Ακολουθήστε μας

Διεθνή

O Πούτιν, ο Ερντογάν και η Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Είμαστε υποχρεωμένοι να καταδεικνύουμε τις αρνητικές συνέπειες της συμμαχίας Πούτιν και Ερντογάν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Γιώργος Καραμπελιάς, Συγγραφέας, Πολιτικός Αναλυτής

Τα τελευταία χρόνια, έχει μεγαλώσει η σύγχυση στην Ελλάδα και την ελληνική κοινή γνώμη, σχετικά με τις σχέσεις Ρωσίας Τουρκίας και Ελλάδας.Τα πράγματα έμοιαζαν σχετικά εύκολα  όσο Τουρκία και Ρωσία συγκρούονταν στη Συρία αλλά έπαψε να είναι από τη στιγμή που άρχισαν να συνεργάζονται, μετά το 2016. Έτσι, παράλληλα με την έντονη αποδοκιμασία της γερμανικής αλλά και της αμερικανικής πολιτικής, είμαστε υποχρεωμένοι να καταδεικνύουμε τις αρνητικές συνέπειες της συμμαχίας Πούτιν και Ερντογάν για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα. 

Και αυτό θέλουν να το συγκαλύψει ένα σημαντικό τμήμα οπαδών της Ρωσίας οι οποίοι ανήκουν σε όλα τα πιθανά και απίθανα περιβάλλοντα. Από την άκρα δεξιά και τον ορθόδοξο χώρο έως την άκρα αριστερά προβάλλεται μία πολιτική άκριτης υπεράσπισης της Ρωσίας και των επιλογών της, παρά τις συχνά αρνητικές για τα εθνικά μας συμφέροντα θέσεις της. Οι πλέον θρασείς ή οι πλέον αφελείς,  φθάνουν μάλιστα να υποστηρίζουν πως η Ελλάδα η Ρωσία και η Τουρκία θα πρέπει «να τα βρουν» απέναντι στους δυτικούς, σύμφωνα με το παλιό κουκουέδικο αφήγημα, παραγνωρίζοντας ή αποσιωπώντας τον τουρκικό επεκτατισμό. Οι περισσότεροι το πράττουν «διά της παραλείψεως». Δηλαδή, αποσιωπούν ρωσικές θέσεις και ενέργειες που στηρίζουν την Τουρκία, όπως έγινε ακόμα και με την Αγία Σοφία, και από την άλλη επιτίθενται αποκλειστικά, ενάντια σε ορισμένες  στις χώρες της Δύσης και την ελληνική κυβέρνηση – εξάλλου υπάρχουν και πολλά για να τους καταμαρτυρήσει κανείς μια και επιτρέπουν τον τουρκικό επεκτατισμό. 

Το εγχείρημα λοιπόν καθίσταται ιδιαίτερα εύκολο μια και απλώς αποσιωπάται η ανάλογη ή και ακόμα χειρότερη τοποθέτηση της Ρωσίας . Έτσι, από το πρωί μέχρι το βράδυ, καταγγέλλουν και ορθώς τη Δύση και την Ευρωπαϊκή Ένωση διότι περιορίζονται σε φραστικές καταδίκες  καθώς και την υποχωρητική  ελληνική κυβέρνηση. Αποκρύπτουν όμως τη στάση της Ρωσίας που δεν βάζει κανένα φραγμό στην τουρκική επιθετικότητα ούτε καν φραστικά. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί με την Κύπρο και την τουρκική εισβολή. Εμείς μιλάμε μονίμως, και δικαίως, για τον Κίσινγκερ αλλά αποκρύπτουμε το γεγονός ότι η Ρωσία έδωσε τότε το οκέι στον Ετσεβίτ για να εισβάλει στην Κύπρο. Κάποιοι από τους κυνικότερους ή τους αφελέστερους συμπληρώνουν πως, εάν είχαμε εγκαταλείψει, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, τότε και μόνο θα μας προστάτευε η Ρωσία. «Καλά να πάθουν» λοιπόν οι Έλληνες.  

MIKHAIL METZEL VIA GETTY IMAGES

Μάλιστα, εάν προσέξει κανείς, τα βέλη των υποστηρικτών της συμμαχίας Πούτιν-Ερντογάν δεν στρέφονται ιδιαίτερα εναντίον της πλέον εχθρικής προς την Ελλάδα ευρωπαϊκής χώρας, της Γερμανίας αλλά έχουν ως προνομιακό στόχο τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τον… Μητσοτάκη. Και δεν χρειάζεται φιλοσοφία για να το ερμηνεύσουμε. Διότι η Ρωσία έχει στενές σχέσεις με τη Γερμανία και, μετά την απόπειρα κατά του Ναβάλνυ, διακυβεύεται ο North Stream 2.Ένας ακόμα λόγος ώστε Ρωσία και Γερμανία να “αντιπαθούν” τον Εastmed και να συντάσσονται με την Τουρκία, ενάντια στο  ελληνο-αιγυπτιακό σύμφωνο οριοθέτησης ΑΟΖ.  

ASSOCIATED PRESS

Μια αδιέξοδη αυτοκρατορική πολιτική

Η πολιτική της προσέγγισης Ρωσίας-Τουρκίας είναι συνέπεια μιας αυτοκρατορικής-ευρασιανικής πολιτικής σε αντίθεση με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του ρωσικού λαού. Διότι η λογική της αυτοκρατορικής Ευρασίας, οδηγεί στην υπαγωγή στην Κίνα, οικονομικά, και το Ισλάμ, πολιτιστικο-πολιτικά. Εξάλλου, το πρόσφατο μήνυμα που έστειλε η… Τουρκία μέσω των Αζέρων στη Ρωσία, στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές.

Και η σημερινή Ρωσία δεν είναι η αυτοκρατορική τσαρική Ρωσία ή η Σοβιετική Ένωση,  είναι μία χώρα 145 εκατομμυρίων, εκ των οποίων το 15% είναι μουσουλμάνοι, και περιστοιχίζεται στα νότια σύνορά της από τα 70 εκατομμύρια των μουσουλμάνων της Κεντρικής Ασίας, για να μην αναφερθώ στα 250 εκατομμύρια του Ιράν, του Αφγανιστάν και της Τουρκίας. Την ίδια στιγμή, το ΑΕΠ της, σε δολάρια, είναι κατώτερο της Ιταλίας και συνεχίζει να εξαρτιέται αποκλειστικά από την ενέργεια, τις πρώτες ύλες και τη στρατιωτική βιομηχανία. 

Μετά την κατάρρευση του 1989-93, η Ρωσία, έχοντας χάσει όλους τους δορυφόρους της, καθώς και την όποια επιρροή στο παγκόσμιο αριστερό κίνημα, επιχείρησε προς στιγμήν να ενταχθεί στο δυτικό σύστημα. 

Ωστόσο, μια τέτοια πορεία δεν ευδοκίμησε εξαιτίας εξωτερικών αλλά και εσωτερικών παραγόντων. 

Κατ’ αρχάς την έντονη αντίθεση όλων των πρώην ανατολικών χωρών, Πολωνίας, Βαλτικών χωρών, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας κ.λπ.,  με τον φόβο της επιστροφής της ρωσικής αυτοκρατορίας. Πάνω σε αυτά ακριβώς τα έντονα αντιρωσικά συναισθήματα θα στηριχθεί η προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερμανίας να επεκτείνουν τη δική τους επιρροή – οικονομική η Γερμανία και πολιτικοστρατιωτική οι Ηνωμένες Πολιτείες. 

Απέναντι σε μία τέτοια πολιτική, αρχικώς ο Γιέλτσιν και για μία μικρή περίοδο ο Πούτιν, επιδίωξαν την ένταξη της Ρωσίας στο ευρύτερο δυτικό στρατόπεδο παρά τις τρικλοποδιές των Αμερικανών στοχεύοντας   να καταστεί μεσοπρόθεσμα η Ρωσία ευρωπαϊκή δύναμη και πάλι, και έτσι να αποκοπεί η Ευρώπη από την αποκλειστική αμερικανική ηγεμονία. Διότι μια Ευρώπη, συνδεδεμένη με τη Ρωσία θα μπορούσε και να απεξαρτηθεί από την αμερικανική κυριαρχία. Όμως, επρόκειτο για μία στρατηγική μακράς πνοής και προφανώς μεγάλης υπομονής.

Η αποικιακή παράδοση 

 Ωστόσο, υπήρχαν και εσωτερικοί παράγοντες που έκαναν δυσκολότερη και τελικώς απέτρεψαν μία τέτοια εξέλιξη. 

Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι οι ρωσικές ελίτ είχαν μία μακρά αυτοκρατορική και αποικιακή παράδοση, τουλάχιστον από την εποχή του μεγάλου Πέτρου. Όλη η σύγχρονη ιστορία της Ρωσίας, αλλά και της Σοβιετικής Ένωσης, αποτελεί μία ιστορία αποικιακών κατακτήσεων τόσο προς τα δυτικά, με την επέκταση στην Πολωνία, τις Βαλτικές Χώρες, την Κεντρική Ευρώπη, όσο και προς τα ανατολικά, μέχρι τη Μαντζουρία και προς τα νότια. Έτσι, διαμορφώθηκε μια αυτοκρατορική και ιμπεριαλιστική εθνική συνείδηση, βαθιά ριζωμένη στις ρωσικές ελίτ αλλά και τον ίδιο το ρωσικό λαό – αυτό που και οι μπολσεβίκοι αποκαλούσαν μεγαλορωσικό σοβινισμό. 

Μία πρώτη μεγάλη κρίση δοκίμασε η Αυτοκρατορία κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ενώ η οριστική κατάρρευση θα έρθει στη δεκαετία του 1990 καθώς θα αποκολληθούν και έθνη που συγκροτούσαν τον πυρήνα της, από την Ουκρανία μέχρι το Καζακστάν. Η Ρωσία, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της, θα τείνει να μεταβληθεί σε έθνος–κράτος και ενώ μέχρι το 1990 οι Ρώσοι αποτελούσαν κάτι λιγότερο από το 50% του πληθυσμού, σήμερα αποτελούν το 80%

Είναι δηλαδή εν τοις πράγμασι ένα εθνικό κράτος, παρότι η μετάβαση από μια αυτοκρατορική σε μια εθνική συνείδηση δεν είναι τόσο εύκολη. Και σε αυτό δεν βοηθά ούτε η γεωγραφία ενός αχανούς κράτους ούτε ο χαρακτήρας της ρωσικής οικονομίας και των ρωσικών αρχουσών τάξεων. Η δε δυναμική της αυξανόμενης αντιπαράθεσης με τους Αμερικανούς θα κάνει όλο και πιο ισχυρή την τάση της επιστροφής σε μία πολιτική παγκόσμιας αντιπαράθεσης, χρησιμοποιώντας κατ’ εξοχήν τη η στρατιωτική της μηχανή πράγμα που κάνει στην Ανατολική Μεσόγειο, τη Συρία και τη Λιβύη και κατά δεύτερο λόγο η ανασυγκρότηση μιας ιδεολογικής επιρροής στηριγμένης σε έναν πολιτικο-ιδεολογικό «ανταρτοπόλεμο», άσχετα και πέρα από οποιαδήποτε ιδεολογική σταθερά.

 Έτσι, μια και στη Δύση, αναπτύσσονται κατ’ εξοχήν οι δεξιές, ακροδεξιές ακόμα και φασιστικές αντιπαγκοσμιοποιητικές τάσεις, η Ρωσία του Πούτιν θα στηρίζεται προνομιακά σε αυτές. Θα στηρίξει και τον Τραμπ στις ΗΠΑ, ή τα ακροδεξιά κόμματα σε όλη την Ευρώπη και παράλληλα ομάδες από το αντίπαλο αριστερό στρατόπεδο. Και οι σύμμαχοί της σήμερα δεν θα είναι ο… Πάμπλο Πικάσο ή ο Γιάννης Ρίτσος και ο Μανόλης Γλέζος, αλλά διάφοροι ακροδεξιοί, από τον Μπάνον στις ΗΠΑ μέχρι τον Βελόπουλο στην Ελλάδα, καθώς και κάποιοι αριστεροί γυρολόγοι. 

Μια αδιέξοδη υπερεπέκταση

Όμως, μια τέτοια πολιτική, υπερεπέκτασης είναι μεσοπρόθεσμα αντιπαραγωγική. 

Κατ’ αρχάς οδηγεί στη μονομερή στρατιωτικοποίηση των εξωτερικών σχέσεων της χώρας και μία τέτοια πολιτική υπερδύναμης χωρίς τα όπλα της –πληθυσμιακά, οικονομικά, ιδεολογικά– την οδηγεί σε ανίερες και ανόσιες συμμαχίες. Συμμαχεί με την  Τουρκία, υποτιμώντας το γεγονός πως αυτή η τελευταία αποτελεί την αιχμή του δόρατος ενός ισλάμ που πολιορκεί όλο και πιο στενά μια ορθόδοξη ευρωπαϊκή χώρα. Όσο για την πολιτική της ιδεολογικής διείσδυσης, αυτή γίνεται με όπλα τον Μπάνον, τον Βελόπουλο και διάφορα έντυπα, ιστοσελίδες και προσωπικότητες αμφιλεγόμενης αξίας και υπόστασης. Χαρακτηριστική είναι η έσχατη συμπόρευση πολλών ρωσόφιλων «παραγόντων» με την αμφισβήτηση του κορωνοϊού, της χρήσης μάσκας, του εμβολιασμού και η χρησιμοποίηση και της ορθοδοξίας γι’ αυτό τον σκοπό. 

Μια μεγαλοϊδεατική αυτοκρατορική πολιτική δεν μπορεί παρά να έχει και συνέπειες στο εσωτερικό της χώρας, όπου οι κάθε είδους ολιγάρχες απομυζούν τον ρωσικό λαό, καταργούνται σταδιακώς τα όποια δημοκρατικά δικαιώματα, όπου καταστέλλονται βίαια ή ακόμα και δολοφονούνται όσοι διαφωνούν, γεγονός που απομακρύνει όλο και περισσότερο τη χώρα από τη φυσική της θέση στην Ευρώπη. Παράλληλα, προσφέρει την ευκαιρία τους άσπονδους φίλους της σε όλη τη Δύση, όπως συνέβη πρόσφατα με την υπόθεση Ναβάλνυ, να μεθοδεύουν όλο και περισσότερο την απομάκρυνση της Ρωσίας. 

Αυτή η αδιέξοδη πολιτική μπορεί να αναστραφεί μόνο με την αποδοχή από τις ρωσικές ελίτ του γεγονότος ότι η Αυτοκρατορία έχει λάβει τέλος και ότι θα πρέπει να αυτο-αναγνωριστεί ως ένα ευρωπαϊκό έθνος-κράτος και να κερδίσει με την πολιτική της, εξωτερική και εσωτερική, την ένταξή της σε ένα ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα. Αντίθετα, η πορεία που ακολουθούν οι ελίτ της χώρας θα αποδειχτεί, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, μοιραία, όπως και επί Μπρέζνιεφ για τη Σοβιετική Ένωση. 

Από το ξανθό γένος στη Συμφωνία Λένιν-Κεμάλ; 

MIKHAIL SVETLOV VIA GETTY IMAGES

Για μας τους Έλληνες, προφανώς, μια τέτοια πολιτική είναι απαράδεκτη και συνεχίζει μια αρνητική παράδοση εκατό χρόνων, από τη συμμαχία Λένιν-Κεμάλ φθάνοντας στη σημερινή συμμαχία Πούτιν-Ερντογάν. Δυστυχώς για εμάς, η συμμαχία μας με το ξανθό γένος, αποφασιστικής σημασίας κατά τον 18ο και στις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1829, τελείωσε με τον Κριμαϊκό Πόλεμο, το 1853. Έκτοτε, η ρωσική πολιτική υπήρξε εχθρική απέναντί μας, προωθώντας τον βουλγαρικό εθνικισμό και επεκτατισμό σε βάρος της Ελλάδας και με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, έφθασαν να παραχωρούν ολόκληρη τη Μακεδονία και τη Θράκη στη Βουλγαρία. Στη συνέχεια, οι μπολσεβίκοι θα αναστήσουν το ετοιμοθάνατο οθωμανικό τέρας, χρηματοδοτώντας και εξοπλίζοντας τον Κεμάλ ενώ θα συνεχίσουν να ανακινούν το μακεδονικό ζήτημα και να επιδιώκουν την απόσπαση της Μακεδονίας και της Θράκης από την Ελλάδα. Μόνο στο Κυπριακό Ζήτημα, θα συνταχθούν με τους ελληνοκύπριους, και κατ’ επέκταση με τα ελληνικά συμφέροντα, μια και η Κύπρος αμφισβητούσε την αγγλική και Νατοϊκή κυριαρχία. Εν συνεχεία, με βάση την αντιπαράθεσή τους με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, θα παραμένουν εχθρικοί προς μια Τουρκία προκεχωρημένο φυλάκιο της δυτικής Συμμαχίας. Σήμερα, πάντως, θα τα ξαναβρούν με την Τουρκία και θα θεωρήσουν την αντιπαράθεση Τουρκίας-Ελλάδας ως μια πιθανή ευκαιρία αποσύνθεσης του ΝΑΤΟ. 

Παρόλα ταύτα, επειδή σε βάθος χρόνου η ένταξη της Ρωσίας στο ευρωπαϊκό στρατόπεδο είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση του ελληνισμού και της ορθοδοξίας, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να τρέφουμε εχθρική προδιάθεση απέναντι στη Ρωσία ούτε να ιδεολογικοποιούμε σε μια αντιρωσική κατεύθυνση τη σημερινή αντίθεσή μας στην τόσο αρνητική για μας προσέγγιση Ερντογάν-Πούτιν. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε την κοινή σε ένα σημαντικό ποσοστό ιστορική και πολιτιστική μας κληρονομιά και δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η Ρωσία, με βάση τα δικά της συμφέροντα, δεν επιθυμεί την παράδοση της Κύπρου στους Τούρκους. Γι’ αυτό και οι σχέσεις πρέπει να συνεχίζονται και να επενδύουμε και στη «δημόσια διπλωματία», ενισχύοντας την πολιτιστική μας παρουσία στη Ρωσία. Εξάλλου, όλοι οι Ρώσοι δεν συμφωνούν με όλες τις επιλογές του Πούτιν, πόσο μάλλον με εκείνες του τουρκόφιλου ευρασιανιστή  Ντούγκιν.

Παρότι λοιπόν, σήμερα τα συμφέροντά μας δεν ταυτίζονται, πιστεύουμε πως ο χρόνος δουλεύει αντίστροφα για τα ευρω-ασιατικά και φιλο-ισλαμικά μεγαλοϊδεατικά οράματα των Ντούγκιν και κομπανία. Γιατί η σκληρή πραγματικότητα, όπως έγινε πρόσφατα στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, καταδεικνύει καθημερινά πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την επιβίωση της Ρωσίας ως μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης από την εγκατάλειψη των αυτοκρατορικών της ονειρώξεων. 

Η εξέλιξη εξάλλου του ευρασιανισμού του Ντούγκιν είναι αποκαλυπτική. Ξεκίνησε πριν από 25 χρόνια με μια επιδίωξη ανασύστασης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με την Κίνα και την Τουρκία, και κατέληξε στον ρωσο-ισλαμισμό και στη συμμαχία με την Κίνα! Ακριβώς γιατί πλέον η Ρωσία δεν μπορεί  να είναι αυτοκρατορία και θα εξαρτηθεί, τελικώς, από τους ισχυρότερους συμμάχους της, το 1,5 δισεκατομμύριο των Κινέζων, οικονομικά, και το 1,5 δισεκατομμύριο των μουσουλμάνων, πολιτισμικά! Μόνο σε μια ενωμένη Ευρώπη θα μπορούσε να είναι ανεξάρτητη και αποφασιστικός παράγοντας της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Και αυτό είναι το δικό μας συμφέρον. Απέναντι στον Ευρασιανισμό, η Πανευρώπη. Επιλέον θα ήταν ένας ευρωπαϊσμός ισορροπημένος στον οποίο θα μπορούμε να παίζουμε ουσιαστικό ρόλο ως σύνδεσμος ανατολικής και δυτικής πτέρυγας της Ευρώπης. 

huffingtonpost.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO46 λεπτά πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται Ευρωβουλευτές με εθνική συνείδηση, θεσμική γνώση και κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία θεσμική δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων της.

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Το μυστήριο του Σαμουήλ: Ο τάφος, οι επιγραφές και η μάχη για την Ιστορία

Οι «Ανιχνεύσεις» ανοίγουν τον φάκελο του Σαμουήλ, εξετάζοντας την άνοδο των Κομητόπουλων, τη σύγκρουση με το Βυζάντιο και τη διεκδίκηση...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Άλμα στον θόλο της αεράμυνας

Αγορά τρίτου BARAK MX, ήρθαν μονάδες του Drone dome, στον δρόμο το IRON BEAM (λέιζερ) και στο πλάνο το IRON...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Μηνύματα απελπισίας!

Ο καθηγητής Ιωαννίδης πιθανότατα προσπάθησε, με την ομιλία του, χωρίς προοπτική, να υπενθυμίσει ότι η τελευταία ελπίδα, αν και δύσκολα...

Δημοφιλή