Διεθνή
Σχεδιασμοί Γερμανικού Ιμπεριαλισμού & ΝΑ Ευρώπη τον 19ο αιώνα
ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΑ ΔΙΚΤΥΑ & ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΙ ΧΑΡΤΩΝ ΚΑΙ ΚΡΑΤΩΝ
Ιωάννης Βιδάκης & Γεώργιος Μπάλτος
(PhD Πανεπιστημίου Αιγαίου, Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Το άρθρο παρουσιάζει ένα υπόδειγμα του Adolf Guyer-Zeller, Ελβετού ειδήμονα στα σιδηροδρομικά δίκτυα. Το υπόδειγμα αυτό αφορούσε στη στρατηγική σχεδίαση της επέκτασης της ιμπεριαλιστικής Γερμανίας, σε περιοχές του παρακμάζοντος Οθωμανικού σουλτανάτου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η εν λόγω επέκταση συνδυαζόταν με την κατασκευή βασικών σιδηροδρομικών δικτύων, τα οποία διέσχιζαν όλη την οικουμένη. Το υπόδειγμα σχετιζόταν με την παράλληλη επιδίωξη για την διατήρηση της ισορροπίας των Παγκόσμιων Δυνάμεων, στην παγκόσμια κατανομή ισχύος. Το κείμενο έχει σημαντικό ενδιαφέρον και για την χώρας μας, καθώς αναφέρεται σε σημαντικές εδαφικές απελευθερώσεις και διευθετήσεις.
Εισαγωγικά
Η διασφάλιση της στρατιωτικής υπεροχής και της οικονομικής δύναμης των χωρών προϋποθέτει σε ικανοποιητικό επίπεδο, μεταξύ άλλων και την πρόσβασή τους σε ζωτικές πρώτες ύλες, (raw materials – μέσω της παραγωγής, των εισαγωγών ακόμα και της ιδιοποίησης, αρπαγής/λείας, λεηλασίας, κατάκτησης). Η διαθεσιμότητα αυτών των πρωτογενών ειδών σε αξιοσημείωτη ποσότητα, (φυσική/ποσοτική επάρκεια), κατάλληλη ποιότητα και σταθερές τιμές, (ποιοτική/τιμολογιακή κάλυψη) ήταν άμεσα συνυφασμένη με τη στρατιωτική και την οικονομική εξουσία ενός κράτους, ήδη από τις πρώτες εκφάνσεις των συντεταγμένων πολιτειών της αρχαιότητας. Η κατοχή αυτών των πλουτοπαραγωγικών πόρων συνέβαλε:
- Στην επεξεργασία και παραγωγή πολεμικού υλικού ως στρατηγική (στρατιωτική) εισροή: π.χ. χαλκός και σίδηρος ως πρώτες ύλες για την κατασκευή όπλων, ξυλείας για τη ναυπήγηση πλοίων.
- Στην αύξηση του πλούτου, δυναστικού ή πολιτειακού, (π.χ. χαλκός, σίδηρος, ξυλεία, κ.ά., ως διαπραγματεύσιμα εμπορικά αγαθά) και συνεπώς και στην (χρηματοδοτική) δυνατότητα συγκρότησης, διατήρησης και ανάπτυξης ισχυρών ενόπλων δυνάμεων.
Φυσικά έχουν υπάρξει στρατηγικά προϊόντα, τα οποία δεν αξιοποιήθηκαν ως στρατιωτικά αγαθά – ωστόσο αποτέλεσαν τη λυδία λίθο της οικονομικής δύναμης των κρατών, με χαρακτηριστικότερα τον χρυσό και το ασήμι. Υπήρξαν όμως και άλλα κρίσιμα αγαθά: τον 7ο π.Χ. αιώνα η κατάληψη πηγαδιών και οάσεων αποτέλεσαν τον κύριο στόχο της εκστρατείας του Ασσύριου βασιλέα Ασουρμπανιμπάλ κατά της Αραβικής χερσονήσου και της σημερινής δυτικής Μεσοποταμίας. Ανάλογα συνέβη και με το αλάτι: χρησιμοποιήθηκε μεταξύ άλλων για τη συντήρηση των τροφίμων, επιτρέποντας στους στρατούς να εισβάλουν σε ολόκληρες ηπείρους και για την παραγωγή πυρομαχικών. Αυτοί που είχαν το πολύτιμο ορυκτό απέκτησαν πλούτο και διεθνές κύρος. Εκείνοι που δεν το είχαν, έπρεπε είτε να πληρώσουν ή να αγωνιστούν γι΄ αυτό, όπως ακριβώς και με το πετρέλαιο σήμερα (Luft 2008). Ορισμένοι αναλυτές ισχυρίζονται ότι για το νερό (ποτάμιο/πόσιμο) θα διεξαχθούν στο μέλλον αρκετοί πόλεμοι.
Η πρώτη ωστόσο συστηματική ανάλυση της βαρύτητας, που είχε η διαθεσιμότητα στρατηγικών πρώτων υλών για την έκβαση μίας σύρραξης, αποδίδεται από τον Θουκυδίδη στην εξιστόρηση του Πελοποννησιακού Πολέμου, (431-404 π.Χ.): η ναυτική κυριαρχία των Αθηναίων στο βόρειο Αιγαίο και στον Ελλήσποντο σήμαινε ότι εκτός από την ροή των σημαντικών συμμαχικών φόρων στο Αθηναϊκό ταμείο θα διατηρείτο ασφαλής και η μεταφορά των δύο ζωτικότερων για την Αθήνα εισροών: των δημητριακών της σημερινής Ουκρανίας, (ανάγκες επισιτισμού των 3/4 του Αθηναϊκού πληθυσμού) και των αποθεμάτων ξυλείας της Χαλκιδικής και της Ανατολικής Μακεδονίας, (ανανέωση του πολεμικού της στόλου).
Αργότερα στην περίοδο από τον 16° έως τον 18° αιώνα, η επάρκεια διαθεσιμότητας πολύτιμων μετάλλων αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο της οικονομικής κυριαρχίας των δυναστικών αριστοκρατιών, που μάχονταν για την πολιτική ηγεμονία της Γηραιάς Ηπείρου, (εν μέρει συνέπεσε με τις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης και ταυτίστηκε με την άνοδο των συγκεντρωτικών μοναρχικών δομών εξουσίας στην Ευρώπη). Η συσσώρευση χρυσού και αργύρου στα κρατικά θησαυροφυλάκια θα προσέφερε την δυνατότητα της πρόσληψης μισθοφόρων, της χρηματοδότησης μόνιμων, αν και αρχικά περιορισμένων σε αριθμό στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων, της εξαγοράς ή υποστήριξης διπλωματικών συμμάχων και της προμήθειας κρίσιμων στρατιωτικών πρώτων υλών, όπως το νιτρικό κάλιο, το οποίο αποτελούσε την βάση παραγωγής της πυρίτιδας (Smith 1991/1776, Πετράκης 2012, σελ. 10).
Η διαδικασία συγκέντρωσης πλούτου, ο ανταγωνισμός και οι τεχνολογικές εξελίξεις (σ΄ έναν επάλληλο/σειριακό κύκλο), κατέστησαν δυνατή και ταυτόχρονα επέβαλαν την αποικιοκρατική εξερεύνηση, κατάκτηση και κατοχή, που θα επέτρεπαν την διαμόρφωση αποκλειστικών ζωνών οικονομικής εκμετάλλευσης και εξαγωγής στρατηγικών πρώτων υλών προς το μητροπολιτικό κέντρο, ενισχύοντας στο εσωτερικό των μοναρχικών ανακτοβουλίων την πολιτική ισχυροποίηση της άρχουσας δυναστικής τάξης.
Στη συνέχεια το παρόν κείμενο εστιάζει σε μία προσέγγιση της σχεδίασης της επέκτασης του Γερμανικού Ιμπεριαλισμού τον 19ο αιώνα και ειδικότερα στη ΝΑ Ευρώπη, που μας ενδιαφέρει. Η προσέγγιση αυτή αναφέρεται σε σχεδιασμούς χαρτών, χωρών – περιοχών κυριαρχίας και κύριων σιδηροδρομικών δικτύων. Κρίνεται σημαντική, καθώς η ανταγωνιστικότητα των σύγχρονων κρατών για την διαθεσιμότητα κρίσιμων πρώτων υλών, (με επικέντρωση αρχικά στο πετρέλαιο και κατόπιν στους υδρογονάνθρακες) σχετίζεται με τις διαχρονικές εντάσεις και τις διαμάχες. Η πρόταξη αυτών θεωρείται ότι κατευθύνει τελικά στην διαμόρφωση ενός νέου υποδείγματος, αυτού της «Γεωενέργειας» (Βιδάκης 2016).
Ενέργεια και Γεωπολιτική
Σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, η απαίτηση διασφάλισης φθηνής ενέργειας (πετρελαίου), έχει προξενήσει ιστορικά στρατιωτική βία, καταναγκαστική διπλωματία, πολέμους, εντάσεις και ανταγωνισμούς. Χαρακτηριστικό αλλά όχι μοναδικό παράδειγμα η Βρετανική πολιτική την περίοδο της ενεργειακής της πενίας 1912-1956, καθώς και το ότι οι ιδιαιτερότητες των υδρογονανθράκων επαναφέρουν και πάλι στο προσκήνιο του σύγχρονου κόσμου, σημαντικά αναβαθμισμένη, ως κύριο στόχο και αιτία επιλογών και αποφάσεων, την ενέργεια. Μετά την έναρξη της νέας χιλιετίας, η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου της περιόδου 1912-1945/56, έχει πλέον καταληφθεί από τις ΗΠΑ. [Για έναν αιώνα, οι ΗΠΑ ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου και ο μεγαλύτερος καταναλωτής. Μέχρι το 1947 παρήγαγε περισσότερο απ΄ ότι κατανάλωνε – καθαρός εξαγωγέας αργού. Μετά το 1947, καθώς η αυξανόμενη κατανάλωση ξεπέρασε την επιβραδυνόμενη παραγωγή, οι ΗΠΑ εισήγαγαν πετρέλαιο]. Πράγματι η Βρετανία αρχικά και στη συνέχεια οι ΗΠΑ φέρεται να “ποδηγέτησαν” το Διεθνές Πετρελαϊκό Σύστημα σε σύμπραξη με τους πετρελαϊκούς «τους» ομίλους, αλλά ο στόχος της μεγιστοποίησης της εθνικής ασφαλείας ίσχυσε μόνο για την πρώτη.
Οι ΗΠΑ, με πλούσιες εγχώριες πετρελαϊκές πηγές, επέλεξαν το πετρέλαιο ως “όπλο”, για τη μεταπολεμική επέκταση και την εδραίωση της κυριαρχίας τους. Ο αριθμός των δογμάτων των Προέδρων των ΗΠΑ, τα οποία αναφέρονται στην ενέργεια, η ισχύς και το περιεχόμενό τους επιβεβαιώνουν σε μεγάλο βαθμό το ότι το πετρέλαιο και η προστασία του, ήταν η αιτία λήψης κύριων αποφάσεων και υιοθέτησης πολιτικών στο χώρο της Μέσης Ανατολής σε μία σειρά ετών ήδη από τα μέσα του Β΄ ΠΠ. Η ΕΣΣΔ υστέρησε σημαντικά στον ενεργειακό τομέα – ο αντιπληθωρισμός των τιμών πετρελαίου την δεκαετία του ’80 είχε ως τελικό αποτέλεσμα μεταξύ άλλων, την κατάρρευση των δημοσίων οικονομικών της, υπονομεύοντας την κρατική της υπόσταση. Προς επίρρωση αναφέρεται το γεγονός ότι η μοίρα χωρών όπως του Ιράκ και του Ιράν θα ήταν πολύ διαφορετική, χωρίς την ύπαρξη των υδρογονανθράκων.
[Εντυπωσιακά είναι τα όσα δήλωσε σε συνεντεύξεις του στο τηλεοπτικό κανάλι «Democracy Now» των ΗΠΑ, το 2007, ο απόστρατος στρατηγός Wesley Clark (Ουέσλι Κλαρκ), πρώην SACEUR: «Η αλήθεια για τη Μέση Ανατολή είναι πως αν δεν υπήρχε πετρέλαιο θα αντιμετωπιζόταν όπως η Αφρική: κανείς δεν απειλεί την Αφρική. Αναμφιβόλως, η παρουσία πετρελαίου στην περιοχή είναι η αιτία για την εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων» (Clark 2007, 2012) – βλ. https://www.youtube.com/watch?v=bSL3JqorkdU
https://www.democracynow.org/2007/3/2/gen_wesley_clark_weighs_presidential_bid]
Όσον αφορά στην θεώρηση της Γεωπολιτικής (Geopolitique – Geopolitics), αυτή βρίσκεται ανάμεσα στην πολιτειολογία, την γεωγραφία και την ιστορία, (χωρίς συγκεκριμένα όρια παραδεκτά από όλους). Εξετάζει την εσωτερική και εξωτερική πολιτική των κρατών σε συνάρτηση κυρίως με την γεωγραφική τους θέση. Ισχυρίζεται ότι τα πολιτικά, ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα κάθε χώρας και περιοχής εξαρτώνται λίγο – πολύ, από την γεωγραφική της θέση στον πλανήτη και τα συναφή χαρακτηριστικά της. Συσχετίζει παραμέτρους της πολιτικής γεωγραφίας, (σταθερές, π.χ. εδαφική επικράτεια και μεταβλητές, π.χ. οικονομία, πληθυσμός, πολιτισμός ή ιδεολογίες ή θρησκείες κ.ά.) με την ισχύ, δίνοντας ωστόσο, προτεραιότητα στην ασφάλεια/άμυνα.
Διαμορφώθηκε σε ιδιαίτερη επιστήμη από τον Σουηδό Πολιτειολόγο Rudolf Kjellén, στα τέλη του 19ου αιώνα, με βάση το έργο του Γερμανού γεωγράφου Fr. Ratzel (1844-1904): «Περί γεωγραφικού προσδιορισμού του πολιτικού βίου». Ο Ratzel καταγράφει ως πρωταρχικό σκοπό του κράτους την απόκτηση δύναμης (Macht), η οποία θα το αναδείξει σε «Μεγάλη Δύναμη» (Grossmacht) και περαιτέρω σε «Παγκόσμια Δύναμη» (Weltmacht). Η επιτυχία των εθνών βασίζεται στο έδαφος, η μεγιστοποίηση του οποίου εξασφαλίζει τον «Ζωτικό Χώρο» (Lebensraum) για την ανάδειξή τους σε Ηγεμονικές Δυνάμεις. Στη συνέχεια μετά το 1924, η Γεωπολιτική αναπτύχθηκε από το Γερμανό Karl Haushofer, (1869-1946) και το περιοδικό «Γεωπολιτική», κυρίως στην Γερμανία, (μία μεγάλη δύναμη, με περιορισμένους ωστόσο φυσικούς πόρους, χωρίς μεγάλης έκτασης μητροπολιτικό έδαφος και αποικίες). Εμπεριέχει την έννοια του «Ζωτικού Χώρου» και καταλήγει στη «μεσημβρινή – κάθετη» διαίρεση της υδρογείου, με βάση κυρίως πολιτισμικά χαρακτηριστικά (βλ. Χάρτη 1).
Το έργο του Haushofer βρήκε μεγάλη ανταπόκριση στη ναζιστική ηγεσία και οι ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν για να αιτιολογήσουν την γερμανική επεκτασιμότητα κατά την εποχή κυριαρχίας του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος – ανακατανομή διεθνούς καταμερισμού πλουτοπαραγωγικών πηγών. Τα κυρίαρχα κράτη σε κάθε ιστορική περίοδο στο παγκόσμιο σύστημα, αποτελούν αυτά που είναι ισχυρότερα στην προβολή των ικανοτήτων τους σε μεγαλύτερες αποστάσεις.
Χάρτης 1: Παγκόσμιες Περιφέρειες του Haushofer

Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, παρουσιάζεται στη συνέχεια μία προγενέστερη προσέγγιση, σχετικά με τη στρατηγική της επέκτασης της Γερμανίας στα τέλη του 19ου αιώνα, στα εδάφη της τότε παραπαίουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας: στη Μικρά Ασία, στην Εγγύς και τη Μέση Ανατολή. Μάλιστα αυτή η επέκταση συνδυάζεται με την κατασκευή βασικών σιδηροδρομικών δικτύων, τα οποία αφενός διασυνδέουν όλη την οικουμένη, αφετέρου εκτιμάται ότι θα είναι τα μέσα για την υποστήριξη της αποικιοκρατικής επέκτασης και της εκμετάλλευσης των πόρων των αντίστοιχων περιοχών.
Παγκόσμιες Περιφέρειες του Guyer-Zeller & Σιδηροδρομικά Δίκτυα
Ο Adolf Guyer-Zeller (1839 – 1899), ήταν ένας Ελβετός μεγιστάνας και ειδήμων στους σιδηροδρόμους, ο οποίος είχε έντονο ενδιαφέρον στις δυνατότητες του γερμανικού ιμπεριαλισμού να επεκταθεί στη μοναδική διατιθέμενη περιοχή, δηλαδή στην Οθωμανική αυτοκρατορία, διαμορφώνοντας και τις ανάλογες σιδηροδρομικές διαδρομές. Από το 1870 είχε αρχίσει να ασχολείται με τους σιδηρόδρομους και στη συνέχεια έγινε γνωστός ως «Eisenbahnkönig», («βασιλιάς των σιδηρόδρομων»).
Οι Χάρτες 2 και 3 που ακολουθούν, εμφανίστηκαν ως συμπλήρωμα στο έργο του, του 1897: «Der Türkenherrschaft Ende», [“The End of Turkish Occupation”, “Το Τέλος της Τουρκοκρατίας”]. Ο Guyer-Zeller ως ειδικός στις οδικές-σιδηροδρομικές συγκοινωνίες, όπως αποκαλύπτουν και αυτοί οι χάρτες, έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την υποστήριξη του γερμανικού ιμπεριαλισμού με σιδηροδρομικές διαδρομές. Οι χάρτες αποτυπώνουν το γερμανικό ιμπεριαλιστικό σενάριο στα τέλη του 19ου αιώνα, με τα σχεδιαζόμενα βασικά σιδηροδρομικά δίκτυα: εκεί που υποτίθεται ότι ήταν το Οθωμανικό σουλτανάτο αναγράφεται: “Deutsch Klein-Asien”, (“German Asia Minor, Γερμανική Μικρά Ασία”). Ανάλογα ισχύει και με την “Γερμανική Αραβία”: στην Γερμανική επιρροή περιέρχονται όλα τα αραβικά κράτη από την χερσόνησο του Σινά έως τα όρια της Περσίας – εξαιρείται μόνο μία μικρή περιοχή, το Άντεν, στο νότο της αραβικής χερσονήσου, το οποίο αναγνωρίζεται ως αγγλικό με την απέναντι ακτή του, στην Αφρική. Στη συγκεκριμένη προσέγγιση ο κόσμος μοιράζεται μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων: δεν θίγονται τα συμφέροντα της Αγγλίας, αναγνωρίζονται σημαντικά αποικιακά εδάφη στην Αφρική και στην Ιταλία, ενώ η Ρωσσία αποκόπτεται από τα Στενά του Βοσπόρου και του Ελλησπόντου.
[Ο Guyer–Zeller δεν υπολόγισε τη σφοδρή αντίδραση της Αγγλίας στο εν λόγω σχέδιο: η Ρωσσία με την κατοχή του Αφγανιστάν και της Περσίας, θα έφθανε στις ακτές του Ινδικού Ωκεανού. Η Γερμανία με την κατοχή των ασιατικών εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα μπορούσε να ενδυναμωθεί σημαντικά οικονομικά και βιομηχανικά – εκμεταλλευόμενη μεταξύ άλλων το πετρέλαιο του Ιράκ, τους πόρους όλων των εδαφών και τις αγορές αυτών για τα προϊόντα της. Μία δε ενδεχόμενη συμμαχία μεταξύ της Ρωσσίας και της Γερμανίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρή απειλή των βρετανικών συμφερόντων στις Ινδίες, καθώς και στον αποκλεισμό της Αγγλίας από τα τεκταινόμενα στην Ευρώπη].
Σιδηροδρομικά δίκτυα συνδέουν την Αγγλία: με τη Μόσχα, μέσω Βελγίου και Γερμανίας. Με τον Περσικό κόλπο μέσω Γαλλίας, Ελβετίας, Αυστρο-Ουγγαρίας, ΝΑ Ευρώπης, Γερμανικής Μικράς Ασίας και Γερμανικής Αραβίας. [Τελικά αργότερα επικράτησε η σχεδίαση του γερμανικού σιδηροδρόμου «ΒΒΒ – Βερολίνο, Βυζάντιο (Κωνσταντινούπολη) Βαγδάτη», σε μία επιχείρηση διασύνδεσης Γερμανίας, Αυστρο-Ουγγαρίας, Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έως τον Περσικό κόλπο – η κατασκευή της οποίας αποτέλεσε σημαντικό αίτιο ξεσπάσματος του Α΄ ΠΠ]. Άλλες κύριες σιδηροδρομικές γραμμές έχουν σχεδιαστεί στην Αφρική και στην Ευρασία και ορισμένες δευτερεύουσες στην Ευρώπη. Αξίιζει να σημειωθεί ότι το Χαλέπι της Συρίας φέρεται να αναδεικνύεται σε σημαντικό κόμβο, καθώς διασυνδέεται σιδηροδρομικά με τη Μόσχα, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, με την γραμμή Αγγλία – Περσικός κόλπος, και με μία ακόμη ανατολική σιδηροδρομική γραμμή προς την Ινδία.
Ειδικότερα στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης η Ελλάδα φέρεται να λαμβάνει όλη την Θράκη, (Δυτική και Ανατολική με την Κωνσταντινούπολη), όλα τα νησιά του Αιγαίου και του Μαρμαρά και την βόρεια Ήπειρο. Ωστόσο η Αυστρο-Ουγγαρία κατέχει την περιοχή της Θεσσαλονίκης, χωρίζοντας την χερσαία βόρεια Ελλάδα σε Ανατολική και Δυτική. Η διαμόρφωση των εν λόγω χαρτών δίνει στην Αυστρο-Ουγγρική αυτοκρατορία θαλάσσια πρόσβαση στην Αδριατική και στο Αιγαίο. Το Μαυροβούνιο προσαρτά την Αλβανία ενώ στην Ρωσσία παραχωρείται ναυτική βάση στην Κρήτη, (κατά τραγική ειρωνεία στη Σούδα Χανίων). Η Κύπρος παραμένει στην κατοχή της Αγγλίας. Άξιο παρατήρησης είναι τα μάλλον περιορισμένα εδάφη της Σερβίας και της Ρουμανίας, ενώ η Βουλγαρία δεν έχει έξοδο στο Αιγαίο. Οι υπόλοιπες αλλαγές φαίνονται πολύ μικρές.
Χάρτης 2α: Παγκόσμιες Περιφέρειες του Guyer-Zeller, 1897
Η «Γερμανική Μικρά Ασία» και η «Γερμανική Αραβία»

Χάρτης 2β: Παγκόσμιες Περιφέρειες του Guyer-Zeller, 1897
Η «Γερμανική Μικρά Ασία» και η «Γερμανική Αραβία»
Από την οθωμανική οπτική γωνία βέβαια, χάρτες όπως αυτοί προσφέρουν μία άλλη εικόνα για το πώς η παρακμάζουσα αυτοκρατορία ενεπλάκη στον Α΄ ΠΠ και υποδηλώνουν μία διαφορετική κατανόηση του πώς αυτή διαλύθηκε με τη συμμετοχή της σ΄ αυτόν. Από την πλευρά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας οι χάρτες αυτοί επισημαίνουν τον φόβο για πολύ πιο σοβαρές απώλειες, ανεξάρτητα ποιος συνασπισμός θα νικούσε. Μελέτες έχουν δείξει ότι συνειδητοποιημένοι Οθωμανοί πολιτικοί γνώριζαν ότι ακόμη και οι σύμμαχοί τους (Γερμανοί) ήταν πρόθυμοι να διαμοιράσουν ότι είχε απομείνει από την επικράτειά τους.Μετά από δεκαετίες βλέποντας ανάλογους χάρτες, φαίνεται να υπήρχαν αρκετοί λόγοι για τους Οθωμανούς να υποπτεύονται ότι εάν δεν συμμετείχαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα έχαναν ανεξάρτητα από το ποιος θα κέρδιζε.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, η ηγεσία των Νεό-Τουρκων [CUP] προσπάθησε αρχικά να καθυστερήσει την είσοδό τους έως ότου φανεί ποιός θα ήταν ο νικητής, αλλά τελικά αποφάσισε, με τόλμη από το μέλος της, τον Enver Pasha, ότι η ουδετερότητα ήταν πιο επικίνδυνη, από την αβεβαιότητα να καταλήξει με την ηττημένη πλευρά. Από καθαρά στρατηγικής άποψης, το στοίχημα για μία γερμανική νίκη δεν ήταν ανόητο, καθώς μερικές φορές η τύχη μπορεί να κάνει ακόμη και μία έξυπνη κίνηση να καταλήξει σε καταστροφή.
Χάρτης 3: ΝΑ Ευρώπη του Guyer-Zeller

Αντί Επιλόγου
Ο ειδικός σε διεθνή θέματα ασφάλειας Klare, υποστηρίζει ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες της νέας χιλιετίας, οι πόλεμοι θα διεξαχθούν όχι πλέον για τις ιδέες και τις ιδεολογίες, αλλά για την πρόσβαση στις μειωμένες πλέον υπάρχουσες ποσότητες των πολύτιμων φυσικών προϊόντων (Klare 2002). Ο αναλυτής ισχυρίζεται ότι οι πολιτικές διαιρέσεις του Ψυχρού Πολέμου έχουν δώσει την θέση τους σ΄ ένα παγκόσμιο αγώνα για πετρέλαιο, φυσικό αέριο, μέταλλα και νερό. Συνεπώς επειδή οι ένοπλες δυνάμεις, οι στρατοί σ΄ όλο τον κόσμο ορίζουν την ασφάλεια των πόρων, ως πρωταρχικό τους στόχο, αναμένεται να ακολουθήσει στον πλανήτη εκτεταμένη αστάθεια, ιδιαίτερα σ΄ εκείνους τους τομείς όπου ο ανταγωνισμός για τις βασικές ύλες συμπίπτει με μακροχρόνιες εδαφικές, πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές (Rifkin 2003, σελ. 110).
Ο Klare σε νεώτερο έργο του τονίζει ότι: «Ο κόσμος αντιμετωπίζει μία πρωτοφανή κρίση εξάντλησης των πόρων, μία κρίση που υπερβαίνει τη μείωση των πηγών του πετρελαίου και περιλαμβάνει ελλείψεις στον άνθρακα και στο ουράνιο, σε μέταλλα, χαλκό και λίθιο, σε νερό και σε καλλιεργήσιμη γη» (Klare 2012). Διευκρινίζει ότι η παγκόσμια επιδίωξη για ζωτικούς φυσικούς πόρους έχει διαμορφώσει την ανθρώπινη ιστορία, παρέχοντας έναυσμα για εκστρατείες, εξερευνήσεις και κατακτήσεις.
Ωστόσο αν και για αρκετές δεκαετίες στον 20ό αιώνα, οι προβληματισμοί για τους πόρους επισκιάστηκαν από ιδεολογικές διαμάχες (ως τις κύριες αιτίες διεθνών συγκρούσεων), η σημασία τους και όσο περνάει ο καιρός η αξία τους στην “κούρσα για ότι έχει απομείνει“, θα διαδραματίζει ολοένα αυξανόμενο κυρίαρχο ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις. Το τέλος των «εύχρηστων φυσικών πηγών» απειλεί την επιβίωση τοπικών κοινοτήτων, της πανίδας, των μεγάλων επιχειρήσεων, ακόμα και εθνών. Η αποφυγή της καταστροφής σε διεθνή κλίμακα απαιτεί την εστίαση στην ανάπτυξη ΑΠΕ και τη μεγιστοποίηση της αποδοτικότητας. Ο συγγραφέας αναφέρεται στην Αρκτική, στα νέα κοιτάσματα αργού και άλλων μορφών του με αξιοποίηση καινοτομιών, σε ορυχεία μετάλλων και κρίσιμων ορυκτών, στην αρόσιμη γη, η οποία μετατρέπεται σ΄ εμπόρευμα. Προτείνει δε αντί της αδυσώπητης παγκόσμιας αντιπαλότητας, η οποία αναμένεται μεταξύ κρατών και επιχειρήσεων για να εξαχθεί ότι έχει απομείνει από ζωτικούς πόρους του πλανήτη, έναν “αγώνα δρόμου“ για την διεθνή προσαρμογή σε περιορισμένους πόρους, με χρήση υποκαταστάσεων και με την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Για παράδειγμα ο Rifkin οραματίζεται την αυγή μίας νέας οικονομίας με κινητήρια δύναμη το υδρογόνο (Rifkin 2003).
Ωστόσο οι ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή δημιουργούν ένα νέο σκηνικό στην περιοχή. Τα ενεργειακά συμφέροντα και οι ανταγωνισμοί ισχύος συνιστούν εκρηκτικές καταστάσεις, με απρόβλεπτες εξελίξεις. Η Ανατολική Μεσόγειος εξακολουθεί να παραμένει η πλέον σημαντική περιφέρεια, όπου αντιπαρατίθενται συμφέροντα και επιδιώξεις των ηγεμονικών χωρών, των περιφερειακών δυνάμεων και των κρατών της ευρύτερης μεσογειακής περιοχής.
Οι εκτιμώμενες στενότητες στην προσφορά υδρογονανθράκων, οι επεμβάσεις των ΗΠΑ σε Ιράκ και Αφγανιστάν και οι πρόσφατες εξελίξεις στον Αραβικό κόσμο, επαναφέρουν στο προσκήνιο ορμητικά το υπόδειγμα της «Γεωενέργειας» (Βιδάκης 2016). Αυτή την φορά οι ανερχόμενες οικονομικά δυνάμεις της Κίνας και της Ινδίας εισέρχονται δυναμικά στο “μεγάλο ενεργειακό παιχνίδι”. Η Ρωσσία φέρεται να στοχεύει πλέον κατάλληλα, στην αξιοποίηση των πλούσιων ενεργειακών της αποθεμάτων. Η Ευρώπη καθυστερεί να διαμορφώσει ενιαία ενεργειακή πολιτική για την υπεράσπιση των συμφερόντων της. Γενικότερα εκτιμάται η «επάνοδος» στην περίοδο 1912-1940, όταν η ελλειμματική σε ενεργειακούς πόρους Βρετανία διαμόρφωνε συστηματικά τους επί μέρους στόχους της πολιτικής της, με βάση την διασφάλιση φθηνών ενεργειακών πηγών.
Μεγάλη ή Περιφερειακή Δύναμη χωρίς την παροχή φθηνών ενεργειακών πόρων, δεν μπορεί να υπάρξει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οικονομία δίχως φθηνή ενέργεια στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, αδυνατεί να στηρίξει την διεθνή θέση ενός κράτους. Η κατάλληλη διαχείριση και χρήση των ενεργειακών πηγών, έστω και ξένων, αποτελεί μέσο ηγεμονίας.
| Adolf Guyer-Zeller: Επιχειρηματίας, δημοσιογράφος και φιλελεύθερος πολιτικός. Γεννήθηκε στην πόλη Bäretswil της Ελβετίας την 1η Μαΐου 1839 και ήταν γιος του Johann Rudolf Guyer (1803-1876), ενός από τους μεγαλύτερους κλωστοϋφαντουργικούς επιχειρηματίες του Zürcher Oberland, ο οποίος ίδρυσε το εργοστάσιο βαμβακιού Neuthal στον δήμο Bäretswil στην δεκαετία του 1820. Ο Adolf Guyer-Zeller μετά τις σπουδές του, ξεκίνησε σειρά περιηγήσεων στο εξωτερικό, μελετώντας την κατασκευή κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Στη μεγάλη του περιοδεία είχε συνάντηση με τον Ιταλό πατριώτη Guiseppe Garibaldi (1807-82) στην Αγγλία το 1859. Επέστρεψε στην Ελβετία το 1863 όπου εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση βαμβακιού, στην οποία έγινε συνεταίρος το 1866 και μοναδικός ιδιοκτήτης από το 1874 έως τον θάνατό του το 1899.
Διετέλεσε ιδρυτής και μέτοχος της εμπορικής εταιρείας κλωστοϋφαντουργίας J.R. Guyer στην Ζυρίχη (από το 1869), επικεφαλής του υφαντουργείου Oberkempten (από το 1871), μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Ελβετικού Βορειοανατολικού Σιδηροδρόμου (1879-1890, Πρόεδρος 1883-1890), Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της χαρτοποιίας στο Sihl (1880-1890), Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου του Ελβετικού Βορειοανατολικού Σιδηροδρόμου (1892-1899, Πρόεδρος 1894-1899), συνιδρυτής της τράπεζας Guyer-Zeller στην Ζυρίχη (1894), συνιδρυτής και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του σιδηροδρόμου Jungfrau (1898/99), συνιδρυτής και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του σιδηροδρόμου Uerikon-Bauma (1898/99). Υπήρξε συν-εκδότης του “Free Minded” (1870-1880), εκδότης του “Allmanns” (από το 1881), μέλος στο Καντονικό Συμβούλιο (1869-1872, 1875-1889), Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Ζυρίχη (1888-1899). Ανέπτυξε επίσης συμφέροντα στον τομέα της τραπεζικής και της χαρτογράφησης. Από το 1870 άρχισε να ασχολείται με τους σιδηρόδρομους ιδιαίτερα με το Nord-Ost Bahn (NOB – Βορειοανατολικός Σιδηρόδρομος) και το 1894 απέπεμψε το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και έγινε Πρόεδρος. Οι εργαζόμενοι της εταιρείας ξεκίνησαν απεργία το 1897, όταν η σκληρή στάση του Adolf Guyer-Zeller στους απεργούς ήταν ένας από τους παράγοντες που το 1902 οδήγησαν στην ενσωμάτωση του δικτύου των 853 χλμ. (km) του NOB στους Ελβετικούς Ομοσπονδιακούς Σιδηροδρόμους. Στις 3 Απριλίου 1899, ο Guyer-Zeller, αποβίωσε από καρδιακή προσβολή στην Ζυρίχη, σε ηλικία 59 ετών. |
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Guyer-Zeller, Adolf: «Το τέλος της Τουρκικής Κατοχής – Μία ματιά στο μέλλον», με δύο πολύχρωμους λιθογραφημένους χρωματιστούς χάρτες. Αγγλική έκδοση του 1924, 20 σελίδες. Εκτυπώθηκε από την Hofer & Co. Βλ.
https://rosetta.nli.org.il/delivery/DeliveryManagerServlet?dps_pid=IE122470287
Βιδάκης Ιωάννης, «Ασφάλεια Ενεργειακών Δικτύων στην Ανατολική Μεσόγειο», Διδακτορική Διατριβή, Τμήμα Ναυτιλίας και Επιχειρηματικών Υπηρεσιών, Σχολή Επιστημών της Διοίκησης, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Χίος, 2016
Luft Gal, (2008). « Oil and the New Economic Order», Φεβρουάριος 2008, Institute for the Analysis of Global Security (IAGS),
http://www.iags.org/new_economic_order0208.pdf
Smith Adam, (1991). «Έρευνα για τη Φύση & τα Αίτια Πλούτου των Εθνών», εκδ. Ελληνική Ευρωεκδοτική, W. Strahan and T. Cadell, London, 1776
Πετράκης Π., (2012). «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ», Σημειώσεις, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Klare Michael, (2002). «Resource Wars: The New Landscape of Global Conflict», New York, Metropolitan Books
Rifkin J., (2003). «Η Οικονομία του Υδρογόνου», (μετάφρ. Καψάλης Χ.), εκδ. Λιβάνη
Klare Michael, (2012). «The Race for What’s Left: The Global Scramble for the World’s Last Resources», Henry Holt and Company, NY, Metropolitan Books
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
