Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τουρκική θηλιά στο κυπριακό βέτο μέσω Ε.Ε.

Δημοσιεύτηκε στις

Πώς ο Ερντογάν «βάζει φιτιλιές» στις σχέσεις Αθηνών – Λευκωσίας – Πώς η Άγκυρα προσδοκά Μεσογειακή Διάσκεψη για αναγνώριση ψευδοκράτους και πώς επιδιώκει να μετατρέψει Αθήνα και Βρυξέλλες σε δημίους της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη σύμφωνο γνώμη μας

Γιάννος Χαραλαμπίδης

Το σκηνικό που στήνεται στην ΕΕ μοιάζει πλέον με θηλιά στο βέτο που ασκεί η Κυπριακή Δημοκρατία επί των κυρώσεων κατά της κυβέρνησης της Λευκορωσίας. Και συμβαίνει κάτι τέτοιο, διότι, κατά τις επαφές της Καγκελαρίου Άγκελα Μέρκελ την περασμένη Τρίτη με τον Πρόεδρο Ερντογάν, ο τελευταίος έθεσε ως προϋπόθεση όπως οι διερευνητικές επαφές των δυο χωρών αρχίσουν μετά τη Σύνοδο της ΕΕ, που θα πραγματοποιηθεί την 1η Οκτωβρίου. Δηλαδή, θέλει να δει εάν θα αποφασιστούν ή όχι κυρώσεις σε βάρος του. Και αν η Λευκωσία θα πιεστεί από την Ελλάδα και τους λοιπούς εταίρους της να μη συνεχίσει να ζητά κυρώσεις.

  • Πώς ανατρέπεται το κεκτημένο και το ΔΔ με τη συμμετοχή των Τ/κ σε Πολυμερή
  • Τι ζητά η Λευκωσία για να άρει το βέτο και ένας πιθανός συμβιβασμός
  • Έχει νομικά και διπλωματικά εργαλεία η ΚΔ για τη Σύνοδο της 1ης Οκτωβρίου

Το παιχνίδι του Ερντογάν

Η αναβολή της Συνόδου, που ήταν προγραμματισμένη για τις 24 του μήνα, και η μετακίνησή της για την 1η και 2α Οκτωβρίου, προέκυψε μετά τη συνομιλία Μέρκελ και Ερντογάν. Ως αιτία εμφανίστηκε η ασθένεια τεχνοκράτη που υπηρετεί δίπλα από τον Πρόεδρο Μπορέλ με κορωνοϊό. Αληθές είναι όμως ότι η Σύνοδος δεν θα είχε επιτυχές αποτέλεσμα, λόγω του βέτο που ασκεί η κυπριακή Κυβέρνηση επί των κυρώσεων που θέλει να επιβάλει η ΕΕ στη Λευκορωσία. Ένα βέτο που θα αρθεί εάν υπάρχει κοινή απόφαση για την εφαρμογή κυρώσεων σε βάρος της Άγκυρας λόγω των παραβιάσεων στην Κυπριακή ΑΟΖ, όπως καθορίζουν τα συμπεράσματα του Ιουνίου. Τι είπε, λοιπόν, ο Ερντογάν μέσω της Μέρκελ στην Αθήνα, η οποία δεν έφερε αντίσταση: Οι διεργασίες με την Ελλάδα θα αρχίσουν μετά τη Σύνοδο της 1ης Οκτωβρίου, εάν η Ελλάδα δεν θα εισηγηθεί κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας. Μόνο η Κύπρος επιμένει στην εφαρμογή του δικού της νομικού πλαισίου για τις κυρώσεις εφόσον το «Μπαρμπαρός» και το «Γιαβούζ» βρίσκονται εντός της Κυπριακής ΑΟΖ. Άρα, ποιο είναι το μήνυμα της Τουρκίας και της Μέρκελ προς την Ελλάδα; Μαζέψτε τη Λευκωσία και στραγγαλίστε το βέτο της, ώστε: 1. Να τεθούν οι κυρώσεις σε βάρος της Λευκορωσίας. Έτσι ο Τούρκος Πρόεδρος περνά στο στρατόπεδο της Γερμανίας και άλλων χωρών, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα είναι κερδισμένος. Και αυτό παρότι ο ίδιος, λόγω Ρωσίας, υποστήριξε την Κυβέρνηση της Λευκορωσίας. 2. Να μην τεθούν κυρώσεις σε βάρος της Άγκυρας, διότι αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα κατηγορηθεί η Αθήνα και η Λευκωσία ότι με υπαιτιότητα της κυπριακής Κυβέρνησης ναυάγησε η προσπάθεια Μέρκελ. Το είπε ξεκάθαρα ο Ερντογάν: Η Ελλάδα δεν πρέπει να χάσει την ευκαιρία…

Κυπριακό βέτο και λάθη

Γιατί η Λευκωσία επιμένει στο βέτο; Όχι βεβαίως επειδή δεν αντιλαμβάνεται τον δικτατορικό χαρακτήρα του καθεστώτος στη Λευκορωσία, αλλά διότι οι κυρώσεις οι οποίες έχουν εγκριθεί σε βάρος της Τουρκίας στη Σύνοδο του περασμένου Ιουνίου, λόγω των παράνομων δραστηριοτήτων της Τουρκίας εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ, καθώς και για έναν άλλο λόγο: Ενώ θεωρείται θετική η απομάκρυνση του «Ορούτς Ρέις» από την ελληνική υφαλοκρηπίδα και στην ουσία αφορμή για να μην επιβληθούν κυρώσεις σε βάρος της Άγκυρας, το ίδιο δεν ισχύει και στην περίπτωση της Κύπρου, όπου το «Γιαβούζ» και το «Μπαρμπαρός» συνεχίζουν τις έρευνές τους εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, που συνιστά αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν τα εξής: Η κυπριακή Κυβέρνηση δεν είχε επαρκή κοινή στρατηγική με την αντίστοιχη ελληνική. Ακόμη και αν είχαν, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ. Γιατί; Διότι η Λευκωσία ισχυριζόταν ότι η έλλειψη πολεμικού ναυτικού από την πλευρά της δεν δημιουργούσε προϋποθέσεις κρίσης με την Τουρκία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία διαθέτει ναυτικό και, ως εκ τούτου, ήταν αναγκασμένη να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα, καθώς και τα ειδικά κυριαρχικά της δικαιώματα, όπως προκύπτουν μέσα από την υφαλοκρηπίδα, ακόμη και ενόπλοις. Οπότε το όλο σκηνικό προκάλεσε κρίση. Δηλαδή η επιθετική στάση της Τουρκίας εκ των πραγμάτων απαντάται από την εν αμύνη (αυτοάμυνα) αντίδραση της Ελλάδας. Τώρα, λοιπόν, τι λένε η Γερμανία και άλλες χώρες: 1. Ο Μητσοτάκης είπε στη Μέρκελ να προχωρήσει σε επαφές με τον Ερντογάν για να αρχίσουν διερευνητικές επαφές με στόχο τον διάλογο στα Ελληνοτουρκικά. 2. Ο Μητσοτάκης συναίνεσε με τη θέση Ερντογάν και Μέρκελ ότι οι διερευνητικές θα αρχίσουν μετά τη Σύνοδο της 1ης Οκτωβρίου και εφόσον δεν εφαρμοστούν κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας. Εφόσον η Ελλάδα δεν θέλει πλέον κυρώσεις, οι πιέσεις στρέφονται επί της Λευκωσίας. 3. Ο Μητσοτάκης με τη σύμφωνο γνώμη του Αναστασιάδη και των κομματικών ηγεσιών ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ διατύπωσαν τη θέση, άλλο Αιγαίο και άλλο Κύπρος. Ως εκ τούτου, το αίτημα που διεβίβασε η Μέρκελ για να λήξει η κρίση ήταν μόνο η αποχώρηση του «Ορούτς Ρέις» και όχι αυτή των «Μπαρμπαρός» και «Γιαβούζ». Η Λευκωσία και δη ο Πρόεδρος ισχυριζόταν ότι εμείς είμαστε κάτι διαφορετικό και ότι η κρίση δεν ήταν στα δικά μας νερά, αλλά σε αυτά της Ελλάδας. Τι λέει τώρα η Μέρκελ όπως και άλλοι εταίροι στην κυπριακή Κυβέρνηση; Εσείς δεν ήσασταν τμήμα της δικής μας διαπραγμάτευσης. Δεν ήσασταν σε καθεστώς κρίσης, όπως η Ελλάδα και η Τουρκία. Το λάθος, λοιπόν, που έγινε ήταν το ακόλουθο: Δεν ετέθη η πολιτική θέση ότι η απομάκρυνση και μόνο του «Ορούτς Ρέις» δεν συνιστά άλλοθι που μπορεί να επιτρέπει στο «Μπαρμπαρός», στο «Γιαβούζ» και στα τουρκικά πολεμικά σκάφη να αλωνίζουν την Κυπριακή ΑΟΖ, χωρίς κυρώσεις. Ταυτοχρόνως, θα έπρεπε να τεθεί ως προϋπόθεση ο τερματισμός των τουρκικών αεροναυτικών ασκήσεων εντός της Κυπριακής ΑΟΖ.

Η απάντηση της Άγκυρας

Επειδή δεν ήταν συγκροτημένη και επαρκώς συντονισμένη η πολιτική Αθηνών – Λευκωσίας, ο Ερντογάν βρήκε την ευκαιρία να αναδείξει τη διαφορετική στάση Κύπρου – Ελλάδας, ενοχοποιώντας το κυπριακό βέτο. Καλεί, δε, την Ελλάδα και την ΕΕ να γίνουν οι δήμιοι. Την ίδια λογική υιοθετεί και με τη Διεθνή – Πολυμερή Διάσκεψη των Μεσογειακών Κρατών της ΕΕ για την επίλυση των μεταξύ τους διαφορών. Η πρόταση αυτή προήλθε από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, και τώρα προσπαθεί να την οικειοποιηθεί ο Ερντογάν προτείνοντας σε αυτήν τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων. Η θέση αυτή του Τούρκου Προέδρου είναι απάντηση στην πρόταση της Λευκωσίας, που ήταν ενταγμένη στη διαμεσολάβηση Μπορέλ και έλεγε τα ακόλουθα: Θα ήταν δυνατό να διεξαχθούν συνομιλίες Κύπρου και Τουρκίας στις Βρυξέλλες υπό την αιγίδα της ΕΕ για τον καθορισμό ΑΟΖ μεταξύ των δυο χωρών. Τι ισχυρίζεται και τις προτείνει επί τούτων ο Τούρκος Πρόεδρος; Πρώτο, δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, άρα δεν θα καθίσει μαζί της στο ίδιο τραπέζι. Δεύτερο, αν θέλουν οι Ελληνοκύπριοι, η Ελλάδα και η ΕΕ να προχωρήσει ο διάλογος, θα πρέπει στη Διεθνή Διάσκεψη να συμμετάσχουν και οι Τουρκοκύπριοι, τους οποίους η Άγκυρα αναγνωρίζει ως κράτος.

Απο-αναγνώριση και αναγνώριση

Πού το πάει, λοιπόν, η Τουρκία; Θέλει να απο-αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία και να δεχθεί η ΕΕ και η Ελλάδα ότι η κυπριακή Κυβέρνηση δεν εκπροσωπεί ολόκληρη την Κύπρο. Ότι οι Τουρκοκύπριοι ενεργούν χωριστά. Ταυτοχρόνως, με τον τρόπο αυτό: 1. Θέτει υπό αμφισβήτηση το Πρωτόκολλο 10, επί τη βάσει του οποίου ολόκληρη η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην ΕΕ με αναστολή του κεκτημένου στο βόρειο τμήμα του νησιού. Και το κεκτημένο δεν ισχύει στον βορρά λόγω της υφιστάμενης κατάστασης, δηλαδή της κατοχής. Ως εκ τούτου, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί έλεγχο όπως θα έπρεπε να ασκεί στο βόρειο τμήμα του νησιού εάν δεν υπήρχε η κατοχή. Εάν, κυρίως η Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά ταυτοχρόνως και η Ελλάδα, καθώς και η ΕΕ και άλλα κράτη της περιοχής αποδεχθούν τους Τουρκοκύπριους σε μια Πολυμερή, εγείρεται το ακόλουθο ερώτημα: Ποια εδαφική περιοχή εκπροσωπούν και πώς μπορεί να είναι νόμιμη η εκπροσώπησή τους, όταν:

Α) Το Πρωτόκολλο 10 δεν αποδέχεται χωριστή εδαφική περιοχή στον βορρά.

Β) Η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 καθιστά σαφές ότι στη νήσο της Κύπρου το μοναδικό κράτος που αναγνωρίζει η ΕΕ και τα κράτη-μέλη της είναι αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αντιδήλωση αυτή είναι απάντηση σε δήλωση της Τουρκίας ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία. Μάλιστα, η ΕΕ θέτει ως προϋπόθεση ένταξης ή ειδικής σχέσης με την Άγκυρα την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία (Αναφερόμαστε στην ειδική σχέση, διότι στην παράγραφο 23 των συμπερασμάτων του Δεκεμβρίου του 2004 τονίζεται ότι η ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας είναι ανοικτή. Ότι, δηλαδή, δεν προδικάζεται η πλήρης ένταξη και ότι εάν αυτό δεν γίνει κατορθωτό, τότε θα πρέπει να εξευρεθούν άλλοι τρόποι για να μείνει η Τουρκία αγκιστρωμένη στην ΕΕ, όπως π.χ. η ειδική σχέση που μπορεί να καθοριστεί μέσα από μιαν αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση). Μέσω των διαδικασιών που γέννησε η κρίση στο Αιγαίο, η Άγκυρα αντί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις προς την Κυπριακή Δημοκρατία και να την αναγνωρίσει, αξιώνει από την ΕΕ, την Ελλάδα, άλλα κράτη της περιοχής μας, από την ίδια τη Λευκωσία να απο-αναγνωρίσουν την Κυπριακή Δημοκρατία και κατ’ ελάχιστον να γίνει αποδεκτό το ψευδοκράτος ως χωριστή οντότητα στη νομική λογική του acknowledgement, ένα βήμα πριν από την πλήρη αναγνώριση.

Τα ψηφίσματα και ο Χαφτάρ

Τι σημαίνει μια τέτοια εξέλιξη, όπως την επιδιώκει ο Ερντογάν: 1. Ακύρωση των ψηφισμάτων 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας, στα οποία στηρίζεται η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου και τα οποία ψηφίσματα καθορίζουν ρητώς ότι η Διεθνής Κοινότητα δεν αναγνωρίζει το ψευδοκράτος, διότι είναι προϊόν βίας και χρήσης όπλων. 2. Αποδοχή έως και αναγνώριση του ψευδοκράτους πριν από τη λύση, προδικάζοντας έτσι ότι η διευθέτηση θα είναι στη βάση των δύο κρατών. Τονίζουμε επί τούτου το εξής: Ως τι και επί τη βάσει ποιας νομικής και πολιτικής λογικής θα συμμετάσχουν οι Τουρκοκύπριοι όταν δεν αναγνωρίζονται και όταν σε αυτή θα λάβουν μέρος μόνο διεθνώς αναγνωρισμένα κράτη; Συναφώς θα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Εάν π.χ. σε μια τέτοια Διάσκεψη συμμετέχει η Λιβύη, η χώρα δεν μπορεί να εκπροσωπηθεί από τον Χαφτάρ, παρά μόνον από την διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Τρίπολης. Διότι εάν εγερθεί θέμα Χαφτάρ, οι Τούρκοι θα το χρησιμοποιήσουν για να βάλουν κατ’ αναλογίαν στο παιχνίδι τούς Τουρκοκύπριους, παρότι οι δυο περιπτώσεις δεν είναι οι ίδιες. Στη Λιβύη έχουμε εμφύλιο πόλεμο και ο Χαφτάρ δεν είναι ξένη κατοχική δύναμη.

Τα διλήμματα

Υπό το φως των ανωτέρω υπάρχει μεγάλη γκάμα νομικών και διπλωματικών εργαλείων από τη Λευκωσία για να τεθούν ενώπιον των εταίρων μας, ώστε να εξουδετερωθούν οι τουρκικές αξιώσεις, όπως αυτές αποτυπώνονται στην πρόταση Ερντογάν για Πολυμερή Διεθνή Διάσκεψη, που θα είναι ο προπομπός της Πενταμερούς για τη «λύση» του Κυπριακού και διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως μεγάλη γκάμα νομικών και διπλωματικών εργαλείων υπάρχει και για το κυπριακό βέτο επί των κυρώσεων σε βάρος της Λευκορωσίας. Γιατί θέλουν οι εταίροι μας επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Λευκορωσίας; Διότι το καθεστώς είναι αντιδημοκρατικό. Καλά, και αυτό της Τουρκίας τι είναι; Όχι μόνο είναι αντιδημοκρατικό για τους ίδιους τους Τούρκους πολίτες, αλλά κατέχει και παράνομα έδαφος ευρωπαϊκό, κράτους-μέλους της ΕΕ, της Κυπριακής Δημοκρατίας, σαρώνοντας ταυτοχρόνως τις θάλασσές της, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και το κοινοτικό κεκτημένο. Τι, λοιπόν, θα μας πει η ΕΕ; Ότι τιμωρεί έναν δικτάτορα στη Λευκορωσία, αλλά δίνει τόπο στην οργή για έναν άλλο δικτάτορα, που κατέχει εδάφη κράτους-μέλους; Αυτά τα διλήμματα δεν έχουν τεθεί ωμά και δημόσια, παρότι συνιστούν την πολιτική και νομική λογική των αποφάσεων του Βερολίνου. Δεν μπορείς να τιμωρείς τον ένα και να ανέχεσαι ή να αθωώνεις τον άλλο. Μπορεί, βεβαίως, οι εταίροι μας να πουν κάτι άλλο, επί του οποίου θα πρέπει να δοθεί προσοχή: 1. Εσείς ζητήσατε διάλογο. Δηλαδή η Ελλάδα, και μάλιστα τέθηκε σε αντιδιαστολή με τις κυρώσεις. 2. Η Λευκωσία επί μακρόν κατά το παρελθόν ήταν αντίθετη με τις κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας, διότι θα χαλούσε το καλό κλίμα των συνομιλιών ή γιατί θα θύμωνε η Άγκυρα. Τώρα, θα μας πουν, όπως το λένε προ καιρού, τι θέλετε; Να βάλουμε κυρώσεις στην Τουρκία, δηλαδή να τα τσουγκρίσουμε εμείς μαζί της, για να τα βρείτε εσείς σε ένα διάλογο τύπου Γκραν Μοντανά και να μας μείνει εμάς η ζημιά;

Η συμβιβαστική φόρμουλα και το «μαγαζί των Βρυξελλών»

Η θέση μας θα πρέπει να είναι καθαρή ώς το τέλος. Κυρώσεις επί της Τουρκίας εφόσον συνεχίζει να μη μας σέβεται. Εφόσον παρανομεί. Στη χειρίστη των περιπτώσεων δεν θα εκδοθούν συμπεράσματα. Δηλαδή, δεν θα επιβληθούν κυρώσεις ούτε επί της Λευκορωσίας ούτε επί της Τουρκίας στην παρούσα φάση, όπως είχε αποφασιστεί στο Βερολίνο. Οπότε, δεν θα κινδυνεύει την επομένη η έναρξη των διερευνητικών επαφών Ελλάδας – Τουρκίας. Τι θέλει η Λευκωσία για να άρει το βέτο: Να εφαρμοστεί η απόφαση του Βερολίνου. Να πάνε δηλαδή πακέτο η Λευκορωσία και τα αιτήματα της Κύπρου για την υλοποίηση των κυρώσεων που έχει ήδη αποφασίσει η ΕΕ σε βάρος της Τουρκίας από τον Ιούνιο. Το παιχνίδι θα επικεντρωθεί επί των διατυπώσεων των συμπερασμάτων, με σκοπό να ικανοποιηθεί η Λευκωσία διά προσδοκιών και επαναβεβαίωσης της απόφασης του Ιουνίου για κυρώσεις, οι οποίες δεν θα επιβληθούν την επομένη, δηλαδή στις 3 Οκτωβρίου. Έτσι, θα έχει και η Ελλάδα άλλοθι . Ότι δηλαδή δεν επιβλήθηκαν νέες κυρώσεις, αλλά θα εφαρμοστεί, όταν θα εφαρμοστεί, το ήδη αποφασισμένο νομικό πλαίσιο κυρώσεων. Εάν δεν πάρει ούτε αυτό η Λευκωσία, θα έχει πρόβλημα. Ταυτοχρόνως, αν η κυπριακή Κυβέρνηση πάρει το αυτονόητο, τότε θα ανοίξει ο δρόμος για την επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Λευκορωσίας, οπότε θα είναι ικανοποιημένη και η Γερμανία, καθώς και άλλες χώρες. Άλλωστε, και η Λευκωσία είναι υπέρ των κυρώσεων κατά της Λευκορωσίας. Στην περίπτωση που δεν προκύψει συμβιβασμός, το πρόβλημα δεν είναι εάν θα μείνουμε μόνοι μας στο Συμβούλιο, που δεν θα μείνουμε, αλλά εάν θα πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Όχι μόνο στους αρχηγούς των κρατών-μελών, αλλά και σε μια διάσκεψη Τύπου, στην οποία θα εξηγεί ο Πρόεδρος σε όλη την Ευρώπη ότι η Κύπρος τελεί υπό κατοχήν και ότι δεν ζητάμε τίποτε λιγότερο τίποτε περισσότερο από το αυτονόητο: Την εφαρμογή των αρχών και των αξιών της ΕΕ και την επιβολή κυρώσεων στην κατοχική Τουρκία. Ό,τι έκανε δηλαδή η ΕΕ στην περίπτωση της Κριμαίας και ό,τι θέλουν οι εταίροι μας να κάνουν με τη Λευκορωσία. Αλλιώς αργά ή γρήγορα θα κλείσει το μαγαζί…

*Δρ των Διεθνών Σχέσεων

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αθλητικά6 ώρες πριν

Εθνικιστική πρόκληση στα Σκόπια με φόντο τον Ηρακλή! Αλυτρωτικός χάρτης και επίσημη διαμαρτυρία της Ελλάδας

Διπλωματικές διαστάσεις προσλαμβάνει η υπόθεση του πανό που ανάρτησαν οπαδοί της ΜΖΤ Σκοπίων κατά τη διάρκεια της αναμέτρησης με τον...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα,...

Ιστορία - Πολιτισμός11 ώρες πριν

Σήμερα γιορτάζουν τα Σέρβια της Μακεδονίας!

Μετά τη νίκη στο Σαραντάπορο και στα Στενά Πόρτας, η απελευθέρωσή των Σερβίων στις 10 Οκτωβρίου άνοιξε τον δρόμο για...

Αναλύσεις11 ώρες πριν

Συρία: Μυστικές υπηρεσίες και διπλωματία στο προσκήνιο – Η Τουρκία επιχειρεί να εδραιώσει τον ρόλο της απέναντι στο Ισραήλ

Σημαντική διπλωματική κινητικότητα καταγράφεται στον άξονα Άγκυρας–Δαμασκού, με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας Ασάαντ αλ Σαϊμπάνι να πραγματοποιεί διαδοχικές επαφές...

Διεθνή12 ώρες πριν

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον...

Δημοφιλή