Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η κυπριακή οικονομία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία

Δημοσιεύτηκε στις

Υπάρχει προσπάθεια απορωσοποίησης ή αμερικανοποίησης της κυπριακής οικονομίας ως αποτέλεσμα πολιτικών και οικονομικών κινήτρων;

Του Ξένιου Μεσαρίτη

Στη συμφωνία αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας, που είχε αρχικά υπογραφεί το 1998, είχαν βασιστεί οι επιχειρηματικοί δεσμοί που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια και που είχαν ως αποτέλεσμα πολλές ρωσικές εταιρείες να μεταφέρουν την έδρα τους στο νησί και ένα κομμάτι της κυπριακής οικονομίας να απασχολείται γύρω από τις εν λόγω δραστηριότητες. Η Ρωσική Δημοκρατία έχει αποφασίσει να τροποποιήσει τη συμφωνία για αποφυγή της διπλής φορολογίας με την Κύπρο κατά τους τελευταίους μήνες, κάτι το οποίο είναι αποτέλεσμα πολλαπλών παραγόντων, αλλά φαίνεται να έχει ως κυριότερη αιτία την αλλαγή της πολιτικής στάσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη στροφή της προς το αντίπαλον δέος, τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Η μείωση της τιμής του πετρελαίου τους τελευταίους μήνες, σε συνδυασμό με την κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού, δίνει τεράστια κίνητρα στη Ρωσία για να αυξήσει τις προσπάθειες για επαναπατρισμό των ρωσικών ροών κεφαλαίων. Η Κύπρος αποτελεί τον κυριότερο στόχο ανάμεσα στις υπόλοιπες χώρες με τις οποίες η Ρωσία έχει συμφωνίες αποφυγής διπλής φορολογίας, λόγω του γεγονότος ότι το νησί αποτελεί την πρώτη επιλογή των ρωσικών εταιρειών παγκόσμια. Ως εκ τούτου, η προσπάθεια απορωσοποίησης της κυπριακής οικονομίας είναι αποτέλεσμα πολιτικών αλλά και οικονομικών κινήτρων.

Η εξέλιξη της Κύπρου σε κέντρο παροχής υπηρεσιών

Η τουρκική εισβολή του 1974 άλλαξε άρδην το σκηνικό του παραγωγικού μοντέλου της κυπριακής οικονομίας. Η Κύπρος, με το 70% των παραγωγικών της συντελεστών να είναι κάτω από την τουρκική κατοχή, άρχισε να μεταλλάσσεται μετά τη δεκαετία του 1980, από μια οικονομία που ήταν βασισμένη στην πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή, σε ένα διεθνές κέντρο παροχής υπηρεσιών. Η κυπριακή οικονομία ανοικοδομήθηκε πάνω στον τομέα των υπηρεσιών, παρέχοντας χρηματοοικονομικές και επαγγελματικές υπηρεσίες γύρω από τα δικηγορικά, λογιστικά, τραπεζικά και ναυτιλιακά, τον τουρισμό και τον τομέα των ακινήτων. Με τους χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, με ένα διεθνές δίκτυο διμερών κρατικών συμφωνιών αποφυγής διπλής φορολογίας και με ένα αρκετά χαλαρό εποπτικό πλαίσιο ελέγχου για την εγγραφή εταιρειών, το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών και τη δήλωση εισοδημάτων, η Κύπρος εδραιώθηκε ως φορολογικός παράδεισος. Η Παγκόσμια Τράπεζα κατέταξε σταδιακά την Κύπρο στην κατηγορία των χωρών με υψηλά εισοδήματα.

Η κάθοδος των ρωσικών κεφαλαίων και η υπερρευστότητα των κυπριακών τραπεζών

Η επιλογή αυτού του οικονομικού μοντέλου της κυπριακής οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθούν στενές οικονομικές σχέσεις με Ρώσους επιχειρηματίες και επενδυτές, ένα μέρος εκ των οποίων είχε ισχυρούς πολιτικούς δεσμούς με το Κρεμλίνο. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, άρχισε η κάθοδος στην Κύπρο πολλών εταιρειών, συνεπώς και η εισροή ρωσικών καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες. Με βάση τις ανακοινώσεις του Υπουργείου Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, η πρώτη συμφωνία για αποφυγή διπλής φορολογίας μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας υπογράφηκε το 1998 και ανανεωνόταν διαρκώς μέχρι και σήμερα.

Μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, οι κυπριακές τράπεζες, για να προσελκύσουν ξένα κεφάλαια, προσέφεραν υψηλά καταθετικά επιτόκια. Η πολιτική αυτή εντατικοποιήθηκε μετά την υιοθέτηση του ευρώ και ο ανταγωνισμός ενισχύθηκε όταν οι ελληνικές τράπεζες εισήλθαν στην κυπριακή αγορά, σε μια προσπάθεια να πάρουν ένα κομμάτι της πίτας των καταθέσεων. Σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, οι καταθέσεις αυξήθηκαν κατά 50% από τις αρχές του 2004 έως τα τέλη του 2007. Έως τον Δεκέμβριο του 2008, οι ξένες καταθέσεις αντανακλούσαν το 130% του ΑΕΠ της χώρας. Μέχρι τα τέλη του 2012, μόνο οι εκτιμώμενες ρωσικές καταθέσεις στην Κύπρο ανέρχονταν σε $31 δισεκατομμύρια, δηλαδή 129% του ΑΕΠ του νησιού. Βάσει του οίκου αξιολόγησης Moody’s, τα διασυνοριακά δάνεια των ρωσικών τραπεζών σε κυπριακές ρωσικές εταιρείες ανέρχονταν περίπου σε 30-40 δισ. δολάρια. Τα επιτόκια καταθέσεων έφτασαν να είναι κατά 5% με 6% υψηλότερα από αυτά που προσφέρονταν σε άλλες χώρες της Ευρωζώνης, κάτι το οποίο είχε ως συνεπακόλουθο οι τράπεζες να έχουν δανειστικά επιτόκια έως και κατά 7% με 8% υψηλότερα από άλλες χώρες της Ευρωζώνης.

Η υπερρευστότητα και η διαχείριση των ρωσικών κεφαλαίων οδηγούν στη συστημική κρίση

Συνεπώς, αυτό που ακολούθησε ήταν μια αύξηση του ποσοστού πίστωσης, με τις τράπεζες να παρέχουν δάνεια σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, κυρίως στον κλάδο των κατασκευών και των ακινήτων, σηματοδοτώντας έτσι μια πιστωτική αύξηση και μια υπερμεγέθυνση του τομέα («φούσκα ακινήτων»). Τα σχετικά στατιστικά στοιχεία διευκρινίζουν ότι η πιστωτική επέκταση στον παραπάνω τομέα είχε αυξηθεί έως και 7% ετησίως μέχρι το τέλος του 2005, ποσοστό που επιταχύνθηκε ταχύτατα και έφτασε να αυξάνεται κατά 43,9% το 2008. Απότοκο των παραπάνω δεικτών είναι το ότι το τραπεζικό σύστημα της Κύπρου έχει μέχρι σήμερα ως κυριότερο πρόβλημα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

Συνεχίζοντας στο ίδιο μοτίβο, οι τράπεζες προχωρούσαν σε ανοίγματα σε εξωτερικές αγορές, προσθέτοντας επιπλέον ρίσκα, πέραν της εσωτερικής πιστωτικής έκθεσης, απότοκου της υπερβολικής συσσώρευσης κεφαλαίων από τις εισροές ξένων καταθέσεων. Οι μεγαλύτερες τράπεζες εισήγαγαν τα κεφάλαιά τους στην ελληνική αγορά, δημιουργώντας δίκτυα υποκαταστημάτων (επεκτείνοντας το χαρτοφυλάκιο δανείων τους) και επενδύοντας σε ομόλογα της ελληνικής κυβέρνησης, που χαρακτηρίζονταν ως τοξικά προϊόντα και τα οποία τα ξεφορτώνονταν οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες. Τόσο η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Λαϊκή εκτέθηκαν σε μεγάλο βαθμό στα «ελκυστικά» ελληνικά κρατικά ομόλογα, τα οποία λόγω του τεράστιου ρίσκου τους είχαν πολύ υψηλές αποδόσεις. Ενώ μαίνονταν οι εξελίξεις, με τα δυσοίωνα νέα για το κυπριακό τραπεζικό σύστημα να φαίνονται αναπόφευκτα, η Κυπριακή Δημοκρατία, αποκλεισμένη από τις αγορές, αποτάθηκε στη Ρωσική Ομοσπονδία για δανειοδότηση €2,5 δισ. με επιτόκιο 4,5%. Το δάνειο είχε χαρακτηριστεί τη συγκεκριμένη περίοδο ως «δάνειο-σωσίβιο», αφού η Κύπρος είχε τεράστια προβλήματα ρευστότητας και ήταν αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές, επιβεβαιώνοντας τις στενές σχέσεις μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας. Ωστόσο, το ρωσικό δάνειο φάνηκε να μην μπορεί να κλείσει τις δημοσιονομικές και τραπεζικές τρύπες, αφού ακολούθησε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της οικονομίας.

Εντέλει, η τελική αναδιάρθρωση (κούρεμα) του ελληνικού χρέους το 2012 επέφερε συνολική απώλεια €4,5 δισ. για τις δύο προαναφερθείσες κυπριακές τράπεζες. Η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους σηματοδότησε μια αντίστροφη μέτρηση έως τον Μάρτιο του 2013, οπότε και συμφωνήθηκε το κούρεμα των καταθέσεων στο Eurogroup, καθώς και πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής (μνημόνιο). Η συμφωνία είχε ως αποτέλεσμα το κούρεμα καταθέσεων για τις δύο μεγαλύτερες τράπεζες και το κλείσιμο της Λαϊκής Τράπεζας. Σύμφωνα με την εκτίμηση του οίκου Moody’s, στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, οι ρωσικές καταθέσεις σε τράπεζες μαζί με τα ρωσικά δάνεια προς τις ρωσικές εταιρείες στην Κύπρο ανέρχονταν σε $70 δισ. κατά τα τέλη του 2012, λίγο πριν σηματοδοτηθεί η αρχή του τέλους αυτού του μοτίβου.

Οι Αμερικανοί χαρακτηρίζουν την Κύπρο ως πύλη της Ρωσίας στην Ευρώπη

Η Κύπρος είχε από καιρό χαρακτηριστεί ως η πύλη της Ρωσίας στην Ευρώπη, ενώ οι Δυτικοί θεωρούσαν δεδομένο ότι η Ρωσία επιτυγχάνει την επιρροή της στην Κύπρο μέσω των οικονομικών δεσμών και των εταιρικών χρηματοδοτήσεων, των πολιτογραφήσεων και του τομέα των ακινήτων, αλλά και μέσω του τουρισμού και των θρησκευτικών δεσμών. Η Κύπρος, βάσει των στοιχείων της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας, είναι η μεγαλύτερη πηγή άμεσων ξένων επενδύσεων για τη Ρωσία. Ακόμα και μετά την κρίση του 2013, ενώ γινόταν προσπάθεια να αποτραπεί η επιρροή της Ρωσίας στην Κύπρο, οι Ρώσοι τοποθέτησαν περισσότερα από $6 δισ. σε ιδιωτικές επενδύσεις μέσω του Κυπριακού Επενδυτικού Προγράμματος, το οποίο παρέχει κυπριακή υπηκοότητα σε ξένους υπηκόους με αντάλλαγμα μεγάλα ποσά επενδύσεων στη χώρα, κυρίως στον τομέα των ακινήτων.

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες παίρνουν τον αγαπημένο φορολογικό παράδεισο της Ρωσίας, την Κύπρο», ήταν ο τίτλος της αμερικανικής Wall Street Journal, με τον υπότιτλο που ακολουθούσε να εξηγεί τον τρόπο: «Οι ρυθμιστικές αρχές της Ουάσινγκτον καταργούν το ρωσικό ξέπλυμα χρήματος στο μικρό μεσογειακό νησί για να περιορίσουν την επιρροή της Μόσχας στην Ευρώπη». Κατά τα τέλη του 2018, ο Ρώσος πρέσβης στην Κύπρο, απευθυνόμενος στο Φόρουμ Επιχειρήσεων και Επενδύσεων Ρωσίας-Κύπρου, επεσήμανε ότι οι κυρώσεις του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, καθώς και οι οδηγίες που υιοθετήθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, οδήγησαν στο κλείσιμο δεκάδων χιλιάδων τραπεζικών λογαριασμών και στην εγκατάλειψη του νησιού από ορισμένες μεγάλες εταιρείες ρωσικών συμφερόντων. Αυτές οι εξελίξεις έχουν χαρακτηριστεί από τον Ρώσο πρέσβη στην Κύπρο ως επιζήμιες τόσο για την κυπριακή όσο και για τη ρωσική οικονομία. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της κυπριακής Κεντρικής Τράπεζας, οι ρωσικές καταθέσεις μειώθηκαν από €11,76 δισ. στα τέλη του 2013 σε κάτι λιγότερο από €4,5 δισ. κατά τα τέλη του 2019.

Η αύξηση της αμερικανικής επιρροής

Η Ολοκληρωμένη Εθνική Στρατηγική για την Κύπρο, που εκδόθηκε από την κυβέρνηση των ΗΠΑ το 2019, αναφέρει ότι «κακοήθεις παράγοντες», και κυριότερα η Ρωσία, έχουν ως στόχο να υποσκάψουν τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του οικονομικού τους συστήματος, προκειμένου να δημιουργήσουν ρήξεις μεταξύ της Κύπρου και των ΗΠΑ αλλά και μεταξύ της Κύπρου και των Ευρωπαίων εταίρων της. Οι ρήξεις, αναφέρει το κείμενο, πρέπει να αποφευχθούν και να αναγνωριστεί η σημασία του χρηματοοικονομικού και του τραπεζικού τομέα ως κύριων πυλώνων της κυπριακής οικονομίας, με τα συμφέροντα των ΗΠΑ να αυξάνονται σε αυτούς τους τομείς.

Οι κυρώσεις και οι αμερικανικές μετοχές στις τράπεζες

Τα τελευταία χρόνια, διάφορα δεδομένα καταδεικνύουν την εφαρμογή της Ολοκληρωμένης Εθνικής Στρατηγικής της Ουάσινγκτον και την αύξηση της αμερικανικής επιρροής στην κυπριακή οικονομία. Ο Υπουργός Εμπορίου των ΗΠΑ, Wilbur Ross, μαζί με άλλους Αμερικανούς επενδυτές, το 2014 ανέλαβαν ένα σημαντικό ποσοστό στη μετοχική δομή της Τράπεζας Κύπρου, έχοντας αρκετά σημαντικό ρόλο για διάφορες αποφάσεις που λαμβάνει η Τράπεζα. Σημαντικό είναι το ότι, ενώ ο μεγαλύτερος μέτοχος της Τράπεζας Κύπρου είναι ο όμιλος Renova, στον οποίο εμπλέκεται ο Ρώσος μεγαλοεπιχειρηματίας Viktor Vekselberg, το 2017 πάγωσαν όλοι οι τραπεζικοί του λογαριασμοί, μετά τη συμπερίληψή του στη λίστα κυρώσεων των ΗΠΑ. Σημειώνεται ότι ο Viktor Vekselberg, πέραν του ότι μπήκε στη λίστα των αμερικανικών κυρώσεων, δεν έχει αποδειχθεί ότι εμπλέκεται σε παράνομες δραστηριότητες. Ο Oleg Deripaska, ο οποίος επίσης έχει συμπεριληφθεί στη λίστα κυρώσεων των ΗΠΑ και είναι ιδιοκτήτης του ομίλου EN+, κύριου μετόχου της ρωσικής βιομηχανίας αλουμινίου, έχει τα τελευταία χρόνια μεταφέρει τις εταιρείες του εκτός Κύπρου, ενώ ακύρωσε τα μεγαλεπήβολα σχέδια για μεταφορά των εταιρειών του από το Τζέρσεϊ στην Κύπρο.

Επίσης, στη δεύτερη μεγαλύτερη κυπριακή τράπεζα, την Ελληνική Τράπεζα, το αμερικανικό επενδυτικό ταμείο Third Point Hellenic Recovery Fund LP είναι από τους κυριότερους μετόχους, με ποσοστό που κυμαίνεται στο 12,6%. Μετά την περσινή αύξηση στο μετοχικό κεφάλαιο της Τράπεζας, ένα άλλο αμερικανικό ταμείο, η PIMCO, μέσω της συνδεδεμένης του εταιρείας Poppy Sarl, έχει αποκτήσει αρκετά μεγάλο μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο της Ελληνικής Τράπεζας, με το ποσοστό συμμετοχής του να κυμαίνεται στο 17,3%. Συνεπώς, οι δύο αμερικανικές εταιρείες ελέγχουν, μέσω του συνολικού ποσοστού που κατέχουν, σχεδόν το 30% της Ελληνικής Τράπεζας.

Αμερικανικά επενδυτικά ταμεία αγοράζουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια

Η Apollo Global Management, αμερικανικό επενδυτικό ταμείο, συνήψε συμφωνία με την Τράπεζα Κύπρου πριν από περίπου δύο χρόνια, με το έργο Helix, για την αγορά μεγάλου χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων δανείων, συνολικού ύψους €2,8 δισ. Η Apollo Global Management, μέσω της θυγατρικής της στην Κύπρο, Gordian Holdings, διαχειρίζεται σήμερα μεγάλο όγκο εξασφαλισμένων δανείων αλλά και ακινήτων στο νησί. Τον τελευταίο χρόνο, γίνεται επίσης προσπάθεια πώλησης ακόμα ενός μεγάλου μέρους του χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων δανείων από την Τράπεζα Κύπρου, με το έργο να ονομάζεται Helix 2. Οι δυνητικοί επενδυτές που πιθανότατα θα αγοράσουν το νέο χαρτοφυλάκιο φέρονται να είναι αμερικανικών συμφερόντων, με τους δύο κυριότερους υποψηφίους να είναι η PIMCO, μεγαλομέτοχος της Ελληνικής, και η Cerberus, του Αμερικανού δισεκατομμυριούχου Stephen Feinberg.

Η Altamira, η οποία τα τελευταία χρόνια διαχειρίζεται τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια της ΚΕΔΙΠΕΣ, του πρώην Συνεργατισμού, ανήκε στο αμερικανικό επενδυτικό ταμείο Apollo Global Management, ενώ πέρσι αγοράστηκε από την doBank, της οποίας η μητρική εταιρεία μεταξύ άλλων είναι το αμερικανικό ταμείο Fortress Investment Group. Σημειώνεται επίσης ότι η Altamira, τον Ιούνιο του 2019, προέβη σε συμφωνία διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων της Alpha Bank, συνολικής αξίας €3,8 δισ.

Η FBME και ο ρόλος των ανταποκριτριών τραπεζών

Τεράστιας σημασίας για το παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα αλλά και την επιβολή των πολιτικών των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ο ρόλος των ανταποκριτριών τραπεζών, ιδίως αυτών του δολαρίου. Οι ανταποκρίτριες τράπεζες χρησιμοποιούνται από τις εγχώριες τράπεζες για την εξυπηρέτηση συναλλαγών που είτε προέρχονται είτε ολοκληρώνονται σε ξένες χώρες, αναλόγως του συναλλάγματος που χρησιμοποιούν, και λειτουργούν ως «πράκτορες» της εγχώριας τράπεζας στο εξωτερικό. Σε γενικές γραμμές, χωρίς τη συνεργασία με τις ανταποκρίτριες τράπεζες, οι εγχώριες τράπεζες δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές και αδυνατούν να εξυπηρετήσουν πελάτες τους που συναλλάσσονται με το εξωτερικό.

Η τράπεζα FBME, που λειτουργούσε στη Ρωσία, την Τανζανία και την Κύπρο, έκλεισε από τις κυπριακές αρχές κατόπιν εντολής της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Στις 17 Ιουλίου 2014, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ κατονόμαζε την τράπεζα ως ίδρυμα πρώτιστης ανησυχίας για νομιμοποίηση εσόδων από ξέπλυμα παράνομου χρήματος και για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Ως αποτέλεσμα της ανακοίνωσης αυτής, οι ανταποκρίτριες τράπεζες πάγωσαν ή έκλεισαν τους λογαριασμούς τους με την τράπεζα, αρχικά σε δολάριο ΗΠΑ και στη συνέχεια σε άλλα νομίσματα, ενώ οργανισμοί όπως το Reuters και το Bloomberg έκλεισαν την πρόσβαση της τράπεζας στα συστήματά τους. Το υποκατάστημα της FBME στην Κύπρο έκλεισε ουσιαστικά από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου όταν το Δίκτυο Επιβολής Χρηματοοικονομικού Εγκλήματος (FinCEN) του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ όρισε την FBME Bank ως χρηματοοικονομικό θεσμό νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, με φερόμενους δεσμούς με τη Χεζμπολάχ και με παράνομη ροή ρωσικών κεφαλαίων στις ΗΠΑ.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, Κωνσταντίνος Ηροδότου, δήλωσε ότι έβλεπαν με ανησυχία τον τελευταίο καιρό τις αναφορές στα διεθνή και εγχώρια ΜΜΕ για ισχυριζόμενη εμπλοκή της χώρας σε περιπτώσεις νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ο τρόπος που παρουσιάζονται κάποιες αναφορές, είχε δηλώσει ο Διοικητής, δεν αντικατοπτρίζει τις πολύ σοβαρές και συγκεκριμένες ενέργειες που έχουν αναληφθεί τα τελευταία χρόνια για πάταξη του φαινομένου αυτού. Η Κύπρος, μετά το 2013, είχε παραμείνει μόνο με δύο μεγάλες ανταποκρίτριες τράπεζες του δολαρίου, αφότου τέθηκαν πολύ αυστηρά πρότυπα τα τελευταία χρόνια και έτσι το κόστος της παρουσίας ακόμα περισσότερων στη χώρα δεν συμβάδιζε με το κόστος της συμμόρφωσης και τα οφέλη που αποκόμιζαν από τη μικρή πίτα της Κύπρου. «Τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών έχουν τύχει αναγνώρισης, τόσο από διεθνείς οργανισμούς όσο και από ανταποκρίτριες τράπεζες διεθνούς βεληνεκούς, την εμπιστοσύνη των οποίων ανακτούν ξανά η ΚΤΚ, η οικονομία μας και τα κυπριακά τραπεζικά ιδρύματα», δήλωσε ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας.

Η πρόσθεση ακόμα μίας ανταποκρίτριας τράπεζας για τις συναλλαγές δολαρίου ήταν από τους κυριότερους στόχους των αξιωματούχων της κυπριακής οικονομίας και έχει επιτευχθεί, ως επιβράβευση για την αλλαγή πλεύσης της κυπριακής οικονομίας, με την αμερικανική JPMorgan Chase & Co., η οποία ανακοίνωσε τη συνεργασία της με τις μεγαλύτερες τράπεζες του νησιού. Για την πρόσθεση ακόμα μίας ανταποκρίτριας τράπεζας του δολαρίου, σημαντικό ρόλο έπαιξαν, παράλληλα με την πολιτική στροφή της Κύπρου, και οι επιδόσεις της χώρας στην τελευταία αξιολόγηση της Moneyval, της επιτροπής ειδικών για εκτίμηση των μέτρων ενάντια στο ξέπλυμα χρήματος και στη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Στην αξιολόγηση της Moneyval, η κυπριακή οικονομία είναι μία από τις 25 χώρες, από το σύνολο των 98 που έχουν αξιολογηθεί, οι οποίες δεν έχουν χαμηλό βαθμό αξιολόγησης σε κανέναν από τους 11 πυλώνες που συνθέτουν την αξιολόγηση αποτελεσματικότητας.

Η μεταβατική περίοδος ως ευκαιρία για την οικονομία

Η παρούσα περίοδος για την κυπριακή οικονομία μπορεί να χαρακτηριστεί ως περίοδος αμερικανοποίησης ή απορωσοποίησης, με κάποια δόση υπερβολής. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι αποτελεί μια περίοδο μεταβατική, από την οποία προκύπτουν ευκαιρίες και προκλήσεις. Με βάση την εξέλιξη του κυπριακού παραγωγικού μοντέλου τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να αποφευχθούν τα λάθη τα οποία οδήγησαν σε οικονομικό όλεθρο, συνεπώς η νέα προσέγγιση για πιο αυστηρούς ελέγχους στις εισροές κεφαλαίων και εταιρειών είναι προς την ορθή κατεύθυνση. Μεγάλη πρόκληση είναι να κρατηθούν οι ισορροπίες ανάμεσα στην αμερικανική και τη ρωσική επιρροή, αφενός με την τήρηση όλων όσα η Δύση προτάσσει για την ορθή λειτουργία του χρηματοοικονομικού τομέα και αφετέρου με τη σύσφιξη των ρωσικών σχέσεων μέσω της εδραίωσης υγιών ρωσικών εταιρειών στο νησί. Το μεγάλο στοίχημα, που είναι απότοκο των διεργασιών που γίνονται στο κυπριακό οικονομικό σκηνικό, είναι μέσα από τις πολιτικές αναταράξεις να αναδειχθεί πιο υγιής και εύρωστη η κυπριακή οικονομία. Το ιδανικό σενάριο είναι, με την ορθή εποπτεία, να μετατραπούν οι υπεράκτιες εταιρείες σε ενεργά κύτταρα ενός καινούργιου κυπριακού παραγωγικού μοντέλου.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Economy Today την Κυριακή, 2 Αυγούστου 2020

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αθλητικά5 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ

Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές...

Διεθνή10 ώρες πριν

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον...

Δημοφιλή