Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Από το Στρατηγικό Βάθος στο στρατηγικό λάθος

Δημοσιεύτηκε στις

Όλες οι ανοικτές πληγές της Τουρκίας και οι χώρες με τις οποίες άνοιξε μέτωπα αντιπαράθεσης

Είναι η πρώτη φορά στη σύγχρονη τουλάχιστον Ιστορία, που η Τουρκία κατάφερε το ακατόρθωτο: να αποκτήσει τόσους πολλούς εχθρούς και αντιπάθειες από τρίτες χώρες. Ξεπερνώντας κάθε προσδοκία και ρεαλιστική εκτίμηση, η νεο-οθωμανική Τουρκία της ισλαμικής κυβέρνησης ΑΚΡ και Ερντογάν κέρδισε επάξια με το σπαθί της, την αντιπάθεια μεγάλης μερίδας δυτικών αλλά και αραβικών/μουσουλμανικών κρατών. Ελλάδα, Κύπρος, Γαλλία, Αυστρία, Αρμενία, Ισραήλ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αρμενία, Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος, μέχρι προσφάτως και η Ινδία, Κούρδοι αλλά και μεγάλο κομμάτι της ΕΕ και δυνάμεις εντός της Ουάσιγκτον δείχνουν να αντιλαμβάνονται και να ανησυχούν από τον αποσταθεροποιητικό ρόλο της κυβέρνησης Ερντογάν. Με καθεμιάν από τις πιο πάνω δυνάμεις η Τουρκία έχει σημεία τριβής και αντιπαραθέσεων, που μπορεί να πηγάζουν από διαφορετικά συμφέροντα και αιτίες, ωστόσο όλα συρρέουν σε μια κοίτη: H Oθωμανική Αυτοκρατορία που οραματίζεται να αναβιώσει o Ερντογάν, ενεργοποίησε αρνητικά αντανακλαστικά στους λαούς που διαθέτουν ακόμη ιστορική μνήμη και εθνική συνείδηση και δεν ξέχασαν τα μαύρα χρόνια της τουρκικής σκλαβιάς. Από το δόγμα των μηδενικών προβλημάτων του Αχμέτ Νταβούτογλου στο Στρατηγικό Βάθος, η σημερινή Τουρκία το μόνο που κατάφερε ήταν να βυθίσει την οικονομία της και να καταλήξει με «φιλίες» που ενδεχομένως να της δημιουργούν περισσότερα προβλήματα παρά να προσφέρουν λύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο κρίνεται κρίσιμη η χαρτογράφηση των χωρών με τις οποίες η Τουρκία έχει ανοικτούς λογαριασμούς.

Ελλάδα-Κύπρος

Η σημερινή αντιπαλότητα Τουρκίας – Ελλάδας και Κύπρου είναι ασφαλώς ριζωμένη αρκετούς αιώνες πριν, ήδη από την εποχή της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, για να συνεχιστεί στα 400 χρόνια οθωμανικής σκλαβιάς και τον μεγάλο Ξεσηκωμό του ’21, τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο, τη Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή το ’23 και την επιχείρηση Αττίλας στην Κύπρο το 1974. Η αντιπαλότητα για τις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου είναι το τελευταίο επεισόδιο αυτής της διένεξης.

Γαλλία

Η κλιμακούμενη αντιπαλότητα Τουρκίας – Γαλλίας αφορά ουσιαστικά την επικυριαρχία στην Ανατολική Μεσόγειο. Το κενό ισχύος που αφήνει η σταδιακή αποχώρηση των Αμερικανών, σε συνδυασμό με την ατονία των Βρετανών, άφησε περιθώριο σε τρίτες χώρες να διευρύνουν τη ζώνη επιρροής τους, με τη Ρωσία να εδραιώνει ναυτική παρουσία στη Συρία και την Τουρκία να βρίσκει ευκαιρία θαλάσσιας επέκτασης. Η Γαλλία διατηρούσε ανέκαθεν ζωτικά συμφέροντα στη Μεσόγειο, ειδικά με κράτη της Μέσης Ανατολής όσο και της Βόρειας και Υποσαχάριας Αφρικής. Η γαλλική αεροναυτική αναδίπλωση στην περιοχή και η σύναψη στρατιωτικών συμμαχιών με Κύπρο και Ελλάδα εντάσσεται στο πλαίσιο αναχαίτισης της προσπάθειας μετατροπής της Μεσογείου σε τουρκική λίμνη. Επιπλέον ο Μακρόν κεφαλαιοποιεί πολιτικές ψήφους στο εσωτερικό της Γαλλίας ανασηκώνοντας το ανάστημά του απέναντι στον Ερντογάν, ενώ στέλνει το μήνυμα στους υπόλοιπους Ευρωπαίους εταίρους ότι μπορεί η Γερμανία να είναι ο οικονομικός πνεύμονας της ηπείρου, αλλά το Παρίσι είναι ο αξιόπιστος στρατιωτικός βραχίονας, που έχει ρόλο να διαδραματίσει μετά το Brexit.

Ισραήλ

Οι σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας ήταν πάντα συνάρτηση των εξελίξεων τόσο στο αραβο-ισραηλινό μέτωπο όσο και στην ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη. Παρά τους παραδοσιακά καλούς εμπορικούς και πολιτικούς δεσμούς, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ του Ισραήλ και της Τουρκίας επιδεινώθηκαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΑΚP και της αντιφατικής στάσης του απέναντι στο Ισραήλ στον δεύτερο πόλεμο του Λιβάνου και τις πολιτικές του Ισραήλ στη Γάζα. Η ρήξη ήρθε με το περιστατικό του στολίσκου Μαβί Μαρμαρά το 2011 και, παρά τη μερική συμφιλίωση στα μέσα του 2016, ελάχιστα έχουν γίνει έκτοτε για επούλωση των πληγών. Μεταξύ των δυο χωρών εξακολουθούν να υπάρχουν τρομερά εμπόδια, κυρίως η βαθιά δυσπιστία μεταξύ της τρέχουσας πολιτικής ηγεσίας σε κάθε χώρα και θεμελιώδεις αποκλίσεις στο παλαιστινιακό ζήτημα και το καθεστώς της Ιερουσαλήμ. Οι προσπάθειες του Ισραήλ να επεκτείνει την αμυντική και ενεργειακή συνεργασία με την Κύπρο, την Ελλάδα και την Αίγυπτο ως αντίβαρο στην Τουρκία και υποστήριξη των Κούρδων τραυμάτισε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις των δυο χωρών. Το φλερτ της Άγκυρας με το Ιράν και η ανοιχτή υποστήριξη προς της Χαμάς οδήγησαν πρόσφατα το Τελ Αβίβ να προβάλει διεθνώς την άποψη ότι οι ενέργειες της Άγκυρας συνιστούν εξίσου μεγάλη απειλή για την εθνική ασφάλεια, όσο η στάση της Τεχεράνης.

Aίγυπτος

Μετά τις εξεγέρσεις στον αραβικό κόσμο το 2010 -τη λεγόμενη «Αραβική Άνοιξη»- η κυβέρνηση των ισλαμιστών της Άγκυρας υποστήριξε ανοιχτά τον προσκείμενο στη Μουσουλμανική Αδελφότητα Μοχάμεντ Μόρσι. Ωστόσο, μαζί με την απομάκρυνσή του μέσω στρατιωτικού πραξικοπήματος από τον στρατηγό Αμπντέλ φατάχ Αλ Σίσι, ανατράπηκαν και οι νεο-οθωμανικές ονειρώξεις του Ερντογάν, που έχασε σημαντικά πολιτικά ερίσματα στην αιγυπτιακή γεωπολιτική σκακιέρα. Η προσέγγιση αργότερα της κυβέρνησης Αλ Σίσι με την Κύπρο, Ελλάδα και Ισραήλ και η ίδρυση του East Med Gas Forum, που απέκλεισε την Άγκυρα από τις συζητήσεις με στόχο την εμπορική εκμετάλλευση των κοιτασμάτων στην Ανατολική Μεσόγειο, μεγάλωσε το χάσμα συμφερόντων. Η υπογραφή συμφωνίας μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας-Αιγύπτου εξόργισε ακόμη περισσότερο την Άγκυρα, που αποκάλυψε αυτήν την εβδομάδα ότι πρόσφεραν στο Κάιρο συμφωνία ΑΟΖ με μεγαλύτερα οφέλη, την οποία απέρριψαν.

Η Αίγυπτος την περασμένη εβδομάδα ζήτησε μια ενιαία και σταθερή αραβική πολιτική κατά της Τουρκίας μέσω στενότερης συνεργασίας μεταξύ των αραβικών κρατών. Ο Αιγύπτιος Υπουργός Εξωτερικών Sameh Shoukry δήλωσε στον Αραβικό Σύνδεσμο στις 9 Σεπτεμβρίου ότι οι κατάφωρες τουρκικές πρακτικές και παρεμβάσεις σε πολλές αραβικές χώρες είναι οι σημαντικότερες αναδυόμενες απειλές για την αραβική εθνική ασφάλεια. Είπε ότι η Τουρκία διευκολύνει την πρόσβαση δεκάδων χιλιάδων τρομοκρατών και μισθοφόρων στη Συρία, αναπτύσσοντας χιλιάδες μαχητές στη Λιβύη, που εκμεταλλεύονται τους πόρους των αραβικών λαών στο Ιράκ και τη Λιβύη μέσω παράνομων συμφωνιών.

Στην τελική του δήλωση στις 10 Σεπτεμβρίου, ο Αραβικός Σύνδεσμος κατήγγειλε τις τουρκικές παρεμβάσεις σε αραβικές χώρες (Συρία, Λιβύη και Ιράκ) και κάλεσε την τουρκική πλευρά «να μην παρεμβαίνει στις εσωτερικές υποθέσεις των αραβικών χωρών και να σταματήσει τις προκλητικές ενέργειές της που θα σαμποτάρουν την εμπιστοσύνη και θα αποτελέσουν απειλή για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της περιοχής». Το Κατάρ, η Λιβύη, η Σομαλία και το Τζιμπουτί, ωστόσο, απείχαν από την ψηφοφορία επί της δήλωσης.

Σαουδική Αραβία – ΗΑΕ – Μπαχρέιν

Η ένταση στις σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη μάχη για κυριαρχία στον Αραβικό κόσμο και στη Μέση Ανατολή.

Υποστηρίζοντας την «Αραβική Άνοιξη» και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, η Τουρκία ήλπιζε να υπονομεύσει τις μοναρχίες στις χώρες του Κόλπου. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι αποτελούν τη μεγάλη απειλή για τα καθεστώτα του Κόλπου και βρήκαν καταφύγιο και προστασία στην Τουρκία. Αυτήν τη βδομάδα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ δήλωσε ότι το Al Jazeera Media Network «είναι πράκτορας της κυβέρνησης του Κατάρ» και διέταξε όπως ο ειδησεογραφικός οργανισμός εγγραφεί ως ξένος πράκτορας. Σύμφωνα με αμερικανικά δημοσιεύματα, η εξέλιξη αυτή προέκυψε μετά από πιέσεις από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, η οποία έχει από καιρό δυσαρεστηθεί για την κριτική κάλυψη που λαμβάνει από το Al Jazeera ως εκφραστής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία την παρούσα χρονική συγκυρία, κατά την οποία υπογράφτηκε η συμφωνία ειρήνης Ισραήλ-ΗΑΕ-Μπαχρέιν με τις ευλογίες ΗΠΑ εν μέσω αντιδράσεων από την Τουρκία, που κατηγόρησε ουσιαστικά την κίνηση ως προδοσία του αγώνα των Παλαιστινίων.

Αυστρία

Η Αυστριακοί ποτέ δεν ξέχασαν ότι μετά την πτώση του Βυζαντίου (1453) οι Οθωμανοί πολιόρκησαν τα τείχη της Βιέννης το 1529, απειλώντας να εισβάλουν στη καρδιά της Ευρώπης. Οι φρικαλεότητες των Τούρκων έμειναν μέχρι σήμερα ανεξίτηλες στη μνήμη των Ευρωπαίων. Η νίκη των πολιορκημένων είχε ύψιστη σημασία για την Ευρώπη, διότι η επέκταση των Τούρκων αναχαιτίστηκε για ενάμιση αιώνα, μέχρι που ξαναεμφανίστηκαν. Μετά τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας από τον Ερντογάν, τη Λιβύη και την εισβολή στο Βόρειο Ιράκ, σημείωσε πως «απλώς η Τουρκία δεν είναι αξιόπιστος εταίρος της Ευρώπης». Η Αυστρία είναι μια από τις χώρες που τάσσεται υπέρ της διακοπής των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία. Κατηγορεί την Άγκυρα ότι βρίσκεται πίσω από επιθέσεις κατά Κούρδων διαδηλωτών στη Βιέννη, ενώ κλείνει τζαμιά και απελαύνει ιμάμηδες, τους οποίους κατηγορεί για κατασκοπία. Σημείο τριβής μεταξύ των δυο χωρών αποτελεί και το μεταναστευτικό, για το οποίο η Αυστρία έχει ιδιαίτερες ευαισθησίες.

Ινδία

Το μακρύ ισλαμικό χέρι της Τουρκίας φθάνει μέχρι την Ινδία, αφού, σύμφωνα με ινδικές εκθέσεις, η Άγκυρα φέρεται να βρίσκεται πίσω από τις προσπάθειες δημιουργίας πυρήνων ισλαμιστών στη χώρα. Η προσπάθεια της Τουρκίας να επεκτείνει την επιρροή της στους μουσουλμάνους της νοτιοανατολικής Ασίας εντάσσεται στο πλαίσιο του ανταγωνισμού της με τη Σαουδική Αραβία για την ηγεμονία του ισλαμικού κόσμου. Η κυβέρνηση Ερντογάν χρηματοδοτεί επίσης θρησκευτικά σχολεία στην Ινδία και στρατολογεί φονταμενταλιστές με σκοπό να ριζοσπαστικοποιούν άλλους. Άλλη μια ανησυχία των ινδικών Αρχών εντοπίζεται στον νότο και συγκεκριμένα στο παράκτιο κρατίδιο Κεράλα, όπου μια ακραία ισλαμιστική οργάνωση χρηματοδοτείται εδώ και αρκετό καιρό από την Τουρκία και το Κατάρ. Αναφέρεται, επίσης, πως η Τουρκία και το Πακιστάν, μέσω Κατάρ, χρηματοδοτούν τον ιεροκήρυκα Zakir Naik, ο οποίος κατηγορείται για ριζοσπαστικοποίηση των μουσουλμάνων. H Πρεσβεία της Τουρκίας στο Νέο Δελχί σφυρηλατεί συμμαχίες με ινδικές ΜΚΟ και υπογραμμίζει ότι «Ινδοί ακτιβιστές που υπηρετούν την ατζέντα της Άγκυρας στέλνονται ολοένα και περισσότερο στην Τουρκία για ταξίδια έκθεσης (“exposure trips”) στη χώρα και ενθαρρύνονται να μιλούν κατά της Ινδίας». Οι στενές στρατιωτικές/οικονομικές σχέσεις της Τουρκίας με το Πακιστάν και η υποστήριξη για το θέμα του Κασμίρ είναι ακόμη μια σοβαρή εστία έντασης μεταξύ των δυο χωρών.

Αρμενία

H Tουρκία δυσαρεστήθηκε για τη στήριξη της Αρμενίας σε Κύπρο και Ελλάδα όσον αφορά τα δικαιώματά τους στην Ανατολική Μεσόγειο και τις καταγγελίες κατά των παράτυπων ενεργειών της Άγκυρας. Τούρκοι και Αρμένιοι έχουν ανοικτούς λογαριασμούς εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, εκμεταλλευόμενοι αυτήν την έκρυθμη κατάσταση, οι φανατισμένοι Νεότουρκοι εφάρμοσαν το ανόσιο σχέδιο αφανισμού του χριστιανικού λαού των Αρμενίων, τους οποίους, μαζί με τους Έλληνες και τους Ασσύριους, εκλάμβαναν ως εμπόδιο στο φιλόδοξο όραμά τους για τη δημιουργία μιας παντουρανικής υπεραυτοκρατορίας από τα Βαλκάνια μέχρι τη Σιβηρία, με αποκλειστικά τουρκικής καταγωγής λαούς. Η Αρμενική Γενοκτονία και η άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει το έγκλημα αυτό κατά της ανθρωπότητας, αποτελεί το πιο σοβαρό αγκάθι στις σχέσεις των δύο. Πρόσφατα το Αζερμπαϊτζάν και η Αρμενία κατηγόρησαν ο ένας τον άλλον ότι παραβίασαν την εύθραυστη εκεχειρία κατά μήκος των συνόρων τους με τα αιματηρά επεισόδια να διαρκούν μέρες. Η Τουρκία ήταν από τις πρώτες χώρες που στήριξαν τις επιθέσεις των Αζέρων κατά θέσεων των Αρμενίων. Το Αζερμπαϊτζάν στηρίζει από την πλευρά του «με αποφασιστικότητα τις δραστηριότητες της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο», αναφέρει ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών της χώρας. Οι δυο χώρες πραγματοποιούν από κοινού στρατιωτικές ασκήσεις, γεγονός που ανησυχεί τους Αρμενίους, οι οποίοι δεν ξέχασαν ποτέ την τουρκική βαρβαρότητα.

Κλείνουν το μάτι σε Κίνα

Εκτός από τις προαναφερθείσες χώρες, απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν τρέφουν αντιπάθειες και μίσος κι άλλες ομάδες χωρών, όπως οι Κούρδοι, που διεξάγουν έναν μακροχρόνιο αγώνα αυτοδιάθεσης. Επίσης οι Σύροι του Μπασάρ Αλ Άσαντ και μεγάλες ομάδες πληθυσμού στον Λίβανο και τη Λιβύη, ακόμα και σε παραδοσιακά φιλοτουρκικές χώρες, όπως η Γερμανία, αρχίζουν πλέον να συνειδητοποιούν ότι το μοντέλο της Τουρκίας, το οποίο ήλπιζαν να εφαρμόσουν σε άλλες μουσουλμανικές χώρες, ανήκει πια στη σφαίρα της φαντασίας. Η ανάλυση του Foreign Affairs αυτήν την εβδομάδα, ότι ο Ερντογάν μετατρέπει την Τουρκία σε Κράτος-Πελάτη της Κίνας, ανοίγει ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο, που αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές σε κύκλους των ΗΠΑ, οι οποίοι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την ανάγκη αλλαγής προσέγγισης των σχέσεων με την Τουρκία του ΑΚΡ.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή