικό παιχνίδι βρίσκεται στις ροές

Η ιδιοκτησία του λιμανιού είναι σημαντική, αλλά δεν είναι το μοναδικό ούτε το σημαντικότερο μέτρο γεωπολιτικής ισχύος.

Η πραγματική στρατηγική αξία θα κριθεί από το ποιος μπορεί να επηρεάζει τις ροές που περνούν από την Αλεξανδρούπολη, ποιος ελέγχει ή προστατεύει τα δίκτυα που τη συνδέουν με τον Βορρά και ποιος διαθέτει την ικανότητα να διατηρεί αυτές τις ροές σε λειτουργία σε περίοδο κρίσης.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα.

Όσο περισσότερη στρατιωτική, ενεργειακή και εμπορική δραστηριότητα συγκεντρώνεται γύρω από την Αλεξανδρούπολη, τόσο περισσότερο η υποδομή μετατρέπεται σε στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας αλλά και σε πιθανό σημείο πίεσης.

Η προστασία της δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στη φυσική ασφάλεια του λιμένα. Αφορά την κυβερνοασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών, τη διαθεσιμότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, την ενεργειακή ασφάλεια, την εφοδιαστική συνέχεια, την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και την έγκαιρη αναγνώριση προσπαθειών εξωτερικής επιρροής.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσιαστική γεωστρατηγική αξία της Αλεξανδρούπολης.

Δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό λιμάνι που απέκτησε ξαφνικά διεθνή δημοσιότητα.

Είναι ένα σημείο όπου μπορούν να συγκλίνουν διαφορετικά δίκτυα ισχύος: το αμερικανικό και νατοϊκό σύστημα στρατιωτικής κινητικότητας, η ευρωπαϊκή προσπάθεια ενεργειακής και μεταφορικής διαφοροποίησης, οι βαλκανικές συνδέσεις, η μελλοντική ανασυγκρότηση και ενσωμάτωση της Ουκρανίας και, σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει αποτελεσματικότερη πρόσβαση στην Ευρώπη.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν κάποιος θα αγοράσει την Αλεξανδρούπολη.

Ούτε αν το λιμάνι θα γίνει αύριο το «νέο Ρότερνταμ» ή ο νέος Πειραιάς.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει το γεωγραφικό της πλεονέκτημα σε διαρκή στρατηγική ικανότητα.

Γιατί η γεωγραφία προσφέρει την ευκαιρία. Οι υποδομές τη μετατρέπουν σε δυνατότητα. Και η πολιτική, οικονομική και στρατηγική διαχείριση αποφασίζει τελικά αν η δυνατότητα θα μετατραπεί σε ισχύ.

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο.

Και γι’ αυτό αξίζει να παρακολουθείται όχι μόνο ως λιμάνι, αλλά ως κόμβος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για τις ροές, τις υποδομές και τη γεωγραφία της ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Βιβλιογραφία – βασικές πηγές

[1] Aris Marghelis, Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS), The Port of Alexandroupolis: A Strategic and Geopolitical Assessment, Note No. 18/2024, 1 August 2024.

[2] U.S. Department of State, Joint Statement on the U.S.-Greece Strategic Dialogue, 9 February 2024.

[3] U.S. Army, Port of Alexandroupolis makes sustainment history with heavy brigade movement, 17 March 2024.

[4] NATO Supreme Headquarters Allied Powers Europe (SHAPE), NATO’s Allied Reaction Force Embarks on Eastern Europe’s Largest Military Training Exercise in 2025, 3 February 2025.

[5] Kathimerini / eKathimerini, Greece, Bulgaria and Romania sign agreement on Aegean-Black Sea corridor, 5 December 2025.

[6] Kathimerini / eKathimerini, Passenger trains suspended on Alexandroupoli lines due to freight transport, 9 March 2025.

[7] Reuters, LNG terminal off northern Greece diversifies gas routes to Europe, 1 October 2024.

[8] ΕΛΙΑΜΕΠ, Moscow’s Strategic Obsession with the Eastern Mediterranean: Lessons from pre-Cold-War History, Policy Paper No. 103/2022.

[9] Prime Minister of the Hellenic Republic, Prime Minister Kyriakos Mitsotakis’ meeting with the Prime Minister of India Narendra Modi, 19 February 2026.

[10] Prime Minister of the Hellenic Republic, Interview on Times Now, 18 February 2026.

[11] Growthfund, Our Subsidiaries & Participations Portfolio – Alexandroupolis Port Authority, current corporate information, 2026.

[12] ΕΛΙΑΜΕΠ, analysis on European defence policy and military mobility in Greece, including the strategic role of Thessaloniki and Alexandroupolis transport hubs.

[13] Carnegie Endowment for International Peace, The Geopolitics of Economic Development in the Middle East, 2024.

[14] Carnegie Endowment for International Peace, The India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC): Too Little, Too Late?, 2023.

[15] Carnegie India, Disquiet on the West Asian Front, 2024.

[16] Kathimerini / eKathimerini, Vertical Corridor gas tenders draw blank, 23 December 2025.

[17] Kathimerini / eKathimerini, Demand for Vertical Corridor gas auctions disappoints, 27 January 2026.

[18] Associated Press, Greek man accused of spying at NATO transit hub has been charged and jailed pending trial, 2025.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Γρίβας: Τα τρωτά σημεία της Τουρκίας

Ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών, στη συνέντευξή του στον Χρήστο Μουρτζούκου, προειδοποιεί για τη στρατηγική της Άγκυρας στο Αιγαίο, απορρίπτει την εικόνα μιας ανίκητης Τουρκίας και ζητά αποτροπή, συνολική εθνική στρατηγική και προστασία των κρίσιμων ελληνικών οπλικών συστημάτων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης, οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, η δραστηριότητα των αλιευτικών και οι κινήσεις γύρω από τα θαλάσσια πάρκα αποτελούν, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Γρίβα, διαφορετικές εκφάνσεις μιας ενιαίας στρατηγικής: της σταδιακής αποδόμησης της ελληνικής κυριαρχίας και της επιβολής τουρκικού ελέγχου στον θαλάσσιο χώρο.

Στη συνέντευξή του στον Χρήστο Μουρτζούκου, στην εκπομπή «Με τη ματιά του απόδημου», ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών άσκησε έντονη κριτική στην ελληνική διαχείριση των ελληνοτουρκικών. Υποστήριξε ότι το αφήγημα των «ήρεμων υδάτων» συγκαλύπτει την εξέλιξη μιας ευρύτερης τουρκικής εκστρατείας, ενώ επέμεινε ότι η αποφυγή του πολέμου προϋποθέτει αξιόπιστη αποτροπή.

Το καλώδιο και η στρατηγική της «σαλαμοποίησης»

Αφετηρία της συζήτησης αποτέλεσε το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και το ερώτημα εάν η αποδοχή τουρκικών απαιτήσεων για προηγούμενη ενημέρωση μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο για άλλες ελληνικές δραστηριότητες.

Ο Κωνσταντίνος Γρίβας ενέταξε την υπόθεση στη λογική της «σαλαμοποίησης»: της απόσπασης μικρών, διαδοχικών υποχωρήσεων, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά μια μεγάλη στρατιωτική αντιπαράθεση.

Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα επιδιώκει να καθιερώσει στην πράξη την αντίληψη ότι η Ελλάδα οφείλει να συνεννοείται μαζί της για τις κινήσεις της στο Αιγαίο. Εάν αυτή η λογική γίνει αποδεκτή, προειδοποίησε, θα προστεθεί ακόμη ένα βήμα στην υπονόμευση της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Το διακύβευμα, όπως το περιέγραψε, υπερβαίνει την οικονομική αξία ενός ενεργειακού έργου ή την εκμετάλλευση θαλάσσιων πόρων. Αφορά τη δυνατότητα της χώρας να ασκεί τα δικαιώματά της χωρίς να υπόκειται σε εξωτερική επιτήρηση.

Το Αιγαίο ως συνδετικός ιστός της χώρας

Κεντρικό σημείο της ανάλυσής του ήταν η γεωγραφική και στρατηγική σημασία του Αιγαίου για την ελληνική συνοχή.

Ο καθηγητής υποστήριξε ότι η συζήτηση συχνά παραγνωρίζει την παρουσία των ελληνικών νησιών και παρουσιάζει το Αιγαίο σαν έναν θαλάσσιο χώρο που απλώς παρεμβάλλεται μεταξύ δύο κρατών. Στη δική του γεωπολιτική προσέγγιση, οι θαλάσσιες επικοινωνίες μεταξύ των νησιών και της ηπειρωτικής χώρας αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής υπόστασης.

Με αυτό το σκεπτικό ερμήνευσε και τη «Γαλάζια Πατρίδα». Κατά τον ίδιο, η τουρκική επιδίωξη είναι να αντιμετωπίζονται ελληνικά νησιά ως θύλακες περιορισμένης κυριαρχίας μέσα σε έναν χώρο στον οποίο η Άγκυρα αξιώνει καθοριστικό έλεγχο.

Πρόκειται, όπως υποστήριξε, για απειλή που πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά και να εξηγηθεί με σαφήνεια στους συμμάχους της Ελλάδας.

«Ήρεμα ύδατα» και αντιφατικά μηνύματα προς τους συμμάχους

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε απέναντι στην αντίληψη ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε μια ουσιαστικά ομαλή περίοδο.

Κατά τον Γρίβα, η Τουρκία συνεχίζει να ασκεί πίεση με στρατιωτικά, πολιτικά και επικοινωνιακά μέσα, ενώ στην Ελλάδα υποβαθμίζεται η σημασία αυτών των κινήσεων. Υποστήριξε ότι αυτή η απόσταση μεταξύ πραγματικότητας και δημόσιας παρουσίασης δυσκολεύει και τη διεκδίκηση διεθνούς υποστήριξης.

Το ερώτημα που έθεσε ήταν συγκεκριμένο: πώς μπορεί η Αθήνα να περιμένει ουσιαστική κινητοποίηση τρίτων, εάν η ίδια εκπέμπει το μήνυμα ότι δεν αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με την Άγκυρα;

Στο ίδιο πλαίσιο διατύπωσε βαριές πολιτικές καταγγελίες για τμήματα του ελληνικού συστήματος εξουσίας, τα οποία, κατά την άποψή του, διευκολύνουν την τουρκική στρατηγική μέσω της υποβάθμισης της απειλής και της καλλιέργειας αντιλήψεων παραίτησης.

Η Τουρκία έχει τρωτά σημεία – Η αποτροπή αποσκοπεί στην αποφυγή του πολέμου

Ο καθηγητής απέρριψε την εικόνα ότι μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε ελληνική ήττα.

Αναγνώρισε ότι η Τουρκία διαθέτει πλεονεκτήματα, επέμεινε όμως ότι διαθέτει και σοβαρές τρωτότητες. Αντίστοιχα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα, τα οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζονται.

Στην ανάλυσή του έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Τουρκίας, καθώς και στην εξάρτηση της ηγεσίας της από την εικόνα μιας ισχυρής, ανερχόμενης δύναμης. Εκτίμησε ότι ένα πλήγμα σε αυτή την εικόνα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρούς εσωτερικούς κραδασμούς.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι μια ένοπλη σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα και να αποδειχθεί καταστρεπτική και για τις δύο χώρες. Απέρριψε, μάλιστα, ως παρανοϊκή τη λογική ενός δήθεν προσυμφωνημένου και ελεγχόμενου μικρού επεισοδίου.

«Πρέπει να το αποφύγουμε. Όντως πρέπει να το αποφύγουμε. Γι’ αυτό υπάρχει αποτροπή», τόνισε.

Το πρώτο πλήγμα και ο έλεγχος της κλιμάκωσης

Στη συζήτηση για το προληπτικό πλήγμα, ο Γρίβας υποστήριξε ότι η σχετική δυνατότητα πρέπει να εξετάζεται ως στοιχείο της στρατηγικής εργαλειοθήκης και της αποτροπής.

Η θέση του ήταν ότι ο αντίπαλος δεν πρέπει να θεωρεί δεδομένο πως μπορεί να επιλέγει κάθε φορά τον τόπο, τον χρόνο και την ένταση μιας κρίσης, εξασφαλίζοντας προβλέψιμες και περιορισμένες ελληνικές αντιδράσεις.

Έδωσε έμφαση στον έλεγχο της κλιμάκωσης: στη δυνατότητα της Ελλάδας να μην εγκλωβίζεται σε ένα παιχνίδι διαδοχικών μικρών πιέσεων που οργανώνει η άλλη πλευρά.

Ταυτόχρονα, διευκρίνισε ότι η αναφορά σε αυτή τη δυνατότητα δεν αποτελεί προτροπή για άμεση επίθεση. Την ενέταξε στη λογική αποτροπής μιας σύγκρουσης, επιμένοντας στους μεγάλους κινδύνους που θα συνεπαγόταν ο πόλεμος.

Τα αλιευτικά και τα θαλάσσια πάρκα στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο

Η συζήτηση επεκτάθηκε στη δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών κοντά σε ελληνικές ακτές και στις επιπτώσεις για τους Έλληνες ψαράδες.

Ο καθηγητής υποστήριξε ότι τέτοιες κινήσεις πρέπει να αξιολογούνται και υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας. Κατά την εκτίμησή του, η παρουσία αλιευτικών μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εμπέδωσης τουρκικής παρουσίας και αμφισβήτησης του ελληνικού ελέγχου.

Παρέπεμψε στο κινεζικό μοντέλο αξιοποίησης πολιτικών θαλάσσιων μέσων για στρατηγικούς σκοπούς, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία ακολουθεί ανάλογες μεθόδους.

Αλιευτικά, NAVTEX, θαλάσσια πάρκα και παρεμβάσεις στις έρευνες για το καλώδιο συνθέτουν, στη δική του ανάγνωση, ένα ολοκληρωμένο σύστημα πίεσης. Γι’ αυτό και ζήτησε συνολική ελληνική στρατηγική, αντί για αποσπασματική αντιμετώπιση κάθε περιστατικού.

Ουκρανία: Αντίθετος στην παραχώρηση κρίσιμων ελληνικών όπλων

Στο σκέλος της συνέντευξης για την Ουκρανία, ο Γρίβας εξέφρασε κατηγορηματική αντίθεση σε ενδεχόμενη παραχώρηση κρίσιμων ελληνικών οπλικών συστημάτων.

Χαρακτήρισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο «εθνικό έγκλημα», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει δικές της σοβαρές ανάγκες ασφαλείας και δεν μπορεί να διακινδυνεύσει κενά στην άμυνά της.

Αμφισβήτησε επίσης τη διαβεβαίωση ότι τα συστήματα που θα παραχωρούνταν θα μπορούσαν να αντικατασταθούν εύκολα και γρήγορα. Επικαλέστηκε τις πιέσεις στην παραγωγή και στην αναπλήρωση στρατιωτικών αποθεμάτων, συνδέοντας το ζήτημα με τις ευρύτερες αλλαγές στον σύγχρονο πόλεμο.

Η ευρωπαϊκή προσέγγιση στην Τουρκία και η ενεργειακή πίεση

Ο καθηγητής άσκησε κριτική και σε ευρωπαϊκές προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως αναγκαίο στήριγμα της ευρωπαϊκής άμυνας απέναντι στη Ρωσία.

Κατά την άποψή του, αυτή η λογική παραγνωρίζει τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα και δημιουργεί περιθώρια στην τουρκική ηγεσία να αξιοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ ως διπλωματικό διαπραγματευτικό χαρτί.

Παράλληλα, συνέδεσε τις κρίσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή με την ενεργειακή πίεση στην Ευρώπη. Εκτίμησε ότι το αυξημένο κόστος ενέργειας υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και ενισχύει τη θέση άλλων μεγάλων οικονομικών δυνάμεων.

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το διεθνές περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά ρευστό και ότι ασφαλείς προβλέψεις για τις επόμενες τουρκικές κινήσεις δεν μπορούν να γίνουν. Το ζητούμενο για την Ελλάδα, όπως το έθεσε, είναι να αναγνωρίσει τη φύση της απειλής, να προστατεύσει την αμυντική της επάρκεια και να αποκτήσει συνεκτική στρατηγική.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO33 λεπτά πριν

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Διεθνή3 ώρες πριν

Ο Ινδός πιλότος που έσωσε 182 ζωές από τρομοκρατική επίθεση στον αέρα – Η μάχη στο πιλοτήριο με το τσεκούρι και η ελληνική σύνδεση

Παγκόσμια αναγνώριση για τον Ινδό κυβερνήτη Smit Machchhar, ο οποίος, παρά τα σοβαρά τραύματα που υπέστη από επίθεση του συγκυβερνήτη...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Χτίζεται ισχυρός αμυντικός άξονας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας! Η κίνηση Δένδια και η γεωπολιτική απάντηση στη συνεργασία Τουρκίας–Πακιστάν

Η Αθήνα ανοίγει νέα σελίδα στη στρατηγική συνεργασία με το Νέο Δελχί, επενδύοντας στην αμυντική βιομηχανία, τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Φαραντούρης: Ναυάγιο IMEC όπως EastMed; Η απάντηση της Κομισιόν

Προειδοποίηση για τον κίνδυνο να ναυαγήσει το πρότζεκτ εμπορικής σύνδεσης Ινδίας – Ευρώπης μέσω Ελλάδας (ΙΜΕC), απηύθυνε σήμερα απ’ το...

Δημοφιλή