Διεθνή
Το «όραμα» του Ερντογάν και η προοπτική «τουρκοποίησης» ολόκληρης της Κύπρου
Κλέαρχος Α. Κυριακίδης
Οι επίσημες τουρκικές κυβερνητικές απεικονίσεις που παρουσιάζουν όλη τη Νήσο Κύπρο ως «τουρκοποιημένη», σε συνδυασμό με το «όραμα» του Προέδρου Ερντογάν, ίσως αποκαλύπτουν ότι η Τουρκία έχει ήδη ετοιμάσει σχέδιο για να ελέγχει τη Νήσο – μέσω συνταγματικής «ομοσπονδοποίησης», σύμφωνα με μακρόχρονους τουρκικούς στόχους, μέσω σταδιακής δημογραφικής αλλοίωσης ή μέσω μιας νέας εισβολής. Ελπίζω ότι κάνω λάθος, αλλά φοβάμαι ότι έχω δίκιο.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 2020, η Προεδρία της Τουρκίας δημοσίευσε ανακοίνωση με αξιοπρόσεκτο τίτλο, που αποτελούσε απόσπασμα μιας ομιλίας του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν: «Έχουμε ήδη ξεκινήσει προετοιμασίες για να κατασκευάσουμε την Τουρκία του 2053 και του 2071».
Ο Πρόεδρος Ερντογάν επιβεβαίωσε ότι αυτές οι «προετοιμασίες» ήταν πραγματικές: «Δεν τις κάνουμε με λόγια, ρητορική ή κουβέντες, αλλά με συγκεκριμένες ενέργειες». Πρόσθεσε ότι «στόχος» του «κάθε βήματος που κάνουμε» είναι «η μεταμόρφωση της Τουρκίας σε περιφερειακή και παγκόσμια δύναμη». Μάλιστα, «κάθε βήμα» αποτελεί «θεμέλιο λίθο του οράματός μας».
Ο Πρόεδρος Ερντογάν αποκάλυψε ότι αυτό το «όραμα» σχετίζεται με την «επιτυχημένη ολοκλήρωση των πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών μας προσπαθειών, που εκτείνονται σε μια μεγάλη περιοχή από τη Συρία και τη Λιβύη έως την Ανατολική Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο».
Η προεδρική ανακοίνωση της 19ης Σεπτεμβρίου 2020 εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια των ετών 2053 και 2071 θα σηματοδοτηθούν «κρίσιμες επέτειοι για την τουρκική ιστορία». Ωστόσο, δεν έδωσε λεπτομέρειες (Δείτε: www.tccb.gov.tr/en/news/542/122127/-we-have-already-started-preparations-to-build-the-turkey-of-2053-and-2071-).

Μια απεικόνιση του Γραφείου Επενδύσεων της Προεδρίας της Τουρκίας στο www.invest.gov.tr/en/whyturkey/top-reasons-to-invest-in-turkey/pages/strategic-location.aspx
Νεο-αποικιακές φιλοδοξίες
Η αλήθεια είναι ότι η 600ή επέτειος της οθωμανικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης θα σηματοδοτηθεί το 2053 και τουλάχιστον δύο ιστορικές επέτειοι θα σηματοδοτηθούν το 2071.
Η μία θα είναι η 1000ή επέτειος της νίκης των Τούρκων, έναντι των Βυζαντινών, στη Μάχη του Μαντζικέρτ το 1071. Η δεύτερη θα είναι η 500ή επέτειος της νίκης των Τούρκων, έναντι των Βενετών, στην Κύπρο το 1571, στον απόηχο των τουρκικών εισβολών της Κύπρου από το 1570. Ομοίως με το τι έγινε το 1453, αυτές οι εισβολές οδήγησαν σε σφαγές, υποδουλώσεις και μετατροπές εκκλησιών σε τζαμιά, ειδικά στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο. Έτσι, πραγματοποιήθηκε η βίαιη τουρκική κατάκτηση της Κύπρου.
Κατά συνέπεια, ο αυταρχικός Πρόεδρος ενός επιθετικού κράτους δεν κρύβει τη στοργή του για έτη που συνδέονται με τη φρικτή απώλεια αίματος, τη δουλεία, τον εξισλαμισμό και την κατάκτηση. Ούτε κρύβει τις νεο-οθωμανο-ισλαμιστικές και, συνεπώς, τις νεο-αποικιακές φιλοδοξίες του που επικεντρώνονται σε περιοχές, οι οποίες προηγουμένως αποτελούσαν μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του σχετικού Χαλιφάτου. Μία από αυτές είναι η Ανατολική Μεσόγειος, όπου βρίσκεται η Κυπριακή Δημοκρατία (ΚΔ).

Μια αφίσα των Ένοπλων Δυνάμεων της Τουρκίας, που δημοσιεύτηκε από το Υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας στις 27 Φεβρουάριου 2019 στο https://twitter.com/tcsavunma και https://twitter.com/tcsavunma/status/1100827859503980549
Καταφανής προσβολή
Με όλα αυτά υπόψη, προκαλείται ένα απλό ερώτημα: Μήπως η Τουρκία σκοπεύει να αναστήσει την τουρκική κυριαρχία ή ηγεμονία στη Νήσο Κύπρο; Από το 1974, κόντρα στο διεθνές δίκαιο, η Τουρκία έχει ήδη ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο στα κατεχόμενα βόρεια εδάφη της ΚΔ. Ωστόσο, υπάρχουν ξεκάθαρες ενδείξεις ότι, κόντρα στην αλήθεια, η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί ήδη τα κατεχόμενα ως αναπόσπαστο μέρος της Τουρκίας και, ως εκ τούτου, τουρκικά. Επιπλέον, φαίνεται πως βλέπει τα ελεύθερα εδάφη της ΚΔ και τα δύο διπλανά απομεινάρια της βρετανικής αποικιοκρατίας με τον ίδιο ψευδή τρόπο.
Αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονται σε επίσημες απεικονίσεις, όπως αυτές της Προεδρίας, των Ενόπλων Δυνάμεων, του Υπουργείου Γεωργίας και Δασοκομίας και της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλειας των Ακτών της Τουρκίας. (Δείτε: www.invest.gov.tr/en/whyturkey/top-reasons-to-invest-in-turkey/pages/strategic-location.aspx, https://twitter.com/tcsavunma/status/1100827859503980549, www.mgm.gov.tr/kurumici/radyasyon_mevsimler.aspx, www.kiyiemniyeti.gov.tr/telsiz_mudurlugu).
Πρόκειται, λοιπόν, για καταφανή προσβολή κατά του ΗΒ, κατά της ΚΔ και κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), στην οποία η ΚΔ, αλλά όχι πλέον το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ), παραμένει κράτος μέλος. Πρόκειται, επίσης, για κατάφωρη ασέβεια για τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου και για τις συγκεκριμένες συνθήκες που αφορούν τη Νήσο Κύπρο.

Μια απεικόνιση της Γενικής Διεύθυνσης Ασφάλειας των Ακτών της Τουρκίας στο www.kiyiemniyeti.gov.tr/telsiz_mudurlugu
Σχετικές πραγματικότητες
Χωρίς τη συγκατάθεση του κυπριακού λαού, η Νήσος κυβερνήθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους από τη βίαιη κατάκτηση την 1η Αυγούστου 1571 έως ότου το ΗΒ άρχισε να τη διαχειρίζεται στις 12 Ιουλίου 1878. Ακολούθησε η προσάρτηση της Νήσου από το ΗΒ στις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Βρετανοί είχαν ως αφορμή την τότε συμμαχία της Τουρκίας με τη Γερμανία στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 20 της Συνθήκης της Λωζάννης της 24ης Ιουλίου 1923, η Τουρκία αναγνώρισε αυτήν την προσάρτηση: «Η Τουρκία δηλοί ότι αναγνωρίζει την προσάρτησιν της Κύπρου ανακηρυχθείσαν υπό της Βρεττανικής Κυβερνήσεως την 5ην Νοεμβρίου 1914».
Μετέπειτα, και πάλι, χωρίς τη συγκατάθεση του κυπριακού λαού, η Νήσος Κύπρου διχοτομήθηκε στις 16 Αυγούστου 1960 – τη στιγμή της διάλυσης της Βρετανικής Αποικίας του Στέμματος της Κύπρου, εκτός σε δύο σημεία που μετονομάστηκαν σε «Κυρίαρχες Περιοχές των Βάσεων του Ακρωτηρίου και Δεκέλειας», και της ταυτόχρονης εγκαθίδρυσης της ΚΔ.
Το 1960, η Τουρκία ενέκρινε αυτήν την καινούργια νεο-αποικιοκρατική κατάσταση πραγμάτων.
Σύμφωνα με το Άρθρο 1 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης του 1960, η Τουρκία αναγνώρισε την ύπαρξη τόσο της ΚΔ, όσο και των δύο διπλανών περιοχών υπό συνεχιζόμενη βρετανική κυριαρχία.
Σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Συνθήκης Εγγυήσεων του 1960, η Τουρκία αναγνώρισε και εγγυήθηκε «την ανεξαρτησίαν, εδαφική ακεραιότητα και ασφάλειαν» της ΚΔ.
Σύμφωνα με το Άρθρο 3 της ίδιας Συνθήκης, η Τουρκία ανέλαβε να σεβαστεί «την ακεραιότητα» των περιοχών «υπό την κυριαρχίαν του ΗΒ».
«Η Κύπρος είναι τουρκική»
Οι επίσημες απεικονίσεις που ψευδώς παρουσιάζουν τη Νήσο Κύπρο ως τουρκική υπογραμμίζουν την αδιαφορία της Τουρκίας γι’ αυτές τις συνθήκες και, ευρύτερα, για το διεθνές δίκαιο. Επίσης, εκδηλώνουν την εχθρική πρόθεση της Τουρκίας, του νεο-αποικιακού «οράματος» του Προέδρου της και τη μακρόχρονη τουρκική δογματική πεποίθηση ότι «η Κύπρος είναι τουρκική». Αυτή η πεποίθηση βγήκε στη φόρα το 1954, με τη δημιουργία του πολιτικού κινήματος με αυτό το όνομα.
Παράλληλα, αυξήθηκε η εκστρατεία της Τουρκίας εναντίον τής τότε προτεινομένης αυτοδιάθεσης, μέσω της ένωσης Ελλάδας-Κύπρου, η οποία αντικατόπτριζε τις φιλοδοξίες των Ελλήνων που αποτελούσαν το 82 τοις εκατόν του λαού της Κύπρου.
Η πεποίθηση ότι «Η Κύπρος είναι τουρκική» εκφράστηκε με θράσος στην Αγγλο-Ελληνο-Τουρκική Διάσκεψη στο Λονδίνο το 1955. Για παράδειγμα, την 1η Σεπτεμβρίου 1955, λίγες μέρες πριν από τα βάρβαρα «Σεπτεμβριανά» στην Κωνσταντινούπολη, ο Φατίν Ζορλού, αντιπρόσωπος της Τουρκίας στη Διάσκεψη, ισχυρίστηκε:
«Με τη γεωγραφική της δομή [η Κύπρος] είναι μια προέκταση της Χερσονήσου της Ανατολίας, το έδαφος της οποίας είναι έδαφος της Ανατολίας [και] το κλίμα της οποίας είναι [κλίμα] της Ανατολίας …» (Πηγή: Cmd 9594, HMSO, London, October 1955, pages 19 to 27.)
Στις 5 Δεκεμβρίου 1955, ο Harold Macmillan, Υπουργός Εξωτερικών του ΗΒ, εκπρόσωπος της χώρας του στη Διάσκεψη στο Λονδίνο και μελλοντικός Πρωθυπουργός, ενημέρωσε το βρετανικό κοινοβούλιο ότι η τότε θέση των Τούρκων ήταν ως εξής:
«Αν εμείς οι Βρετανοί επιλέξουμε να εγκαταλείψουμε την κυριαρχία [της Κύπρου], θα πρέπει να επιστρέψει σε αυτούς… Αυτό, λοιπόν, είναι το νομικό τους επιχείρημα. Αλλά το πρακτικό τους επιχείρημα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη. Είναι, απλά, αυτό. Λένε: ‘Κοιτάξτε τον χάρτη. Αυτό το νησί απέχει 500 μίλια από την Αθήνα, αλλά μόνο 40 μίλια από την τουρκική ακτή. Δείτε πώς επηρεάζει ολόκληρο τον έλεγχο των δύο κύριων νότιων λιμένων της Τουρκίας, της Μερσίνας και της Αλεξανδρέττας’. Σε άλλα χέρια, σε χέρια διαφορετικά από αυτά της επιλογής ή της συμφωνίας των Τούρκων, θα μπορούσε να είναι ένα πιστόλι στραμμένο στην καρδιά τους. ‘Είναι’, λένε, ‘σε μορφή νησιού [αλλά] στην πραγματικότητα επέκταση της χερσονήσου της Ανατολίας’…».
Με αυτήν τη διεστραμμένη λογική, τα Αγγλονορμανδικά Νησιά θα έπρεπε να ανήκουν στη Γαλλία. Εντούτοις, το διεθνές δίκαιο δεν λειτουργεί έτσι.
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η Κύπρος είναι ένα πιθανό «πιστόλι», αυτό αποτελεί μιαν αντήχηση ενός επιχειρήματος που προβλήθηκε το 1938, σε σχέση με την Τσεχοσλοβακία, από το ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ στη Γερμανία. Αυτό τα λέει όλα.
(Πηγές: Hansard, House of Commons Debates, 5.12.1955, Columns 37-38 και «The Spectator», 1.09.1938, page 9).
Συμπεράσματα
Καταλήγω σε τρία συμπεράσματα.
Πρώτον, παρά το διεθνές δίκαιο, το τουρκικό κράτος εξακολουθεί να πιστεύει ότι «η Κύπρος είναι τουρκική». Ταυτόχρονα, υιοθετεί μια νεο-αποικιακή παραλλαγή του ναζιστικού δόγματος του «ζωτικού χώρου» («Lebensraum»).
Δεύτερον, η νεο-οθωμανο-ισλαμιστική νοοτροπία του σύγχρονου τουρκικού κράτους δεν αναγνωρίζει «τις δύο κοινότητες» ως οντότητες της ΚΔ. Τις θεωρεί ως θρησκευτικές «κοινότητες», που αποτελούνται από μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους αντίστοιχα, υπό την ηγεμονία της Τουρκίας.
Τρίτον, κατευνάζοντας διαδοχικές κυβερνήσεις της Τουρκίας, η ΚΔ και η ΕΕ έχουν ανοίξει την όρεξη του αναξιόπιστου τουρκικού κράτους με προηγούμενη επίδοση ως εισβολέα στην Κύπρο το 1570/71 και το 1974.
Τελειώνω με μία εµπεριστατωµένη εικασία. Οι επίσημες τουρκικές κυβερνητικές απεικονίσεις, που παρουσιάζουν όλη τη Νήσο Κύπρο ως «τουρκοποιημένη», σε συνδυασμό με το «όραμα» του Προέδρου Ερντογάν, ίσως αποκαλύπτουν ότι η Τουρκία έχει ήδη ετοιμάσει σχέδιο για να ελέγχει τη Νήσο – μέσω συνταγματικής «ομοσπονδοποίησης», σύμφωνα με μακρόχρονους τουρκικούς στόχους, μέσω σταδιακής δημογραφικής αλλοίωσης ή μέσω μιας νέας εισβολής.
Ελπίζω ότι κάνω λάθος, αλλά φοβάμαι ότι έχω δίκιο.
* Κεντρική φωτογραφία: Μια απεικόνιση της Γενικής Διεύθυνσης Μετεωρολογίας του Υπουργείου Γεωργίας και Δασοκομίας της Τουρκίας στο www.mgm.gov.tr/kurumici/radyasyon_mevsimler.aspx
*Επίκουρος Καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου UCLan Cyprus. Οι απόψεις του είναι προσωπικές.
Σημερινή
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
