Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι Ρουμάνοι επέλεξαν: «Ψυχή τε και σώματι» με τις ΗΠΑ και τη Δύση

Δημοσιεύτηκε στις

Ηλίας Παπαγεωργιάδης 

Όταν φτάνει η ώρα για να διαλέξουμε μία ξένη χώρα την οποία θα ερευνήσουμε για να δραστηριοποιηθούμε σε αυτή, εκτός από τα φορολογικά θέματα, σημαντικό ρόλο παίζουν η δημόσια τάξη, το επίπεδο της κοινωνίας, αλλά και η γεωπολιτική της κατεύθυνση. Για αυτό και έχει ενδιαφέρον να δούμε τον δρόμο της Ρουμανίας, που είναι εντελώς διαφορετικός από αυτόν άλλων χωρών της περιοχής, ακόμη και της Ελλάδας.

Ανοικτή κοινωνία και οικονομία από τον… 19ο αιώνα

Οι Ρουμάνοι δημιούργησαν το δικό τους κράτος λίγες δεκαετίες μετά το Ελληνικό, τον 19ο αιώνα. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, επέλεξαν να διατηρήσουν μία ανοικτή κοινωνία και οικονομία, στην οποία Έλληνες, Ιταλοί, Εβραίοι και άλλοι ξένοι ήταν ευπρόσδεκτοι, επένδυσαν και δημιούργησαν πλούτο, δουλειές με χιλιάδες υπαλλήλους κλπ.

Όχι τυχαία, όλοι σχεδόν οι Έλληνες ευεργέτες έγιναν πλούσιοι στη Ρουμανία. Η Braila και το Galati (που σημαίνει γαλάζιο) κυριαρχούνταν από Έλληνες επιχειρηματίες και το 1914 η πρώτη φιλοξενούσε το παγκόσμιο χρηματιστήριο σιτηρών, που ελέγχονταν από… συμπατριώτες μας. Μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο το Βουκουρέστι ήδη είχε φτάσει να θεωρείται «το Παρίσι της Ανατολής». Βασισμένη στις απίστευτες πλουτοπαραγωγικές πηγές της, η ρουμανική οικονομία αναπτυσσόταν με ταχύτητα και είχε ήδη αρχίσει να αποκτά βαριά βιομηχανία. Ο δυτικός τρόπος σκέψης και η προσκόλληση προς τη Δύση ήταν εμφανής.

Η μεγάλη βιομηχανική δύναμη πριν τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο

Μετά την ένωση της Ρουμανίας το 1918, η χώρα απέκτησε πολλά νέα εδάφη και σταδιακά εκτοξεύτηκε. Πάντα προσκολλημένη στη Δύση, έφτασε να γίνει βιομηχανική και πετρελαϊκή δύναμη. Το επίπεδο διαβίωσης ήταν κατά πολύ υψηλότερο του Ελληνικού, για αυτό και τη δεκαετία του ’30 οι Ρουμάνοι οργάνωναν αποστολές για να φέρουν «πίσω στην πατρίδα» Βλάχους από τη Βόρεια Ελλάδα, υποσχόμενοι λεφτά και μία πολύ καλύτερη ζωή.

Αν κάποιος ρωτήσει ανθρώπους μεγάλης ηλικίας που ασχολήθηκαν με την Ελληνική βιομηχανία, θα μάθει ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60 η πλειοψηφία των μηχανημάτων στα Ελληνικά εργοστάσια είχαν παραχθεί στη… Ρουμανία! «Τα πετάξαμε όταν πάλιωσαν και δεν μπορούσαμε εύκολα να αγοράσουμε ανταλλακτικά ή άλλα καινούρια».

1940 – 1945: 5 χρόνια που άλλαξαν τα πάντα

Το 1940 η Ρωσία επιτέθηκε στη Ρουμανία και της απέσπασε τη Βεσαραβία (σημερινή Μολδαβία). Τότε ήταν που οι ρουμάνοι οριστικά και αμετάκλητα θεώρησαν τους ρώσους ως εχθρούς τους, κάτι που δεν έχει αλλάξει ως και σήμερα για την πλειοψηφία τους. 

Το 1944 η Ρουμανία ήταν μαζί με την Ελλάδα ένα από τα κράτη για τα οποία συμφωνήθηκε η «πολιτική των ποσοστών επιρροής» από τις μεγάλες δυνάμεις. Οι Ρουμάνοι πέρασαν στο ανατολικό μπλοκ, όμως πολλοί Ρουμάνοι ιστορικοί και διανοούμενοι ισχυρίζονται πως μέχρι την τελευταία στιγμή η Ρουμανία επρόκειτο να παραμείνει στη Δϋση, όπως και επιθυμούσε ο πληθυσμός της. (Χωρίς ο υπογράφων να έχει σχετικές πηγές, αλλά όπως επιμένουν οι Ρουμάνοι «την τελευταία στιγμή ο Τσώρτσιλ ζήτησε να πάρει την Ελλάδα υπό τη βρετανική κατοχή και τότε οι Ρώσοι ζήτησαν κάτι πολύ σπουδαίο ως αντάλλαγμα, τη Ρουμανία».

Όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά το ότι οι Ρουμάνοι πάντα ήθελαν να ανήκουν στη Δύση. 

1960 – 1980. Η ανατολική βιομηχανική δύναμη και η επιρροή στις αραβικές χώρες

Στη λεγόμενη και ως «καλή» περίοδο του Κομμουνισμού στη Ρουμανία (όταν δεν λιμοκτονούσε ο κόσμος και οι συνθήκες ζωής ήταν υποφερτές, αν εξαιρέσουμε τους δεκάδες διαφορετικούς τρόπους καταπίεσης του καθεστώτος), η Ρουμανία κατέγραψε μία από τις μεγαλύτερες περιόδους ανοικοδόμησης στην παγκόσμια ιστορία. Μπορεί ο νόμος να έλεγε «οικογένεια με 1 παιδί = 45 τετραγωνικά, με 2 παιδιά = 60 τετραγωνικά» κλπ, όμως κτίστηκαν ολόκληρες συνοικίες και κάθε πόλη απέκτησε αξιοπρεπή μέσα μεταφοράς, πάρκα, κεντρική θέρμανση κλπ. Αυτές οι υποδομές επιτρέπουν και σήμερα τις πόλεις τους να έχουν πλεονεκτήματα που δύσκολα βρίσκεις στις αντίστοιχες Ελληνικές.

Την ίδια ώρα, η ρουμανική βιομηχανία διέπρεπε σε νέους τομείς (όπως ο αμυντικός). Όχι τυχαία, τη δεκαετία του ’80 κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν – Ιράκ, στο λιμάνι της Constanta φορτώνονταν όπλα για τη μία εμπόλεμη χώρα και στο λιμάνι της Tulcea φορτώνονταν όπλα για την άλλη. Στο ανατολικό μπλοκ θεωρούνταν βιομηχανική δύναμη. Με την πετρελαϊκή βιομηχανία να εξαπλώνεται παγκοσμίως, ρουμάνοι ειδικοί βρέθηκαν στις χώρες του Μαγκρεμπ και της Μέσης Ανατολής και έδωσαν τα φώτα τους. Όχι τυχαία, τους αγαπάνε πολύ σε όλες αυτές τις χώρες ως και σήμερα.

Ο καυγάς Τσαουσέσκου και Γκορμπατσώφ: «Είσαι δυτικόφιλος»

Τα ιστορικά ντοκουμέντα φαίνεται να αποδεικνύουν ότι η Ρουμανία ήδη από τη δεκαετία του ’70 θεωρούνταν «λιγότερο πιστή στην ΕΣΣΔ / κλίνουσα προς τη Δύση». Όταν μάλωσαν ο Τσαουσέσκου με τον Γκορμπατσώφ         , αυτή ήταν και η κατηγορία προς τον Ρουμάνο ηγέτη: «Είσαι δυτικόφιλος, πουλημένος στη Δϋση, πήρες δάνειο από το ΔΝΤ» κλπ. Ο Τσαουσέσκου, που λάτρευε την αμερικανική σειρά Ντάλας και πολλά άλλα δυτικά στοιχεία πολιτισμού, πήρε την καταστροφική απόφαση να πεινάσουν οι πολίτες για να ξεχρεώσει το χρέος της χώρας σε χρόνο ρεκόρ. Τα κατάφερε, αλλά και έπεσε…

1990 – 2005: Στροφή προς τη Δύση και η άρνηση της Ελλάδας

Μετά την πτώση του Τσαουσέσκου, την εξουσία συνέχισαν να κατέχουν οι πρώην κομμουνιστές, που απλά άλλαξαν όνομα. (Για αυτόν τον λόγο δεν διαλύθηκε το κράτος, όπως έγινε σε άλλες χώρες που παραδόθηκαν στο έλεος της Μαφίας). Στην πρώτη καταστροφική δεκαετία μετά τον Κομμουνισμό, οι πρώην κομμουνιστές ήταν αδύνατο να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνταν για να γίνει η Ρουμανία μία μοντέρνα κοινωνία. Τα αποτελέσματα ήταν ξεκάθαρα: 

–Κατάρρευση του εθνικού νομίσματος και υποτίμησή του από τα 15 λέι = 1 δολάριο στα … 25.926 Λέι = 1 δολάριο

-Σκάνδαλο με πυραμίδες και παρατράπεζες που ρούφηξε τις οικονομίες των πολιτών και τους έκανε να χάσουν την αξιοπρέπειά τους

-Οπισθοδρόμηση και πτώση του ΑΕΠ, πείνα, λαϊκισμός και δυστυχία.

Παρόλα αυτά, στην κοινωνία όλοι ήθελαν να αντιγράψουν τους δυτικούς. Οι γυναίκες ερωτεύονταν όσους άντρες είχαν κούρεμα «αμερικανού πεζοναύτη», τα Mc Donalds έκαναν θραύση, ο,τιδήποτε δυτικό και ειδικά αμερικανικό είχε τεράστια επιτυχία. (Ο Michael Jackson έχει άγαλμα στο Βουκουρέστι κλπ).

Το 2000 εξέλεγη μία σοσιαλιστική κυβέρνηση. Στα θέματα της διαφθοράς κινήθηκε περίπου όπως η Ελλάδα στην περίοδο 2000 – 2004. Στην οικονομία έγιναν τεράστια βήματα προόδου, προχώρησε η σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ένωση (που ολοκληρώθηκε την 01.01.2007) και επιτεύχθηκε η είσοδος στο ΝΑΤΟ το 2004. Η χώρα άρχισε να εκσυγχρονίζεται. 

Τι σημαίνει «πιστός σύμμαχος των ΗΠΑ» και απόλυτα ταυτισμένος με τη γραμμή της Δύσης

Οι Ρουμάνοι γρήγορα απέδειξαν ότι είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα για να γίνουν αρεστοί στη Δύση. Το ότι οι αμερικάνοι, γερμανοί και γενικώς δυτικοί πολιτικοί ήταν καλοδεχούμενοι ήταν (και είναι) αυτονόητο. Το ότι οι δυτικές πρεσβείες είχαν (και έχουν) σημαίνοντα ρόλο στα δρώμενα της Ρουμανίας είναι κάτι το λογικό. 

Όμως δεν έμειναν μόνο εκεί. 

-Αν κάποιος ψάξει το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Bush σχετικά με «μυστικές φυλακές των ΗΠΑ σε διάφορα σημεία του κόσμου», θα έβλεπε ότι πολλές από αυτές ήταν στη Ρουμανία. 

-Στις πολεμικές αποστολές του ΝΑΤΟ, οι πρώτοι που στέλνουν στρατό είναι οι Ρουμάνοι και συνήθως διακρίνονται μιας και τους στέλνουν στην πρώτη γραμμή. Στη χώρα όλοι το θεωρούν αυτονόητο και κανείς δεν εναντιώνεται. 

-Η συμφωνία για να γίνουν αμερικανικές βάσεις στη Ρουμανία υλοποιήθηκε σε χρόνο ρεκόρ.

-Στα ρουμανικά mainstream MΜΕ παρουσιάζονται όλα τα προβλήματα της Ρωσίας του Πούτιν, οι διαδηλώσεις των αντιφρονούντων κλπ, ενώ κάθε δήλωση του Ρώσου Προέδρου αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη, τουλάχιστον. 

-Όταν οι Ευρωπαίοι θεώρησαν ότι οι Ρουμάνοι δεν κάνουν αρκετά βήματα κατά της διαφθοράς και ενημέρωσαν σχετικά τη Ρουμανία, μέσα σε μία εβδομάδα 600 άνθρωποι συνελλήφθησαν, οι φάκελοι με τα κατηγορητήρια και τις αποδείξεις ήταν έτοιμα. 

-Από το 2005 και μετά, καθ’ υπόδειξη των δυτικών, η Ρουμανία κατάφερε να τιθασεύσει τη διαφθορά στη χώρα, αναδεικνύοντας μία νέα γενιά δικαστικών που σε πλήρη συνεργασία με τις μυστικές υπηρεσίες έβαλαν φυλακή με ατράνταχτες αποδείξεις δεκάδες πολιτικούς, πρώην πρωθυπουργούς, εν ενεργεία και πρώην υπουργούς, εν ενεργεία και πρώην βουλευτές, δημάρχους, νομάρχες κλπ. Το ίδιο συνέβη και με τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά ονόματα, με χιλιάδες κρατικούς λειτουργούς κλπ.

-(Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαία εισαγγελέας κατά της Διαφθοράς είναι η Ρουμάνα Laura Covesi, που έκανε εξαιρετική δουλειά στη Ρουμανία και βραβεύτηκε ως πρόσωπο της χρονιάς σε διεθνές επίπεδο).

Αν ρωτήσει κάποιος Ρουμάνους «μέσα στα πράγματα» θα καταλάβει ότι η καταπολέμηση της διαφθοράς έγινε κυρίως «γιατί το ζήτησαν οι ξένοι».

2005 – 2020. Άνοδος, πτώση και μετά εκτόξευση, πάντα προσκολημμένη στο άρμα της Δύσης

Δεχόμενη 40 δις Ευρώ Άμεσες Ξένες Επενδύσεις από το 2004 ως και το 2008, την ώρα που δεκάδες νέες τράπεζες μπήκαν στην αγορά της, η Ρουμανία ανέβηκε πολύ ως το 2008. Μετά ήρθε η κρίση, μιας και οι ανοικτές οικονομίες όπως η Ρουμανική επιρεάζονται άμεσα από τις παγκόσμιες κρίσεις. Επίσης τότε τα δάνεια ήταν 3 φορές περισσότερα από τις καταθέσεις.

Έχοντας την τύχη να έχει τον αρχαιότερο και εκ των ικανότερων κεντρικών τραπεζιτών στον κόσμο, η Ρουμανία πήρε δάνειο από το ΔΝΤ, πήρε μία φορά όλα τα μέτρα, σε 18 μήνες βγήκε από την κρίση και γρήγορα αποπλήρωσε και το δάνειο. Από το 2013 ως και το 2019 το ΑΕΠ της ανέβηκε κατά περίπου 70% και εκατομμύρια άνθρωποι στη χώρα βγήκαν από τη φτώχεια. Σήμερα οι καταθέσεις των τραπεζών είναι 25% περισσότερες από τα δάνεια.

Ο συνδυασμός χαμηλότατης φορολογίας (ως και 1% επί του τζίρου, για τζίρο ως 1.000.000 Ευρώ), χαμηλής διαφθοράς, ανοικτής οικονομίας στην οποία το 51% της αγοράς το ελέγχουν ξένοι και σειράς άλλων πλεονεκτημάτων οδήγησε τη χώρα σε βιώσιμη ανάπτυξη. 

Τι λένε οι ίδιοι οι αμερικάνοι…

Πολλοί γνωρίζοντες επιμένουν πως «η Ρουμανία είναι η μόνη καθαρά φιλοδυτική χώρα ανάμεσα σε άλλες χώρες φιλορωσικές ή ουδέτερες ή φιλοδυτικές όμως με πληθυσμό που αγαπάει τη Ρωσία. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι φιλοξενεί ένα σοβαρό τμήμα της αμυντικής ασπίδας του ΝΑΤΟ απέναντι στη Ρωσία, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τους δυτικούς να θέλουν να στηρίξουν τη Ρουμανία και την αναδείξουν ως παράδειγμα ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή. 

Το εντυπωσιακό είναι ότι όλο αυτό περιγράφηκε αναλυτικά στη σχετική έκθεση με τις προβλέψεις για την περίοδο 2015 – 2025 του Γεωστρατηγικού Ινστιτούτου Stratfor (που όσοι το ξέρουν, ξέρουν ότι εκφράζει ίσως την πιο… αυθεντική άποψη των ΗΠΑ). Έτσι λοιπόν στις αρχές του 2015 οι Αμερικάνοι έγραψαν:

“… Poland will benefit from having a strategic partnership with the United States. Whenever a leading global power enters into a relationship with a strategic partner, it is in the global power’s interest to make the partner as economically vigorous as possible, both to stabilize its society and to make it capable of building a military force. Poland will be in that position with the United States, as will Romania. Washington has made its interest in the region obvious”.

Όπως λοιπόν και στην περίπτωση της Πολωνίας, η Ρουμανία έχει μία στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ και αυτές θα έχουν κάθε ενδιαφέρον να αναδείξουν την οικονομία της, να σταθεροποιήσουν την κοινωνία της και να τη βοηθήσουν να γίνει στρατιωτική δύναμη. Όχι τυχαία, η Ρουμανία ήταν από τις πρώτες χώρες που δέσμευσε 2% του ΑΕΠ της για τον προϋπολογισμό Άμυνας, ενώ πριν λίγες μέρες οριστικοποιήθηκε ότι θα κτίσει με αμερικανική τεχνολογία τους 2 νέους πυρηνικούς αντιδραστήρες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

«Ψυχή τε και σώματι με τις ΗΠΑ και τη Δύση»

Η νέα δεκαετία του ’20 έχει ξεκινήσει και η Ρουμανία εδώ και καιρό δρέπει τους καρπούς της επιλογής της να είναι «ψυχή τε και σώματι» συνδεδεμένη με τις ΗΠΑ και τη Δύση. Ο υπογράφων δεν μπορεί να πει αν θα έπρεπε και η Ελλάδα να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο, δεν είμαι εδώ για να κάνω τέτοιες νουθεσίες. Έχει όμως τη σημασία του να καταλάβουμε ότι η Ρουμανία επέλεξε τη Δύση και την ανοικτή αγορά και σήμερα είναι σε πολύ καλύτερη πορεία σε σχέση με την Ελλάδα, μία χώρα που μόλις πριν από 15 χρόνια κοίταζε με το κυάλι…

Αν λοιπόν κάποιος επιλέξει τη Ρουμανία, είναι καλό να γνωρίζει ότι η χώρα αυτή ανήκει στη Δύση. 

Ηλίας Π. Παπαγεωργιάδης

ilias@more-group.eu

* Ο κ. Ηλίας Π. Παπαγεωργιάδης είναι διευθύνων σύμβουλος της MORE, που περιλαμβάνει και τη MORE Consulting, επί χρόνια μία εκ των κορυφαίων συμβουλευτικών εταιριών με έδρα το Βουκουρέστι. Ασχολείται τόσο με την ίδρυση εταιρίας στη Ρουμανία, όσο και με την πλήρη υποστήριξη μετά την έναρξη λειτουργίας

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Η Ελλάδα χρειάζεται Ευρωβουλευτές με εθνική συνείδηση, θεσμική γνώση και κοινοβουλευτική αποτελεσματικότητα

Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να αφήνει ανεκμετάλλευτη καμία θεσμική δυνατότητα υπεράσπισης των συμφερόντων της.

Αναλύσεις3 ώρες πριν

Ελλάδα – Αζερμπαϊτζάν: Πού βρίσκονται τα όρια της οικονομικής διπλωματίας;

Όταν η Αθήνα διευρύνει τη συνεργασία της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ διεθνείς θεσμοί καταγγέλλουν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ελληνική κυβέρνηση...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Το μυστήριο του Σαμουήλ: Ο τάφος, οι επιγραφές και η μάχη για την Ιστορία

Οι «Ανιχνεύσεις» ανοίγουν τον φάκελο του Σαμουήλ, εξετάζοντας την άνοδο των Κομητόπουλων, τη σύγκρουση με το Βυζάντιο και τη διεκδίκηση...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Άλμα στον θόλο της αεράμυνας

Αγορά τρίτου BARAK MX, ήρθαν μονάδες του Drone dome, στον δρόμο το IRON BEAM (λέιζερ) και στο πλάνο το IRON...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Μηνύματα απελπισίας!

Ο καθηγητής Ιωαννίδης πιθανότατα προσπάθησε, με την ομιλία του, χωρίς προοπτική, να υπενθυμίσει ότι η τελευταία ελπίδα, αν και δύσκολα...

Δημοφιλή