Διεθνή
Τουρκία: Η υπόγεια μάχη για τη διαδοχή του Ερντογάν – Ο ΥΠΕΣ Σοϊλού, απειλεί τον γαμπρό του, Μπεράτ Άλμπαϊρακ
Ο υπουργός Εσωτερικών, Σουλειμάν Σοϊλού, είναι ένας εκ των ισχυρών διεκδικητών της ηγεσίας του ΑΚΡ, μετά την αποχώρηση Ερντογάν
Του Κώστα Ράπτη
Ο Ταγίπ Ερντογάν μοιάζει να μην ανησυχεί καθόλου για την ηγεμονική θέση της παράταξής του στο πολιτικό τοπίο της αυριανής Τουρκίας. “Και την αντιπολίτευση εμείς θα τη φτιάξουμε”, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά σε ανύποπτο χρόνο. Κατά μία έννοια η πρόβλεψή του ήδη επαληθεύεται, καθώς άλλοτε ηγετικά στελέχη των κυβερνήσεών του, όπως ο πρώην “τσάρος της οικονομίας” Αλί Μπαμπατζάν και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών και μετέπειτα πρωθυπουργός Αχμέτ Νταβούτογλου, ήδη έχουν εγκαταλείψει την αγκάλη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και ετοιμάζονται να αναζητήσουν την τύχη τους με δικούς τους νεοσύστατους κομματικούς μηχανισμούς στις επόμενες εκλογές ως αντιπολιτευόμενοι.
Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος μοιάζει πλήρως απορροφημένος από τον στόχο της κατάκτησης άλλης μίας προεδρικής θητείας το 2023, ώστε με αυτόν τον τρόπο να επισφραγίσει την ανάδυση μιας “νέας Τουρκίας” στη θέση της γνώριμης Τουρκικής Δημοκρατίας, η οποία τότε θα συμπληρώνει 100 χρόνια ζωής.
Εικόνα φθοράς
Οι ψηφοφόροι, όμως, δείχνουν να σκέφτονται διαφορετικά. Ήδη το αποτέλεσμα των περσινών δημοτικών εκλογών, με κορυφαίο δείγμα την επικράτηση του Εκρέμ Ιμάμογλου στον μητροπολιτικό δήμο της Κωνσταντινούπολης, παραπέμπει σε μεγάλη φθορά του κυβερνώντος κόμματος και σε εγκατάλειψή του ακόμα και από μερίδες του εκλογικού σώματος που έως τότε του έμειναν πιστές.
Έναν χρόνο αργότερα, η δοκιμασία της πανδημίας του κορονοϊού και οι δραματικές της επιπτώσεις στην ούτως ή άλλως δοκιμαζόμενη και από πριν τουρκική οικονομία παροξύνουν την κοινωνική δυσαρέσκεια και επιταχύνουν τα φαινόμενα αποσυσπείρωσης της βάσης του ΑΚΡ, το οποίο καταγράφει πλέον δημοσκοπικές επιδόσεις σταθερά κάτω από το 40%.
Για έναν ηγέτη ο οποίος βρίσκεται στην κορυφή εδώ και 18 χρόνια το ερώτημα της προσωπικής του διαδοχής θα φάνταζε κάτι παραπάνω από ώριμο. Όμως το καθεστώς της Τουρκίας έχει καταστεί, ιδίως μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 και τη μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό, άκρως προσωποκεντρικό. Και, όπως ισχύει σε καθεστώτα τέτοιου τύπου (η Ρωσία του Πούτιν και η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ αποτελούν, τηρουμένων των αναλογιών, αντίστοιχα παραδείγματα), όσο περισσότερο συγκεντροποιείται η εξουσία, τόσο περισσότερο δυσκολεύει η διαμόρφωση μιας “επόμενης μέρας”.
Μεταλλαγμένη παράταξη
Ο μέσος Τούρκος το αντιλαμβάνεται αυτό διαισθητικά, διατυπώνοντας στις δημοσκοπήσεις τις αμφιβολίες του για το αν το ΑΚΡ έχει τη δυνατότητα να παραμείνει ισχυρό και ενιαίο και μετά τον Ταγίπ Ερντογάν. Σύμφωνα με έρευνα της Metropoll που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Οκτώβριο, μόλις 22% των ερωτηθέντων πίστευε ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, ενώ τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων εξέφρασαν την εκτίμηση ότι είναι αποκλειστικά το πρόσωπο του Ερντογάν που κρατά το κόμμα ενωμένο.
Άλλωστε , οι “ισλαμοδημοκράτες” της Τουρκίας αποτελούν μια παράταξη που έχει μεταλλαχθεί μέσα στα χρόνια. Η ιδρυτική γενιά έχει αποσυρθεί (χάρη και στη διάταξη του κομματικού καταστατικού που απαγόρευε περισσότερες των τριών βουλευτικών θητειών), ενώ πλήθος νέων κυβερνητικών αστέρων έχει έρθει στο προσκήνιο συχνά εκ μεταγραφής.
Για τους γνωρίζοντες, ο αγώνας για τη διαδοχή έχει ήδη ξεκινήσει. Και η έκβασή του δεν αποκλείεται να κρύβει εκπλήξεις.
Το “δαχτυλίδι”
Θεωρείται δεδομένο ότι τα δύο πρόσωπα που προορίζονται να μονομαχήσουν για τη θέση του Ερντογάν είναι ο υπουργός Οικονομικών και προεδρικός γαμπρός, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, και ο υπουργός Εσωτερικών, Σουλεϊμάν Σοϊλού. Για την ακρίβεια, ο πρώτος προεξοφλούνταν μέχρι πρότινος ότι έχει εξασφαλίσει το “δαχτυλίδι”, όχι μόνο γιατί ο συγγενικός του δεσμός με τον Ερντογάν καθησυχάζει τις προεδρικές ανασφάλειες, αλλά και γιατί ο ίδιος ως γόνος επιχειρηματικής οικογένειας έχει καταφέρει να οικοδομήσει ένα μεγάλο δίκτυο διαπλοκής που ασφαλώς θα του φανεί χρήσιμο την κατάλληλη ώρα.
Ωστόσο, η κρίση της τουρκικής οικονομίας ψαλιδίζει τις ελπίδες του νέου και άπειρου στη διαχείριση Αλμπαϊράκ – και αυτό αποτυπώνεται και στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων. Σύμφωνα με έρευνα πάλι της Metropoll, στο ερώτημα “ποιος είναι ο καταλληλότερος” για να συνεχίσει την πολιτική κληρονομιά του Ερντογάν ο Σοϊλού αναδεικνύεται πρώτος με ποσοστό 19%, ενώ ο Αλμπαϊράκ ακολουθεί με 13%.
Ο εκ μεταγραφής εκλεκτός του “βαθέος κράτους”
Τον Σοϊλού το ελληνικό ακροατήριο τον έχει σποραδικά γνωρίσει ως φορέα εμπρηστικών δηλώσεων για τις διμερείς σχέσεις. Αποδεικνύεται, όμως, ότι πρόκειται για σημαντική “πολιτική μηχανή”, που σχεδόν αθόρυβα έχει ανοίξει δρόμο για την κορυφή.
Ήδη το 1995, σε ηλικία μόλις 25 ετών, ο Σοϊλού αναδείχθηκε ο νεότερος μονάρχης στα χρονικά της Τουρκίας, ως στέλεχος τότε του εκλιπόντος πια συντηρητικού Κόμματος του Ορθού Δρόμου, που ίδρυσε ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ. Η εποχή εκείνη σημαδεύτηκε από την κλιμάκωση της ένοπλης αντιπαράθεσης με τους Κούρδους αυτονομιστές του ΡΚΚ (πρωτοστατούντος του “βαθέος κράτους”) και την υιοθέτηση από την κυβέρνηση της Τανσού Τσιλέρ ενός ιδιαίτερα εθνικιστικού στίγματος με θρησκευτικές εκδηλώσεις.
Η μεγάλη στροφή
Ο σημερινός υπουργός Εσωτερικών της Τουρκίας βρέθηκε για ένα διάστημα στην πολιτική “έρημο”, εμφανιζόταν ιδιαίτερα επικριτικός έναντι του Ερντογάν και ανέβηκε στο “βαγόνι” του ΑΚΡ μόλις το 2012. Εξελέγη βουλευτής το 2015 και ανέλαβε το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων στην κυβέρνηση του Αχμέτ Νταβούτογλου.
Η ανάρρησή του συνέπεσε με τη μεγάλη στροφή που συμπύκνωσε η ρήξη του Ερντογάν με τον άλλοτε σύμμαχό του Φετουλάχ Γκιουλέν και η επιλογή, που υλοποιήθηκε μετά την απώλεια της αυτοδυναμίας στις πρώτες εκλογές του 2015, για αναθέρμανση της ένοπλης αντιπαράθεσης με το ΡΚΚ, εγκατάλειψη του διαλόγου με το κουρδικό στοιχείο και σύμπραξη με το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης.
Ο ανασχηματισμός που ακολούθησε το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016 έφερε τον Σοϊλού στη θέση του υπουργού Εσωτερικών, δηλαδή του κύριου πρωταγωνιστή των μαζικών εκκαθαρίσεων στον δημόσιο τομέα με την κατηγορία στη συνεργασίας με το δίκτυο του Γκιουλέν, που είχε πλέον χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση. Μάλιστα ο νέος υπουργός Εσωτερικών δεν δίστασε να κατηγορήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ενορχηστρωτή του αποτυχημένου πραξικοπήματος, ενώ επανειλημμένα απείλησε και την Ευρωπαϊκή Ένωση με μαζικά προσφυγικά κύματα.
Η παρ’ ολίγον παραίτηση
Αυτό το αντιδυτικό στίγμα και το προφίλ του “πολιτικού με πυγμή” τον έχουν καταστήσει ιδιαίτερα δημοφιλή στον σκληρό πυρήνα του κυβερνώντος κόμματος και τους εθνικιστές εταίρους του.
Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό το επεισόδιο της υποβολής παραίτησης από μέρους του υπουργού Εσωτερικών όταν η αρχική προσπάθεια να επιβληθεί εσπευσμένα καραντίνα λόγω του κορονοϊού κατέληξε σε χαοτικές καταστάσεις. Ο Ερντογάν αρνήθηκε να αποδεχθεί την παραίτηση, ομολογώντας έτσι έμμεσα ότι δεν επιθυμεί να αναμετρηθεί με έναν υπουργό ο οποίος διαθέτει τη δική του βάση εξουσίας, είναι δημοφιλής σε πανεθνικό επίπεδο και αποδεικνύεται αγαπημένος του βαθέος κράτους.
Το αν ο Σοϊλού διατηρήσει τον θώκο του σε επόμενο ανασχηματισμό ή πέσει θύμα της παροιμιώδους καχυποψίας του Ερντογάν για όποιο στέλεχος “εξέχει” θα μας δώσει και την ασφαλέστερη ένδειξη για το κατά πόσον ο υπουργός Εσωτερικών αποκτά προβάδισμα στον αγώνα διαδοχής. Μέχρι τότε οι υπόγειες μάχες και τα συντροφικά μαχαιρώματα ανάμεσα σε αυτόν και τον κύκλο του Αλμπαϊράκ (που φέρει την ονομασία οι “Πελεκάνοι”) θα συνεχίζονται ακάθεκτα.
Οι οικογενειακές μπίζνες και οι καταγγελίες της Ρωσίας
Το αίμα νερό δεν γίνεται. Και από τους επίδοξους διαδόχους του Ταγίπ Ερντογάν, ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ είναι ο μόνος που με τον ισχυρό άνδρα της Άγκυρας συνδέεται με συγγένεια όχι απλώς πολιτική.
Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι παλιοί. Ο πατέρας του Αλμπαϊράκ, Σαντίκ, υπήρξε δημοσιογράφος και άλλοτε βουλευτής του ισλαμιστικού κόμματος της ευημερίας, από το οποίο προέκυψε με διάσπαση στο γύρισμα του αιώνα το νυν κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.
Ο Μπεράτ Αλμπαϊράκ γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1978 και κατάγεται, όπως και ο Ερντογάν, από την περιοχή του Πόντου. Σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Νέα Υόρκη, εκπόνησε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Καντίρ Χας και εργάστηκε ως λέκτορας Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά.
Παντρεύτηκε την κόρη του Ταγίπ Ερντογάν, Εσρά, το 2004, σε μια τελετή την οποία παρακολούθησε μεγάλος αριθμός ξένων ηγετών, και απέκτησε μαζί της τρία παιδιά.
Το 2006, σε ηλικία μόλις 29 ετών, διορίστηκε γενικός διευθυντής του ιδιωτικού (αλλά στενά συνδεόμενου με τους κυβερνώντες) Calik Holding, όπου παρέμεινε μέχρι τα τέλη του 2013. Επί των ημερών του η Calik ανέλαβε πλήθος έργων, σχετιζόμενων ιδίως με την ανάπλαση παραμελημένων συνοικιών της Κωνσταντινούπολης.
Η κυβερνητική του σταδιοδρομία ξεκίνησε το 2015, με τον διορισμό του στη θέση του υπουργού Ενέργειας, παρά τις αντιρρήσεις, όπως φημολογείται, του τότε πρωθυπουργού, Αχμέτ Νταβούτογλου. Μάλιστα η ανακοίνωση του διορισμού του πραγματοποιήθηκε τη μέρα ακριβώς που η κατάρριψη ρωσικού Suhoi από τουρκικά μαχητικά στα σύνορα Συρίας-Τουρκίας προκάλεσε μείζονα κρίση στις ρωσοτουρκικές σχέσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η Μόσχα κατηγόρησε το περιβάλλον του Ερντογάν και προσωπικά τον Αλμπαϊράκ ότι εμπλέκεται σε αγοραπωλησίες παρανόμως αντλούμενου συριακού πετρελαίου προς όφελος του “Ισλαμικού Κράτους”.
Το “σκοτεινό άλογο” της κούρσας
Προτού η κόντρα του Σοϊλού με τον Αλμπαϊράκ κυριαρχήσει στο προσκήνιο, ο Νουμάν Κουρτουλμούς θεωρούνταν ο πιθανότερος διάδοχος του Ερτογάν, μολονότι προσχώρησε στο κυβερνών κόμμα όψιμα “εκ μεταγραφής”. Παραμένει πάντως ακόμη μια “ήρεμη δύναμη”, ικανή να επωφεληθεί των όποιων αδιεξόδων προκύψουν την επόμενη μέρα στο εσωτερικό της παράταξης.
Γεννημένος το 1959 στον Πόντο, ο νυν αντιπρόεδρος του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αποφοίτησε από ιεροδιδασκαλείο (ιμάμ χατίπ), προτού συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και κατόπιν στις ΗΠΑ. Δίδαξε οικονομικά, επικοινωνία και διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Πολιτεύθηκε με διάφορα παρακλάδια του ισλαμιστικού Κόμματος της Ευημερίας, μετά τη δημιουργία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, στο οποίο εντέλει εντάχθηκε το 2012 με πρόσκληση του Ερντογάν. Το 2014 ορίστηκε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Αχμέτ Νταβούτογλου και παρέμεινε στη θέση αυτή και υπό τον Μπιναλί Γιλντιρίμ, κρατώντας για ένα διάστημα το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.
capital.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

