Απόψεις
Ερευνητικός διάπλους Oruc Reis – τα «Ίμια του 2020»
Αναστάσιος Λαυρέντζος
Με τη Συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου, η ελληνική κυβέρνηση επιδίωξε να δημιουργήσει ένα νομικό τετελεσμένο ενάντια στο τουρκολιβυκό μνημόνιο. Τα κυριαρχικά δικαιώματα όμως δεν κατοχυρώνονται με υπογραφές τρίτων. Έτσι αργά ή γρήγορα η Ελλάδα θα έπρεπε να επικυρώσει η ίδια την κυριαρχία της απέναντι στην Τουρκία.
Όπως αναμενόταν λοιπόν, την επομένη σχεδόν της Συμφωνίας του Καΐρου, ο Ερντογάν προχώρησε στην πρόκληση που είχε προαναγγείλει: Έστειλε στην ελληνική υφαλοκρηπίδα το σκάφος Oruc Reis, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά πλοία, για να διενεργήσει σεισμικές έρευνες. Το γεγονός αυτό προκάλεσε αντίστοιχα την κινητοποίηση του ελληνικού πολεμικού ναυτικού.
Η αποστολή του Oruc Reis απέδειξε ότι ο Ερντογάν είχε την αποφασιστικότητα να πραγματοποιήσει την πρόκληση που είχε εξαγγείλει από τον Μάιο. Η ελληνική πλευρά όμως δεν προχώρησε σε κλιμάκωση της κρίσης και προτίμησε να διαχειριστεί το ζήτημα στο διπλωματικό πεδίο. Εκ των υστέρων φαίνεται λοιπόν ότι την πρώτη φορά που το Oruc Reis επρόκειτο να μπει στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, στα τέλη Ιουλίου, οι έρευνες του αναβλήθηκαν επειδή παρενέβη ο ξένος παράγοντας – κυρίως η Γερμανία – και επειδή η ελληνική πλευρά συναίνεσε στην έναρξη κάποιας μορφής διαλόγου με την Τουρκία.
Στο μεταξύ η Ελλάδα προχώρησε στη Συμφωνία με την Αίγυπτο, εξέλιξη η οποία ήταν μάλλον μη αναμενόμενη. Η Συμφωνία αυτή, όπως έχω αναλύσει σε προηγούμενο άρθρο μου, έγινε με μεγάλο κόστος για την ελληνική πλευρά. Μέσω αυτής η Ελλάδα παραχώρησε στην Αίγυπτο ένα μέρος της ΑΟΖ της Κρήτης, στο οποίο πιθανολογείται σημαντικό κοίτασμα υδρογονανθράκων. Παράλληλα, με το να αποδεχτεί η Ελλάδα μειωμένη επήρεια ΑΟΖ στην Κρήτη, υπονόμευσε τη δυνατότητα μικρότερων νησιών και κυρίως του Καστελλορίζου να έχουν πλήρη ΑΟΖ. Όμως η συμφωνία αυτή είχε ένα θετικό χαρακτηριστικό: έδειξε την απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να λάβει ακόμη και πρωτοβουλίες υψηλού κόστους, προκειμένου να καταστεί παίκτης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό ήταν που μάλλον εξόργισε και τον Ερντογάν, ο οποίος έστειλε το Oruc Reis εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Η ελληνική πλευρά ισχυρίστηκε αρχικά ότι το τουρκικό σκάφος δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει έρευνες, εξαιτίας του θορύβου που παρήγαν τα περιπλέοντα πλοία. Αργότερα όμως ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Πρωθυπουργού, Α. Διακόπουλος, παραδέχτηκε ότι το Oruc Reis πραγματοποίησε έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Οι εντυπώσεις λοιπόν που προκλήθηκαν είναι σαφείς: Οι Τούρκοι, όπως είχαν προαναγγείλει, μπήκαν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και έκαναν έρευνες για όσο διάστημα ήθελαν αυτοί.
Η Ελλάδα προσπάθησε να αντιδράσει κυρίως διπλωματικά. Συγκεκριμένα ο Έλληνας Πρωθυπουργός επικοινώνησε με τον Γ.Γ. του ΝΑΤΟ και η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε έκτακτη σύγκληση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ. Στην πράξη όμως ο ξένος παράγοντας έμεινε αδρανής.
Το Συμβούλιο Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ συνεδρίασε στις 14 Αυγούστου 2020, χωρίς όμως να καταδικάσει εμπράκτως τις τουρκικές προκλήσεις και χωρίς να χαιρετήσει την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, όπως ζητούσε η Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό η Γερμανία έδειξε τη δυσαρέσκειά της για το ότι η Συμφωνία του Καΐρου γνωστοποιήθηκε μία μέρα πριν την ανακοίνωση των διερευνητικών επαφών Αθήνας-Άγκυρας, οι οποίες είχαν συμφωνηθεί με γερμανική διαμεσολάβηση.
Το Oruc Reis γκριζάρει την μη οριοθετημένη ελληνική ΑΟΖ
Οι παραπάνω εξελίξεις περιπλέκουν περαιτέρω την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία δημιούργησε για μια ακόμη φορά ένα τετελεσμένο, ενώ η ελληνική πλευρά έδειξε αδυναμία να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Όμως αυτό συναρτάται και με την έως σήμερα απροθυμία της Ελλάδας να ορίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Διότι δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η ελληνική ΑΟΖ τουλάχιστον ανατολικά του 28ου μεσημβρινού δεν έχει προσδιοριστεί, έστω και με μονομερή ανακήρυξη (declaration). Επίσης η περιοχή αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο ούτε της πρόσφατης ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας.
Ένα καίριο ερώτημα επομένως είναι το εξής: σε ποια ΑΟΖ κινήθηκε το Oruc Reis; Κινήθηκε στη θεωρητική ελληνική ΑΟΖ που έχουμε δει σχεδιασμένη στους χάρτες; Μα η ΑΟΖ αυτή βασίζεται στην αρχή της μέσης γραμμής και στην υπόθεση ότι το Καστελλόριζο και η Στρογγύλη θα έχουν πλήρη επήρεια ΑΟΖ. Πώς όμως μπορούμε να εικάσουμε ότι κάτι τέτοιο όντως ισχύει, αφού στην πρόσφατη συμφωνία με την Αίγυπτο η Ελλάδα δέχτηκε με την υπογραφή της ακόμη και η Κρήτη να έχει μειωμένη επήρεια ΑΟΖ;
Στην πράξη λοιπόν το Oruc Reis παραβίασε μια θεωρητική ΑΟΖ, της οποίας ακόμη δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η τελική μορφή. Η Ελληνική πλευρά μέσω της Συμφωνίας με την Αίγυπτο προσπάθησε να διεμβολίσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Με τον τρόπο αυτό δημιούργησε μια εμπλοκή που πιθανώς σε μια επόμενη φάση θα καταλήξει στον προσδιορισμό της ΑΟΖ του Καστελλορίζου, ενδεχομένως με την υπαγωγή του θέματος στη Χάγη. Ο Ερντογάν από την πλευρά του έσπευσε πάντως να καλύψει τα κενά της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας, δημιουργώντας το δικό του προηγούμενο. Και για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε το πλέον πρόσφορο για αυτόν μέσο: τη στρατιωτική ισχύ.
Το ποια θα είναι η συνέχεια δεν είναι εύκολο να προδιαγράψει κανείς. Το σίγουρο πάντως είναι ότι η Ελλάδα πληρώνει την επί δεκαετίες αβελτηρία της να μην έχει οριοθετήσει την ΑΟΖ της. Και για το γεγονός αυτό ευθύνη βέβαια έχει το σύνολο του ελληνικού πολιτικού συστήματος και όχι μόνο η παρούσα ελληνική κυβέρνηση.
Υπό το βάρος των εξελίξεων, η σημερινή ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε συμφωνίες οριοθέτησης (με Ιταλία και Αίγυπτο), στις οποίες όμως υποχρεώθηκε να κάνει παραχωρήσεις. Επί πλέον, μέσω των συμφωνιών αυτών δημιουργήθηκαν υποθήκες και για την τελική διευθέτηση. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο ήλθε και ο Ερντογάν να εγγράψει τα δικά του τετελεσμένα: μέσω του Oruc Reis γκριζάρισε ακόμη πιο πολύ την ελληνική υφαλοκρηπίδα-ΑΟΖ ανατολικά του 28ου μεσημβρινού.
Η Τουρκία επιτυγχάνει τους στόχους της
Μετά από όλα αυτά θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι η ελληνική ΑΟΖ ανατολικά του 28ου μεσημβρινού δεν θα είναι αυτή που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στους χάρτες. Θα είναι μικρότερη και κατά πάσα πιθανότητα χωρίς επαφή με την ΑΟΖ της Κύπρου. Το μόνο που μένει να κριθεί είναι το πόσο μικρή ΑΟΖ θα απομείνει στο Καστελλόριζο. Ή για να το θέσουμε διαφορετικά: μένει να κριθεί σε ποιο βαθμό η Τουρκία θα πετύχει τους στόχους της και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ας μην ξεχνάμε ότι με ανάλογους χειρισμούς η Τουρκία έχει υποχρεώσει την Ελλάδα να παραιτηθεί από κάθε έρευνα στο Αιγαίο, ακόμη και σε περιοχές όπως ο Θερμαϊκός. Αντίστοιχα, με την προβολή Casus beli, η Τουρκία έχει αποτρέψει την Ελλάδα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια. Έτσι η Ελλάδα σήμερα είναι το μοναδικό από τα 149 παράκτια κράτη που δεν έχει ασκήσει αυτό το δικαίωμα.
Η πραγματικότητα όμως μας πιέζει να σταθούμε στο σήμερα. Από αυτή την αφετηρία, ας ελπίσουμε ότι η παρούσα ελληνική κυβέρνηση θα αξιοποιήσει τις συμμαχίες που της προσφέρονται και θα πράξει το καλύτερο δυνατόν από εδώ και εμπρός.
GEOPOLITICO
Ρούμπιο στην Πνύκα: Τι μας είπε για την Ελλάδα και τη Δύση — και τι δεν μας είπε, αλλά άφησε να εννοηθεί
Του Θεόδωρου Ατματζίδη
Ο Ρούμπιο δεν επέλεξε τυχαία την Πνύκα για να απευθυνθεί στην Ευρώπη και στον δυτικό κόσμο. Από τον χώρο που συνδέθηκε με την αθηναϊκή δημοκρατία, αναγνώρισε ότι η αρχαία Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς για τον δυτικό πολιτισμό, όχι μόνο εξαιτίας των πολιτικών της ιδεών, αλλά και λόγω των αξιών, του καθήκοντος, της τιμής και της προθυμίας των ανθρώπων της να υπερασπιστούν όσα θεωρούσαν σημαντικά. Η Ελλάδα, όπως ανέφερε, παραμένει ένα πρότυπο συμμάχου για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το μήνυμά του, ωστόσο, δεν ήταν απλώς ένας ιστορικός έπαινος. Ο Ρούμπιο μίλησε για μια Δύση που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι, προειδοποιώντας ότι η επόμενη δεκαετία θα επηρεάσει την πορεία του επόμενου αιώνα. Αναφέρθηκε στην ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής ισχύος, της αμυντικής ικανότητας, της βιομηχανικής παραγωγής και της τεχνολογικής υπεροχής. Κάλεσε, ουσιαστικά, την Ευρώπη να εγκαταλείψει τον εφησυχασμό και να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλεια και το μέλλον της.
Εδώ βρίσκεται, κατά την εκτίμησή μου, το βαθύτερο νόημα της ομιλίας του: η Ελλάδα που γέννησε ιδέες και αξίες τις οποίες θαυμάζει ακόμη ο κόσμος αποτελεί ένα σημαντικό ιστορικό κεφάλαιο. Η Ελλάδα του σήμερα, όμως, και μαζί της η Ευρώπη, καλούνται να αποδείξουν στην πράξη ότι μπορούν να υπερασπιστούν όσα κληρονόμησαν. Η ιστορία προσφέρει κύρος και ταυτότητα· δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας.
Ο Ρούμπιο αναγνώρισε με σαφήνεια τη διαχρονική συμβολή της Ελλάδας. Ο προβληματισμός όμως είναι στο τι συνεπάγεται αυτή η αναγνώριση στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου οι πόλεμοι, ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων, οι απειλές κατά των θαλάσσιων οδών και η αμφισβήτηση της διεθνούς τάξης διαμορφώνουν ένα ολοένα πιο απαιτητικό περιβάλλον ασφαλείας.
Τώρα που κάθισε η σκόνη μετά την επίσκεψη του Ρούμπιο, είναι σκόμιμο να εξετάσουμε πώς μπορούμε να κάνουμε μια γρήγορη και ψύχραιμη αποτίμησή της:
- τι ειπώθηκε,
- τι συμφωνήθηκε,
- τι δεν ειπώθηκε και
- ποιες πρακτικές συνέπειες μπορεί να έχει για την Ελλάδα.
Τι δεν μας είπε — και τι πρέπει να εξετάσουμε
Στην ομιλία της Πνύκας δεν διατυπώθηκε κάποια νέα, συγκεκριμένη αμερικανική εγγύηση για την αντιμετώπιση των απειλών που αφορούν ειδικά την Ελλάδα. Δεν παρουσιάστηκε δημόσια ένα νέο πλαίσιο αντιμετώπισης πιθανής ελληνοτουρκικής κρίσης ούτε δόθηκαν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το πώς θα αντιδρούσε η Ουάσιγκτον σε περίπτωση αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας.
Αυτό σημαίνει ότι παρόλο που υπάρχουν διμερείς συμφωνίες, αμυντική συνεργασία και δίαυλοι στρατηγικού διαλόγου, πρέπει να διακρίνουμε την πολιτική αναγνώριση και τη συμμαχική συνεργασία από τις συγκεκριμένες δεσμεύσεις που αφορούν την αντιμετώπιση μιας κρίσης.
Εξάλλου, οι ΗΠΑ διαμορφώνουν την πολιτική τους με βάση τα δικά τους εθνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό σύμμαχο, προσφέρει στρατηγικές υποδομές και διευκολύνσεις, συμβάλλει στην ασφάλεια της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ και διαθέτει κρίσιμη γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο. Όλα αυτά ενισχύουν τη σημασία της για την Ουάσιγκτον, αλλά δεν καταργούν την ανάγκη η Αθήνα να διαμορφώνει τη δική της στρατηγική και να διατηρεί αξιόπιστη αποτρεπτική ικανότητα.
Η ίδια η επίσκεψη, άλλωστε, συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες ανακοινώσεις για την ελληνοαμερικανική συνεργασία στην άμυνα, στην ασφάλεια και στην ανταλλαγή πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας. Συνεπώς, η ουσία είναι ανάμεσα στις υπαρκτές συμφωνίες και στις πρόσθετες εγγυήσεις που δεν ανακοινώθηκαν δημόσια.
Για την Ελλάδα, αυτή η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η χώρα μας δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με τις ευρύτερες απειλές που απασχολούν τη Δύση. Έχει και συγκεκριμένες εθνικές προτεραιότητες: την προστασία της κυριαρχίας της, την αποτροπή στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, την ασφάλεια της Κύπρου, την προστασία των θαλάσσιων και ενεργειακών υποδομών και τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η αμερικανική στρατηγική προσέγγιση δεν μπορεί να θεωρείται ότι ταυτίζεται αυτόματα με όλες τις ελληνικές προτεραιότητες. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρεί τις σχέσεις της με τους συμμάχους και τους περιφερειακούς εταίρους της, ενώ η Αθήνα οφείλει να διασφαλίζει ότι οι δικές της ανησυχίες λαμβάνονται ουσιαστικά υπόψη. Γι’ αυτό και η αξία της συμμαχίας κρίνεται όχι μόνο από τις δημόσιες δηλώσεις, αλλά και από το αποτέλεσμα της διπλωματίας, της αμυντικής συνεργασίας και της διαχείρισης συγκεκριμένων κρίσεων.
Η Ελλάδα οφείλει να μετατρέψει το ιστορικό κεφάλαιο σε στρατηγική ισχύ
Το μήνυμα της Πνύκας πρέπει, επομένως, να λειτουργήσει και ως αφορμή για έναν δικό μας απολογισμό. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, η συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αμυντικές της δυνατότητες και ο ρόλος της στις περιφερειακές ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες. Αυτές, όμως, αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν εντάσσονται σε έναν συνεκτικό σχεδιασμό εθνικής ασφάλειας.
Απαιτούνται ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα, σύγχρονη αμυντική βιομηχανία, επένδυση στην τεχνολογία, αποτελεσματικές υπηρεσίες πληροφοριών, προστασία κρίσιμων υποδομών και ουσιαστικός συντονισμός εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Απαιτείται, επίσης, να αξιοποιούμε τη στρατηγική μας θέση με τρόπο που να ενισχύει μετρήσιμα την εθνική ασφάλεια και την οικονομία, χωρίς να συγχέουμε τη γεωπολιτική αξία της χώρας με την αυτόματη εξασφάλιση των συμφερόντων της.
Ο Ρούμπιο μας θύμισε τι υπήρξε η Ελλάδα και πόσο βαθιά επηρέασε τον δυτικό κόσμο. Το σημερινό όμως ερώτημα είναι τι είμαστε σήμερα και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να διατηρήσουμε τη θέση μας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού και κινδύνων.
Οι σύμμαχοι μπορούν να αναγνωρίσουν την ιστορία μας, να συνεργαστούν μαζί μας και να επενδύσουν στη στρατηγική μας σημασία. Την ευθύνη, όμως, για την υπεράσπιση των εθνικών μας συμφερόντων δεν μπορούμε να την εκχωρήσουμε σε κανέναν. Η ιστορική κληρονομιά αποκτά σύγχρονο νόημα όταν συνοδεύεται από ισχύ, ετοιμότητα, στρατηγική συνέπεια και την πολιτική βούληση να υπερασπιστούμε όσα θεωρούμε ζωτικά για τη χώρα.
Αυτό είναι, τελικά, το ουσιαστικό μήνυμα που αξίζει να κρατήσουμε από την ομιλία του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Πνύκα: ο θαυμασμός για το παρελθόν έχει αξία, αλλά η ασφάλεια και η θέση ενός κράτους στο διεθνές σύστημα καθορίζονται από τις επιλογές και τις πράξεις του στο παρόν.!!
Απόψεις
Η επανάσταση των νέων στην Ευρώπη, όταν οι ηγεσίες δεν ακούν, τότε οι δρόμοι γεμίζουν
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας μέχρι τους δρόμους της Γερμανίας και τις αγροτικές κινητοποιήσεις, η νεολαία αντιδρά. Δεν διαμαρτύρεται για ένα και μόνο ζήτημα, αλλά για το μέλλον που της προσφέρουν.
Εκπαίδευση, εργασία, στέγαση, άμυνα και πρωτογενής τομέας συνθέτουν τα κομμάτια της δυσαρέσκειας, με κοινό παρονομαστή την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες για τις επόμενες γενιές.
Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών ανέδειξαν με ένταση τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ελλείψεις εκπαιδευτικών, πολυπληθή τμήματα, φθαρμένες σχολικές υποδομές και άνισες ευκαιρίες μάθησης έχουν οδηγήσει χιλιάδες νέους στους δρόμους. Στις κινητοποιήσεις εκφράζεται αλληλεγγύη και από εκπαιδευτικούς, ενώ το αίτημα δεν περιορίζεται σε καλύτερες συνθήκες μέσα στις σχολικές αίθουσες. Είναι η απαίτηση για μια εκπαίδευση που θα δίνει πραγματικές προοπτικές και όχι απλώς θα πιστοποιεί, μέσα από εξετάσεις, τις ανισότητες που ήδη υπάρχουν.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γενικότερη υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων που καταγράφεται σε διεθνείς αξιολογήσεις, όπως το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ. Η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι βασικές δεξιότητες αποτελούν θεμέλια για κάθε κοινωνία που θέλει να προοδεύσει. Όταν οι επιδόσεις υποχωρούν και οι ανισότητες διευρύνονται, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το σχολείο. Αφορά την παραγωγικότητα, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα των νέων να σταθούν με αυτοπεποίθηση σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η εκπαίδευση δεν είναι δαπάνη που πρέπει απλώς να περιοριστεί, είναι επένδυση στο μέλλον.
Στον πρωτογενή τομέα, οι αντιδράσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά παρόμοια αγωνία. Οι νέοι αγρότες βλέπουν το κόστος παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές και την αβεβαιότητα για το εισόδημά τους να απειλούν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις ή να δημιουργήσουν τις δικές τους. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι όροι του ανταγωνισμού και οι εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία με τη Mercosur, βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προβάλλουν τα οφέλη του εμπορίου, όμως οι παραγωγοί ζητούν εγγυήσεις ότι δεν θα επωμιστούν δυσανάλογο κόστος και ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα ανταγωνίζονται με ισοδύναμους όρους.
Η ίδια αγωνία φάνηκε και στην Ελλάδα, όπου οι αγροτικές κινητοποιήσεις ανέδειξαν την πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας. Οι νέοι αγρότες έχουν κάθε λόγο να αναρωτιούνται αν μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στην ύπαιθρο, όταν η οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής παραμένει ζητούμενο. Χωρίς ανανέωση των γενεών, η εγκατάλειψη της γης δεν είναι μόνο αγροτικό πρόβλημα. Αφορά την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δυνατότητα της χώρας να παράγει.
Στη Γερμανία, χιλιάδες μαθητές και νέοι διαδήλωσαν ενάντια στην πιθανή επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων σε ένα επιβαρυμένο περιβάλλον ασφάλειας. Οι νέοι, ωστόσο, εκφράζουν την αντίθεσή τους στην προοπτική να κληθούν σε στρατιωτική υπηρεσία και αμφισβητούν το τίμημα που μπορεί να έχει αυτή η πολιτική για τη ζωή και τις επιλογές τους. Η σύγκρουση αυτή αποκαλύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: πώς συμβιβάζονται οι ανάγκες ασφάλειας ενός κράτους με τις προσδοκίες μιας γενιάς που θέλει να αποφασίζει η ίδια για το μέλλον της;
Την ίδια ώρα, η στεγαστική κρίση και η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας κάνουν ακόμη δυσκολότερη την ανεξαρτητοποίηση των νέων. Όταν η πρόσβαση σε ένα αξιοπρεπές σπίτι γίνεται οικονομικά απρόσιτη και η σταθερή εργασία μοιάζει μακρινός στόχος, η δυσαρέσκεια δεν μένει στην ιδιωτική ζωή. Μετατρέπεται σε κοινωνική και πολιτική αντίδραση.
Το πρόβλημα των ευρωπαϊκών ηγεσιών είναι ότι συχνά αντιμετωπίζουν κάθε κινητοποίηση ξεχωριστά, σαν να πρόκειται για απομονωμένα περιστατικά. Όμως η κοινή εικόνα είναι σαφής: μια γενιά ζητά να έχει λόγο στις αποφάσεις που καθορίζουν την εκπαίδευση, την εργασία, τη στέγαση, την αγροτική παραγωγή και την ασφάλειά της. Και όταν δεν βρίσκει απαντήσεις στους θεσμούς, βγαίνει στους δρόμους.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για δημογραφική αναγέννηση, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία, την ίδια στιγμή που οι νέοι δυσκολεύονται να σπουδάσουν, να εργαστούν, να στεγαστούν και να σχεδιάσουν τη ζωή τους. Η νεολαία δεν είναι ένα επικοινωνιακό ακροατήριο ούτε μια γενιά που πρέπει να περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Είναι το αύριο της Ευρώπης, και το αύριο δεν οικοδομείται με αποφάσεις ερήμην του.
Όταν οι νέοι εξεγείρονται, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος βρίσκεται πίσω από τις διαμαρτυρίες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι δεν λειτουργεί, ποιες ανάγκες αγνοήθηκαν και γιατί οι θεσμοί άφησαν την απόσταση ανάμεσα στις αποφάσεις τους και στην καθημερινότητα των πολιτών να μεγαλώσει τόσο. Αν οι ηγεσίες συνεχίσουν να βλέπουν μόνο την επιφάνεια, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με τις συνέπειες των δικών τους επιλογών. Γιατί μια γενιά που αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον, αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει να αλλάξει το παρόν.
Οι πολιτικές ηγεσίες εξακολουθούν, σε πολλές περιπτώσεις, να λαμβάνουν αποφάσεις έχοντας στο μυαλό τους ένα πολιτικό ακροατήριο άλλων εποχών, με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετική σχέση με την πολιτική. Όμως αυτό το ακροατήριο έχει αλλάξει και είναι η σημερινή νεολαία. Οι νέοι εμφανίζονται όλο και πιο αποστασιοποιημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές και τις καθιερωμένες ρητορικές, τις οποίες δεν αποδέχονται πλέον αβασάνιστα, όπως ενδεχομένως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες. Διαθέτουν πρόσβαση στην πληροφορία, συγκρίνουν, αμφισβητούν και διαμορφώνουν τη δική τους κρίση, χωρίς να θεωρούν δεδομένο ότι οι πολιτικές υποσχέσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Όταν, λοιπόν, οι ηγεσίες δεν αντιλαμβάνονται αυτή την αλλαγή και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τους νέους ως ένα παθητικό ακροατήριο, που θα αποδεχθεί τις αποφάσεις τους χωρίς ουσιαστική αντίδραση, τότε το χάσμα μεγαλώνει. Η περιθωριοποίηση των αναγκών και των προσδοκιών τους δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αδιαφορία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε δυναμική αμφισβήτηση και μαζική κινητοποίηση. Η σημερινή νεολαία δεν ζητά απλώς να ακουστεί, απαιτεί να ληφθεί υπόψη. Και όταν διαπιστώνει ότι οι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της λαμβάνονται ερήμην της, επιλέγει να διεκδικήσει τη θέση της στην κοινωνία και να στείλει το δικό της πολιτικό μήνυμα, όχι μόνο μέσα από την κάλπη, αλλά και μέσα από τους δρόμους.
GEOPOLITICO
Κυριάκος Μητσοτάκης σε μοναστήρια: Πολιτική συνέπεια ή μια νέα Βαβέλ της εποχής μας;
Χριστιανική γραμματεία, ιεροί κανόνες, κανονικό δίκαιο, γεωπολιτική και βιο-ηθική. Άρθρο γνώμης του Δρ. Αλέξιου Παναγόπουλου.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας