Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γερμανία-Τουρκία: Σύμμαχοι διαχρονικά, Εταίροι και στον 21ο αιώνα;

Δημοσιεύτηκε στις

Ο στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς, αρχιστράτηγος του στρατού των Νεοτούρκων, με τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο ρόλος των Γερμανών στη γενοκτονία των χριστιανικών λαών της Ανατολίας ήταν καθοριστικός!

Του Κωνσταντίνου Θ. Λαμπρόπουλου

Η περίφημη, ειδική και άρρηκτη σχέση μεταξύ Βερολίνου και Άγκυρας, δύναται να ειδωθεί υπό το πρίσμα της ανοικτής εταιρικής σχέσης, όπως αυτή εννοείται κατά την ουδέτερη γερμανική οπτική της Offene Handelsgesellschaft. Όπερ μεθερμηνευόμενον, αφενός δεν υπεισέρχεται σε αυτή κανενός είδους συναισθηματική προσέγγιση, αφετέρου οι δύο συμμετέχοντες διασφαλίζουν τα συμφέροντά τους επ’ αμοιβαία ωφελεία.

Αποτελεί παράδοξο εξαιτίας του διαφορετικού πολιτισμικού υποβάθρου, πλην όμως αναντίρρητη παραδοχή, πως η πολυκύμαντη εταιρική σχέση Γερμανίας-Τουρκίας, εμπίπτει στις λεγόμενες συνέχειες της εξωτερικής πολιτικής (the continuity factor in foreign policy,) εδραζόμενη σε γεωοικονομικές και γεωπολιτικές παραμέτρους, αφορώντας μια μακρά ιστορική διαδρομή, που εκκινεί από την Συνθήκη Ειρήνης του 1761, συναφθείσα υπό του Βασιλείου της Πρωσσίας και της Υψηλής Πύλης, πρωτοστατούντων του Φρειδερίκου του Μεγάλου και του Σουλτάνου Μουσταφά του Τρίτου.

Εξ υπαρχής, η εταιρική σχέση υπήρξε ετεροβαρής υπέρ της πρωσσικής –μετέπειτα – γερμανικής πλευράς, καθώς η προηγμένη ηπειρωτική ευρωπαϊκή δύναμη, μετά την ενοποίηση στα τέλη του 19ου αιώνος αποτέλεσε πόλο έλξης και ακολουθητέο παράδειγμα για την παρακμάζουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία επιδόθηκε σε αθρόες εισαγωγές γερμανικών εξειδικευμένων μηχανημάτων που αφορούσαν την αγροτική παραγωγή, ενώ οι τουρκικές εισαγωγές γερμανικού πολεμικού υλικού αυξάνονταν σημαντικά.

Η γερμανική πλευρά αντιστοίχως, στο πλαίσιο ανάδειξής της ως Μεγάλη Δύναμη Παγκόσμιας Εμβέλειας τον 19ο ως τα μέσα του 20ου αιώνα, θεωρούσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως συμπληρωματικό οικονομικό χώρο (Wirtschaftlicher Ergänzungsraum) προς τον μείζονα ευρωπαϊκό (Europäischer Grossraum).

Ως εκ τούτου, διευκόλυνε σημαντικά την εισαγωγή των τουρκικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά με αντάλλαγμα την γερμανική οικονομική διείσδυση και επιρροή στον Μεσανατολικό Χώρο. Παράλληλα η Οθωμανική Αυτοκρατορία ενετάχθη στον γερμανικό στρατηγικό σχεδιασμό ως παράγοντας ανάσχεσης των βρετανικών, γαλλικών και ρωσικών γεωστρατηγικών επιδιώξεων στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, την Βόρειο Αφρική και την Μεσόγειο.

Η ανωτέρω γεωπολιτική επιδίωξη της Αυτοκρατορικής Γερμανίας, καθώς συνέκλινε με τα γεωστρατηγικά συμφέροντα της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό την ηγεσία της τριανδρίας των Νεοτούρκων, η οποία αναζητούσε ” επεκτατικό παράθυρο ευκαιρίας” για να αναπληρώσει το χαμένο οθωμανικό κύρος προς βορειοανατολικά, σφυρηλάτησε έτι περαιτέρω την άρρηκτη σχέση μεταξύ των δύο εταίρων, ώστε η Οθωμανική Αυτοκρατορία να συνταχθεί ως στρατιωτικός σύμμαχος στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πολυετής και αδιάλειπτη γερμανική στήριξη που έλαβε η Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το 1871 έως το 1914, μεταφράστηκε σε γενναία οικονομική βοήθεια και παροχή άφθονου στρατιωτικού υλικού, ενώ ο αποδυναμωμένος Οθωμανικός Στρατός, εκπαιδεύθηκε υπό την επίβλεψη σημαινόντων Γερμανών Αξιωματικών (Φον ντερ Γκολτς, Λίμαν Φον Σάντερς ).

Την περίοδο του Μεσοπολέμου, η γερμανική-ναζιστική προσέγγιση ως προς την Τουρκία και τον συμπληρωματικό οικονομικό χώρο, ήταν κατεξοχήν γεωοικονομική, καθώς περιελάμβανε την λογική του αξιόπιστου εμπορικού εταίρου (ehrlicher partner), αποσκοπώντας αφενός στην ενίσχυση των αναπτυξιακών τάσεων της γερμανικής προηγμένης εξαγωγικής βιομηχανίας και την περαιτέρω οικονομική αλληλεξάρτηση, αφετέρου στόχευε στην αποδυνάμωση τοιουτοτρόπως της επιρροής των Δυτικών Ναυτικών Δυνάμεων Αγγλίας και Γαλλίας.

Συνεπεία αυτού, και της υψίστης ναζιστικής γεωπολιτικής προτεραιότητας της Πορείας προς Ανατολάς (Drang nach Osten), η ναζιστική Γερμανία, “επέτρεψε” την ουδετερότητα του τουρκικού κράτους επ’ ωφελεία αμφοτέρων, καθώς ανθούσαν απρόσκοπτα οι διμερείς εμπορικές σχέσεις ιδίως ως το 1939.

Κατ’ αυτήν την περίοδο, η Γερμανία προμηθευόταν τεράστιες ποσότητες χρωμίου απ’ την Τουρκία, ένα άκρως απαραίτητο μέταλλο για την απρόσκοπτη ανάπτυξη της πολεμικής της βιομηχανίας, ενώ η Τουρκία έβαινε διαρκώς εξαρτώμενη από τις γερμανικές εξαγωγές βιομηχανικών υλικών και προϊόντων, οι οποίες έφθασαν τα 94 εκατομμύρια μάρκα μόνο το έτος 1938.

Η αντίστοιχη προσέγγιση του πρώιμου κεμαλικού καθεστώτος, συνοψίζεται στην περίφημη πολιτική του Επιτήδειου Ουδέτερου που αφορούσε εν προκειμένω, την μείωση της πολιτικής εξάρτησης της χώρας από την Γερμανία από τον φόβο βρετανικών αντιποίνων.

Εντούτοις παρά τις σημαντικές τριβές που ακολούθησαν και έθεσαν σε κίνδυνο την εταιρική σχέση αμφοτέρων των πλευρών, το τουρκικό καθεστώς συνέχισε την “ιδιότυπη” ουδετερότητα τροφοδοτώντας παράλληλα με πρώτες ύλες την γερμανική βιομηχανία, υπογράφοντας και Σύμφωνο Φιλίας εν μέσω Πολέμου το 1941, υπογραφέν εκ των Φραντς Φον Πάπεν και Σουκρού Σαράτσογλου.

Η σαφής προτίμηση έναντι της Ναζιστικής Γερμανίας εδραζόταν σε ιδεολογικοπολιτικούς λόγους αφενός στο παρεμφερές στρατοκρατικό και αυταρχικό κοινωνικοπολιτικό πρόταγμα Κεμαλισμού-Ναζισμού και αφετέρου στην πεποίθηση πως απαιτείται η εξαίρεση της Γερμανίας από το κάδρο του υφέρποντος και υπαρκτού Αντιδυτικισμού, ο οποίος ενισχυόταν μέσω του Συνδρόμου των Σεβρών που αναφερόταν στις δυτικές δυνάμεις που διέλυσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήτοι τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία.

Η αδιατάρακτη ιδιότυπη συμμαχία μεταξύ της ευρωπαϊκής Γερμανίας και της ευρασιατικής Τουρκίας, έλαβε μεγαλύτερες διαστάσεις την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όπου η Ομοσπονδιακή Γερμανία λειτούργησε ως μέντορας της Τουρκίας, μέσω της δικής της Πρόσδεσης στις Ευρατλαντικές δομές και νόρμες (Westbindung), εισάγοντάς την στο ευρωατλαντικό πλαίσιο, ενδυναμώνοντας τους ήδη υπάρχοντες δεσμούς στο επίπεδο της πολιτικοστρατιωτικής συνεργασίας. Καθ ‘όλο το διάστημα του Ψυχρού Πολέμου, οι δύο χώρες απολάμβαναν ένα διαρκώς αναπτυσσόμενο πλαίσιο πολιτικο-οικονομικής συνεργασίας υπό την νατοϊκή ομπρέλλα ασφαλείας.

Η πρώιμη Μεταψυχροπολεμική Εποχή και η διάλυση της ΕΣΣΔ, έφερε στο γεωπολιτικό προσκήνιο τους δύο διαχρονικούς εταίρους, οι οποίοι αναζητούσαν νέο ρόλο στο διεθνές σύστημα, η Γερμανία ως Πολιτειακή Δύναμη, βασική ατμομηχανή του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και ισχυρότατος γεωοικονομικός παράγων μετά την Επανένωση και η μιλιταριστική, εμπνεόμενη απ’ την τουρκο-ισλαμική σύνθεση, μεταβατική Τουρκία, απαλλαγμένη από την σοβιετική απειλή.
Στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης νατοϊκής αναγκαιότητας να διατηρηθεί η τουρκική πρόσδεση στο άρμα της Δύσης, η Γερμανία μέσω της Σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ λειτούργησε ως “μεσίτης” (Makler), προμαχώντας υπέρ της ευρωπαϊκής προοπτικής της Άγκυρας και του δυνητικού εξευρωπαϊσμού- εκδημοκρατισμού της.

Υποτιμώντας πλήρως τις διεργασίες εσωτερικού μετασχηματισμού της Τουρκίας,που λάμβαναν χώρα, η γερμανική πολιτική ελίτ επένδυσε σε περαιτέρω εμβάθυνση των γερμανοτουρκικών σχέσεων στο πλαίσιο της δυναμικής της οικονομικής αλληλεξάρτησης και της “κοινωνικοποίησης δρώντων” βάσει του Φιλελεύθερου Προτύπου υπό συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο, της γερμανικής εκδοχής του Ordnung –Liberalismus.

Η ανάδυση της αναθεωρητικής αυταρχικής αντιδυτικής και ισλαμιστικής-Φονταμενταλιστικής Τουρκίας, κλόνισε την πολιτική τάξη της Γερμανίας ενώ οι διαρκείς παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα το 2016 και η απόπειρα τουρκικής εμπλοκής στα γερμανικά και ευρωπαϊκά δρώμενα μέσω υβριδικών μεθόδων επιρροής, έστρεψε την γερμανική κοινή γνώμη συντριπτικά εναντίον της Τουρκίας, και προσανατόλισε την γερμανική ιθύνουσα τάξη στον ενταφιασμό της ευρωπαϊκής προοπτικής της Άγκυρας.

Η σταδιακή επιστροφή του ρεαλισμού στη γερμανική πολιτική σκηνή παράλληλα με την αλληλεπίδραση των πεδίων εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής προδιαγράφουν ένα πραγματιστικό εταιρικό πλαίσιο μεταξύ Γερμανίας-Τουρκίας για την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Στον αναδυόμενο ρευστό και υβριδικό πολυπολικό κόσμο του 21ου αιώνα, τόσο η Γερμανία όσο και η Νέο-Οθωμανική Τουρκία προβάλλουν ηγεμονικές επιδιώξεις είτε ήπιας (Γερμανία), είτε σκληρής μορφής (Τουρκία).

Και οι δύο χώρες ενστερνίζονται, στο πλαίσιο του προσδιορισμού της γεωπολιτικής-γεωοικονομικής ταυτότητας και του ρόλου που απορρέει εξ αυτής, την γερμανικής εμπνεύσεως, θεώρηση της Κεντρικής Δυνάμεως (Zentrale Macht).

Στον 21ο αιώνα η Κεντρική Δύναμη λογίζεται ως το επίκεντρο που ασκεί ηγεμονία στην περιφέρεια μέσω της Ισχύος των Δικτύων Επιρροής (network power) έχοντας εκτεταμένη διείσδυση στις αναδυόμενες αγορές και έλεγχο της πρόσβασης των ανταγωνιστών τους σ αυτές.

Αν και η ξεκάθαρη έμφαση στην Οικονομική Διάσταση της Εξωτερικής Πολιτικής (Wirtschafts-Aussenpolitik), που διέπει το Βερολίνο, προσκρούει στην “σκληρή” ηγεμονική αντίληψη της Ερντογανικής Τουρκίας, εντούτοις η υιοθετηθείσα παγκόσμια στρατηγική της Γερμανίας μετά το 2014, βάσει του οργανωσιακού, πολιτικοοικονομικού προτύπου του Ordnung-Liberalismus, προσβλέπει εντός των στρατηγικών επιδιώξεων του γερμανικών εταιριών αιχμής, σε διευρυμένες συνεργασίες οικονομικού χαρακτήρα (και η Τουρκία αποτελεί προνομιακό πεδίο των γερμανικών εξαγωγικών εταιριών αιχμής) ανεξαρτήτως αξιακών κριτηρίων.

Υπ’ αυτό το πρίσμα εντάσσονται και οι αυξανόμενες γερμανικές εξαγωγές πολεμικού υλικού στην Τουρκία μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα.

Η τωρινή γερμανική ηγεσία, όντας κοντόφθαλμη, από-ιδεολογικοποιεί την εξωτερική πολιτική, στερώντας της την πολιτισμική διάσταση, προσδοκώντας πρόσκαιρα οφέλη, αδυνατώντας να αντιληφθεί τον κίνδυνο παράλυσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος από τις διαρκείς αναθεωρητικές πρωτοβουλίες της Τουρκίας.

Εντούτοις, η αντιτουρκική στάση της Γαλλίας και η πρωτοβουλία της Pax Mediterranea, ωθεί την γερμανική ηγεσία σε ατραπούς που δύνανται να την ξεστρατίσουν.

Η διατήρηση του γαλλογερμανικού άξονα αποτελεί κορυφαία στρατηγική προτεραιότητα για την Γερμανία, όπως και ο μείζων ευρωπαϊκός χώρος, παρά τον υφιστάμενο ανταγωνισμό εντός των ευρωπαϊκών τειχών. Αν η προκλητική στάση της Τουρκίας οδηγήσει την γαλλική πλευρά σε άκρα, τότε το Βερολίνο θα βρεθεί ενώπιον τεράστιου διλήμματος για το οποίο δεν είναι προετοιμασμένο.

Επιπρόσθετα η εταιρική σχέση με την Τουρκία ακόμη εξαρτάται και απ’ τις ΗΠΑ εξαιτίας της εκπεφρασμένης προθυμίας της Ουάσιγκτον να μην διαρραγεί ότι έχει απομείνει απ’ τον δυτικό προσανατολισμό της Τουρκίας.

Παραταύτα, η ρευστότητα του διεθνούς συστήματος και οι συσχετισμοί ισχύος σε περιφερειακό επίπεδο προδιαθέτουν είτε την συνέχιση της γερμανικής εταιρικής σχέσης με την Τουρκία με κίνδυνο αποσύνθεσης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, είτε την ολική αναθεώρηση των σχέσεων με την Ερντογανική Ηγεσία, προσδοκώντας σε ανατροπή δεδομένων στο τουρκικό εσωτερικό πεδίο μεσοπρόθεσμα.

Αυτό που διαφαίνεται προσώρας, είναι πως η γερμανική πλευρά επιδιώκει να κερδίσει χρόνο, κατευνάζοντας την Γαλλία και αποθαρρύνοντας παράλληλα την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία.

* Ο κ. Κων/νος. Θ Λαμπρόπουλος είναι Στρατηγικός Αναλυτής, Εταίρος του Geneva Centre for Security Policy

capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αθλητικά5 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις9 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός9 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ

Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές...

Διεθνή10 ώρες πριν

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον...

Δημοφιλή