Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι Χριστιανοί του Λιβάνου εκπέμπουν σήμα κινδύνου

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει η Σοφία Βούλτεψη

Στην κατεστραμμένη από την τρομερή έκρηξη της 4ης Αυγούστου Βηρυτό, οι Χριστιανοί του Λιβάνου αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο του αφανισμού. Η περιοχή γύρω από το λιμάνι κατοικείτο κυρίως από Χριστιανούς και τώρα οι μουσουλμάνοι αγοράζουν τα ερείπια των σπιτιών τους καθώς είναι οι μόνοι που διαθέτουν χρήματα στη χώρα – προφανώς με την βοήθεια της οργάνωσης «Χεζμπολάχ».

Μπροστά στην εικόνα της απόλυτης καταστροφής, με τις εκκλησίες ρημαγμένες, οι Χριστιανοί πουλάνε τα σπίτια τους και φεύγουν από την περιοχή, με το Κράτος εντελώς αδύναμο να ετοιμάσει ένα πρόγραμμα ανασυγκρότησης που θα τους δημιουργούσε μια ελπίδα για το μέλλον.

Τα ίδια τα κόμματά τους, ως μέρος του συστήματος, αντιδρούν σπασμωδικά με παραιτήσεις βουλευτών και θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να ανασυνταχθούν και να συνέλθουν από το σοκ. Με τον κίνδυνο να απλώνεται σε όλον τον πληθυσμό, αφού τα χριστιανικά νοσοκομεία και σχολεία έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στην κοινωνική ζωή της χώρας και την επιβίωσή της ακόμη και κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες.

Χώρα με 18 διαφορετικά θρησκεύματα, που κάποτε η αρμονική τους συμβίωση υπήρξε η δύναμη του Λιβάνου, σήμερα διαλύεται κυρίως λόγω των φανατικών της Χεζμπολάχ, που, αν και βρέθηκαν στην κυβέρνηση με το πολιτικό τους σκέλος, συνεχίζουν να λαμβάνουν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις στη Συρία και να εξαπολύουν επιθέσεις εναντίον του Ισραήλ από την Κοιλάδα Μπεκάα.

Όλα αυτά κάτω από την πολύχρονη αδιαφορία της διεθνούς κοινότητας, που επί χρόνια θεωρεί φυσικό ό,τι κι’ αν συμβαίνει στην περιοχή – από τους αραβοϊσραηλινούς πολέμους ως τον Μαύρο Σεπτέμβρη και τον πόλεμο στη Συρία – να πληρώνει τον λογαριασμό ο Λίβανος. Με στρατιωτικές εισβολές, κατοχές, δολοφονίες πολιτικών και έναν δεκαπενταετή εμφύλιο πόλεμο (1975-1990) που στην πραγματικότητα δεν σταμάτησε ποτέ, η χώρα δεινοπαθεί επί δεκαετίες.

Μοναδική χώρα του αραβικού κόσμου, όπου η μεγαλύτερη κοινότητα είναι η χριστιανική (40,5% του πληθυσμού), χώρα που στηρίχθηκε στον διαμοιρασμό των εξουσιών μεταξύ των κοινοτήτων, οι Χριστιανοί Μαρωνίτες έλαβαν την προεδρία της χώρας και τον έλεγχο του Στρατού. Επίσης, βάσει της Συμφωνίας του Ταϊφ, με την οποία έληξε ο δεκαπενταετής εμφύλιος, οι Χριστιανοί δικαιούνται το 50% των κοινοβουλευτικών εδρών.

Με την επικράτηση της Χεζμπολάχ, όμως, αυτό που έμεινε ήταν μια διακοσμητική προεδρία, ενώ ο Στρατός πέρασε στα χέρια της.

Βάσει της ίδιας, μεταπολεμικής, συμφωνίας, ο πρωθυπουργός είναι μουσουλμάνος σουνίτης και ο πρόεδρος της Βουλής μουσουλμάνος σιίτης.

Το χριστιανικό μωσαϊκό

Οι Μαρωνίτες, που δηλώνουν απόγονοι των αρχαίων Φοινίκων και ανήκουν στο ανατολικό χριστιανικό δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αποτελούν το 23% του πληθυσμού, οι Ελληνορθόδοξοι το 9%, οι αραβόφωνοι Χριστιανοί Μελχίτες που ακολουθούν το βυζαντινό ελληνορθόδοξο λειτουργικό το 5%, οι Μονοφυσίτες Ορθόδοξοι Αρμένιοι το 3%, οι Καθολικοί Αρμένιοι το 1%, οι προτεστάντες το 1%, ενώ ένα ακόμη 2% μοιράζονται άλλα χριστιανικά δόγματα, όπως οι προερχόμενοι από την Αίγυπτο ορθόδοξοι και καθολικοί Κόπτες, οι προερχόμενοι από το Ιράκ Ασσύριοι, οι Σύροι Καθολικοί, οι απόγονοι των σταυροφόρων Λατίνοι.

Όσο για τους μουσουλμάνους, οι σιίτες αποτελούν το 27% του πληθυσμού και οι σουνίτες επίσης το 27% – σύνολο 54%.

Αλλά ως κοινότητα, οι Χριστιανοί εξακολουθούν να κατέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό. Παράλληλα, αν και γαλλόφωνοι από τον καιρό της αποικιοκρατίας, επί αιώνες έδωσαν τη μάχη υπέρ της προστασίας της αραβικής γλώσσας. Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερα αραβικά λεξικά έχουν γραφεί από Χριστιανούς.

Λένε μάλιστα πως πρόκειται για το δικό τους τείχος προστασίας, μετά από τις σφαγές που υπέστησαν από τους Μαμελούκους το 1268, το 1283, το 1305 και το 1365, αλλά και πολύ μετά, το 1860.

Παρ’ όλα αυτά, οι Χριστιανοί του Λιβάνου δεν έπαψαν ποτέ να υποστηρίζουν πως είναι οι πραγματικοί αυτόχθονες της περιοχής και ζούσαν εκεί πολύ πριν από την μουσουλμανική κατάκτηση.

Η μεγάλη φυγή

Αλλά ο δεκαπενταετής ανελέητος εμφύλιο πόλεμο, προκάλεσε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα των χριστιανικών πληθυσμών, αφήνοντας χώρο στον ισλαμικό φονταμενταλισμό, που τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε με επικίνδυνους ρυθμούς.

Σήμερα, με τον λιβανικό πληθυσμό μοιρασμένο με βάση τον εμφύλιο της Συρίας, που ξέσπασε το 2011 και δυστυχώς συνεχίζεται, οι Χριστιανοί του Λιβάνου παραμένουν σε εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση.

Όπως συμβαίνει πάντα στον Λίβανο, ο συριακός εμφύλιος έχει μεταφερθεί στα εδάφη του. Και παρά το γεγονός ότι η Συνθήκη του Ταϊφ, μετά το τέλος του εμφυλίου, ακριβώς για να αντιμετωπίσει τις αντιπαλότητες μεταξύ των θρησκευτικών κοινοτήτων, μετέτρεπε τον Λίβανο σε κοσμικό κράτος. Στα χαρτιά, βέβαια, γιατί όλα τα κόμματα βασίζονται στις θρησκευτικές διαιρέσεις, αν και οι πολίτες του Λιβάνου θα επιθυμούσαν να έχουν να επιλέξουν όχι με βάση τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, αλλά με βάση τα προγράμματα των κομμάτων.

Παρ’ όλα αυτά, οι πληγές δεν έκλεισαν ποτέ. Αντίθετα, τώρα, μετά την φονική έκρηξη, το μαχαίρι ξαναμπήκε βαθιά και στριφογύρισε.

Στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Χριστιανοί του Λιβάνου αποτελούσαν το 60% του πληθυσμού. Στην πρώτη μεταπολεμική Βουλή, κατείχαν 54 έδρες και οι μουσουλμάνοι 45.

Η καταστροφή άρχισε με τις Συμφωνίες του Καϊρου του 1969, βάσει των οποίων οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες που έφτασαν στο Λίβανο (και ακολούθησαν κι’ άλλοι μετά τον «Μαύρο Σεπτέμβρη» όταν οι Παλαιστίνιοι εκδιώχθηκαν από την Ιορδανία), είχαν δικαίωμα να κρατήσουν τα όπλα τους να διαθέτουν στρατιωτικές βάσεις και να οργανώνουν τον πόλεμο κατά του Ισραήλ από τα παλαιστινιακά εδάφη.

Έντρομοι οι Χριστιανοί του Λιβάνου είχαν τότε ακούσει τον Γιασέρ Αραφάτ να φωνάζει: «Ο δρόμος για την Παλαιστίνη περνά από την Τζουνιέχ»! Ο λόγος για το λιμάνι βορείως της Βηρυτού και νοτίως του Ισραήλ.

Μετά, ακολούθησε το Σχέδιο Κίσινγκερ, που είχε την φαεινή ιδέα να… αδειάσει ο Λίβανος από τους Χριστιανούς κατοίκους του – επειδή, όπως ειπώθηκε, είναι άνθρωποι προοδευτικοί που μπορούν να εγκλιματιστούν στην Δύση – για να δημιουργηθεί χώρος εγκατάστασης εκεί των Παλαιστινίων, με σκοπό να θεωρήσουν τον Λίβανο πατρίδα τους και να σταματήσουν τις επιθέσεις στο Ισραήλ.

Έτσι κι’ αλλιώς πάντως, οι πόλεμοι μείωσαν τον χριστιανικό πληθυσμό. Ειδικά μετά το 1976, όταν μουσουλμάνοι πολιτοφύλακες προκάλεσαν την σφαγή του Νταμούρ, απόλυτα χριστιανικής πόλης 20.000 ψυχών, με αποτέλεσμα όλοι τους να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη, στον Καναδά και στην Αυστραλία, από όπου δεν επέστρεψαν ποτέ. Αλλά και ουδέποτε οι δυτικές χώρες ενίσχυσαν την επιστροφή των Χριστιανών στον Λίβανο.

Αντίθετα, η φυγή των Χριστιανών ενισχύεται και από τις εξελίξεις των τελευταίων χρόνων, καθώς η χώρα μουσουλμανοποιείται λόγω της παρουσίας 1,5 εκ. προσφύγων από την Συρία και 200.000 Παλαιστινίων – σε ποσοστό 95% μουσουλμάνοι – που δεν προβλέπεται να φύγουν από τη χώρα.

Βρήκαν καταφύγιο στη… Χεζμπολάχ!

Στο μεταξύ και η παρουσία των ισλαμιστών του ISIS, άλλαξε την συμπεριφορά των Χριστιανών του Λιβάνου. Παραδοσιακά πολέμιοι της Χεζμπολάχ, ειδικά στην Κοιλάδα Μπεκάα, βρέθηκαν να υποστηρίζουν την δράση της κατά του ISIS. Μέσα στο γενικό χάος, πίστεψαν πως αν η Χεζμπολάχ δεν πολεμούσε στη Συρία, ο ISIS θα είχε εισβάλει στον Λίβανο.

Και πολλοί κατέληξαν να πιστεύουν ότι η Δύση θέλησε να χρησιμοποιήσει τον ISIS για να προκαλέσει την φυγή των χριστιανικών πληθυσμών από τον Λίβανο.

Μέσα στο γενικός χάος δηλαδή, θεώρησαν πως για να γλιτώσουν από τους τζιχαντιστές, δεν υπήρχε άλλος δρόμος από το να πέσουν στα χέρια της Χεζμπολάχ και του ηγέτη της Νασράλα. Κάπως έτσι ανέβηκαν τα ποσοστά της Χεζμπολάχ και βρέθηκε στην κυβέρνηση…

Το «Κόμμα του Θεού» δημιουργήθηκε το 1982 μετά την ισραηλινή εισβολή, σχεδόν κατέλαβε την μισή χώρα και ανέλαβε την υπεράσπιση του σιιτικού πληθυσμού, επιδιδόμενο στην κοινωνική αλληλεγγύη και την ανασυγκρότηση της χώρας μετά τις καταστροφές από τους βομβαρδισμούς. Παράλληλα, συνέχιζαν την δράση τους κατά του Ισραήλ, προκαλώντας μια νέα εισβολή, όταν, το 2006 συνέλαβαν δύο Ισραηλινούς στρατιώτες.

Και να σκεφθεί κανείς πως μόλις έναν χρόνο νωρίτερα, το 2005, είχε τελειώσει η συριακή κατοχή!

Σύμμαχος του Άσαντ της Συρίας, με μεγάλη βοήθεια από το Ιράν, εξελίχθηκαν σε ένα είδος… Ιανού. Με το στρατιωτικό τους σκέλος πολεμάνε στη Συρία στο πλευρό του Άσαντ και με το πολιτικό παίρνουν μέρος στην διακυβέρνηση του Λιβάνου.

Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν την έκρηξη και η λαϊκό οργή οδήγησαν στην παραίτηση της κυβέρνησης Ντιάμπ (10 Αυγούστου) και έφεραν στη χώρα το FBI, προκειμένου να ερευνήσει τις συνθήκες της τραγωδίας.

Η «κανονικότητα» του χάους

Αλλά αυτό για τον Λίβανο δεν σημαίνει τίποτε. Η χώρα επί δεκαετίες μαστίζεται από την ακυβερνησία και το χάος, στη διάρκεια του πολέμου στη Συρία έχουν τρεις φορές αναβληθεί οι εκλογές, που τελικά πραγματοποιήθηκαν μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια, ο πρόεδρος Μισέλ Αούν εξελέγη τον Μάρτιο του 2016 μετά από… είκοσι αποτυχημένες ψηφοφορίες και η συνηθισμένη κατάσταση είναι η διακυβέρνηση της χώρας από υπηρεσιακή κυβέρνηση.

Σήμερα, με 171 νεκρούς, 6.500 τραυματίες, τεράστιες καταστροφές και 60 ιστορικά κτίρια της Βηρυτού υπό κατάρρευση, με τα μισά από τα 55 νοσοκομεία και κλινικές της χώρας εκτός λειτουργίας, με το ύψος των ζημιών να ξεπερνά τα 15 δις δολάρια, η εισαγγελία ξεκίνησε από την Παρασκευή, 14 Αυγούστου, να καλεί πολιτικούς να καταθέσουν, προκειμένου να διαπιστωθούν λάθη και παραλείψεις.

Ήδη, το φάσμα της πείνας έχει αρχίσει να απλώνεται πάνω από την χώρα που κάποτε υπήρξε ο μεγαλύτερος σιτοβολώνας της Μέσης Ανατολής. Τώρα, με τις αποθήκες σίτου κατεστραμμένες και το σιτάρι να το παίρνει ο αέρας, έγινε γνωστό πως δεν υπάρχει επάρκεια σίτου για περισσότερους από τέσσερις μήνες.

Την ίδια ώρα – και με τα νοσοκομεία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης – η χώρα ανακοίνωσε στις 11 Αυγούστου ρεκόρ μολύνσεων από τον κορωνοϊό. Ήδη, οι νεκροί βρίσκονται στους 97 και τα κρούσματα αυξάνουν μέρα με τη μέρα.

Ο Πρόεδρος Μισέλ Αούν ζήτησε από την παραιτηθείσα κυβέρνηση να παραμείνει στη θέση της, αλλά ουδείς μπορεί να προβλέψει πότε ο Λίβανος θα αποκτήσει νέα κυβέρνηση μετά από εκλογές.

Ο λαός διαδηλώνει, ζητώντας να αλλάξουν όλα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ζήτησαν την πολιτική παρέμβαση του Γάλλου Προέδρου Μακρόν, καλώντας τον να μην περιοριστεί στην ανθρωπιστική.

Αλλά το κακό έχει πια γίνει. Η Χεζμπολάχ έχει εγκατασταθεί για τα καλά, διαλέγει υπουργεία, ενώ ούτε πρόεδρος, ούτε πρωθυπουργός μπορεί να εκλεγεί αν δεν έχει την έγκριση του Νασράλα, του ανθιρώπου που μετά το 2006 τα αραβικά ΜΜΕ παρουσίαζαν ως… πανισλαμικό ήρωα!

ΠΗΓΗ: lastpoint.gr

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Δε θα αφήσουμε να γίνει Καρκινοτροφείο και Καρκινοπωλείο στον Έβρο, κύριε Μητσοτάκη!

Χρήστος Κηπουρός: Απέναντι στην “Ελληνικός Χρυσός” με την ενεργό στήριξη Μητσοτάκη, προτείνω ως πρώτο βήμα στα Δημοτικά Συμβούλια του Έβρου...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Η Ελένη, ο Σεφέρης και….το Καλώδιον

Συνάντηση με τον Γερμανό υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους πραγματοποιεί σήμερα, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, στο Πεδίο Βολής Κρήτης ο Νίκος Δένδιας,...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Ενεργειακή σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο – Στο επίκεντρο Ελλάδα, Τουρκία και GSI

Στη νέα εκπομπή «Direct News», ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναλύει το παρασκήνιο γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και το Great Sea...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Δένδιας–Πιστόριους στην Κρήτη: Αμυντική συνεργασία και SPARTAN ARROW στο επίκεντρο

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις δηλώσεις των δύο υπουργών και στο κατά πόσο θα προκύψουν συγκεκριμένα επόμενα βήματα.

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Γρίβας: Έρχεται ελληνοτουρκική κλιμάκωση

Ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών Κωνσταντίνος Γρίβας προχωρά σε μια αιχμηρή ανάλυση για τη θέση της Ελλάδας μέσα...

Δημοφιλή