Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

7 Σεπτεμβρίου 1833: Ο Κολοκοτρώνης συλλαμβάνεται και φυλακίζεται μαζί με τον Πλαπούτα

Δημοσιεύτηκε στις

7 Σεπτεμβρίου 1833: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας συλλαμβάνονται και φυλακίζονται στο Παλαμήδι από τη Βαυαρική Ανιβασιλεία, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

«Όσο ημπόρεσα, γράφει στα απομνημονεύματα του ο Κολοκοτρώνης, έκαμα το χρέος μου εις την πατρίδα μου και εγώ και όλη η φαμελιά μου. Είδα την πατρίδα μου ελεύθερη, είδα εκείνο όπου ποθούσα και εγώ και ο πατέρας μου και ο πάππος μου και όλη η γενεά μου, καθώς και όλοι οι Έλληνες. Αποφάσισα να πάω εις ένα περιβόλι, οπού είχα έξω απ’ τ’ Ανάπλι. Επήγα, εκάθισα και απερνούσα τον καιρόν μου καλλιεργώντας, και ευχαριστούμην να βλέπω να προοδεύουν τα μικρά φυτά όπου εφύτευα».

Εκεί, σ’ ένα σπιτοκάλυβο, τα μεσάνυχτα, έξι με εφτά Σεπέμβρη του 1833, του χτύπησαν δυνατά την πόρτα. Ο Γέρος αναση¬κώθηκε στο στρώμα.

Ποιος είναι; ρώτησε.

Εγώ! Ο μοίραρχος Κλεώπας.

Και τι ζητάς; ξαναρώτησε.

— Έχω διαταγή να κάνω έρευνα. Εδώ μέσα κρύβονται οπλο¬φόροι και βρίσκονται άρματα.

Ο Γέρος πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα, γελώντας φωναχτά.

— Κοπιάστε, είπε στο μοίραρχο και στους σαράντα χωροφύ¬λακες που τον συνόδευαν. Και ξαναξάπλωσε στο στρωσίδι του.

Όρμησε μέσα ο μοίραρχος κι ένα τσούρμο χωροφύλακες. Μα δε βρήκαν ούτε οπλοφόρους, ούτε άρματα, εξόν απ’ τ’ άρματα του Γέρου.

Σήκω και ντύσου! προστάζει το Γέρο ο Κλεώπας.

Γιατί; τον ρώτησε.

Γιατί κατά διαταγή της Αντιβασιλείας είσαι υπό κράτηση.

— Τι χρειαζόταν τόσο ασκέρι; λέει στον Κλεώπα ο Γέρος, κα¬θώς άρχισε να ντύνεται. Έφτανε να μου στείλουν ένα σκυλί μαλ¬λιαρό από κείνα που κάνουν θελήματα, μ’ ένα γράμμα στο στόμα να πάω στ’ Ανάπλι και μ’ ένα φαναράκι να φέγγει και των δυονών μας…

Ο Κλεώπας δεν απάντησε. Μάζεψε μόνο με προσοχή όσα χαρτιά βρήκε στις κασέλες του Γέρου και του λέει αυστηρά:

— Εμπρός, πάμε!

Τον έβαλαν στη μέση οι χωροφύλακες και προχωρούσαν. Α¬νέβηκαν τη σκάλα του Ιτς-Καλέ και παράδωσαν το Γέρο σ’ ένα Γερμανό δεσμοφύλακα. Τούδωσε εκείνος μια δυνατή σπρωξιά και χώθηκε μέσα σ’ ένα κατασκότεινο κελί. Ύστερα κλείδωσε την πόρτα κι έφυγε. Κι έμεινε ο Γέρος σαν το μεγαλύτερο κακούργο φυλακισμένος.

«Δια τρεις ημέρες δεν ήξευρα πως υπάρχω, μου εφαίνετο ό¬νειρο, διηγιέται ο ίδιος. Ερωτούσα τον εαυτό μου αν ήμουν εγώ ο ίδιος ή άλλος κανείς- δεν εκαταλάβαινα διατί μ’ έχουν κλεισμένον».

Σκεφτόταν κι έλεγε. Εγώ βαφτίστηκα δυο φορές- τη μια με λάδι, για να γίνω χριστιανός και την άλλη με αίμα για τη λευτεριά της πατρίδας. Τι έκαμα; Θυμόταν πάλι πως μια μέρα τον είχε ρωτήσει ο Αρμανσμπέργκ:

— Έχεις πολλούς εχθρούς, στρατηγέ;

Έχω απάντησε ο Γέρος, μα οι δυο απ’ αυτούς είναι πιο ε¬πικίνδυνοι.

Και ποιοι είναι αυτοί; τον ξαναρώτησε. Και ο Γέρος απάν¬τησε:

— Ο ένας τ’ όνομα μου και ο άλλος οι δούλεψες μου.

Την ίδια νύχτα φυλακίστηκε και ο Πλαπούτας. Κι όπως ήταν κλεισμένοι σε ξεχωριστά κελιά δεν ήξερε ο ένας για την φυλάκι¬ση του άλλου. Η λαϊκή μούσα όμως παραδέχεται πως όχι μόνο τόξερε, μα και σιγανοκουβέντιαζαν τη νύχτα κι έλεγαν:

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ!:

«Ξύπνα καημένε ξάδερφε και μη βαρειοκοιμάσαι…
ξύπνα και χάραξ’ η αυγή, ξύπνα και πήρ’ η μέρα,
ξύπνα, Πλαπούτα, φόρεσε τα γιορτινά σου ρούχα γιατί θα πάμε σε χαρές, σε μέγα πανηγύρι.

ΠΛΑΠΟΥΤΑΣ:

Άκουσε ξαδερφ’ άκουσε, τ’ όνειρο που είδα:
Απόψε που κοιμόμουνα, στον ύπνο μου απάνου,
θολό ποτάμι βλέπαμε, θολό κοκκινισμένο.
Στην αντίπερα όχθη του μας τήραγαν ελάφια. Τραβάμε τα σπαθιά ευτύς και πέφτουμε στο ρέμα,
για νάβγουμε αντίπερα να κόψουμε τα λάφια. Μα ξάφνου πέσαν στο νερό οι φούντες των φεσιών μας.
Ξήγα το, Γέρο, ξήγα το και πες μου πώς το κρένεις;

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ:

Τα λάφια πούδες αντικρύ είναι οι φαμελιές μας και το ποτάμι το θολό, είναι ο θάνατος μας,
κι οι φούντες που επέσανε μέσ’ τα θολά νερά του είν’ τα κεφάλια μας τα δυο που θα πνιγούν στο αίμα…»

Και την άλλη μέρα έφτασε παντού το θλιβερό μαντάτο: «Πιάσανε το Γέρο!»

Όλα είναι έτοιμα..

Σάπιζαν στην υγρή και κατασκότεινη φυλακή του Ιτς-Καλέ, σαν οι χειρότεροι κακούργοι, ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας, «χωρίς να είναι συγχωρημένοι ούτε εις οικείο ουδένα ουδ’ εις ψίλον να τους ιδεί». Οι δεσμοφύλακες ήταν Γερμανοί και καθό¬λου δε μπορούσαν να συννενοηθούν μαζί τους. Τη νύχτα δεν τους άφηναν ούτε λυχναράκι ν’ ανάψουν στα κελιά τους. Συχνά ο Γερο-Κολοκοτρώνης «ζητών να εύρει το μέρος όπου ήτο το νε¬ρό, έπιπτε εδώ κι εκεί». Κι όπως το φαί που τους έδιναν ήταν για άνθρωπο γερό, έμεινε για μέρες νηστικός, γιατί δεν μπορούσε να φάει το ξεροκόμματο και το λιγοστό προσφάγι. Αρρώστησε βαριά και κανείς δεν τόξερε.

Και ήρθε η Άνοιξη του 1834, 30 του Απρίλη, ημέρα Δευτέρα. Το τούρκικο τζαμί, που σώζεται ακόμα σήμερα κοντά στην κεντρι¬κή πλατεία τ’ Αναπλιού, έχει ετοιμαστεί να χρησιμεύσει για αί¬θουσα που θα γίνει η μεγάλη δίκη των κακούργων στρατηγών. Φτιάσανε τις έδρες για τους δικαστές, βάλανε τον πάγκο για τους κατηγορούμενους και πίσω άλλους πολλούς πάγκους για τον κό¬σμο.

Κι όταν όλα ήταν έτοιμα, διατάχτηκαν οι φρουροί του Ιτς-Καλέ να φέρουν τους κακούργους! Οχτώ χωροφύλακες, αρματωμέ¬νοι ως τα δόντια τούς συνόδεψαν ως το τζαμί. Μπήκαν στην αί¬θουσα. Όλος ο κόσμος σηκώθηκε να τους δει, ενώ οι χωροφύλα¬κες τούς έσπρωξαν να καθήσουν στον μπροστινό τον πάγκο.

Σε λίγο μπήκαν και οι δικαστές. Πρόεδρος ο Πολυζωίδης και μέλη ο Τερτσέτης, ο Δ. Σούτσος, ο Δ. Βούλγαρης και ο Φωκάς Φραγκούλης. Μα σ’ αυτή τη δίκη το μεγαλύτερο ρόλο θα τον παί¬ξουν τα παρασκήνια, που τα αποτελούν ο επίτροπος Μάσονας και ο γραμματέας της Δικαιοσύνης Σχινάς.

Η δίκη

Ο πρόεδρος Πολυζωίδης αρχίζει τη συνεδρίαση του δικαστη¬ρίου, αφού συνέστησε στο ακροατήριο σιωπή και στους συνηγό¬ρους να είναι ευγενικοί και μετριόφρονες.

Ανακρίθηκαν οι κατηγορούμενοι, αγόρεψαν οι συνήγοροι, μα στο τέλος οι γνώμες των δικαστών διχάζονται. Οι τρεις, ο Βούλ¬γαρης, ο Σχινάς και ο Φραγκούλης, δέχονται πρόθυμα να εκτελέ¬σουν την εντολή της Αντιβασιλείας και να καταδικάσουν τους στρατηγούς σε θάνατο. Ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης όμως αντιστέκονται. Οι πρώτοι στέλνουν και φωνάζουν το Σχινά ναρθεί στο δικαστήριο να τους βοηθήσει. Και κείνος ντυμένος στην ο¬λόχρυση στολή του που λαμποκοπούσε, μπαίνει στην αίθουσα, παίρνει αυστηρό ύφος και λέει:

ΣΧΙΝΑΣ:

Κύριοι… η μειοψηφία είναι υποχρεωμένη να υπογράψει την απόφαση της πλειοψηφίας, χωρίς κα¬μιά δικαιολογία και αναβολή.

ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ:

Η απόφαση του δικαστή πρέπει αυστηρά να ακο¬λουθεί τους νόμους που υπάρχουν. Επομένως, αν υπογράψουμε θα γίνουμε όργανα να προσβληθεί η ιερή δικαιοσύνη και ο νόμος.

ΣΧΙΝΑΣ:

Ως γραμματέας της Επικράτειας και άμεσος προϊστάμενος σας σάς ανακαλώ στα χρέη σας.

ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ:

Ποιο είναι το χρέος μας, εναπόκειται σε μας να κρίνουμε. Και σας υπενθυμίζουμε πως ποτέ ανώ¬τερη Αρχή… δε δικαιούται να περιπλέκεται εις τη διαχείριση και τις πράξεις του δικαστηρίου.

ΣΧΙΝΑΣ:

Κύριε Πολυζωίδη, σας υπενθυμίζω τις ευθύνες που επομίζεστε.

ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ:

Ό,τι δεν αρέσει σήμερα, κύριε γραμματέα, είμαι βέβαιος πως θ’ αρέσει σε ολόκληρο το έθνος εν¬τός έξι μηνών.

ΣΧΙΝΑΣ:

Εν ονόματι του βασιλέως σας προσκαλώ να υπογράψετε την απόφαση.

ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ:

Εν ονόματι της δικαιοσύνης, δεν την υπογράφω.

Βγαίνει θυμωμένος και τρεχάτος ο Σχινάς. Πηγαί¬νει στον αντιβασιλέα Μάουερ και σε λίγο ξανάρ¬χεται.

ΣΧΙΝΑΣ:

Κύριε πρόεδρε, σας προσκαλώ δια τελευταία φορά να εκτελέσετε το καθήκον σας και να υπογρά¬ψετε την απόφαση.

ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ:

Σας είπα πως δεν πρόκειται να την υπογράψω.

ΣΧΙΝΑΣ:

Ως γραμματεύς της Δικαιοσύνης σάς διατάσσω να την υπογράψετε.

ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ:

Προτιμώ να μου κόψουν το χέρι, αλλά δεν την υ¬πογράφω.

Ο Σχινάς γυρίζει οργισμένος προς τον Τερτσέτη:

ΣΧΙΝΑΣ:

Εσείς, τουλάχιστον, θα την υπογράψετε; Ναι ή όχι;

ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ:

Όχι, δε θα μ’ έχετε συνεργό στο φόνο δυο αν¬θρώπων.

ΣΧΙΝΑΣ:

Υπογράψτε την, τουλάχιστον εσείς, λέει στους τρεις άλλους δικαστές. Και κείνοι την υπόγραψαν.

ΣΧΙΝΑΣ: (Γυρίζοντας προς τον Πολυζωίδη):

Ελάτε, κύριε πρόεδρε, να τελειώνουμε- δε θα μας βρουν εδώ τα μεσάνυχτα! Κανένας δε του απαντάει και κείνος βρυχιέται σαν άγριο θε¬ριό:

ΣΧΙΝΑΣ:

Και η υπομονή έχει τα όριά της. Κλητήρες, φωνάζει τους χωροφύλακες, πιάστε τους και φέρτε τους στις έδρες.

Ορμάνε οι χωροφύλακες πιάνουν τον Πολυζωίδη και τον Τερ¬τσέτη και τους σέρνουν. Κρατιούνται εκείνοι απ’ τις καρέκλες, τις πόρτες, τα κάγκελα. Φωνάζει ο Πολυζωίδης: ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ: Σεβαστείτε την ατομική μου ελευθερία! Οι χωροφύλακες όμως τον σέρνουν, τον χτυπάνε, τον βλαστημάνε, τον τραβάνε, ξεσκίζοντας τα ρούχα του.

ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ:

Το σώμα μου μπορείτε να το κάμετε ό,τι θέλετε. Το στοχασμό μου όμως και τη συνείδηση μου δεν μπορείτε να την παραβιάσετε. Ο Σούτσος φωνάζει στο γραμματέα Ζώτο να απαγγείλει την καταδικαστική απόφαση.

ΠΟΛΥΖΩΙΔΗΣ:

Στην απόφαση υπάρχουν τα ονόματα μας. Πώς είναι δυνατό να τα αναφέρεις κ. Ζώτο, αφού δεν πήραμε μέρος σ’ αυτήν; Εγώ είμαι πρόεδρος και σου το απαγορεύω.

ΤΕΡΤΣΕΤΗΣ:

Δεν μπορείτε ν’ αναφέρετε τα ονόματα μας, αφού δεν υπογράψαμε την απόφαση.

ΣΟΥΤΣΟΣ:

Εν ονόματι του Νόμου σας επιβάλλω σιωπή!

Διατάζει ύστερα να φέρουν τους κατηγορούμενους στην αί¬θουσα. Ανοίγουν και τις πόρτες και μπαίνει ο κόσμος. Όλοι κρα¬τούν την αναπνοή τους, ενώ ένα συναίσθημα κατάθλιψης τούς βαραίνει την καρδιά. Και δεν αργεί ν’ ακουστεί η απόφαση και που ήταν όπως την προαισθάνονταν:

«… Ο Δ. Πλαπούτας και ο Θ. Κολοκοτρώνης καταδικάζονται εις θάνατο, ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας…»

Κουράγιο ξάδερφε!

Ο Κολοκοτρώνης μόλις άκουσε τη θανατική καταδίκη τους, απόρησε. Σταυροκοπήθηκε και είπε:

— Κύριε ελέησον ! Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου…

Ύστερα έβγαλε την ταμπακιέρα του, πήρε μια πρέζα ταμπάκο κι αφού τη ρούφηξε λέει σ’ όσους τον είχαν περιτριγυρίσει:

— Αντίκρισα τόσες φορές το θάνατο και δεν τον φοβήθηκα. Και ούτε τώρα φοβάμαι!

Άλλοι αναστέναζαν γύρω του, άλλοι έκλαιγαν, άλλοι του φι¬λούσαν το χέρι. Κάποιος με πνιγμένη φωνή τού λέει:

Άδικα σε σκοτώνουν, στρατηγέ!

Γι’ αυτό λυπάσαι; απαντάει ο Γέρος. Καλύτερα που με σκο¬τώνουν άδικα, παρά δίκαια…

Πιο πέρα ο Πλαπούτας έχασε την ψυχραιμία του κι άρχισε να κλαίει. Σταλαγματιές δακρύων έπεφταν από τα μάτια του. Συλλο¬γιζόταν την ορφάνια των παιδιών του, γράφει ο Τερτσέτης. Είχε εφτά θυγατέρες κι ένα ανήλικο γιο, το Γιωργίκο. Τον κοιτάει ο Γέρος και λέει στους άλλους:

— Εγώ δε λυπάμαι για τον εαυτό μου, μα γι αυτόν που έχει ε¬φτά θυγατέρες.

Και γυρίζοντας προς τον Πλαπούτα για να τον παρηγορήσει:

— Βρε συ, δεν ντρέπεσαι! του λέει. Εσύ δε φοβήθηκες τους Τούρκους και τώρα κλαις; Κουράγιο, ξάδερφε! Τ’ όνειρο μας ήταν να λευτερώσουμε τη σκλαβωμένη μας πατρίδα. Μη λυπάσαι το λοιπόν. Εμείς το χρέος μας το κάναμε κι αυτοί ας μας καταδικάζουν…

Σε λίγο, με διαταγή των χωροφυλάκων, αδειάζει το τζαμί απ’ τον κόσμο. Δυο χωροφύλακες έδεσαν τα χέρια των μελλοθανά¬των.

Πού; ρωτάει ο Γέρος. Μα δεν παίρνει απάντηση. Βγαίνοντας έξω τούς περικυκλώνει η βαβαρέζικη καβαλαρία. Ό¬λος ο δρόμος είναι γεμάτος από γερμανικό στρατό. Τους κάνουν νόημα να περιπατήσουν τον ανήφορο. Βλέποντας ο Γέρος πως τους πάνε για το Ιτς-Καλέ, παραξενεύεται και ρωτάει:

Γιατί μας πάτε πίσω στο κάτεργο; Δε θα πάρουν τα κεφά¬λια μας;

Αλλά κανένας δεν του απαντά.

Νύχτα τρομερή

Τους οδήγησαν στο ίδιο κελί. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, τούς πλησίασε ο Έλληνας δεσμοφύλακας και τους ρώτησε σε τι μπορεί να τους ωφελήσει.

Να πας το «έχε γεια» στις φαμελιές μας, του είπαν. Ο Γέ¬ρος, έβγαλε το δαχτυλίδι του, του το έδωσε και του είπε:

Δώσε το στο μικρό μου γιο τον Κολίνο και πες του να με θυμάται.

Τούτη τη λυπητερή σκηνή αποθανάτισαν οι παρακάτω δημο¬τικοί στίχοι:

«Τρία πουλιά μοιργιολογούν ψηλά στο Λιμποβίσι, μοιργιολογούσαν κι έκλαιγαν το Γέρο-Θοδωράκι… — Παύτε πουλιά τα κλάματα, τα μαύρα μοιρολόγια και τ’ αξιότερ’ από μας, που απόσταμα δεν ξέρει, στ’ Ανάπλι να κατεβεί, το Στρατηγό να σμίξει… Να τον προφτάσει στη ζωή, γιατί θα τον χαλάσουν, και να του πει χαιρετισμούς από τους εδικούς του. Τον κλαίνε φίλοι κι εδικοί, τον κλαίνε κι οι οχτροί του!»

Και ο Γέρος παραγγέλνει πάλι με το ίδιο πουλί:

«Στη στράτα σου, μαύρο πουλί, αν τύχει κι ανταμώσεις, αν τύχει και συναπαντάς εχθρούς μου κι εδικούς μου, παρακαλώ σε να τους πεις τους χαιρετώ για πάντα. Και στον Κολιό μου το παιδί τ’ όλο μικρότερο μου, για θύμηση παντοτεινή τούστειλα δαχτυλίδι, να το φοράει στην εκκλησιά να το φοράει στους γάμους… Τ’ ασημένια τ’ άρματα στη μέση να ζώνει και νάρχεται στο μνήμα μου τρεις μπιστολιές να ρίχνει, να μου θυμίζουν τους καιρούς, τους πόλεμους, τις μάχες…»

Τους ρώτησε ο δεσμοφύλακας σε ποιον αφήνουν τα ατομικά τους πράγματα. Ύστερα τους έφερε παπά και τους ξομολόγησε και τους άφησε να περιμένουν το θάνατο. Έφαγε ο Γέρος το λιγοστό φαγητό που του φέρανε. Ύστερα ξάπλωσε στο στρωσίδι του και τον πήρε βαθύς ύπνος. Ο Πλαπούτας ξαγρυπνούσε. Συλλογιζόταν τη φαμελιά του και τους αγώνες του. Και κάθε τόσο αναστέναζε βαθιά.

Αλλά και όλο τ’ Ανάπλι ξαγρυπνούσε εκείνη τη νύχτα. Το πλάκωνε βραχνάς, ωσάν να κήδευε εκείνο το βράδυ ολό¬κληρο το Εικοσιένα. Οι γυναίκες μοιρολογούσαν κι ετοίμαζαν τα σάβανα τους.

«Οι θρήνοι και οι απαρηγόρητοι οδυρμοί, γράφει ο Φραντζής, εξήρχοντο από τας οικογενείας, από τους συγγενείς, από τους φίλους και σχεδόν αφ’ όλους τους Έλληνας αυτόχθονος και μη (εξαιρουμένων τινών ουχί πλέον των 20) ότε ητοιμάζοντο τα δια την κηδείαν μετά την λαιμοτομήν ιμάτια».

Τη μεγάλη θλίψη του λαού φανερώνουν και οι στίχοι:

«Μαύρο πουλάκι στεργιανό, μαύρο πουλί βουνίσιο, ένα πουρνό εξέβγαινε, απ’ τ’ Αναπλιού την πόρτα… Πες μας, πουλί, πούθ’ έρχεσαι και τι χαμπέρια φέρνεις.
Φέρνω μαντάτα θλιβερά, φαρμακερά χαμπέρια.
Ο Μάσσωνας και ο Σχινάς, μ’ αυτούς τους Βαρβαρέζους
βουλή εβάλανε κακή το στρατηγό να κόψουν.
Εψές τους δίκασαν, παιδιά, στη δίκη του θανάτου.
Θρηνεί τ’ Ανάπλι ολοήμερα, θλίβεται και χουλιέται
το χάλασμα του στρατηγού μαζί με του Πλαπούτα…»

Τα φάγαμε τα ψωμιά μας, ξάδερφε!

Ξημέρωνε η δεύτερη μέρα απ’ τη θανατική καταδίκη των στρατηγών. Με το χάραμα ξύπνησε ο Κολοκοτρώνης κι άρχισε να λέει ιστορίες στον Πλαπούτα, πώς αντίκριζαν το θάνατο παλικα¬ρίσια οι Κλέφτες. Και κατέληγε:

— Τώρα ήρθε η δική μας σειρά, ξάδερφε. Όπως εκείνοι, έτσι κι εμείς παλικαρίσια θα συναπαντηθούμε με το χάρο.

Σε κάμποση ώρα ο Γερμανός δεσμοφύλακας τούς έφερε ψω¬μί και νερό. Τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης πότε θα τους κόψουν τα κεφάλια. Εκείνος δεν καταλάβαινε, επειδή δεν ήξερε καθόλου ελληνικά. Και ο Γέρος, για να του δώσει να καταλάβει έσκυψε το κεφάλι του και το χτυπούσε με την παλάμη του, όπως το λεπίδι της καρμανιόλας. Ο Γερμανός νόμισε πως του κάνει αστεία και άρχισε να γελάει. Ξεσπάει στα γέλια κι ο Κολοκοτρώνης βλέπον¬τας τον.

Πώς βαστάει η καρδιά σου, να γελάς τέτοια ώρα! λέει πα¬ραξενεμένος ο Πλαπούτας στον Κολοκοτρώνη. Κι ο Γέρος έκοψε το ψωμί σε δυο κομμάτια, δίνει το ένα στον Πλαπούτα και του λέει:

Αυτό, ξάδερφε, είναι το τελευταίο μας προσφάγι. Πάει φάγαμε τα ψωμιά μας, ξάδερφε…

Ναι τα φάγαμε, λέει ο Πλαπούτας, χωρίς να φροντίσουμε ν’ αφήσουμε ψωμί στους εδικούς μας. Και σκεφτόταν πάντα τ’ α¬νήλικα παιδιά του, που θάμεναν ορφανά.

«Θα γελάσω το βασιλιά…»

Γρήγορα όμως η Αντιβασιλεία κατάλαβε τον κίνδυνο που την απειλούσε. Αν σκότωναν τους στρατηγούς, οι συνέπειες απ’ το ξεσήκωμα του λαού θα ήταν τρομερές. Δεν ήθελε όμως να υπο¬κύψει και σε κείνους τους ξεροκέφαλους τους δικαστές, τον Πο¬λυζωίδη και τον Τερτσέτη, που δεν υπόγραψαν τη θανατική κατα¬δίκη των στρατηγών. Να τους σκοτώσουν, ή να τους φυλακίσουν δεν το τολμούσαν, γιατί υπολόγιζαν τη λαϊκή κατακραυγή. Και τους τιμώρησαν με αυστηρή απομόνωση στα σπίτια τους. Ποιος όμως θα λογάριαζε μια τέτοια τιμωρία. Ήταν ευχαριστημένοι οι άξιοι δικαστές που έκαμαν το καθήκον τους. Και τους το ανα¬γνώρισε ο λαός. Το φανερώνουν τα λόγια του Νικηταρά του Τουρκοφάγου που είπε στον Τερτσέτη, όταν τον συνάντησε:

Μου πήρες τη δόξα που απόχτησα στα Δερβενάκια!

Ένας άλλος τούς είπε:

Φιλώ τα χέρια σας, γιατί απόμειναν αναίμακτα από φόνο! Και για τους θανατοποινίτες στρατηγούς άλλαξαν γνώμη.

Στις 30 του Μάη τη νύχτα συμφώνησαν όλοι τους να μετριάσουν τη θανατική ποινή των στρατηγών και από θάνατο να την κάμουν είκοσι χρόνια στα μπουντρούμια. Το ίδιο βράδυ ένας αξιωματικός πάει στο Ιτς-Καλέ τη χαρούμενη είδηση στους στρατηγούς. Ήταν μεσάνυχτα, όταν άκουσαν να ξεκλειδώνουν την πόρτα του κε¬λιού τους. Τινάχτηκαν αλαφιασμένα. Νόμισαν πως ήρθαν να τους πάρουν για την καρμανιόλα.

Όταν άκουσαν την καινούρια απόφαση, ο Γέρος δεν κρατή¬θηκε:

— Θα γελάσω το βασιλιά, είπε, δε θα ζήσω τόσους χρόνους.

Έντεκα μήνες, έμειναν οι στρατηγοί κλεισμένοι στο σκοτει¬νό κελί της φυλακής. Και την Κυριακή 27 Μάη του άλλου χρόνου πήρε την απόφαση ο Όθωνας να τους αποφυλακίσει.

Κείνη τη μέρα άνοιξε η πόρτα της φυλακής τους. Βγήκαν έξω και ανάσαναν βαθιά. Ύστερα κατέβηκαν τα σκαλοπάτια του Παλαμηδιού. Κάτω όλος ο λαός τ’ Αναπλιού συνάχτηκε να τους υπο¬δεχτεί.

— Να μας ζήσετε, αρχηγοί! ακούονταν μυριόστομες φωνές.

— «Η υποδοχή που μου έκαμε ο λαός, θα γράψει στ’ Απομνη¬μονεύματα του ο Κολοκοτρώνης με το χέρι του Τερτσέτη, μ’ έκα¬με να λησμονήσω όλες τις δυστυχίες που πέρασα».

Κι αργότερα, όταν πλησίαζε το τέλος του, γέροντας πια, έλε¬γε συχνά:

— Απ’ όλα πάω ευχαριστημένος, εξόν από βασιλιά. Και άλλη φορά:
— Το σπίτι τούτο θα φάει εκείνο, είπε δείχνοντας το πανεπι¬στήμιο και το παλάτι.

Κι ακόμα έλεγε στους νέους:

— Εμείς φυτέψαμε το δέντρο. Σε σας απομένει να το φρον¬τίζετε να μην ξεραθεί…

Από το βιβλίο: «Στα δοξασμένα χρόνια», των: Κώστα Δ. Παπαδημητρίου, Γιάννη Σμυρνιωτάκη. Αθήνα, Νοέμβριος 1985.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία μας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα Σέρβια ήταν οχυρό και πέρασμα στρατηγικής σημασίας στη Μακεδονία, βιγλατοχώρι και κέντρο των απελευθερωτικών επιχειρήσεων του Οκτωβρίου του 1912.

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για την προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μακεδονία μας.

Τράπηκαν σε φυγή εκατοντάδες χρόνια σκλαβιάς.

Όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα, πολύ μικρός, ο πατέρας μου με πήγε στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, στην πλατεία Συντάγματος, στο σημείο όπου αναγράφεται η Μάχη του Σαρανταπόρου και των Λαζαράδων, και μου είπε, αυθόρμητα και ίσως χωρίς κι αυτός να είχε καταλάβει:

«Να, είμαστε κι εμείς εδώ».

Εμείς;

Στο κενοτάφιο του Μνημείου της Πλατείας Συντάγματος αναπαύονται οι φύλακες άγγελοί μας. Είναι οι παππούδες μας εκεί μέσα θαμμένοι. Απ’ της γιαγιάς μου τη μεριά.

Στου παππού μου τη μεριά, σχεδόν την ίδια στιγμή, σ’ ένα άλλο μακρινό μέρος, μαινόταν μια Γενοκτονία σε βάρος ενός άλλου Λαού. Πάλι από τον ίδιο, συνήθη ύποπτο.

Στάθηκαν απέναντι στον θάνατο, αναφέρθηκαν στον μέγα στρατηγό, παρουσιάστηκαν, τον χαιρέτησαν και τον αγνόησαν, έχοντας στην καρδιά τους κάτι μεγαλύτερο από τον φόβο: την πίστη πως ο αγώνας τους είχε νόημα.

Και τελικά, ποιο ήταν αυτό το νόημα;

Εμείς!

Πέθαναν για να παίζουμε εμείς στις αλάνες, πέθαναν για το δικαίωμά μας στις ζαβολιές, πέθαναν για να τραγουδάμε τα κάλαντα στις γειτονιές, να τρέχουμε με τα παντοφλάκια τα καλοκαίρια και να αλλάζουμε τα νερά στα αυλάκια και να μας κυνηγάει ο νερουλάς.

Πέθαναν για να γελάμε δυνατά, να κλαίμε δυνατά, να πηγαίνουμε στο σχολειό με τη σάκα στην πλάτη, να γράφουμε τις πρώτες μας λέξεις, να κάνουμε λάθη στην ορθογραφία και να επιστρέφουμε στο σπίτι με τους βαθμούς μας, να μας μαλώνει ο πατέρας μας και να μας χαϊδεύει η μάνα μας.

Πέθαναν για να φυσάμε τις σαπουνόφουσκές μας στον ήλιο, να κυνηγάμε πεταλούδες στα χωράφια, να σκαρφαλώνουμε στις μουριές, στις τζιρνικιές και να κλέβουμε κεράσια από το δέντρο του γείτονα, να παίζουμε τους Ινδιάνους και τους καουμπόηδες σε επικές μάχες με τους άλλους, τους «εχθρικούς» μαχαλάδες, τους ζευγαλατιανούς κι αυτούς από το Πρώτο Δημοτικό, μ’ αυτούς που αργότερα θα πηγαίναμε μαζί στον στρατό, θα γλεντούσαμε στον γάμο τους, θα ερωτευόμασταν, θα κλαίγαμε πάνω από το φέρετρό τους.

Πέθαναν για να πέφτουμε από τα ποδήλατα, να τσακίζουμε τα γόνατά μας, να ξανασηκωνόμαστε και να συνεχίζουμε. Ξεπερνούσαμε κάθε πόνο και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν μήπως μας είχε δει κάποιος και γελούσε (τί χειρότερο από αυτό;).

Πέθαναν για να παίζουμε κρυφτό μέχρι αργά το βράδυ, να φωνάζουμε «φτου ξελευτερία», να παίζουμε «κουτσό», τη «γαϊδούρα», μπάλα όλη μέρα, νομίζοντας ότι ο κόσμος ολόκληρος είναι ένα παιχνίδι που δεν θα τελείωνε ποτέ!

Πέθαναν για να κάνουμε ευχές στα πεφταστέρια, πιστεύοντας πως όλα είναι δυνατά.

Πέθαναν για να μεγαλώσουμε!

Κι ας μη μας γνώριζαν, κι ας ήταν ένα άλλο όνομα το τελευταίο που ψιθύρισαν, όταν τους αγκάλιαζε για τελευταία φορά η ελληνική γη, η «ηλιοβόρα και σεληνοβάμονα».

Ναι, ήμασταν κι εμείς εκεί. Εμείς ήμασταν το δικό τους σημείο αναφοράς, ο λόγος που πέθαναν! Αυτή η γη είναι δική τους και δική μας!

Η θυσία τους έγινε η ελευθερία των παιδιών που δεν θα γνώριζαν ποτέ. Άνθισαν σε κάθε παιδικό χαμόγελο, σε κάθε μάνα που θα αγκάλιαζε το παιδί της, σε κάθε αλάνα που θα γέμιζε φωνές… με φωνές σε μια γλώσσα που ήταν η πρώτη χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου.

Η ελευθερία που κληρονομήσαμε δεν είναι ένα αυτονόητο κεκτημένο χωρίς αντίτιμο. Είναι παρακαταθήκη που πληρώθηκε. Είναι τόσο ακριβή η ελευθερία, που δεν ζητά τίποτε λιγότερο από ανθρώπινο αίμα.

Κι αν μας ρωτούσαν σήμερα: «Άξιζε, ωρέ, τον κόπο ή τζάμπα “πέσαμε” για σας;»

Τι, τελικά, κάναμε από τη ζωή που μας δόθηκε; Καταφέραμε πράγματα μόνο για εμάς ή και για τους άλλους, όπως και αυτοί θυσιάστηκαν για άλλους;

Θα τους απαντούσαμε: «Ναι, άξιζε»;

Ναι, δεν παραδώσαμε την ελευθερία μας στην αδιαφορία, δεν συνηθίσαμε στην αδικία. Μιλάμε κι αντιστεκόμαστε, δεν επιλέγουμε τη σιωπή και την οκνηρία κι όταν έρθει η ώρα δεν διστάζουμε να λογαριαστούμε ακόμη και με την ίδια τη συνείδησή μας. Θα πολεμήσουμε κάθε μορφή φασισμού, επιβουλής και κατάκτησης και θα τιμωρήσουμε κάθε αλαζόνα, κάθε τύραννο που θεωρεί τους λαούς κτήμα του. Δεν γίναμε ανάξιοι της θυσίας σας. Δεν αφήσαμε τη λήθη να νικήσει.

Στην παρουσίαση του βιβλίου της Χρυσάνθης Καραγιαννίδου, «Τα Σέρβια – Βυζαντινή Κατροπολιτεία – Μαρτυρική πόλη της Ελλάδας», μου δόθηκε η τιμή να πω δυο λόγια και θυμήθηκα ξανά από πού κρατά η σκούφια μας:

Ο Καζαντζάκης κλείνει την Εισαγωγή της Οδύσσειας, πριν μπει στην πρώτη ραψωδία, λέγοντας:

«Όρτσα! τις έρμες πίκρες όξω νου, τρουλώσετε τα αφτιά σας

τα πάθη και τα βάσανα θα πω του ξακουστού Δυσσέα!»

Μου πήρε καιρό να καταλάβω, κάτι που δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη τότε, όταν τη διδασκόμασταν στο σχολείο: ότι τελικά η Οδύσσεια δεν ήταν ιστορία, αλλά προφητεία!

Διότι τούτος ήταν τελικά ο πολύπικρος, ο πολυδάκρυτος και ξακουστός Δυσσέας:

Ο Λαός μας,

ο πολυμήχανος, ο πολύβουλος και πολύτροπος Ελληνισμός, όλοι εμείς, ως συνειδησιακή συλλογική οντότητα, η προσωποποίηση, δηλαδή, της συλλογικής μας συνείδησης, σε μια ιστορική γραμμή με μνηστήρες ή φασίστες κατακτητές.

Με πάθη, ναι, όπως μας λέει ο ποιητής, αλλά και με ηρωισμό. Με ηρωισμό, για μια ζωή με αξιοπρέπεια και με την υπενθύμιση πάντα ότι δεν έχουμε το δικαίωμα να είμαστε πεσμένοι, με όρθια τα πεθαμένα μας.

Κι αν η ιστορία είναι σκληρή στα παζάρια της και διαπραγματεύεται σκληρά, έρχεται η στιγμή και πληρώνεται πάντα στην ώρα της.

Μία μόνο υποχρέωση έχουμε, να τους πούμε: των αρχαίων, κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Κτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από τη μεγάλη πίεση του ήλιου.

Χρόνια πολλά Σέρβια!

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Η Ινδία χτίζει το μέλλον χωρίς να εγκαταλείπει το παρελθόν της – Το αναπτυξιακό μοντέλο που συνδυάζει παράδοση, τεχνολογία και οικονομική ισχύ

Από το εμβληματικό Ταζ Μαχάλ και την ιστορική κληρονομιά της Άγκρα μέχρι το Χρηματιστήριο της Βομβάης και την ψηφιακή επανάσταση στις πληρωμές, η Ινδία επιχειρεί να διαμορφώσει ένα αναπτυξιακό μοντέλο που συνδυάζει την πολιτιστική της ταυτότητα με την τεχνολογική πρόοδο. Δημοσιογραφική αποστολή με συμμετοχή εκπροσώπων 19 χωρών ανέδειξε τις διαφορετικές πτυχές της ινδικής ανάπτυξης, την εκρηκτική διεύρυνση των χρηματοπιστωτικών αγορών, τον εκσυγχρονισμό των πόλεων και τη διεθνή επιρροή της κινηματογραφικής βιομηχανίας του Bollywood.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια διαφορετική εικόνα της σύγχρονης Ινδίας, πέρα από τις παραδοσιακές γεωπολιτικές και διπλωματικές αναλύσεις, παρουσιάζει εκτενές δημοσίευμα του κρατικού ειδησεογραφικού πρακτορείου της Νιγηρίας, News Agency of Nigeria (NAN), στις 8 Οκτωβρίου 2026.

Το ρεπορτάζ της Sarafina Christopher αποτυπώνει την εμπειρία δεκαήμερης δημοσιογραφικής αποστολής, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 9 έως τις 18 Σεπτεμβρίου, με πρωτοβουλία του υπουργείου Εξωτερικών της Ινδίας.

Στο πρόγραμμα συμμετείχαν δημοσιογράφοι και στελέχη μέσων ενημέρωσης από 19 χώρες της Αφρικής, της Ασίας, της Ευρώπης, της Μέσης Ανατολής και της Λατινικής Αμερικής.

Ανάμεσά τους βρίσκονταν η Κίνα, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Νότια Αφρική, η Ινδονησία, το Ιράν και η Νιγηρία.

Η αποστολή περιλάμβανε επισκέψεις σε ιστορικά μνημεία, σημαντικές οικονομικές υποδομές, οργανισμούς ψηφιακής τεχνολογίας και εγκαταστάσεις της ινδικής κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Το κεντρικό ερώτημα που αναδείχθηκε ήταν πώς μια χώρα με πολιτιστική ιστορία χιλιάδων ετών μπορεί να διατηρήσει την ταυτότητά της, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκει τον τεχνολογικό και οικονομικό εκσυγχρονισμό της.

Ταζ Μαχάλ: Η ιστορική κληρονομιά ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας

UNESCO declares 12 Maratha Forts as World Heritage Sites: Here's all you need to know | GQ India

Πρώτος σημαντικός σταθμός της δημοσιογραφικής αποστολής ήταν η Άγκρα, μία από τις ιστορικότερες πόλεις της Ινδίας, όπου βρίσκεται το Ταζ Μαχάλ.

Το επιβλητικό μαυσωλείο, που κατασκευάστηκε με εντολή του Μογγόλου αυτοκράτορα Σαχ Τζαχάν στη μνήμη της συζύγου του Μουμτάζ Μαχάλ, αποτελεί ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα μνημεία στον κόσμο.

Πέρα από την ιστορική και αρχιτεκτονική του αξία, το Ταζ Μαχάλ λειτουργεί ως σημαντικό στοιχείο της διεθνούς πολιτιστικής ταυτότητας της Ινδίας.

Η Νοτιοαφρικανή δημοσιογράφος Fawzia Moodley συνέδεσε την επίσκεψη στο μνημείο με μια ευρύτερη συζήτηση για την αγάπη, την προσφορά και τις θυσίες που μπορούν να αφήσουν διαχρονικό αποτύπωμα στις κοινωνίες.

Η επίσκεψη στο κοντινό Φρούριο της Άγκρα ανέδειξε επίσης την ιστορική συνέχεια της ινδικής αρχιτεκτονικής παράδοσης.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η οργανωμένη προστασία και ανάδειξη των συγκεκριμένων μνημείων δείχνει πώς η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να αποτελέσει τόσο στοιχείο εθνικής αυτογνωσίας όσο και σημαντικό εργαλείο διεθνούς προβολής.

Βομβάη: Η πρόκληση του εκσυγχρονισμού μιας μεγαλούπολης

Mumbai Photos [27 Pics] | I Like To Waste My Time

Η επόμενη φάση της αποστολής πραγματοποιήθηκε στη Βομβάη, τη σημαντικότερη χρηματοοικονομική μητρόπολη της Ινδίας.

Οι επισκέπτες είχαν την ευκαιρία να ενημερωθούν για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει μια ιδιαίτερα πυκνοκατοικημένη παράκτια πόλη, όπως οι πλημμύρες, οι κυκλώνες, οι σεισμοί και οι κατολισθήσεις.

Κατά την επίσκεψή τους στον Δημοτικό Οργανισμό της Βομβάης, Brihanmumbai Municipal Corporation, οι δημοσιογράφοι πληροφορήθηκαν ότι οι νέες κατασκευές ενσωματώνουν χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας απέναντι σε φυσικές καταστροφές.

Οι υπεύθυνοι της τοπικής αυτοδιοίκησης ανέδειξαν τη σημασία του σχεδιασμού κτιρίων και υποδομών ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες της περιοχής.

Παράλληλα, παρουσιάστηκαν οι μηχανισμοί πολιτικής προστασίας, οι περιπολίες της αστυνομίας σε ευάλωτες περιοχές, οι ναυαγοσώστες και οι υπηρεσίες αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συνεργασία με το Πολεμικό Ναυτικό και την Ακτοφυλακή της Ινδίας, όταν απαιτείται πρόσθετη υποστήριξη.

Όπως προκύπτει από την παρουσίαση, η ανθεκτικότητα των πόλεων δεν περιορίζεται στην κατασκευή ισχυρότερων κτιρίων, αλλά περιλαμβάνει τον συντονισμό των κρατικών υπηρεσιών και την προετοιμασία για σύνθετες κρίσεις.

Το Χρηματιστήριο της Βομβάης και η εκρηκτική ανάπτυξη των επενδύσεων

Stock Market Opening March 14: Indices Continue To Bleed; Sensex At 72,655.22 & Nifty At 21,949.50, Reliance Gains, Airtel Slumps

Ένας από τους σημαντικότερους σταθμούς της επίσκεψης ήταν το Χρηματιστήριο της Βομβάης (Bombay Stock Exchange – BSE).

Ο διευθύνων σύμβουλος του χρηματιστηρίου, Sundararaman Ramamurthy, παρουσίασε την ιστορική εξέλιξη του οργανισμού, ο οποίος ξεκίνησε από άτυπες συναλλαγές χρηματιστών κάτω από ένα δέντρο banyan.

Σταδιακά δημιουργήθηκε η Native Share and Stock Brokers Association, από την οποία προέκυψε το σύγχρονο χρηματιστήριο.

Η μετάβαση από τις παραδοσιακές χρηματιστηριακές συναλλαγές στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες αποτυπώνει, σύμφωνα με τον Ramamurthy, τη γενικότερη τεχνολογική μεταμόρφωση της ινδικής οικονομίας.

Οι συναλλαγές που κάποτε πραγματοποιούνταν με φωνές και χειρονομίες στον χώρο του χρηματιστηρίου μεταφέρθηκαν αρχικά στα γραφεία των χρηματιστών, στη συνέχεια στους προσωπικούς υπολογιστές και πλέον στα κινητά τηλέφωνα.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε ένα αριθμητικό στοιχείο: σύμφωνα με τον επικεφαλής του BSE, η ινδική κεφαλαιαγορά διαθέτει περισσότερους από 260 εκατομμύρια μοναδικούς επενδυτικούς λογαριασμούς.

Ο αριθμός καταδεικνύει το τεράστιο μέγεθος της χρηματοπιστωτικής αγοράς της Ινδίας και τη δυνατότητά της να κινητοποιεί εγχώριους οικονομικούς πόρους.

Ο Ramamurthy χαρακτήρισε το χρηματιστήριο «ναό της εμπιστοσύνης», υπογραμμίζοντας τη σημασία της διαφάνειας, της εποπτείας και της αξιοπιστίας των θεσμών.

Η ανάπτυξη των κεφαλαιαγορών έχει ιδιαίτερη σημασία για τη χρηματοδότηση παραγωγικών επενδύσεων, καθώς επιτρέπει τη διοχέτευση αποταμιεύσεων προς επιχειρήσεις και οικονομικές δραστηριότητες.

Ψηφιακή επανάσταση: 24,5 δισεκατομμύρια συναλλαγές σε έναν μήνα

UPI Lite vs Normal UPI: Small Payment Guide

Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του ινδικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Κατά την επίσκεψη στην National Payments Corporation of India (NPCI), οι δημοσιογράφοι ενημερώθηκαν για το Unified Payments Interface (UPI), το σύστημα που έχει μεταμορφώσει τις καθημερινές ηλεκτρονικές πληρωμές.

Το UPI επιτρέπει τη μεταφορά χρημάτων μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών μέσω διαφορετικών εφαρμογών, χωρίς ο χρήστης να περιορίζεται σε μία συγκεκριμένη τραπεζική πλατφόρμα.

Το βασικό πλεονέκτημα του συστήματος είναι η διαλειτουργικότητα μεταξύ τραπεζών, εφαρμογών και παρόχων υπηρεσιών πληρωμών.

Σύμφωνα με τη Sonal Asnani, επικεφαλής της NPCI International Payments Limited για την περιοχή Ασίας–Ειρηνικού, αυτή η αρχιτεκτονική αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες της επιτυχίας του συστήματος.

UPI – ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2026

24,5 δισ.+

Συναλλαγές μέσα σε έναν μήνα

752

Συμμετέχουσες τράπεζες

Στοιχεία NPCI που παρατίθενται στο δημοσίευμα του News Agency of Nigeria.

Το μέγεθος των συναλλαγών αναδεικνύει την ταχύτητα με την οποία οι ψηφιακές υποδομές έχουν ενσωματωθεί στην καθημερινή οικονομική δραστηριότητα.

Το μοντέλο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για άλλες αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς επιτρέπει τη δημιουργία κοινών υποδομών πληρωμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από διαφορετικούς φορείς.

Παράλληλα, η διεθνής επέκταση του UPI αποτελεί έναν πρόσθετο τομέα τεχνολογικής και οικονομικής εξωστρέφειας για την Ινδία.

Bollywood: Η κινηματογραφική βιομηχανία ως εργαλείο ήπιας ισχύος

Η δημοσιογραφική αποστολή ολοκληρώθηκε με την επίσκεψη στις εγκαταστάσεις του Film City, όπου αναδείχθηκε ο ρόλος της ινδικής κινηματογραφικής βιομηχανίας στην πολιτιστική και οικονομική παρουσία της χώρας.

Το Bollywood αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αξιοποίησης της πολιτιστικής παραγωγής ως μέσου διεθνούς επιρροής.

Οι ινδικές κινηματογραφικές παραγωγές έχουν αποκτήσει κοινό σε πολλές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής, μεταφέροντας στοιχεία της ινδικής γλώσσας, μουσικής, μόδας και κουλτούρας.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η συζήτηση για τις σχέσεις της ινδικής κινηματογραφικής βιομηχανίας με το Nollywood της Νιγηρίας.

Η Νιγηριανή υπουργός Τέχνης, Πολιτισμού, Τουρισμού και Δημιουργικής Οικονομίας Hannatu Musawa έχει χαρακτηρίσει τις δύο κινηματογραφικές βιομηχανίες γέφυρες πολιτιστικής επικοινωνίας.

Οι προοπτικές συνεργασίας περιλαμβάνουν κοινές παραγωγές, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, κινηματογραφικά φεστιβάλ και δίκτυα διανομής.

Η περίπτωση του Bollywood δείχνει ότι η πολιτιστική βιομηχανία δεν αποτελεί μόνο οικονομική δραστηριότητα, αλλά και μηχανισμό ενίσχυσης της διεθνούς αναγνωρισιμότητας μιας χώρας.

Το γεωπολιτικό μήνυμα: Παράδοση και τεχνολογική ανάπτυξη ως στοιχεία εθνικής ισχύος

Η δημοσιογραφική αποστολή πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του ινδικού υπουργείου Εξωτερικών, γεγονός που αναδεικνύει και τη διάσταση της δημόσιας διπλωματίας.

Η Ινδία επιδιώκει να παρουσιάσει στο διεθνές ακροατήριο μια εικόνα χώρας που δεν περιορίζεται στον ρόλο της μεγάλης περιφερειακής δύναμης, αλλά επενδύει συστηματικά στην οικονομία, στις τεχνολογικές υποδομές και στον πολιτισμό.

Η επιλογή των σταθμών της αποστολής δεν είναι τυχαία από επικοινωνιακή άποψη.

Η Άγκρα ανέδειξε τη σημασία της ιστορικής κληρονομιάς. Η Βομβάη παρουσίασε τις προκλήσεις της σύγχρονης αστικής ανάπτυξης. Το χρηματιστήριο BSE ανέδειξε την ανάπτυξη των χρηματοπιστωτικών θεσμών, ενώ το NPCI παρουσίασε την τεχνολογική υποδομή που υποστηρίζει εκατομμύρια οικονομικές συναλλαγές.

Τέλος, το Bollywood αποτύπωσε τη δυνατότητα της χώρας να ασκεί πολιτιστική επιρροή πέρα από τα γεωγραφικά της σύνορα.

Από γεωπολιτική σκοπιά, η συγκεκριμένη προσέγγιση συνδέεται με τη φιλοδοξία της Ινδίας να ενισχύσει το διεθνές της αποτύπωμα, αξιοποιώντας όχι μόνο τη στρατιωτική και οικονομική της ισχύ αλλά και την τεχνολογία, τον πολιτισμό και την ιστορική της ταυτότητα.

Η παρουσία δημοσιογράφων από 19 χώρες, μεταξύ των οποίων η Κίνα, η Ρωσία, το Ιράν και η Σαουδική Αραβία, καταδεικνύει την προσπάθεια του Νέου Δελχί να απευθυνθεί σε ένα ευρύ και γεωπολιτικά διαφοροποιημένο διεθνές ακροατήριο.

Η Ινδία επιχειρεί να παρουσιάσει ένα μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο η ιστορική κληρονομιά δεν αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό, αλλά ως στοιχείο που μπορεί να συνυπάρχει με την τεχνολογική πρόοδο.

Το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύεται από το ρεπορτάζ είναι ότι η Ινδία επιδιώκει να μετατρέψει την πολιτιστική της κληρονομιά, τις χρηματοπιστωτικές υποδομές και την ψηφιακή τεχνολογία σε συμπληρωματικούς πυλώνες της διεθνούς της παρουσίας.

Η εικόνα αυτή δεν αναιρεί τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα. Αποτυπώνει, όμως, την αναπτυξιακή αφήγηση που το Νέο Δελχί επιδιώκει να προβάλλει στο εξωτερικό.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

«Ρωμαίων Νόστος»: Ένα ταξίδι στις αλησμόνητες πατρίδες του Πόντου – Το νέο βιβλίο του Μιχάλη Αδαμίδη

Μια λογοτεχνική επιστροφή στις πατρογονικές εστίες, εκεί όπου οι μύθοι συναντούν την ιστορία και οι μνήμες των ξεριζωμένων Ελλήνων παραμένουν ζωντανές. Το ιστορικό μυθιστόρημα «Ρωμαίων Νόστος» του Μιχάλη Αδαμίδη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων, αποτελεί έναν φόρο τιμής στον Ποντιακό Ελληνισμό και στις γενιές που κουβάλησαν τον πόνο της προσφυγιάς.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Ένα ταξίδι στην ιστορία, τη μνήμη και την ελληνική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο επιχειρεί ο συγγραφέας και ζωγράφος Μιχάλης Αδαμίδης, μέσα από το νέο του ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Ρωμαίων Νόστος», το οποίο κυκλοφόρησε στις 19 Σεπτεμβρίου 2026 από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων.

Πρόκειται για ένα έργο που αντλεί την έμπνευσή του από τις οικογενειακές μνήμες του δημιουργού και, κυρίως, από τις αφηγήσεις των γονιών του, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βίαια την πατρίδα τους, τον Πόντο.

Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδύεται ο κόσμος του Εύξεινου Πόντου, μιας περιοχής άρρηκτα συνδεδεμένης με την ελληνική ιστορία, τη μυθολογία, τον πολιτισμό και την περιπέτεια του Ποντιακού Ελληνισμού.

Από τα Δαρδανέλια στη Σινώπη – Ένα ταξίδι στη γη των μύθων

Η αφήγηση μεταφέρει τον αναγνώστη σε ένα θαλασσινό ταξίδι μέσα από τα Δαρδανέλια και την Προποντίδα, με προορισμό τον Εύξεινο Πόντο.

Η θάλασσα, που στην αρχαιότητα χαρακτηριζόταν «Άξεινος» λόγω των κινδύνων και της αφιλόξενης φύσης της, μετατρέπεται στο σκηνικό μιας διαδρομής γεμάτης εικόνες, ήχους και έντονους συμβολισμούς.

Οι ταξιδιώτες διασχίζουν τα παράλια, αντικρίζοντας τις απόκρημνες βουνοπλαγιές, τα πυκνά δάση και τους ορμητικούς ποταμούς που καταλήγουν στη Μαύρη Θάλασσα.

Η περιγραφή του συγγραφέα αποτυπώνει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο τη στιγμή της άφιξης:

«Η Σινώπη απλωνόταν μπροστά τους! Εδώ άρχιζε ο Πόντος— η γη των μύθων και των ηρώων».

Η Σινώπη, μία από τις ιστορικές ελληνικές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, αποτελεί στην αφήγηση την πύλη εισόδου σε έναν τόπο με βαθιές ρίζες στον ελληνικό πολιτισμό.

Ένα βιβλίο αφιερωμένο σε όσους δεν γύρισαν ποτέ

Πέρα από τη λογοτεχνική του διάσταση, ο «Ρωμαίων Νόστος» έχει για τον δημιουργό του ιδιαίτερη συναισθηματική και οικογενειακή σημασία.

Οι ιστορίες των γονιών του για τη ζωή στον Πόντο και τον βίαιο αποχωρισμό από την πατρογονική γη αποτέλεσαν την αφετηρία για τη συγγραφή του.

Ο Μιχάλης Αδαμίδης επιχειρεί έτσι να διατηρήσει ζωντανές τις μνήμες μιας γενιάς που γνώρισε τον ξεριζωμό και να αποδώσει έναν προσωπικό φόρο τιμής στους προγόνους του.

Η αφιέρωση του έργου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς δεν περιορίζεται σε εκείνους που κατάφεραν να φτάσουν στην Ελλάδα. Περιλαμβάνει και όσους δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν αυτό το ταξίδι, αλλά και όσους δεν πρόλαβαν να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στην ελληνική γη.

Ο τίτλος «Ρωμαίων Νόστος» παραπέμπει στη διαχρονική σχέση των Ελλήνων του Πόντου με τη ρωμαίικη ταυτότητά τους και στην έννοια της επιστροφής, η οποία αποκτά ιδιαίτερο βάρος στην ιστορική εμπειρία του προσφυγικού Ελληνισμού.

Ποιος είναι ο Μιχάλης Αδαμίδης

Ο Μιχάλης Αδαμίδης γεννήθηκε το 1953 στους Γεωργιανούς Βέροιας και μεγάλωσε στην Αθήνα.

Από μικρή ηλικία εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις τέχνες και κυρίως για τη ζωγραφική. Σπούδασε σχέδιο και διακόσμηση στη Σχολή Δοξιάδη, ενώ παράλληλα μαθήτευσε δίπλα σε έμπειρους ζωγράφους, αποκτώντας γνώσεις γύρω από τα χρώματα, τα υλικά και τις τεχνικές της ζωγραφικής.

Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του πορείας συμμετείχε σε πολυάριθμες ομαδικές εκθέσεις. Τον Μάιο του 1997 πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στο Πνευματικό Κέντρο Παλαιού Φαλήρου.

Παράλληλα εργάστηκε επί είκοσι χρόνια στην αμερικανική αεροπορική εταιρεία TWA.

Με τον «Ρωμαίων Νόστο» στρέφεται στη συγγραφή, έχοντας ως βασικό ερέθισμα τις οικογενειακές αφηγήσεις και την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής μνήμης του Ποντιακού Ελληνισμού.

Τα στοιχεία της έκδοσης

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ινφογνώμων και είναι διαθέσιμο στην ελληνική γλώσσα.

Τίτλος Ρωμαίων Νόστος
Συγγραφέας Μιχάλης Αδαμίδης
Εκδόσεις Ινφογνώμων
Κατηγορία Ιστορικό μυθιστόρημα
Σελίδες 130
Ημερομηνία κυκλοφορίας 19 Σεπτεμβρίου 2026
ISBN 978-618-5970-26-0
Τιμή 13,50 ευρώ

Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα των εκδόσεων, www.infognomon.gr.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αθλητικά5 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις8 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ

Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές...

Διεθνή10 ώρες πριν

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον...

Δημοφιλή