Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Οι τουρκικές προκλήσεις του Ιουλίου κατά της Ελλάδος και της Κύπρου

Δημοσιεύτηκε στις

Άντης Λοΐζου

Οι Τουρκικές προκλήσεις του παρελθόντος Ιουλίου αποτελούν μια συνέχεια στις διαχρονικά γενόμενες Τουρκικές προκλήσεις κατά της Ελλάδος και της Κύπρου. Με λύπη είδα κάποιους αναλυτές και «στρατηγιστές» να διατυπώνουν κάθετα απόψεις περί του ποιος θα είναι ο νικητής σε ένα ενδεχόμενο Ελληνοτουρκικό (Ελλάς και Κύπρος κατά της Τουρκίας) ή Ελλαδοτουρκικό (Ελλάς κατά της Τουρκίας) πόλεμο.

Όπως πολλές φορές έχω δηλώσει οι Διεθνείς Σχέσεις και πολύ περισσότερο ο πόλεμος δεν εμπίπτουν στη σφαίρα των μαντικών προβλέψεων αλλά αποτελούν προϊόν αξιολόγησης και συνεκτίμησης μιας ή περισσοτέρων καταστάσεων και των παραγόντων ισχύος , χωρίς να αποκλείονται εξωτερικές παρεμβάσεις και ανατροπές.

Σε ένα ενδεχόμενο Ελληνοτουρκικό πόλεμο καμία από τις δύο χώρες δεν θέλει να χτυπήσει πρώτη για να μην της καταλογιστεί η ευθύνη και η κατηγορία έναρξης του πολέμου. Δεν είναι τυχαία που η Τουρκία εξωθεί τα πράγματα στα άκρα και στο τέλος όταν στριμώχνεται από την Ελληνική πλευρά ή κάποια ξένη παρέμβαση, υποχωρεί, αλλά για να μην έχει εσωτερικές αντιδράσεις με κόστος στην εκάστοτε κυβέρνηση, ακριβώς αμέσως μετά την υποχώρηση της στρέφεται σε κάποια άλλη πρόκληση και παραβίαση όπου της το επιτρέπει η ισχύς της και η αδυναμία του εχθρού της. 

Τρανό παράδειγμα μετά την κρίση που κορυφώθηκε το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουλίου 2020, αμέσως στράφηκε σε έρευνες στα ανατολικά της Αμμοχώστου. Δεν πρέπει να διαφεύγει κανενός ότι το δυσκολότερο μέρος μιας κρίσης είναι η…

Η συνέχεια του άρθρου στο defenceredefined.com.cy

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Ο Αόρατος Πόλεμος της Πληροφορίας! Γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών

Στους σύγχρονους πολέμους, η πρώτη μάχη δίνεται συχνά πολύ πριν ακουστεί ο πρώτος πυροβολισμός. Δίνεται στις μυστικές υπηρεσίες, στα δίκτυα κατασκοπείας και στα κέντρα στρατηγικής ανάλυσης. Γιατί, όμως, η Ελλάδα δεν επένδυσε διαχρονικά σε αυτό το κρίσιμο πεδίο ισχύος; Ο Θεόδωρος Ατματζίδης αναλύει τις ιστορικές εξαρτήσεις, την πολιτικοποίηση και τις θεσμικές αδυναμίες που, κατά την εκτίμησή του, περιόρισαν την ανάπτυξη των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γιατί η Ελλάδα, παρά τη γεωστρατηγική της θέση και τις διαρκείς απειλές που αντιμετωπίζει, δεν κατάφερε να οικοδομήσει έναν ισχυρό και αυτόνομο μηχανισμό υπηρεσιών πληροφοριών; Από την ίδρυση της ΚΥΠ και την επιρροή ξένων υπηρεσιών μέχρι την τραγωδία της Κύπρου, την κρίση των Ιμίων και τους πολέμους των Βαλκανίων, ο Θεόδωρος Ατματζίδης αναζητά τις ιστορικές και θεσμικές ρίζες ενός διαχρονικού προβλήματος της ελληνικής εθνικής ασφάλειας. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Ελλάδα να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία στον αθέατο πόλεμο των πληροφοριών;

Εισαγωγή – Όταν οι πόλεμοι κερδίζονται πριν αρχίσουν.

Οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν ξεκινούν πλέον με την πρώτη στρατιωτική επίθεση. Στην πραγματικότητα, οι κρίσιμες μάχες συχνά δίνονται πολύ νωρίτερα — στο πεδίο της πληροφορίας, της ανάλυσης και των μυστικών επιχειρήσεων. Οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούν σήμερα έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς άσκησης κρατικής ισχύος, καθώς επιτρέπουν στα κράτη να προβλέπουν κρίσεις, να αποτρέπουν απειλές και να επηρεάζουν διεθνείς εξελίξεις πριν αυτές εκδηλωθούν δημόσια¹.

Οι πρόσφατες εντάσεις στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι συγκρούσεις αυτές διεξάγονται σε μεγάλο βαθμό μέσα από επιχειρήσεις πληροφοριών, κυβερνοεπιθέσεις και μυστικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς². Στις περιπτώσεις αυτές, οι μυστικές υπηρεσίες λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες τόσο για την πλευρά που επιτίθεται, όσο και για την πλευρά που αμύνεται.

Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ύπαρξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής ασφάλειας. Κράτη όπως το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επενδύσει επί δεκαετίες στη δημιουργία ισχυρών οργανισμών πληροφοριών που επηρεάζουν, όχι μόνο στην ασφάλεια αλλά και στην εξωτερική πολιτική και στη στρατηγική τους σκέψη³.

Η Ελλάδα, ωστόσο, παρά τη γεωπολιτική της θέση σε μια περιοχή υψηλής αστάθειας, δεν ανέπτυξε ποτέ υπηρεσίες πληροφοριών με αντίστοιχη επιχειρησιακή ισχύ και στρατηγική επιρροή.

Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές:
γιατί ένα κράτος που βρίσκεται σε μια από τις πιο ευαίσθητες γεωπολιτικές περιοχές του κόσμου δεν ανέπτυξε ποτέ πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες;

Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό ιστορικών, πολιτισμικών και θεσμικών παραγόντων που διαμόρφωσαν την εξέλιξη του ελληνικού κράτους.

Η ιστορική γέννηση ενός κράτους υπό εξωτερική επιρροή.

Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον ισχυρών γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας τον 19ο αιώνα συνδέθηκε στενά με την παρέμβαση μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Παρά το γεγονός ότι η Ελληνική Επανάσταση οργανώθηκε αρχικά μέσω μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης, της Φιλικής Εταιρείας, η εμπειρία αυτή δεν μετατράπηκε ποτέ σε μόνιμη θεσμική παράδοση κρατικής μυστικής δράσης⁴.

Η Φιλική Εταιρεία λειτούργησε ως επαναστατικό δίκτυο και όχι ως οργανισμός κρατικής διοίκησης. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι θεσμοί ασφάλειας αναπτύχθηκαν αποσπασματικά και συχνά υπό την επιρροή ξένων συμβούλων.

Αυτή η πραγματικότητα δημιούργησε μια πολιτική κουλτούρα, στην οποία η εθνική ασφάλεια θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από ισχυρότερους συμμάχους.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος και η μετατόπιση προς την εσωτερική ασφάλεια

Καθοριστικό γεγονός για τη διαμόρφωση των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών υπήρξε ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος.

Ο εμφύλιος δημιούργησε βαθιά κοινωνική πόλωση και επηρέασε σημαντικά τη λειτουργία των θεσμών ασφαλείας⁵.

Οι υπηρεσίες πληροφοριών που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο επικεντρώθηκαν κυρίως στην παρακολούθηση εσωτερικών απειλών και όχι στην ανάπτυξη στρατηγικής ανάλυσης διεθνών εξελίξεων.

Το 1953 ιδρύθηκε η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, πρόδρομος της σημερινής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.

Η δημιουργία της πραγματοποιήθηκε σε στενή συνεργασία με τη Central Intelligence Agency και τη βρετανική Secret Intelligence Service, στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής του Ψυχρού Πολέμου⁶.

Παρότι αυτή η συνεργασία παρείχε τεχνογνωσία και επιχειρησιακή υποστήριξη, ενίσχυσε ταυτόχρονα μια δομική εξάρτηση από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών.

Η κρίση της Κύπρου το 1974

Η κρίση που κορυφώθηκε με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο αποκάλυψε σημαντικά προβλήματα στον ελληνικό μηχανισμό πληροφοριών.

Πολλές μελέτες στρατηγικής ανάλυσης έχουν επισημάνει ότι η ελληνική πλευρά δεν διέθετε επαρκείς μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων⁷.

Η κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ισχυρότερο συντονισμό μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών πληροφοριών.

Η κρίση των Ιμίων και τα όρια της στρατηγικής ανάλυσης.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Κρίση των Ιμίων.

Η κρίση αυτή ανέδειξε τη δυσκολία συντονισμού μεταξύ στρατιωτικών, διπλωματικών και πληροφοριακών μηχανισμών του κράτους. Πολλές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων στο Αιγαίο συνέβαλε στην κλιμάκωση της κρίσης⁸.

Η κουλτούρα της πολιτικοποίησης

Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών ήταν η πολιτικοποίηση της διοίκησής τους.

Η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών λειτουργούν αποτελεσματικά μόνο όταν διαθέτουν θεσμική συνέχεια και επαγγελματική αυτονομία.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, η διοίκηση των υπηρεσιών συχνά επηρεαζόταν και επηρεάζεται, από τις κυβερνητικές αλλαγές, τους πολιτικούς προϊσταμένους και κυρίως από το κόμμα που κυβερνά. Αυτό είχε και έχει ως αποτέλεσμα:

  • περιορισμένη θεσμική μνήμη
  • διακοπή επιχειρησιακών σχεδίων
  • δυσκολία ανάπτυξης μακροχρόνιων στρατηγικών

Η πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας

Ένας λιγότερο προφανής αλλά σημαντικός παράγοντας αφορά στην πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας.

Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από έντονη προφορικότητα, ισχυρά προσωπικά δίκτυα και υψηλό επίπεδο δημόσιας συζήτησης.

Σύμφωνα με συγκριτικές μελέτες πολιτικής κουλτούρας, σε κοινωνίες όπου η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς είναι περιορισμένη, η λειτουργία μηχανισμών μυστικότητας γίνεται δυσκολότερη⁹.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαρροές πληροφοριών ή σε περιορισμένη κοινωνική αποδοχή των υπηρεσιών πληροφοριών.

Η εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες

Η συμμετοχή της Ελλάδας στη North Atlantic Treaty Organization (NATO) ενίσχυσε τη συνεργασία με δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Ωστόσο, η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι, η υπερβολική εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη εθνικών δυνατοτήτων ανάλυσης και συλλογής πληροφοριών¹⁰.

Σε αρκετές περιπτώσεις, μικρότερα κράτη λειτουργούν περισσότερο ως δέκτες πληροφοριών παρά ως παραγωγοί στρατηγικής γνώσης¹¹.

Το συγκριτικό παράδειγμα του Ισραήλ

Η περίπτωση του Ισραήλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα διαφορετικής στρατηγικής προσέγγισης.

Το κράτος του Ισραήλ, αντιμετωπίζοντας από την ίδρυσή του σοβαρές απειλές ασφαλείας, επένδυσε συστηματικά στη δημιουργία ισχυρών υπηρεσιών πληροφοριών όπως η Mossad, η Aman και η Shin Bet.

Οι υπηρεσίες αυτές λειτουργούν ως βασικοί πυλώνες της εθνικής στρατηγικής και έχουν αναπτύξει ισχυρή κουλτούρα ανάλυσης πληροφοριών και μακροχρόνιου σχεδιασμού¹².

Η στρατηγική κουλτούρα και το βαθύτερο πρόβλημα των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών

Πέρα από τους θεσμικούς και ιστορικούς παράγοντες, η εξέλιξη των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών μπορεί να ερμηνευτεί και μέσα από το θεωρητικό πλαίσιο της Strategic Culture¹³.

Η έννοια της στρατηγικής κουλτούρας αναφέρεται στο σύνολο των ιστορικών εμπειριών, θεσμικών πρακτικών και συλλογικών αντιλήψεων που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και χρησιμοποιεί τα μέσα ισχύος ¹4.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι στρατηγικές επιλογές ενός κράτους δεν καθορίζονται μόνο από τις υλικές του δυνατότητες αλλά και από τις βαθύτερες πολιτικές και πολιτισμικές παραδόσεις του.

Σε κράτη όπως το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι υπηρεσίες πληροφοριών εντάχθηκαν νωρίς στον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής. Οι οργανισμοί πληροφοριών λειτουργούν όχι μόνο ως εργαλεία συλλογής δεδομένων αλλά και ως βασικοί μηχανισμοί στρατηγικής ανάλυσης και χάραξης πολιτικής.

Στην ελληνική περίπτωση, αντίθετα, οι υπηρεσίες πληροφοριών παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο περιθώριο της στρατηγικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Η λειτουργία τους συνδέθηκε περισσότερο με ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας παρά με τη διαμόρφωση μακροχρόνιας γεωπολιτικής στρατηγικής. Αυτή η ιδιαιτερότητα αντανακλά μια ευρύτερη στρατηγική κουλτούρα στην οποία η εξωτερική ασφάλεια αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από τη διπλωματία και τις διεθνείς συμμαχίες και λιγότερο μέσα από την ανάπτυξη αυτόνομων μηχανισμών πληροφοριών.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι πληροφοριών της δεκαετίας του 1990

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα των περιορισμών της ελληνικής στρατηγικής στον τομέα των πληροφοριών εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή η περιοχή των Βαλκανίων μετατράπηκε σε ένα από τα πιο έντονα πεδία ανταγωνισμού υπηρεσιών πληροφοριών στην Ευρώπη. Δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Τουρκία και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη ανέπτυξαν εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών στην περιοχή.

Οι συγκρούσεις στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και αργότερα στο Κόσοβο συνοδεύτηκαν από έντονη δραστηριότητα υπηρεσιών πληροφοριών που περιελάμβανε:

  • παρακολούθηση στρατιωτικών κινήσεων
  • επιχειρήσεις επιρροής
  • υποστήριξη τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών δρώντων
  • εκτεταμένη συλλογή πληροφοριών για τις πολιτικές εξελίξεις της περιοχής.

Η Ελλάδα, παρά τη γεωγραφική της εγγύτητα και τους ιστορικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, δεν αξιοποίησε πλήρως την ευκαιρία για την ανάπτυξη ισχυρών δικτύων πληροφοριών στην περιοχή.

Αντίθετα, πολλές αναλύσεις επισημαίνουν ότι άλλες περιφερειακές δυνάμεις, ιδιαίτερα η Τουρκία, ανέπτυξαν πιο συστηματική παρουσία πληροφοριών στα Βαλκάνια κατά την ίδια περίοδο 14.

Η περίοδος αυτή ανέδειξε ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής στρατηγικής: την περιορισμένη αξιοποίηση των υπηρεσιών πληροφοριών ως εργαλείου περιφερειακής επιρροής 15.

Συμπέρασμα

Η αδυναμία της Ελλάδας να αναπτύξει ισχυρές υπηρεσίες πληροφοριών δεν αποτελεί απλώς θεσμικό πρόβλημα.

Αντανακλά βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: πολιτική αστάθεια, περιορισμένη στρατηγική σκέψη, θεσμική ασυνέχεια και ιστορική εξάρτηση από ισχυρότερες δυνάμεις.

Σε έναν κόσμο όπου οι συγκρούσεις διεξάγονται όλο και περισσότερο στο επίπεδο της πληροφορίας, η ανάπτυξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασική προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας.

Η εμπειρία των Βαλκανικών συγκρούσεων της δεκαετίας του 1990 δείχνει ότι ακόμη και σε περιόδους σημαντικών γεωπολιτικών μεταβολών στην άμεση γειτονιά της, η Ελλάδα δεν αξιοποίησε πλήρως τις υπηρεσίες πληροφοριών ως εργαλείο στρατηγικής επιρροής. Η περίπτωση αυτή επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο θεσμικές αδυναμίες αλλά και βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας.

Το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο αν μπορεί να δημιουργήσει ισχυρότερους οργανισμούς πληροφοριών.

Είναι αν μπορεί να αναπτύξει μια μακροχρόνια στρατηγική κουλτούρα εθνικής ασφάλειας.

 

Πηγές– Βιβλιογραφία

  1. Christopher Andrew, The Secret World: A History of Intelligence, Yale University Press.
  2. Michael Herman, Intelligence Power in Peace and War, Cambridge University Press.
  3. Mark Lowenthal, Intelligence: From Secrets to Policy, CQ Press.
  4. Richard Clogg, A Concise History of Greece, Cambridge University Press.
  5. P. Dimitrakis, The Hidden Wars in China & Greece, Routledge.
  6. C. Capsaskis, British Intelligence Services in Greece 1940–47, Cambridge University Press.
  7. James Callaghan, The Cyprus Crisis and Intelligence Failures, Strategic Studies Journal.
  8. Thanos Dokos, Greek Security Policy and the Aegean Crisis.
  9. Richard Betts, Enemies of Intelligence, Columbia University Press.
  10. Francis Fukuyama, Trust: The Social Virtues and the Creation of Prosperity.
  11. Philip Davies & Kristian Gustafson, Intelligence Elsewhere: Spies and Espionage Outside the Anglosphere, Georgetown University Press.
  12. Ephraim Kahana, Historical Dictionary of Israeli Intelligence.
  13. Jack Snyder, The Soviet Strategic Culture: Implications for Nuclear Strategy.
  14. Alastair Johnston, Cultural Realism: Strategic Culture and Grand Strategy.
  15. Misha Glenny, The Balkans: Nationalism, War and the Great Powers.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Ποιος κερδίζει από τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ, τι κρύβουν οι διερευνητικές συζητήσεις για τον Nord Stream και γιατί οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν κρίσιμο παράγοντα; Μια ανάλυση για την επιστροφή της ενεργειακής διπλωματίας και τον κίνδυνο η Ευρωπαϊκή Ένωση να βρεθεί ξανά εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιλογές Ουάσιγκτον και Μόσχας.

Δημοσιεύτηκε

στις

Η γεωπολιτική δεν γνωρίζει μόνιμες φιλίες και εχθρότητες. Γνωρίζει, πρωτίστως, συμφέροντα. Και όταν η ενεργειακή ασφάλεια μιας υπερδύναμης συναντά τις οικονομικές ανάγκες ενός στρατηγικού αντιπάλου, ακόμη και οι πιο ισχυρές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές μπορούν να γίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ενεργειακή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας, με φόντο τον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, την πίεση στις διεθνείς αγορές καυσίμων και τις επικείμενες αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, αποκαλύπτει μια σύνθετη πραγματικότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούν τρόπους περιορισμού του ενεργειακού κόστους, η Ρωσία επιδιώκει οικονομική και διπλωματική ανάσα, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να επηρεαστεί καθοριστικά από αποφάσεις στις οποίες δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Πρόκειται για μια περιορισμένη συναλλαγή υπαγορευμένη από την οικονομική συγκυρία ή για την απαρχή μιας βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάταξης; Η απάντηση δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τους αγωγούς. Αφορά το μέλλον των κυρώσεων, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις ισορροπίες ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Του Δημήτρη Παπαδογιάννη

Εισαγωγή: Όταν η ενέργεια μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής

Η πρόσφατη ενεργειακή προσέγγιση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμφερόντων, ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικού ανταγωνισμού. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία μαίνεται και επιβαρύνει την αλληλεπίδραση Ρωσίας-Δύσης σε όλα τα πεδία, η απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να άρει de facto τον οικονομικό αποκλεισμό στη Ρωσική Ομοσπονδία και να διευκολύνει την προμήθεια ρωσικού ντίζελ προς τις αμερικανικές και διεθνείς αγορές συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην εφαρμογή της αμερικανικής πολιτικής των κυρώσεων.

Στις 9 Οκτωβρίου 2026, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι η Ρωσία θα προμηθεύσει τις διεθνείς αγορές με περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ αρχικά, ενώ προανήγγειλε πρόσθετες ποσότητες κατά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση προχώρησε σε προσωρινή χαλάρωση συγκεκριμένων περιορισμών για τις σχετικές συναλλαγές. Η ανακοίνωση έγινε σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ είχαν εκτιναχθεί, εν μέρει εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν και των διαταραχών στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Σύμφωνα με το Reuters, η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ είχε αυξηθεί περίπου κατά 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Η αποτελεσματικότητα της συμφωνίας στην αποκλιμάκωση των τιμών, ωστόσο, παραμένει αβέβαιη. (Reuters, 9 Οκτωβρίου 2026).

Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή δεν περιορίζεται στην προμήθεια καυσίμων. Παράλληλα, έχουν πραγματοποιηθεί διερευνητικές επαφές μεταξύ Αμερικανών και Ρώσων αξιωματούχων σχετικά με πιθανή συμμετοχή αμερικανικών επενδυτικών κεφαλαίων στις υποδομές των αγωγών Nord Stream και με την αξιοποίηση ρωσικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων. Πρόκειται, όμως, για ξεχωριστές συζητήσεις, οι οποίες δεν έχουν οδηγήσει σε επιβεβαιωμένη συμφωνία επαναλειτουργίας των αγωγών. (Reuters, 8 Οκτωβρίου 2026).

Το κεντρικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι δύο χώρες μπορούν να συνεργαστούν στον ενεργειακό τομέα. Ο κεντρικός προβληματισμός έγκειται στο γιατί επιλέγουν τη δεδομένη χρονική φάση, ποιά συμφέροντα εξυπηρετούνται, ποιές συνέπειες προκύπτουν για την Ευρώπη και κατά πόσο η συγκεκριμένη εξέλιξη προαναγγέλλει μια ευρύτερη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων, ενεργειακών και στρατηγικών.

Η σημασία της χρονικότητας. Η ενεργειακή κρίση και η πολιτική πίεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ

Η χρονική συγκυρία της συμφωνίας δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να περιορίσει το κόστος ζωής και να παρουσιάσει αποτελέσματα σε ένα ζήτημα που επηρεάζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της αμερικανικής οικονομίας. Χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη γεωργία, στις κατασκευές και σε ένα ευρύ μέρος της εφοδιαστικής αλυσίδας. Η αύξηση της τιμής του, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, παράγωντας πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις. Επομένως, η μείωση της τιμής των καυσίμων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις αγροτικές περιοχές, τους επαγγελματίες οδηγούς, τις μικρές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Η προεκλογική διάσταση είναι σαφής. Το Reuters και το Associated Press συνδέουν την ενεργειακή πρωτοβουλία με την προσπάθεια της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις υψηλές τιμές πριν από τις εκλογές, από τις οποίες θα κριθεί κατά πολύ ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας. (Reuters, Associated Press).

Η συμφωνία εξυπηρετεί, συνεπώς, δύο παράλληλους στόχους. Ο πρώτος είναι οικονομικός: η αύξηση της προσφοράς καυσίμων και η προσπάθεια αποκλιμάκωσης των τιμών. Ο δεύτερος είναι πολιτικός: η δυνατότητα του Αμερικανού προέδρου να παρουσιάσει μια άμεση πρωτοβουλία που ανταποκρίνεται στις επισφάλεια των ψηφοφόρων.

Υπάρχει, ωστόσο, μία ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πολιτικής ανακοίνωσης και του πραγματικού αποτελέσματος. Οι διεθνείς τιμές εξαρτώνται από το σύνολο της προσφοράς και της ζήτησης, τη διαθεσιμότητα διυλιστηριακής παραγωγής, τα αποθέματα, το κόστος μεταφοράς και τη γεωπολιτική κατάσταση. Ακόμη και μια σημαντική συμφωνία προμήθειας δε λειτουργεί ως εχέγγυο για την αισθητή μείωση στις τιμές λιανικής.

Επιπλέον, η συμφωνία δεν αποτελεί τη μοναδική παρέμβαση της Ουάσιγκτον. Στις αρχές Οκτωβρίου, η κυβέρνηση είχε ήδη πιέσει τις χώρες της G7 για αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και καυσίμων, με στόχο την αύξηση της προσφοράς. (Reuters, 2 Οκτωβρίου 2026).

Αυτό υποδηλώνει ότι η αμερικανική πολιτική δεν στηρίζεται σε μία μόνο κίνηση, αλλά σε μια προσπάθεια συνδυασμού διαφορετικών εργαλείων για τον περιορισμό της ενεργειακής πίεσης. Η συνεργασία με τη Ρωσία αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα πολιτικό μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να διαπραγματευτεί ακόμη και με έναν στρατηγικό αντίπαλο, όταν το θεωρεί οικονομικά αναγκαίο, στα πλαίσια της άσκησης μίας ρεαλιστικής εξωτερικής πολιτικής.

Η σύνδεση με τις εκλογές είναι, επομένως, ισχυρή και τεκμηριωμένη. Δεν αρκεί, όμως, για να εξηγήσει από μόνη της το σύνολο των εξελίξεων, ιδίως τις παράλληλες συζητήσεις για τις ενεργειακές υποδομές και τις πιθανές επενδύσεις σε ρωσικά περιουσιακά στοιχεία.

Τα στρατηγικά κίνητρα της Ρωσίας: Έσοδα, αγορές και διπλωματική επαναπροσέγγιση

Για τη Μόσχα από την άλλη, η ενεργειακή συνεργασία προσφέρει περισσότερα από τα έσοδα που μπορούν να προκύψουν από την πώληση συγκεκριμένων ποσοτήτων ντίζελ. Δημιουργεί τη δυνατότητα επανασύνδεσης με αγορές από τις οποίες οι συναλλαγές περιορίστηκαν σημαντικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι κυρώσεις στοχεύουν στον περιορισμό των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια και να αυξήσουν το κόστος της παράτασης του πολέμου. Η προσωρινή χαλάρωση ορισμένων περιορισμών για τις εξαγωγές καυσίμων προκαλεί, επομένως, μια διαφορετική οικονομική συνθήκη για τη Ρωσία.

Η Μόσχα αποκτά δυνητικά τρία οφέλη.

Πρώτον, μπορεί να ενισχύσει τα έσοδα από τις ενεργειακές εξαγωγές, εφόσον οι ανακοινωθείσες ποσότητες παραδοθούν και οι συναλλαγές υλοποιηθούν.

Δεύτερον, θα βρίσκεται σε θέση να διευρύνει τις εμπορικές της διεξόδους και να μειώσει την εξάρτησή της από περιορισμένο αριθμό αγοραστών.

Τρίτον, αποκτά διπλωματικό πλεονέκτημα, καθώς η συνεργασία με την Ουάσιγκτον δείχνει ότι η ενεργειακή της ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί υπολογίσιμο παράγοντα που για τις αμερικανικές αποφάσεις.

Το τρίτο στοιχείο είναι ιδιαίτερα μείζον. Η Μόσχα επιδιώκει εδώ και χρόνια να διαχωρίσει την οικονομική συνεργασία από τη συνολική πολιτική αντιπαράθεση με τη Δύση. Μια επιλεκτική ενεργειακή συμφωνία μπορεί να ενισχύσει αυτή την επιδίωξη, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν επιλυθεί οι διαφωνίες για την Ουκρανία ή ότι έχουν αρθεί συνολικά οι κυρώσεις.

Ωστόσο υπάρχουν προϋποθέσεις. Η πραγματική εξαγωγική δυνατότητα της Ρωσίας εξαρτάται από την κατάσταση των διυλιστηρίων της, τις εγχώριες ανάγκες και την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών. Οι επιθέσεις της Ουκρανίας σε ρωσικά διυλιστήρια έχουν περιορίσει την παραγωγική ικανότητα, ενώ οι ανάγκες της ρωσικής αγοράς επηρεάζουν την ποσότητα των καυσίμων που μπορούν να διατεθούν στο εξωτερικό.

Η ανακοίνωση της συμφωνίας δεν αποδεικνύει, συνεπώς, ότι όλες οι προβλεπόμενες ποσότητες θα παραδοθούν στον προβλεπόμενο χρόνο. Το πραγματικό οικονομικό όφελος της Ρωσίας θα εξαρτηθεί από την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι μόνο από την πολιτική της ανακοίνωση.

Οι ΗΠΑ: Οικονομική αναγκαιότητα ή αλλαγή στρατηγικής;

Η ενεργειακή προσέγγιση με τη Ρωσία αναδεικνύει μια αντίφαση της αμερικανικής πολιτικής. Από το 2022, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στηρίξει ένα ευρύ πλαίσιο κυρώσεων με στόχο τον περιορισμό της ρωσικής οικονομικής και ενεργειακής ισχύος. Η τρέχουσα όμως κυβέρνηση, εφαρμόζοντας μία περισσότερο πολυδιάστατη πολιτική, εδραζόμενη εν μέρει στην καλή πίστη, επιτρέπει μια επιλεκτική εξαίρεση, επικαλούμενη την ανάγκη αντιμετώπισης των υψηλών τιμών καυσίμων.

Η εξέλιξη μπορεί να ερμηνευθεί ως εφαρμογή μιας περισσότερο συναλλακτικής προσέγγισης στην εξωτερική πολιτική: η οικονομική συνεργασία δεν αποκλείεται a priori, ακόμη και όταν οι δύο χώρες παραμένουν αντίπαλες σε άλλα πεδία.

Από αμερικανικής πλευράς, η επιδίωξη είναι κατανοητή. Η αύξηση της προσφοράς καυσίμων μπορεί να συμβάλει στη μείωση των πιέσεων στην αγορά, ενώ η απευθείας διαπραγμάτευση με τη Μόσχα προσφέρει έναν πρόσθετο δίαυλο επικοινωνίας.

Πάρα ταύτα η κίνηση δημιουργεί τρία προβλήματα.

Το πρώτο αφορά την αποτελεσματικότητα. Οι ανακοινωθείσες ποσότητες ενδέχεται να μην επαρκούν για να μεταβάλουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, ιδίως όταν οι διαταραχές προέρχονται από ευρύτερες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Το δεύτερο αφορά τη συνέπεια των κυρώσεων. Εάν οι περιορισμοί χαλαρώνουν κάθε φορά που προκύπτει οικονομική πίεση, η προβλεψιμότητα της αμερικανικής πολιτικής μειώνεται και οι άλλες χώρες ενδέχεται να αμφισβητήσουν τη σταθερότητά της.

Το τρίτο αφορά την Ουκρανία. Η παροχή πρόσθετων εσόδων στη Ρωσία, χωρίς αντίστοιχες πολιτικές δεσμεύσεις, πιθανότατα θα αποδυναμώσει την πίεση που επιδιώκει να ασκήσει η Δύση στη Μόσχα.

Η αμερικανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, μπορεί να υποστηρίξει ότι η ενεργειακή ασφάλεια και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν άμεσες προτεραιότητες. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι εάν η εξαίρεση θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη αναθεώρηση της πολιτικής κυρώσεων.

Προς ώρας, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να θεωρήσουμε ότι η συμφωνία σηματοδοτεί μία θεμελιακή μεταβολή της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Δείχνει, ωστόσο, ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής και πως στο τέλος της ημέρας έκαστο κράτος θα προτεραιοποιήσει τα προσωπικά του συμφέροντα.

Η Ευρώπη αντιμέτωπη με ένα νέο ενεργειακό δίλημμα

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εξέλιξη είναι περισσότερο σύνθετη. Μετά το 2022, η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική στηρίχθηκε στη διαφοροποίηση των προμηθευτών, στην ανάπτυξη υποδομών υγροποιημένου φυσικού αερίου και στη μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία.

Η κατεύθυνση αυτή δεν ήταν αποκλειστικά πολιτική επιλογή. Συνδέθηκε με την εμπειρία της ενεργειακής πίεσης που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή, με τις διακοπές και τις μειώσεις στις ροές φυσικού αερίου και με την εκτίμηση ότι η υπερβολική εξάρτηση από έναν προμηθευτή μπορεί να δημιουργήσει στρατηγικούς κινδύνους.

Η πρόσφατη αμερικανορωσική προσέγγιση επαναφέρει το δίλημμα ανάμεσα στο κόστος και στην ασφάλεια.

Από τη μία πλευρά, μια αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς καυσίμων θα μπορούσε να ωφελήσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, εφόσον μεταφραστεί σε χαμηλότερες τιμές. Οι μεταφορές, η βιομηχανία, η γεωργία και οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους.

Από την άλλη, η πιθανότητα επανεμφάνισης ρωσικών ποσοτήτων φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά δημιουργεί νέα πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα. Η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες ποσότητες ενέργειας, αλλά κάτι τέτοιο επισύει τον κίνδυνο να επαναφέρει μορφές εξάρτησης που επιδίωξε να περιορίσει.

Σύμφωνα με το Reuters, οι συζητήσεις για το Nord Stream περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο συμμετοχής Αμερικανών επενδυτών στις σχετικές υποδομές. Ωστόσο, οι αγωγοί υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ η γερμανική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί την επαναλειτουργία τους υπό τις παρούσες συνθήκες. Συνεπώς, η επανέναρξη των ροών δεν αποτελεί άμεσο ή εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το σημαντικότερο ζήτημα για την Ευρώπη είναι ότι οι συζητήσεις φαίνεται να διεξάγονται πρωτίστως μεταξύ αμερικανικών και ρωσικών διπλωματικών διαύλων, ενώ οι συνέπειες αφορούν άμεσα την ευρωπαϊκή αγορά. Εάν οι δύο χώρες καταλήξουν σε ένα επενδυτικό ή εμπορικό πλαίσιο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η τελευταία θα βρεθεί αντιμέτωπη με αποφάσεις που μπορούν να επηρεάσουν την ενεργειακή της ασφάλεια χωρίς να έχει διαμορφώσει η ίδια τους βασικούς όρους. Συνεπώς σε ενεργειακό εγκλωβισμό

Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι;

Η κατανομή των ωφελειών και των κινδύνων δεν είναι ομοιόμορφη. Διαφέρει ανάλογα με το αν εξετάζουμε το βραχυπρόθεσμο οικονομικό αποτέλεσμα ή τη μακροπρόθεσμη γεωπολιτική ισορροπία.

Η Ρωσία: οικονομικό και διπλωματικό όφελος

Η Ρωσία είναι ένας από τους βασικούς δυνητικούς ωφελημένους. Η δυνατότητα εξαγωγής πρόσθετων ποσοτήτων καυσίμων μπορεί να ενισχύσει τα έσοδά της, ενώ η επιλεκτική χαλάρωση των κυρώσεων προλειαίνει το έδαφος για περαιτέρω διαπραγματεύσεις.

Το σημαντικότερο κέρδος, όμως, μπορεί να είναι πολιτικό: η αποδοχή ότι η ενεργειακή συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία ακόμη και από την Ουάσιγκτον, παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Η αμερικανική κυβέρνηση: πολιτικό όφελος με αβέβαιο οικονομικό αποτέλεσμα

Η κυβέρνηση Τραμπ αποκτά ένα εργαλείο για να αντιμετωπίσει την πίεση γύρω από το κόστος ζωής και να εμφανίσει μια ενεργειακή πρωτοβουλία παράλληλη και με την αποκλιμάκωση ενός πολεμικού μετώπου, ενόψει των midterms.

Το πολιτικό όφελος θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από το αν οι πολίτες διαπιστώσουν πραγματική μείωση στις τιμές. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να μην αποδώσει το αποτέλεσμα που επιδιώκεται.

Η Ουκρανία: κίνδυνος ακύρωσης της πολιτικής των κυρώσεων

Για την Ουκρανία, η ενεργειακή συμφωνία δημιουργεί τον κίνδυνο να αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας χωρίς να έχει προηγηθεί αντίστοιχη πολιτική ή στρατιωτική αποκλιμάκωση.

Στις 11 Οκτωβρίου, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε ότι η Ουκρανία είναι διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, εφόσον η Ρωσία σταματήσει τις επιθέσεις κατά της ουκρανικών ενεργειακών υποδομών. Η θέση αυτή υπογραμμίζει τη διαφορά μεταξύ μιας μονομερούς παραχώρησης και μιας αμοιβαίας, επαληθεύσιμης αποκλιμάκωσης. (Reuters, 11 Οκτωβρίου 2026).

Η Ευρωπαϊκή Ένωση: ενδεχόμενο οικονομικό όφελος αλλά και στρατηγικός κίνδυνος.

Η Ευρώπη μπορεί να ωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές ενέργειας, αλλά αντιμετωπίζει τον κίνδυνο νέων διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την επιστροφή στις ρωσικές προμήθειες.

Οι χώρες που δίνουν προτεραιότητα στο χαμηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αντιμετωπίσουν θετικότερα μια πιθανή επανέναρξη ροών. Άλλες, ιδίως στην ανατολική Ευρώπη, ενδέχεται να τη θεωρήσουν απειλή για τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πιθανότητα αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο να αποδυναμωθεί η ευρωπαϊκή συνοχή, εάν δεν υπάρξει κοινή προσέγγιση.

Οι ενδιάμεσες εκλογές και η επόμενη ημέρα

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου αποτελούν κρίσιμο χρονικό ορόσημο, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθούν αυτόματα το τέλος ή η αρχή μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής.

Εάν η κυβέρνηση Τραμπ καταφέρει να περιορίσει τις τιμές καυσίμων, θα μπορεί να παρουσιάσει τη συμφωνία ως ένδειξη αποτελεσματικότητας. Εάν οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η πολιτική αξία της εν λόγω στρατηγικής κίνησης θα μειωθεί.

Μετά τις εκλογές, το αποτέλεσμα θα επηρεάσει το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα λειτουργήσει η κυβέρνηση. Εάν μεταβληθεί ο έλεγχος του Κογκρέσου, ενδέχεται να δυσκολέψει η προώθηση ορισμένων επιλογών εξωτερικής πολιτικής ή η αναδιαμόρφωση του πλαισίου των κυρώσεων. Ωστόσο, δεν θα υπάρξει αυτομάτως τροποποίηση της ενεργειακής πολιτικής μόνο και μόνο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος.

Εξίσου σημαντική θα είναι η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Εάν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος προς μια συμφωνία αποκλιμάκωσης, η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο πολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν δεν υπάρξει τέτοια πρόοδος, οι ενεργειακές συναλλαγές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, ενώ η σύγκρουση και οι κυρώσεις θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις δυνατότητες συνεργασίας.

Η χρονική συγκυρία, κατά συνέπεια, ερμηνεύεται από τη σύγκλιση τριών παραγόντων: της ενεργειακής κρίσης, της προεκλογικής πίεσης στις ΗΠΑ και της προσπάθειας να διερευνηθούν οι οικονομικές συναλλαγές με τη Ρωσία. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επαρκής βάση για να θεωρηθεί ότι η συμφωνία αποτελεί ήδη μέρος μιας ολοκληρωμένης ειρηνευτικής διευθέτησης.

Ποια είναι η πιθανότερη κατάληξη;

Η εξέλιξη μπορεί να κινηθεί προς τρεις κατευθύνσεις.

Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η διατήρηση μιας περιορισμένης, επιλεκτικής ενεργειακής συνεργασίας. Η προσωρινή χαλάρωση των περιορισμών επιτρέπει ορισμένες συναλλαγές, χωρίς να οδηγεί σε συνολική άρση των κυρώσεων ή σε άμεση επαναλειτουργία του Nord Stream.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σταδιακή επέκταση της συνεργασίας σε επενδύσεις και ενεργειακές υποδομές. Για να επιτευχθεί μία τέτοια πρόοδος, θα χρειαστούν συγκεκριμένες συμφωνίες, σαφείς όροι για τις κυρώσεις και σημαντικές πολιτικές αποφάσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μεταβάλει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, αλλά δεν είναι δεδομένη.

Το τρίτο ενδεχόμενο είναι η περιορισμένη εφαρμογή της συμφωνίας. Εάν οι παραδόσεις αποδειχθούν ποσοτικά χαμηλότερες από τις ανακοινωθείσες ή οι τιμές παραμείνουν υψηλές, η συμφωνία μπορεί να αποδώσει περιορισμένα οικονομικά αποτελέσματα, ενώ θα διατηρηθούν οι πολιτικές αντιδράσεις.

Κατά τη δική μου εκτίμηση δε θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε πως πρόκειται για πλήρη επαναπροσέγγισητων δύο ενεργειακών παικτών ούτε την άμεση επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη ως προδιαγεγραμμένες εξελίξεις. Η πιο επισταμένη ανάγνωση είναι ότι η Ουάσιγκτον και η Μόσχα διερευνούν τη δυνατότητα επιλεκτικής οικονομικής συνεργασίας, με την ενέργεια να λειτουργεί ως πιθανό μέσο διαπραγμάτευσης.

Το εάν αυτή η προσέγγιση θα εξελιχθεί σε ευρύτερη συμφωνία θα εξαρτηθεί από την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία, τις αμερικανικές πολιτικές εξελίξεις, την εφαρμογή των κυρώσεων και την αντίδραση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Συμπερασματικά, η ενεργειακή προσέγγιση ΗΠΑ–Ρωσίας καταδεικνύει ότι οι οικονομικές ανάγκες μπορούν να ανοίξουν παράθυαρα συνεργασίας ακόμη και μεταξύ κρατών που βρίσκονται σε στρατηγική αντιπαράθεση.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η συμφωνία συνδέεται με την προσπάθεια περιορισμού των τιμών καυσίμων και με την πολιτική πίεση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Για τη Ρωσία, προσφέρει τη δυνατότητα πρόσθετων εσόδων, εμπορικής πρόσβασης και διπλωματικής αναβάθμισης. Για την Ουκρανία, δημιουργεί τον κίνδυνο αποδυνάμωσης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα και για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγει ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στο βραχυπρόθεσμο ενεργειακό όφελος και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία.

Η πιο αξιοσημείωτη συνέπεια, ωστόσο, δεν θα κριθεί από τα πρώτα φορτία ντίζελ. Αλλά από το εάν η ενεργειακή συναλλαγή θα παραμείνει ένα περιορισμένο μέτρο διαχείρισης της αγοράς ή θα αποτελέσει την αφετηρία μιας ευρύτερης συμφωνίας για τις κυρώσεις, τις επενδύσεις, τις ενεργειακές υποδομές και τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Εάν παραμείνει μεμονωμένη συναλλαγή, οι επιπτώσεις θα είναι κυρίως οικονομικές και βραχυπρόθεσμες. Εάν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική και τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Για την Ευρώπη, η κρίσιμη επιλογή είναι να μην αντιμετωπίσει τις εξελίξεις μόνο ως ευκαιρία για φθηνότερη ενέργεια. Οφείλει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για την ενεργειακή της τροφοδοσία θα λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητων στρατηγικών επιλογών.

Η παράμετρος της ενέργειας ενίοτε αποτελεί γέφυρα διαπραγμάτευσης μεταξύ αντιπάλων όχι όμως εγγύηση ειρήνης από μόνη της. Επιπρόσθετα η μείωση του ενεργειακού κόστους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως μακροπρόθεσμη ασφάλεια.

Η πραγματική δοκιμασία για την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα και τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες εναπόκειται στο αν θα κατορθώσουν να μετατρέψουν τα βραχυπρόθεσμα οικονομικά συμφέροντα σε μια σταθερότερη πολιτική διευθέτηση, χωρίς να δημιουργήσουν νέες εξαρτήσεις και νέες εστίες έντασης.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Και πάλι μόνοι: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει

Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό ζητούμενο: μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική, θεσμούς που προστατεύουν τα εθνικά θέματα από την κομματική εκμετάλλευση και σοβαρή προετοιμασία για όλα τα ενδεχόμενα.

Δημοσιεύτηκε

στις

Στο πρώτο μέρος αναδείξαμε τις εσωτερικές βάσεις της εθνικής ισχύος, στο δεύτερο τις αυταπάτες απέναντι στην Τουρκία και στο τρίτο τις αντιφάσεις των οικουμενικών διακηρύξεων και του παγκόσμιου κράτους. Το τελευταίο μέρος συνδέει αυτά τα συμπεράσματα με το μέλλον της Ελλάδας. Το ερώτημα πλέον αφορά τις προϋποθέσεις μιας εθνικής πολιτικής που θα εξασφαλίζει την κυριαρχία της χώρας και θα δίνει περιεχόμενο στο όραμα μιας ισχυρής και δημοκρατικής πατρίδας.

Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου

Στον αιώνα, κατά τον οποίο διανύουμε, τον 21ο, στεκόμαστε μπροστά σε μία πολιτική διελκυστίνδα ανάμεσα σε έναν ανέφικτο οικουμενισμό και σε μία υπεράσπιση συλλογικών συμφερόντων που αναπόφευκτα οργανώνεται σε στενότερη τοπική και πληθυσμιακή βάση. Σ’ αυτή τη συγκυρία, το κρατικά οργανωμένο έθνος δεν τείνει να διαλύεται σε υπερεθνικά μορφώματα αλλά βρίσκεται αντιμέτωπο με τον νέο ιστορικό του ρόλο. Στην ιστορική πορεία που διένυσε το έθνος, σταθμοί του οποίου ήταν το αστικό έθνος του 19ου αιώνα και εκδοχές του κομμουνιστικού εθνικισμού του 20ου αιώνα, τώρα καλείται να εξασφαλίσει μία θέση σε μία πυκνή και έντονα ανταγωνιστική παγκόσμια κοινωνία∙ αίτημα που όλο και πιο στενά συναρθρώνεται με το αίτημα της στοιχειώδους διαβίωσης του πληθυσμού.

Τα σοβαρά πολιτικά ερωτήματα, στα οποία κάθε έθνος καλείται να απαντήσει είναι ο προσδιορισμός των προϋποθέσεων για την άσκηση μακρόπνοης και επιτυχούς εθνικής πολιτικής και ο τρόπος, με τον οποίο είναι δομημένο ένα έθνος ικανό να αντιμετωπίσει, στο πλαίσιο του δυνατού, οποιαδήποτε ενδεχόμενα, ακόμα και απότομες αλλαγές στην πολιτική συγκυρία.

Το έθνος ως βασική μονάδα πολιτικής συνομάδωσης και η συνακόλουθη πολιτική επιβίωσή του ως εγγύηση της φυσικής και πολιτικοοικονομικής επιβίωσης συγκεκριμένων ανθρώπων δεν έχουν καθόλου ξεπεραστεί πρακτικά ούτε σε ευρωπαϊκό ούτε σε διεθνές επίπεδο. Η άποψη ότι οι οικονομικές συγχωνεύσεις και οι διεθνείς τυποποιήσεις του δικαίου και της ηθικής θα μπορούσαν αφεαυτού τους να δημιουργήσουν υπερεθνικές οντότητες είναι ολότελα εσφαλμένη και δεν διαθέτει κανένα πολιτικό ή ιστορικό έρεισμα. Μάλιστα, η ίδια η ιστορική εμπειρία έχει αποδείξει το αντίθετο: η ίδια η πολιτική συμπεριφορά των Μεγάλων Δυνάμεων (ευρωπαϊκών και εξωευρωπαϊκών) μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αποδεικνύει ότι καθόλου δεν θεωρούν πως η συγχώνευση των οικονομιών θα καταλύσει τα εθνικά οικονομικά και άλλα συμφέροντα ή ότι η μετατόπιση του κέντρου βάρους προς τα ζητήματα της οικονομίας θα εξαλείψει οριστικά τους εθνικούς ανταγωνισμούς [21].

Το έθνος λοιπόν, όχι απλώς δεν έχει ξεπεραστεί αλλά θα κληθεί να ανταποκριθεί στα αιτήματα των νέων καιρών υπό τη μορφή του κυρίαρχου κράτους. Η κρατική οργάνωση αποτελεί, και στο μέλλον θα ενταθεί η λειτουργία του αυτή, το καταφύγιο τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών εθνών εν όψει της διαρκούς πολιτικής αβεβαιότητας που θα επιφέρει η επίκληση των αρχών της «οικουμενικής ηθικής» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Το έθνος μόνο ως κράτος, δηλαδή ως οργανωμένη κρατική ισχύς μπορεί να επιτελέσει τις παρακάτω τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες του:

ως μικρό ή μεγάλο έθνος να αντισταθεί στις ερμηνείες οικουμενικών αρχών, τις οποίες θεωρεί προκάλυμμα για επεκτατικές ορέξεις ξένων ισχυρών εθνών

ως μεγάλο έθνος να αντιμετωπίσει σε περίπτωση ανάγκης ακόμα και το σύνολο της διεθνούς κοινότητας

ως μικρό έθνος να μιλήσει ως ίσος προς ίσον μ’ ένα ισχυρό έθνος εφόσον και τα δύο αποτελούν, το καθένα για τον εαυτό του, ένα κράτος [22]

Καταλήγοντας στα καθ’ ημάς, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει πρωτίστως το έλλειμα μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής, οι βασικές αιτίες του οποίου εντοπίζονται στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος και την εμπλοκή σε ανεδαφικά ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος απέτυχε να θωρακίσει το πολιτικό σύστημα θεσμικά ώστε τα εθνικά θέματα να μην υπόκεινται στην αήθη κομματική εκμετάλλευση και το εθνικό μας κράτος, εξαρχής ακρωτηριασμένο εδαφικά σε σχέση με το σύνολο του έθνους, προσπάθησε να αναπληρώσει την ιστορική, θεσμική και πολιτική του καχεξία με αυτάρεσκους μύθους.

Κάθε ουσιαστική στρατηγική συζήτηση οφείλει να παραμερίσει οποιουδήποτε είδους ιδεολογήματα και να μην υιοθετεί άκριτα συνθήματα∙ για παράδειγμα, να μην ταυτίζει τη «Δύση» με την «τεχνική» και τη «λατρεία της ύλης», στην οποία αντιπαρατίθεται το «πνεύμα» και «η ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής». Ούτε και θα πρέπει να ταυτίζει τη Δύση με όλες εκείνες τις αξίες, με τις οποίες η ίδια θέλει αυτάρεσκα να ταυτίζεται: τον «ορθολογισμό», τον «διάλογο», τα «ανθρώπινα δικαιώματα». Η Ελλάδα θα όφειλε να παραδειγματιστεί από τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, την Αγγλία ή τις ΗΠΑ, όπου όλα τα σενάρια του πολέμου, ακόμα και τα πιο απίθανα, τίθενται στο τραπέζι των συζητήσεων και αποτελούν αντικείμενο ενδελεχούς εξέτασης και στάθμισης [23].

Η εποχή μας λοιπόν είναι μία εποχή εθνικής μοναξιάς, κατά την οποία οι ιδεολογικές μάσκες των «φίλων» και «συμμάχων» έχουν πέσει και έχουν αποκαλυφθεί οι πραγματικοί εχθροί πίσω από κίβδηλες «υπερεθνικές» διακηρύξεις. Καθώς κάθε φορά πεθαίνει ΜΙΑ μεμονωμένη ουτοπία και όχι Η Ουτοπία [24], είναι πια ώριμο αίτημα η διατύπωση του δικού μας οράματος για τη σύγχρονη ηθική ουτοπία: μία ισχυρή, κυρίαρχη και δημοκρατική πατρίδα.

Σημειώσεις και παραπομπές

[21] Παναγιώτης Κονδύλης, «Προϋποθέσεις, παράμετροι και ψευδαισθήσεις της ελληνικής εθνικής πολιτικής» στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 151 – 179.

[22] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τέλος του κυρίαρχου κράτους ή αλλαγή της λειτουργίας του;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 39 – 48.

[23] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ιδεολογίες και ελληνική εθνική στρατηγική», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 181 – 187.

[24] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τι ήταν ο κομμουνισμός;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σελ. 149.

Βιβλιογραφία

Παναγιώτης Κονδύλης, Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 1998.

Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από το φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία, Αθήνα: Θεμέλιο, 2007.

Παναγιώτης Κονδύλης, Θεωρία του Πολέμου. Πόλεμος και Πολιτική. Πόλεμος, Οικονομία και Κοινωνία. Πόλεμος και Επανάσταση. Ο Θερμός Πόλεμος μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ελληνοτουρκικός Πόλεμος, Αθήνα: Θεμέλιο, 2004.

Παναγιώτης Κονδύλης, Ισχύς και Απόφαση. Η διαμόρφωση των κοσμοεικόνων και το πρόβλημα των αξιών, Αθήνα: Στιγμή, 2012.

Παναγιώτης Κονδύλης, Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011.

Zygmunt Bauman, Και πάλι μόνοι: Η Ηθική μετά τη βεβαιότητα, Αθήνα: Έρασμος, 1998.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO10 λεπτά πριν

Ο Αόρατος Πόλεμος της Πληροφορίας! Γιατί η Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει πραγματικά ισχυρές μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών

Στους σύγχρονους πολέμους, η πρώτη μάχη δίνεται συχνά πολύ πριν ακουστεί ο πρώτος πυροβολισμός. Δίνεται στις μυστικές υπηρεσίες, στα δίκτυα...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η ενεργειακή συμφωνία ΗΠΑ–Ρωσίας και η νέα γεωπολιτική εξίσωση: Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη, οι κερδισμένοι και οι χαμένοι και η παράμετρος των ενδιάμεσων εκλογών

Η Ουάσιγκτον ανοίγει ενεργειακό δίαυλο με τη Μόσχα, την ώρα που ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται και η Ευρώπη αναζητά...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Και πάλι μόνοι: Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική για να επιβιώσει

Το εθνικό κράτος εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό πλαίσιο πολιτικής προστασίας και συλλογικής επιβίωσης. Το τελευταίο μέρος καταλήγει στο ελληνικό...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Κίνα και Πακιστάν ενώνουν στρατιωτικές δυνάμεις – Μεγάλη αντιτρομοκρατική άσκηση με drones και ελεύθερους σκοπευτές, ενώ μαίνονται οι συγκρούσεις στο Μπαλουχιστάν

Το Πεκίνο ανακοίνωσε την πρώτη κοινή εκπαίδευση χερσαίων δυνάμεων Κίνας–Πακιστάν, με επίκεντρο επιχειρήσεις κατά τρομοκρατικών οργανώσεων σε μεγάλο υψόμετρο. Την...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Παρακμή

Η επιστροφή των οστών του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, το ζήτημα των ελληνικών θρησκευτικών κειμηλίων που εξακολουθούν να βρίσκονται στη Βουλγαρία...

Δημοφιλή