Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Τράμπ κατά Μπάιντεν. Ο καπιταλισμός και οι αντιφάσεις του

Δημοσιεύτηκε στις

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
.
Η σημερινή παγκόσμια συγκυρία, αν δούμε το τι συμβαίνει στις αμερικανορωσικές και σινοαμερικανικές σχέσεις, στην ευρεία Μέση Ανατολή, στη Λατινική Αμερική, στις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, στην παγκόσμιο οικονομία και στις κοινωνικές εξεγέρσεις από την Αμερική στον Λίβανο και από τη Βολιβία στη Γαλλία, έχει αρκετές ομοιότητες με ότι συνέβη κατά τα έτη 1914, 1929 και 1939, δηλαδή με τις χρονιές που ξέσπασαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και η μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση. Στην πραγματικότητα, μόνο η ύπαρξη των πυρηνικών όπλων έχει εμποδίσει την έκρηξη παγκοσμίου πολέμου με τη μορφή που τον ξέραμε. Αλλά ζούμε, χωρίς αμφιβολία, ήδη, σε περιβάλλον παγκοσμίου πολέμου “χαμηλής έντασης”, σε slow motion. Όσο για τη συνείδηση της ανθρωπότητας δεν φαίνεται να έχει κάνει μεγάλες προόδους από τον 20ό αιώνα, να διαθέτει σήμερα καλύτερη πολιτική σκέψη και συνείδηση από ότι στο παρελθόν, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα είτε των οικονομικών κρίσεων, είτε των γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
.
Υπάρχει όμως τώρα και μια τεράστια διαφορά εν σχέσει με το παρελθόν, όχι μόνο με τον Εικοστό Αιώνα, αλλά με όλη την ανθρώπινη ιστορία. Ο Άνθρωπος ανέπτυξε, μετά το 1945, παραγωγικές δυνάμεις και τεχνολογίες που κινδυνεύουν να καταστρέψουν την ίδια τη ζωή στον πλανήτη και που παρέχουν επίσης την υλική, τεχνολογική βάση ενός Ολοκληρωτισμού χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Υπάρχει ο κίνδυνος μιας πυρηνικής και η βεβαιότητα (αν δεν ληφθούν εντός των επομένων 10 ετών ριζικά μέτρα) μιας κλιματικής καταστροφής. Υπάρχει η βαθιά διαταραχή της σχέσης του Ανθρώπου με τη Φύση, η ραγδαία αστικοποίηση, η προσφυγή στην βιομηχανική, υπερεντατική και χημική ή και γενετικά τροποποιημένη γεωργία, η μαζική μόλυνση του περιβάλλοντος και του ανθρωπίνου σώματος και μυαλού. Υπάρχουν τα πειράματα με το DNA, η δυνατότητα ευρύτατης παρακολούθησης, χειραγώγησης και αποβλάκωσης των ανθρώπων από τους γίγαντες του ίντερνετ, υπάρχει και το Τέρας της αναδυόμενης Τεχνητής Νοημοσύνης.
.
Οι νέες τεχνολογίες, η συσσωρευμένη τεράστια γνώση και οι νέες παραγωγικές δυνάμεις βρίσκονται ως επί το πλείστον στα χέρια μικρών ομάδων ιδιωτικών ολιγοπωλίων ή μονοπωλίων, που ελέγχουν στην πραγματικότητα το ίδιο το μέλλον της ζωής στη Γη, χωρίς κανένα πραγματικό δημοκρατικό, κοινωνικό και διεθνή έλεγχο. Μικρές ομάδες που καθορίζονται από την επιθυμία μεγιστοποίησης του κέρδους και της κυριαρχίας τους, ει δυνατόν σε όλες τις σφαίρες της ζωής και αναπτύσσονται στο σώμα της ανθρωπότητας, όπως ο καρκίνος στο σώμα του ανθρώπου.
.
Έχουμε ξεκινήσει μια σειρά πρωτοφανών πειραμάτων, ικανών να τερματίσουν τον βίο μας ως είδους εντός του τρέχοντος αιώνα, αν δεν πάρουμε αποφασιστικά μέτρα, αν δεν αλλάξουμε στην πραγματικότητα εκ βάθρων το κοινωνικό και διεθνές μας σύστημα και τον πολιτισμό μας. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την προέλευση του κορονοϊού, μπορούμε όμως να είμαστε βέβαιοι ότι συνιστά μια απλή, ήπια μόνο πρόγευση της Κόλασης που ετοιμάζουμε.
.
Θεωρητικά, οι νέες παραγωγικές δυνάμεις και τεχνολογίες παρέχουν τη δυνατότητα στον Άνθρωπο να περάσει από το βασίλειο της Ανάγκης στο βασίλειο της Ελευθερίας. Είναι σήμερα δυνατή η κάλυψη του μεγαλύτερου μέρους των εύλογων αναγκών του παρόντος και ενός αρκετά μεγαλύτερου ανθρώπινου πληθυσμού, κάτι που δεν συνέβαινε στο παρελθόν. Αλλά αυτό θα προϋπέθετε την αντικατάσταση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και διανομής και μια ριζική αλλαγή στη σφαίρα του πολιτισμού. ‘Όχι μόνο δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο στον ορίζοντα σήμερα, δεν τίθεται καν ως αξιόπιστη πρόταση, ως εναλλακτικό όραμα, από καμιά ισχυρή πολιτική δύναμη ή κράτος.

Η σκιά της σοβιετικής κατάρρευσης

Η ανθρωπότητα εξακολουθεί να ζει σε μεγάλο βαθμό υπό το κράτος της βαθιάς και καταλυτικής επίδρασης που είχε πάνω της η σοβιετική κατάρρευση (εν πολλοίς αυτοκτονία, αφού δεν προήλθε από ξένη εισβολή ή πόλεμο, αλλά από την προσχώρηση μεγάλου μέρους των σοβιετικών ελίτ στη Δύση και τον Καπιταλισμό). Ανεξάρτητα από τη γνώμη που μπορεί κανείς να έχει για το σοβιετικό καθεστώς όπως εξελίχθηκε, το σοβιετικό «πείραμα» απετέλεσε τη σπουδαιότερη, ίσαμε με τώρα, απόπειρα δημιουργίας μιας κοινωνίας εναλλακτικής προς τον Καπιταλισμό από τις ίδιες τις κατώτερες, λαϊκές και πληβειακές τάξεις, σε συνέργεια με πρωτοπόρους διανοούμενους, που συνέθεσαν την πείρα του εκπληκτικού “χρυσού αιώνα” της πνευματικής Ρωσίας (1825-1932), με την εμπειρία ογδόντα χρόνων ευρωπαϊκού εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος. Πείραμα που ξεκίνησε, ανεξάρτητα από την πορεία που πήρε στη συνέχεια, εκφράζοντας τη φιλοδοξία να κάνει τον Άνθρωπο υποκείμενο της Ιστορίας του και την κοινωνία ιδιοκτήτη της Οικονομίας. Έτσι, η κατάρρευσή του βιώθηκε ως το τέλος της Ουτοπίας.
.
Μόνο τώρα, δύο και τρεις δεκαετίες μετά, αρχίζουν να κάνουν δειλά την εμφάνισή τους δυνάμεις που αρχίζουν και θέτουν ξανά το ζήτημα της ανατροπής του Καπιταλισμού, έστω και υπό τη μορφή διακήρυξης. Συνέβη με τον Τσάβες στη Βενεζουέλα, με τον Κόρμπιν στη Βρετανία, με τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία και με την αμερικανική νεολαία που υποστήριξε τον Σάντερς. Ζώντας στην καρδιά του Καπιταλισμού, οι πολύ νέοι Αμερικανοί αποκτούν καθαρότερη συνείδηση της πραγματικής κοινωνικής κατάστασης και, παρόλο που δεν έχουν ίσως διαβάσει ούτε μία σοσιαλιστική εφημερίδα ή βιβλίο στη ζωή τους, απαντούν τώρα στις δημοσκοπήσεις ότι είναι υπέρ του Σοσιαλισμού (και αυτό στην πιο αντι-σοσιαλιστική και αντι-κομμουνιστική ίσως χώρα του πλανήτη έως πρόσφατα!). Αλλά, βέβαια, έχουν να αντιμετωπίσουν ένα σύστημα που χρησιμοποίησε τις σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μη αμφισβήτησης για να ελέγξει κατά τρόπο πρωτοφανή (συνήθως δι’ εξαγοράς) το πολιτικό, δημοσιογραφικό και πανεπιστημιακό προσωπικό και να καταδιώξει κάθε ανεξάρτητο διανοούμενο, ικανό να προσφέρει στις κοινωνίες τις εναλλακτικές που χρειάζονται.  Γι’ αυτό και συχνά η νεανική αμφισβήτηση αναγκάστηκε να προσφύγει στις μεγάλες ηλικίες (Σάντερς, Κόρμπιν) αφού δεν μπόρεσε να βρει εκφραστές στις ενδιάμεσες ή τις νεώτερες.
.
Στο περιβάλλον κυριαρχίας (και βαθιάς παρακμής ταυτόχρονα) του πολιτισμού του Χρήματος, οι νέες τεχνολογίες και παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύχθηκαν μετά το 1945, χρησιμοποιούνται κατά τρόπο που παροξύνει τους ανταγωνισμούς, θέτει σε άμεσο κίνδυνο το φυσικό και βιολογικό ακόμα κεφάλαιο (και την ίδια την επιβίωση) της ανθρωπότητας και επιτείνει την οικονομική κρίση και τις κοινωνικές ανισότητες, τόσο στο εσωτερικό των κρατών, όσο και σε πλανητική κλίμακα.

 Από το ιδεώδες της προόδου στο «ιδεώδες» της καταστροφής

Αν στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και το καπιταλιστικό και το «σοσιαλιστικό» στρατόπεδο όριζαν τις επιδιώξεις τους με όρους παγκόσμιας προόδου, σήμερα η έννοια αυτή, βασική στο ανθρώπινο εγχείρημα από την Αναγέννηση και δώθε, δείχνει να έχει εγκαταλειφθεί. «Όλοι ξέρουμε ότι οι επόμενες γενηές θα ζουν χειρότερα από τις τωρινές», είπε μια μέρα ο Μπαρόζο, Πρόεδρος τότε της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και νυν υψηλά ιστάμενο στέλεχος της Goldman Sachs, χωρίς μάλιστα κανείς να τον εγκαλέσει για μια τόσο καταπληκτική δήλωση. Για ποιο λόγο να ζούμε χειρότερα, ενώ ο κόσμος μας γίνεται συνολικά πλουσιότερος και με όλο και αποτελεσματικότερες τεχνολογίες;
.
Ο Πρόεδρος Τραμπ από την πλευρά του το μόνο που έχει να μας προτείνει είναι πόλεμος κατά πάντων. Πόλεμος κατά της Κίνας, κατά του Ιράν, κατά εν γένει του Νότου και της Ανατολής, πόλεμος ακόμα και εναντίον των συμμάχων της Αμερικής αλλά και στο εσωτερικό των αμερικανικών πόλεων, πόλεμος κατά του Κλίματος και κατά του Πολιτισμού. Στην πραγματικότητα και πόλεμος κατά της Ρωσίας, αν τον κρίνουμε όχι από τις παραπλανητικές εντυπώσεις που θέλει να δημιουργεί (όπως και ο Χίτλερ μέχρι να επιτεθεί στη Ρωσία), αλλά από το έργο της κυβέρνησής του.
.
Ας μας επιτραπεί, για να δούμε καλύτερα γιατί το δυτικό καπιταλιστικό σύστημα παρήγαγε έναν Τραμπ (και επίσης έναν Τζόνσον, έναν Μπολσονάρου, ένα Μόντι και ένα Νετανιάχου), ως απάντηση στην κρίση του, μια σύντομη αναφορά στην περίοδο που ξεκινάει με τη σοβιετική κατάρρευση – αυτοκτονία του 1989-91, «ιδρυτικό» τρόπον τινά για την εποχή μας ιστορικό γεγονός (όπως ένα άλλο «ιδρυτικό» γεγονός ήταν, για τον Εικοστό Αιώνα, η Ρωσική Επανάσταση του 1917).

 Η Αυτοκρατορία του Χρήματος

Η εποχή μας, η εποχή μετά το 1989-91, χαρακτηρίζεται από την κατακόρυφη άνοδο της «Αυτοκρατορίας του Χρήματος», του παγκόσμιου χρηματιστικού Κεφαλαίου και όσων το ελέγχουν, μιας Αυτοκρατορίας που μοιάζει ενίοτε πιο ισχυρή και από την Αμερικανική. Επιδιώκει τη θεμελίωση μιας αιώνιας κυριαρχίας του Χρήματος πάνω στον Άνθρωπο, το «Τέλος της Ιστορίας» κατά Φουκουγιάμα, την αναίρεση δηλαδή όλων των αγώνων για ελευθερία και την πλήρη αντιστροφή του ρητού του Πρωταγόρα από τα ‘Αβδηρα, «πάντων χρηµάτων µέτρον ἐστίν ἄνθρωπος, τῶν µέν ὄντων ὡς ἐστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν». Υπό την έννοια αυτή είναι ολοκληρωτική, αν και διατηρεί ακόμα τις αναφορές στο δημοκρατικό καθεστώς και μια στοιχειώδη σχέση με τον Ορθολογισμό.
.
Δημιούργημα του ανθρώπου το Χρήμα γίνεται αφέντης του, τείνει να ρυθμίζει πλέον όλες τις σφαίρες του ζώντος. Στην προσπάθεια να επικρατήσει παγκόσμια και να δημιουργήσει τον Homo Economicus που χρειάζεται, ανθρώπους χωρίς κοινωνική αναφορά και χωρίς ηθική, είτε ισοπεδώνει, είτε «καταλαμβάνει» και κενώνει περιεχομένου όλους τους παραδοσιακούς θεσμούς και όλες τις παραδοσιακές ισχυρές ταυτότητες, όπως είναι τα έθνη, τα κράτη, οι λαοί, οι παραδοσιακές ιδεολογίες και θρησκείες, κάθε είδους ισχυρές ταυτότητες, ακόμα και το φύλο, παρά τον βιολογικό του καθορισμό. Ο Καπιταλισμός μεταβαίνει σταδιακά στην περίοδο αυτή από την νεοφιλελεύθερη εκδοχή του στον Καπιταλισμό της Καταστροφής και εξελίσσεται σε είδος «Νεοφεουδαρχίας» του Χρήματος.
.
Η «Παγκοσμιοποίηση» δεν είναι παρά η απόπειρα επιβολής, μετά την κατάρρευση του «σοσιαλιστικού» μπλοκ, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και διανομής και του συνοδεύοντος πολιτισμού σε όλο τον πλανήτη.

 Η Αυτοκρατορία «διασπάται» ως προς τις μεθόδους και τις ιδεολογίες

Ο ηγετικός πυρήνας της Αυτοκρατορίας του Χρήματος, της Αμερικής και ολόκληρης της Δύσης ενοποιείται γύρω από αυτή την κεντρική επιδίωξη, την πληρέστερη δυνατή κυριαρχία της Δύσης και του Κεφαλαίου σε όλη τον πλανήτη και σε όλες τις μορφές της ζωής. Ταυτόχρονα όμως αναπτύσσονται και διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό του, που αντανακλούν εν μέρει, κληρονομούν και τις αντιθέσεις που είχαν αναπτυχθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού στο παρελθόν.
.
Θυμίζουμε ότι στη δεκαετία του 1930 είχαμε τη διάσπαση και οξύτατη σύγκρουση ανάμεσα στον «δημοκρατικό ιμπεριαλισμό» (Τσώρτσιλ, Ρούζβελτ) και τον «ολοκληρωτικό ιμπεριαλισμό» (Χίτλερ, Μουσολίνι, Ιαπωνία). Αργότερα είχαμε, στο αγγλοαμερικανικό κατεστημένο, την εμφάνιση μιας μειοψηφικής μεν, πλην ισχυρής ολοκληρωτικής τάσης, αυτής που ήθελε να πάει σε πόλεμο με την ΕΣΣΔ το ταχύτερο δυνατό, ακόμα και πριν τελειώσει ο Β’ Παγκόσμιος, της ίδιας που πιθανώς οργάνωσε τη δολοφονία των αδελφών Κέννεντι και του Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ, του Κίσσινγκερ, οργανωτή των πραξικοπημάτων στη Χιλή το 1973 και στην Κύπρο το 1974. Είχαμε τους «προγόνους» των Νεοσυντηρητικών όπως το αμερικανοεβραϊκό περιοδικό Commentary, τον Οντέτ Γινόν, που διακηρύσσει ότι ο Ανθρωπισμός είναι παρωχημένος και τον Χάντινγκτον που υποστήριζε από τότε ότι τα φυσικά όρια του πλανήτη καθιστούν  αδύνατη τη γενίκευση της δημοκρατίας.
.
Η τάση αυτή δεν πείστηκε ποτέ ότι η «ευτυχής παγκοσμιοποίηση», η ελκτική δύναμη του δυτικού παραδείγματος και η αυτόματη λειτουργία του καπιταλισμού επαρκεί για να εξασφαλίσει την αιώνια νίκη του. Χρειάζεται για μια τέτοια επιδίωξη και πολύ μεγάλη δόση στρατιωτικής βίας και εξαναγκασμού, χρειάζεται επίσης η χρήση των εθνικών και θρησκευτικών ταυτοτήτων, στα πλαίσια του «Διαίρει και Βασίλευε» και της «Στρατηγικής του Χάους” και της «Σύγχυσης», που τόσο ανάγλυφα βλέπουμε σήμερα τις εκδηλώσεις τους όπου κι αν κυττάξουμε. Η ομάδα αυτή δεν διαφωνεί με τους κλασικούς νεοφιλελεύθερους Παγκοσμιοποιητές ως προς την τελική επιδίωξη, διαφωνεί όμως για το ποια μέσα και ποιες ιδεολογίες είναι κατάλληλες για τον σκοπό.
.
Ήδη το 1993, ο Χάντινγκτον αντιτάσσει τον “Πόλεμο των Πολιτισμών” στο «Τέλος της Ιστορίας» του Φουκουγιάμα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 οι εκθέσεις Τζερεμάια και Βούλφοβιτς περιγράφουν μια «προ-ενεργό» (proactive) στρατηγική για να διατηρήσουν οι ΗΠΑ την παγκόσμια ηγεμονία, επιδίωξη που είναι ο διακηρυγμένος σκοπός του «Σχεδίου για έναν Αμερικανικό Αιώνα». Μέσα στη δεκαετία του 1990, μια ομάδα υπό τον Ρίτσαρντ Περλ καταρτίζει για λογαριασμό και με χρηματοδότηση του Νετανιάχου το σχέδιο της εισβολής στο Ιράκ και των πολέμων στη Μέση Ανατολή που θα ακολουθήσουν στη δεκαετία του 2000. Δολοφονούνται ο Γιτζάκ Ράμπιν και ο Γιάσερ Αραφάτ, μεγάλα εμπόδια στο δρόμο του Πολέμου.
.
Η τάση αυτή, επειδή είναι μειοψηφική και επειδή το πρόγραμμά της προκαλεί οξείες αντιδράσεις αποκαλυπτόμενο, χρησιμοποιεί κατά σύστημα μεθόδους «πραξικοπημάτων», παραπλάνησης και «εισοδισμού» για να πετύχει τους σκοπούς της. Καταφέρνει με τη νοθεία στη Φλόριντα να πάρει την εξουσία (Μπους, Τσένει, Ράμσφελντ) και ξετυλίγει το πρόγραμμά της, χρησιμοποιώντας την 11η Σεπτεμβρίου (που πιθανότατα δεν απέτρεψε ενώ μπορούσε) για να εγκαινιάσει τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», δηλαδή του Ισλάμ και να εισβάλλει στο Ιράκ. Η εισβολή αυτή είναι, πρώτον, ένα υποκεφάλαιο του Πολέμου των Πολιτισμών του Χάντινγκτον, δεύτερον μια άσκηση αυτοκρατορικής εξουσίας, εμμέσως πλην σαφώς απευθυνόμενης επίσης στη Ρωσία, την Κίνα και την Ευρώπη, τρίτον η υλοποίηση μιας πολύ βασικής επιδίωξη του Ισραήλ υπό τον Νετανιάχου που θα ήθελε να καταστρέψει οποιοδήποτε καθεστώς του αραβο-μουσουλμανικού κόσμου δυνάμενο να απειλήσει την ισραηλινή παντοδυναμία στη Μέση Ανατολή. ‘Όπως περνάμε από τον νεοφιλελεύθερο στον καπιταλισμό της καταστροφής, έτσι κι εδώ περνάμε από τον ιμπεριαλισμό της κατάκτησης σε αυτόν της καταστροφής.
.
Το Ιράκ ήταν το πρώτο πιάτο, αλλά ο προγραμματισμός των Νεοσυντηρητικών ήταν η ανατροπή σε 2-3 χρόνια όλων των καθεστώτων της Μέσης Ανατολής έως το Ιράν, αλλά και της Βόρειας Κορέας. ‘Όπως η επέμβαση και διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ήταν η «γενική δοκιμή» για τους πολέμους της Μέσης Ανατολής, έτσι και οι τελευταίοι είναι «γενική δοκιμή» για αυτό που θα ακολουθήσει ή και ακολουθεί (π.χ. στην πρ. ΕΣΣΔ).
.
‘Όπως στην οικονομία έχουμε τη μετάβαση από τον νεοφιλελεύθερο στον καπιταλισμό της καταστροφής (π.χ. Ελλάδα), έτσι και στη γεωπολιτική έχουμε τη μετάβαση από τον ιμπεριαλισμό της κατάκτησης σε αυτόν της καταστροφής (π.χ. Ιράκ). Αμφότερες οι τάσεις συνιστούν ισχυρή ένδειξη της εγγενούς δυσκολίας του παγκόσμιου συστήματος να αντιμετωπίσει την κρίση του, χωρίς να προκαλεί όλο και μεγαλύτερες καταστροφές.
.
Η εισβολή των Αμερικανών (και των Βρετανών, Αυστραλών και Πολωνών συμμάχων τους) στο Ιράκ, δεν ήταν ο περίπατος που είχαν υποσχεθεί οι «στρατηγοί» των Νεοσυντηρητικών, είτε γιατί πραγματικά το πίστευαν, είτε γιατί ήθελαν να διευκολύνουν την είσοδο στο μεσανατολικό και ευρύτερο Χάος. Η χώρα κατελήφθη μεν, τα στρατεύματα κατοχής όμως συνάντησαν λυσσώδη αντίσταση από τον σουννιτικό ιδίως πληθυσμό και η κατοχή αυτή δεν μπόρεσε ποτέ να σταθεροποιηθεί επαρκώς, ενώ η εισβολή παρέμεινε εντελώς απονομιμοποιημένη στην παγκόσμια και δυτική κοινή γνώμη. Εκ των πραγμάτων, η Αυτοκρατορία ετέθη προ του διλήμματος να προχωρήσει σε πολύ ευρύτερη κλιμάκωση, για να πετύχει την υλοποίηση του νεοσυντηρητικού προγράμματος ανατροπής όλων των μεσανατολικών καθεστώτων ή να πάει σε αναδίπλωση, αναμένοντας καλύτερες μέρες.
.
Η κλιμάκωση θα ήταν πόλεμος κατά του Ιράν με χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων. Προτάθηκε, αλλά προσέκρουσε στην έντονη αντίθεση του αμερικανικού βαθέος κράτους, του Στρατού και των μυστικών υπηρεσιών, και δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί.

Η απόπειρα αναστροφής του Ομπάμα και οι λόγοι της αποτυχίας της

Φτάνουμε έτσι στην εκλογή Ομπάμα, που εκφράζει τις αντίπαλες προς τους Νεοσυντηρητικούς ομάδες στην ηγεσία της Αμερικής και της Δύσης. Δεν θέλει όμως ο νέος Πρόεδρος ή δεν μπορεί να έρθει σε πλήρη σύγκρουση με το λόμπυ και τους νεοσυντηρητικούς που εκπροσωπούνται και στο ίδιο το εσωτερικό ακόμα της κυβέρνησής του, από την Χίλαρυ Κλίντον, που τους κάνει όλα τα χατήρια και από τον Βικτώρια Νούλαντ που είναι βασικό τους στέλεχος, γεγονός που εξουδετερώνει σε μεγάλο βαθμό την αποτελεσματικότητα των πολιτικών του, όπως όταν υπέκυψε στην πίεση να επέμβει στη Λιβύη. Καταφέρνει πάντως ο Ομπάμα, και πρέπει αυτό να του προσμετρηθεί, να αποφύγει τις δύο κύριες αιχμές του νεοσυντηρητικού προγράμματος, δηλαδή την στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, αλά Ιράκ, στην οποία τον σπρώχνουν Νεοσυντηρητικοί και Νετανιάχου το 2013, αλλά και τον πόλεμο κατά του Ιράν, με το οποίο υπογράφει μάλιστα συμφωνία.
.
Όμως, και παρά τη «λάμψη» του Προέδρου, ο παγκόσμιος καπιταλισμός της εποχής της παγκοσμιοποίησης δεν έχει κατά τα φαινόμενα τη δυνατότητα – ή τη διάθεση – να κάνει τις παραχωρήσεις που χρειάζεται για να στηρίξει την εναλλακτική στο πρόγραμμα κατίσχυσης δια της βίας των Νεοσυντηρητικών. Το μετριοπαθές «πολιτικό Ισλάμ» που προσπάθησε να στηρίξει ο Ομπάμα, ως εναλλακτική στον «πόλεμο των πολιτισμών» στη Μέση Ανατολή,  δεν έχει τρόπο να χρηματοδοτηθεί στα πλαίσια της νεοφιλελεύθερης «παγκοσμιοποίησης». Μόνο η Τουρκία κάτι κατάφερε, κι αυτής όμως η σχετική επιτυχία της παραμένει εύθραυστη και αν το κατάφερε το έκανε παίζοντας επιδέξια διάφορα αντιδυτικά χαρτιά. Η δυσκολία για τους Δυτικούς είναι δομική. Αν οι εισβολές δεν λύνουν το πρόβλημα της δυτικής κυριαρχίας, έτσι δεν το λύνουν και οι εκλογές, όπως φάνηκε με τις επιτυχίες της Χαμάς και του Μόρσι.
.
Την ισχυρότερη ένδειξη, αν όχι απόδειξη για την οργανική αδυναμία της Δύσης και του καπιταλισμού να λύσουν τα προβλήματα του κόσμου, μας παρέχει άλλωστε η κολοσσιαία κοινωνική καταστροφή στην πρώην ΕΣΣΔ, ως αποτέλεσμα της εισαγωγής του καπιταλισμού, καταστροφή χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της βιομηχανικής εποχής. Αν ο καπιταλισμός δεν κατόρθωσε να ανεβάσει το επίπεδο της ΕΣΣΔ, αλλά αντίθετα το κατέστρεψε, χώρας με εξαιρετικά εκπαιδευμένο πληθυσμό και υψηλή επιστημονική, τεχνολογική και βιομηχανική βάση, ποια είναι η πιθανότητα να λύσει αυτό το σύστημα τα προβλήματα της Αφρικής; Η κολοσσιαία αποτυχία της Ρωσίας του Γέλτσιν, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και την ενότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, θα αναγκάσει τελικά μια ομάδα του ίδιου του ρωσικού κράτους στην επιχείρηση διακοπής, δια του Πούτιν, της αποσύνθεσης.
.
Μια εξίσου αποφασιστική ένδειξη ότι βρισκόμαστε ενώπιον δομικής δυσκολίας της Δύσης και του Καπιταλισμού μας το παρέχει η Κίνα. Προχωρώντας σε μαζικές επενδύσεις εκεί οι Δυτικοί αφενός απέβλεψαν σε υπερκέρδη, αφετέρου ήλπισαν ότι η είσοδος του ξένου κεφαλαίου θα υπονομεύσει το οικονομικό καθεστώς (σχεδιασμένη οικονομία) και το πολιτικό (εξουσία του ΚΚ), προκαλώντας μια κινεζική «περεστρόικα». Τίποτα από τα δύο δεν έγινε. Παρά τις μεγάλες παραχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο και τον καπιταλισμό, η Κίνα δεν προσχώρησε στην «χρηματοπιστωτική παγκοσμιοποίηση», δηλαδή στο σύστημα παγκόσμιας δικτατορίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, και δεν εγκατέλειψε το πολιτικό μονοπώλιο του ΚΚΚ. Το καθεστώς δεν ανετράπη. Είναι μία από τις ελάχιστες χώρες του κόσμου που μπόρεσαν να ελέγξουν το ξένο κεφάλαιο, όχι να ελεγχθούν από αυτό. Η άνοδός της συνιστά σήμερα μια από τις σοβαρότερες προκλήσεις στην κυριαρχία του δυτικού Καπιταλισμού στον πλανήτη.
.
Έτσι, μετά τις αποτυχίες των Νεοσυντηρητικών στη φάση των πολέμων κατά του Ιράκ, βλέπουμε και την αποτυχία των νεοφιλελεύθερων ελίτ να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του συστήματος, όπως την είσοδο στη μεγάλη οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 και συνεχίζεται, την άνοδο της Κίνας, την επάνοδο της Ρωσίας και άλλα. ‘Όπως εξελίσσεται ο δυτικός καπιταλισμός δεν έχει τα περιθώρια (ή πάντως τη διάθεση) παραχωρήσεων στο εσωτερικό των δυτικών κρατών (στην Αμερική δεν καταφέρνει ούτε να πραγματοποιήσει την περίθαλψη για όλους, στην Ευρώπη αντιμετώπισε προσωρινά την κρίση καταστρέφοντας ένα κράτος – μέλος της ΕΕ, την Ελλάδα!), αλλά ούτε και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των εξωτερικών απειλών στην παγκόσμια κυριαρχία του.
.
Και επειδή η φυσιολογική εξέλιξη του συστήματος σε τέτοια κρίση, θα ήταν είτε ένα παγκόσμιο τώρα New Deal, που δεν επιθυμεί ή ένας παγκόσμιος πόλεμος που δεν φαίνεται εύκολος, οι αποτυχίες της περιόδου Ομπάμα ενίσχυσαν τελικά την πιο ριζοσπαστική ομάδα μέσα στο διεθνές σύστημα που προκρίνει μια στρατηγική γενικευμένου Χάους.

Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται

Αντιμέτωπο με αυτές τις προκλήσεις μια μερίδα του ίδιου του συστήματος προσφεύγει και πάλι στις υπηρεσίες της εξτρεμιστικής του τάσης, που επανέρχεται στην εξουσία με τον Τραμπ, υπό την επιρροή ανθρώπων όπως ο Τίελ, ο Μπάνον, ο Πομπέο, ο Νετανιάχου. ‘Όπως, τηρουμένων των αναλογιών, το γερμανικό Κεφάλαιο, αναγκάστηκε να ανεχθεί και να προσφύγει  στις υπηρεσίες των «παρείσακτων» του συστήματος, των Εθνικοσοσιαλιστών του Αδόλφου Χίτλερ.
.
Παρά τις σημαντικές διαφορές με τους Ναζί, η εμπειρία του Τραμπ επιτελεί την ίδια ιστορική λειτουργία. Χρησιμοποιεί την δυσφορία των λαϊκών μαζών από το σύστημα για να τις βάλει από το παράθυρο στην υπηρεσία του. Η αλλοπρόσαλλη και εξωφρενική συμπεριφορά του Προέδρου συνεισφέρει σημαντικά στην καταστροφή της ίδιας της έννοιας του νοήματος, των κοινωνικών και διεθνών συμβάσεων, στην επιχείρηση καταστροφής του ίδιου του Λόγου, βασικού εργαλείου του Ανθρώπου στον αγώνα για την Ελευθερία του, στις στρατηγικές δηλαδή του Χάους και της Σύγχυσης. Ο Τραμπ έχει μια τεράστια συμβολή στην καταστροφή των όποιων λογικών και ηθικών κανόνων της αμερικάνικης κοινωνίας και της «διεθνούς κοινότητας», καταστροφή που είναι αναγκαία αν θέλει κάποιος να μετατρέψει την ανθρωπότητα σε αγέλες άγριων ζώων, ικανών να στραφούν οπουδήποτε με την επιδέξια χρήση των κατώτερων λειτουργιών της συνείδησης, των ενστίκτων και του ασυνείδητου, αλλά και των φανταστικών νέων δυνατοτήτων χειραγώγησης μέσω του ‘Ιντερνετ.
.
Τις πραγματικές βέβαια επιδιώξεις του Τραμπ, ή καλύτερα αυτών που τον επηρεάζουν, πρέπει να τις ανιχνεύσουμε στην πράξη, όχι στη ρητορεία του. Το πρώτο πράγμα που έκανε,  αναλαμβάνοντας την Προεδρία, ο δήθεν αντισυστημικός πρόεδρος, είναι να δώσει στην Goldman Sachs την απευθείας οικονομική διακυβέρνηση της Αμερικής. Τεστάρει στη συνέχεια την πυρηνική απειλή έναντι της Ρωσίας, με τους δύο βομβαρδισμούς της Συρίας παρά την εκεί παρουσία ρωσικών στρατευμάτων. Τεστάρει και την Κίνα απειλώντας με πλήρη εξαφάνιση τη Βόρειο Κορέα. Εξοικειώνει την παγκόσμια κοινή γνώμη με το αδιανόητο ενδεχόμενο του πυρηνικού πολέμου. Καταστρέφει τη δομή του ελέγχου των πυρηνικών όπλων και υπονομεύει κάθε δεσμευτικό διεθνή κανόνα και κάθε διεθνές πλαίσιο συνεργασίας. Παραδίδει πλήρως και με τρόπο που δεν έχει κάνει κανείς Πρόεδρος των ΗΠΑ την αμερικανική εξωτερική πολιτική στο Ισραήλ του Νετανιάχου. Αποχωρεί από τη συμφωνία για το Ιράν και προετοιμάζει ενεργά τον πόλεμο με τη χώρα αυτή, που θα είχε ήδη ξεσπάσει, και παρολίγον να ξεσπάσει, αν δεν τον σταμάταγε η αντίδραση του αμερικανικού βαθέος κράτους, αντίδραση που σταμάτησε επίσης και την πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει τον στρατό για την καταστολή των διαδηλώσεων στις αμερικανικές πόλεις.
.
Υποτίθεται ότι είναι φίλος της Ρωσίας και πολλοί εκτιμούν ότι εξυπηρετεί το στρατηγικό σχέδιο να σπάσει τη συμμαχία της με την Κίνα, που θέτει ανυπέρβλητα εμπόδια στην παγκόσμια κυριαρχία του δυτικού Κεφαλαίου. Ωστόσο η κυβέρνησή του κλιμάκωσε την επιχείρηση περικύκλωσης της Ρωσίας και συνεργάστηκε με το Ισραήλ για να πετύχει μια συμφωνία Σερβίας – Κοσόβου, που αποκλείει Ρωσία και Κίνα από τα Βαλκάνια, ενώ σπρώχνει την Τουρκία εναντίον της Ρωσίας στη Λιβύη και την Συρία. Και εδώ θυμίζει τη «φιλία» του Χίτλερ με το Κρεμλίνο που κατέληξε στην επίθεση του Ιουνίου 1941 και την παρολίγον καταστροφή της ΕΣΣΔ.
.
Σε διάφορους κύκλους ο Τραμπ παραμένει δημοφιλής λόγω της αντίθεσής του στην παγκοσμιοποίηση. Αλλά πρόκειται για μια χίμαιρα. Ο Τραμπ δεν είναι αντίθετος και δεν θα μπορούσε να είναι στην ουσία της παγκοσμιοποίησης που είναι η γενίκευση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και διανομής στον πλανήτη. Ούτε είναι δυνατόν να παλέψει κανείς κατά της παγκοσμιοποίησης, αποβλέποντας σε έναν «καλό», «εθνικό καπιταλισμό» που είναι, στην εποχή μας, μεγαλύτερη ουτοπία από όση αντιπροσώπευσαν στην εποχή τους ο «σοσιαλισμός σε μια και μόνη χώρα» και ο «εθνικοσοσιαλισμός».
.
Αυτό που θέλει ο Τραμπ είναι να εισάγει ένα στοιχείο βίας και καταναγκασμού, όχι να καταργήσει την «παγκοσμιοποίηση», αλλά να την αντικαταστήσει από ένα πολύ χειρότερο σύστημα, στο οποίο θα λειτουργεί μεν, μόνο όμως στο μέτρο που λειτουργεί υπέρ των αμερικανικών καταρχήν (και ευρύτερων δυτικών δευτερευόντως) συμφερόντων. Θέλει να λύσει τα προβλήματα βιωσιμότητας του καπιταλισμού με περισσότερη βία κατά της Κίνας, κατά των λαϊκών στρωμάτων, κατά του Ιράν, κατά του περιβάλλοντος και του ανθρώπινου  πολιτισμού. Αυτό είναι το αληθινό πρόταγμα του Τραμπ και των πολιτικών συμμάχων του διεθνώς (Τζόνσον, Μπολσονάρου, Μόντι, Νετανιάχου κλπ.). Αν επικρατήσουν, θα αυξήσουν σημαντικά την πιθανότητα πλανητικής εμβέλειας καταστροφών.
.
Οι πιθανότητες να επικρατήσουν αυξάνονται στο μέτρο που έχουν απέναντί τους χρεωκοπημένες νεοφιλελεύθερες ελίτ, όπως αυτές που συσπειρώνονται τώρα πίσω από τον Μπάιντεν, ελίτ που δεν έχουν τίποτα σχεδόν να προσφέρουν στη χώρα τους και τον κόσμο και που έκαναν τα πάντα για να σταματήσουν την δημοκρατική και σοσιαλιστική πρόκληση του Σάντερς, τον οποίο τους ενδιέφερε να νικήσουν περισσότερο από ότι να εμποδίσουν τον Τραμπ.
.
Είναι αλήθεια ότι αυτές οι νεοφιλεύθερες ελίτ είναι πιο συντηρητικές και λιγότερο επικίνδυνες από το εξτρεμιστικό ρεύμα γύρω από τον Τραμπ, που μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγάλες και ενδεχομένως ανεπίστρεπτες καταστροφές στην ανθρωπότητα αν εξακολουθήσει να κυριαρχεί στην εξουσία των ΗΠΑ και μόνο με την κλιματική του πολιτική. Αλλά είναι η δική τους πολιτική, η πολιτική των ίδιων των νεοφιλελεύθερων ελίτ,  που γεννάει και τροφοδοτεί τον ακροδεξιό, φασίζοντα εξτρεμισμό του Τραμπ και των συμμάχων του διεθνώς.

 Η ανάγκη εναλλακτικής

Μόνο η έγκαιρη συγκρότηση εθνικών και διεθνών πολιτικών υποκειμένων, φορέων ενός νέου υποδείγματος, σε Νότο, Ανατολή και Δύση, που θα ενοποιήσουν τον αγώνα για τις κοινωνικές, τις δημοκρατικές, τις οικολογικές ανάγκες της ανθρωπότητας, ξεκινώντας από τις επιμέρους αντιστάσεις που αναπτύσσονται και ενοποιώντας τες σε μια πανανθρώπινη διεκδίκηση ενός καλύτερου, πιο πολιτισμένου και ασφαλούς κόσμου, μπορεί να αντιμετωπίσει τις τρομακτικές απειλές ενός Καπιταλισμού αχαλίνωτου μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ (και της παγκόσμιας αριστεράς) και που έχει στα χέρια του τα πιο φονικά εργαλεία.
.
Πολλοί θα πουν ίσως ότι αυτά είναι ουτοπικά. Κατά τη γνώμη μας είναι πολύ περισσότερο ουτοπικό να πιστεύει κανείς ότι το ανθρώπινο είδος θα επιβιώσει του παρόντος αιώνος χωρίς να παράγει τα υποκείμενα, τις ιδέες και τις πολιτικές που χρειάζεται απελπιστικά, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται σήμερα κάτι τέτοιο.
.
konstantakopoulos

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ

Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα υποχωρήσεις δεν έχουν αποφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα. Μιλώντας στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), εξέφρασε έντονο προβληματισμό για την πορεία των συνομιλιών, προειδοποίησε για τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων της κατοχής και κάλεσε τον Ελληνισμό να αξιοποιήσει τις διεθνείς συμμαχίες και τη συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη σημασία της διπλωματικής στήριξης του Βατικανού, υπερασπίστηκε τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τοποθετήθηκε για την υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Την ανάγκη αλλαγής πορείας στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράμμισε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν δημιουργεί προοπτικές ουσιαστικής προόδου.

Σε συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΡΙΚ, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη μέχρι σήμερα διαχείριση του εθνικού ζητήματος, επισημαίνοντας ότι οι υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς δεν έχουν οδηγήσει στην επιδιωκόμενη λύση.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διεθνών συμμαχιών, της ευρωπαϊκής ιδιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και των δυνατοτήτων συντονισμένης δράσης του Ελληνισμού.

«Οι εξελίξεις δεν φαίνονται να οδηγούν πουθενά»

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε την ανησυχία του για τη στασιμότητα στο Κυπριακό, εκτιμώντας ότι η συνέχιση της υφιστάμενης πολιτικής δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστική αλλαγή.

Κατά την άποψή του, οι παραχωρήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της προσπάθειας επίτευξης συμφωνίας δεν απέδωσαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα της διάνοιξης νέων οδοφραγμάτων, υπογραμμίζοντας ότι η διευκόλυνση της μετακίνησης μεταξύ των ελεύθερων και των κατεχόμενων περιοχών δεν μπορεί να ταυτίζεται με την επίλυση του Κυπριακού.

Η τοποθέτησή του επικεντρώθηκε στην ανάγκη να μη μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τη βασική διάσταση του προβλήματος, την οποία προσδιόρισε ως ζήτημα εισβολής, κατοχής και παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Μακαριώτατος προειδοποίησε ότι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης ενέχει τον κίνδυνο περαιτέρω παγίωσης των τετελεσμένων.

Κατά την εκτίμησή του, η παράταση της εκκρεμότητας μπορεί να δημιουργήσει ευνοϊκότερες συνθήκες για μελλοντικές τουρκικές ενέργειες.

Μήνυμα σε Αθήνα, Λευκωσία και Διασπορά: Συντονισμός και αξιοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Ο Προκαθήμενος της κυπριακής Εκκλησίας κάλεσε τον Ελληνισμό να αντιμετωπίσει το Κυπριακό μέσα από μια περισσότερο συντονισμένη προσπάθεια.

Αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα κινητοποίησης της Ελλάδας, της Κύπρου και των ελληνικών κοινοτήτων του εξωτερικού, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν διπλωματικά και πολιτικά εργαλεία τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν.

Στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του βρέθηκε η ιδιότητα της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο Αρχιεπίσκοπος υποστήριξε ότι η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή οικογένεια πρέπει να μεταφράζεται σε ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των Κυπρίων πολιτών.

«Ό,τι απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι, να το απολαύσουμε και εμείς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την επιθυμία του να αναδειχθεί εντονότερα η ευρωπαϊκή διάσταση του Κυπριακού, με έμφαση στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην άρση των συνεπειών της τουρκικής εισβολής.

Κατεχόμενα: «Αποκαθιστούμε εκκλησίες, αλλά δεν επιστρέφουν στη λατρεία»

Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε ο Αρχιεπίσκοπος στην προστασία της θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς στις κατεχόμενες περιοχές.

Αναφερόμενος στις προσπάθειες συντήρησης και αποκατάστασης εκκλησιαστικών μνημείων, σημείωσε ότι η Εκκλησία της Κύπρου στηρίζει τις σχετικές εργασίες, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή ιστορικών ναών.

Όπως εξήγησε, η χρηματοδότηση των παρεμβάσεων προέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, τόσο από την κυπριακή πλευρά όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ωστόσο, εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η αποκατάσταση ενός εκκλησιαστικού κτιρίου δεν συνεπάγεται απαραίτητα την επαναφορά του στην αρχική του θρησκευτική χρήση.

Υπάρχουν, όπως ανέφερε, περιπτώσεις ναών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση των εργασιών συντήρησης.

Ο Αρχιεπίσκοπος ξεκαθάρισε ότι η διατήρηση των μνημείων είναι απαραίτητη, καθώς προστατεύει ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας και της ταυτότητας της Κύπρου για τις επόμενες γενιές.

Επισήμανε, ωστόσο, ότι ζητούμενο δεν πρέπει να είναι μόνο η διάσωση των κτιρίων, αλλά και η δυνατότητα να χρησιμοποιούνται εκ νέου για τη λατρεία για την οποία κατασκευάστηκαν.

Διπλωματική στήριξη από το Βατικανό στο Κυπριακό

Ξεχωριστή αναφορά έκανε ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος στον ρόλο της Αγίας Έδρας και στις δυνατότητες που δημιουργούν οι επαφές της Εκκλησίας της Κύπρου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Ο ίδιος εξήγησε ότι ο διάλογος δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε θεολογικά και εκκλησιαστικά θέματα, αλλά συνδέεται και με την προσπάθεια διεθνούς προβολής του Κυπριακού.

«Και στο εθνικό θέμα ζητούμε συμπαράσταση της Αγίας Έδρας, η οποία έχει πολλούς πρέσβεις, νουντσίους, διαπιστευμένους σε όλο τον κόσμο», δήλωσε.

Η αναφορά αφορά το διεθνές διπλωματικό δίκτυο του Βατικανού, το οποίο διαθέτει αποστολικούς νουντσίους σε πολλές χώρες.

Σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο, το δίκτυο αυτό μπορεί να συμβάλει στην προβολή των κυπριακών θέσεων και στην ευαισθητοποίηση της διεθνούς κοινότητας.

Η επιδίωξη αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη αντίληψή του ότι η επίλυση του Κυπριακού απαιτεί διεθνή κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων διπλωματικών διαύλων.

«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση, δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο»

Ο Αρχιεπίσκοπος απάντησε και στις επικρίσεις που διατυπώθηκαν για τις επαφές με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

Υπερασπίστηκε τον θεολογικό διάλογο, τονίζοντας ότι η επιδίωξη επικοινωνίας μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών δεν συνεπάγεται εγκατάλειψη των ορθόδοξων δογματικών θέσεων.

«Δεν κάναμε καμία υποχώρηση. Δεν κάναμε κανένα συλλείτουργο», ανέφερε κατηγορηματικά.

Όπως εξήγησε, ο διάλογος αποσκοπεί στην αναζήτηση της κοινής χριστιανικής παράδοσης της πρώτης χιλιετίας, πριν από τη διάσπαση της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου υποστήριξε ότι οι θεολογικές διαφορές δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με την άρνηση της επικοινωνίας.

Ερωτηθείς για τις αντιρρήσεις που διατυπώνονται ακόμη και στο εσωτερικό της Ιεράς Συνόδου, διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να αναζητηθεί η αλήθεια χωρίς διάλογο.

Παράλληλα, επέκρινε τον θρησκευτικό φανατισμό, σημειώνοντας ότι τέτοιες συμπεριφορές στρέφονται όχι μόνο εναντίον ετεροδόξων, αλλά και εναντίον Ορθοδόξων.

Κατά τον Αρχιεπίσκοπο, οι Χριστιανοί οφείλουν να αναζητούν τρόπους συνεργασίας για την αντιμετώπιση σύγχρονων προκλήσεων, χωρίς να παραιτούνται από τις εκκλησιαστικές και δογματικές τους αρχές.

Ανησυχία για τους Χριστιανούς της Μέσης Ανατολής

Η συζήτηση για τη συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών επεκτάθηκε και στην κατάσταση των χριστιανικών κοινοτήτων στη Μέση Ανατολή.

Ο Αρχιεπίσκοπος Γεώργιος εξέφρασε ανησυχία για τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν χριστιανικοί πληθυσμοί σε περιοχές οι οποίες έχουν πληγεί από πολεμικές συγκρούσεις, διώξεις και πολιτική αστάθεια.

Υποστήριξε ότι οι θρησκευτικοί ηγέτες έχουν ευθύνη να συνεργάζονται με τις πολιτικές αρχές, ώστε να εξασφαλίζονται συνθήκες ασφάλειας και αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Στόχος, όπως εξήγησε, πρέπει να είναι η δυνατότητα των Χριστιανών να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.

Η τοποθέτησή του συνδέεται και με τον ιδιαίτερο ιστορικό ρόλο της Κύπρου ως σημείου επαφής μεταξύ της Ευρώπης και των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής.

Μονή Οσίου Αββακούμ: Προειδοποίηση προς τους πιστούς

Ο Αρχιεπίσκοπος αναφέρθηκε, τέλος, στην υπόθεση της Μονής Οσίου Αββακούμ και στις εκκλησιαστικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί.

Επανέλαβε τη θέση της Εκκλησίας της Κύπρου ότι η καθαίρεση κληρικών συνεπάγεται την απώλεια της δυνατότητάς τους να ασκούν ιερατικά καθήκοντα.

Σύμφωνα με όσα εξήγησε, οι καθαιρεθέντες δεν μπορούν πλέον να τελούν έγκυρες αγιαστικές πράξεις βάσει της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και της κανονικής τάξης.

Ο Αρχιεπίσκοπος κάλεσε τους πιστούς να ενημερώνονται για το περιεχόμενο και τις συνέπειες των εκκλησιαστικών αποφάσεων και να μην παρασύρονται από πρόσωπα που έχουν απομακρυνθεί από την ιεροσύνη.

Η παρέμβασή του εντάσσεται στην προσπάθεια της εκκλησιαστικής ηγεσίας να αποσαφηνίσει τη θέση της γύρω από μια υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον στην Κύπρο.

Το μήνυμα της παρέμβασης

Οι τοποθετήσεις του Αρχιεπισκόπου Γεωργίου ανέδειξαν δύο βασικές προτεραιότητες της Εκκλησίας της Κύπρου.

Η πρώτη αφορά τη διατήρηση ενεργού ρόλου στο Κυπριακό, με έμφαση στην ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, στον συντονισμό Ελλάδας και Κύπρου και στην αξιοποίηση της διεθνούς διπλωματίας.

Η δεύτερη αφορά τη διατήρηση του θεολογικού διαλόγου και των διεθνών εκκλησιαστικών σχέσεων, τις οποίες ο Αρχιεπίσκοπος αντιμετωπίζει ως δυνατότητα συνεργασίας και υποστήριξης κοινών επιδιώξεων.

Το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της συνέντευξης είναι ότι, κατά τον Αρχιεπίσκοπο, η διαχείριση του Κυπριακού δεν πρέπει να εξαντλείται σε επιμέρους κινήσεις, όπως το άνοιγμα οδοφραγμάτων, αλλά να επανέλθει στο επίκεντρο η ουσιαστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και των πολιτών της.

Παράλληλα, η αναφορά στη διπλωματική επιρροή της Αγίας Έδρας αποτυπώνει την πρόθεση της Εκκλησίας της Κύπρου να αναζητήσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα για την ανάδειξη του εθνικού ζητήματος.


 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Reuters: Στο μικροσκόπιο ο Τομ Μπάρακ – Οι επιχειρηματικοί δεσμοί και ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων

Σοβαρά ερωτήματα για τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ σε Ιράκ και Συρία, Τομ Μπάρακ, εγείρει αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Reuters. Ο Αμερικανός διπλωμάτης φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία διατηρεί οικονομικούς δεσμούς σε ενεργειακό έργο ύψους 15 δισ. δολαρίων, το οποίο φιλοδοξεί να δημιουργήσει εναλλακτική οδό μεταφοράς ιρακινού πετρελαίου προς τη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ απορρίπτει κάθε υπόνοια άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο, ωστόσο ειδικοί σε ζητήματα κυβερνητικής δεοντολογίας θέτουν θέμα αμεροληψίας και ενδεχόμενης κατάχρησης δημόσιου αξιώματος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι οικονομικές σχέσεις του Τομ Μπάρακ με επενδυτική εταιρεία που συμμετέχει σε σχεδιασμό για την αναβίωση ενός από τους σημαντικότερους ιστορικούς αγωγούς πετρελαίου της Μέσης Ανατολής.

Σύμφωνα με έρευνα του Reuters, η οποία επικαλείται τρεις πηγές με γνώση των σχετικών εξελίξεων, ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital, επενδυτικής εταιρείας με έδρα την Καλιφόρνια, σε κοινοπραξία για την αποκατάσταση του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς.

Το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία εναλλακτικής διαδρομής για τη μεταφορά ιρακινού αργού πετρελαίου από το βόρειο Ιράκ στις ακτές της Συρίας, στη Μεσόγειο.

Η στρατηγική σημασία του έργου αυξήθηκε κατακόρυφα μετά τη διατάραξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, λόγω της πολεμικής αντιπαράθεσης των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ιράν.

Ωστόσο, η υπόθεση αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς ο Μπάρακ διατηρεί μακροχρόνιες επιχειρηματικές σχέσεις με τον ιδρυτή της TI Capital, Ζιάντ Γκαντούρ, ενώ έχει δηλώσει οικονομικά συμφέροντα σε επενδυτικό σχήμα που διαχειρίζεται η συγκεκριμένη εταιρεία.

Το σχέδιο των 15 δισ. δολαρίων για παράκαμψη του Ορμούζ

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πετρελαιαγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος ιστορικά συνέδεε τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Ιράκ με τις συριακές ακτές.

Ο αγωγός είχε αντιμετωπίσει επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας από τη δεκαετία του 1980 και παρέμενε ανενεργός από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003.

Η επαναλειτουργία του εξετάζεται πλέον ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου.

Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δώσει πηγές στο Reuters τον Αύγουστο, η αποκατάσταση και κατασκευή των αναγκαίων υποδομών εκτιμάται ότι θα απαιτήσει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, με κόστος περίπου 15 δισ. δολάρια.

Το σχέδιο απέκτησε νέα δυναμική όταν η στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν δημιούργησε σοβαρά εμπόδια στη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ.

Ο αγωγός θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράκ μια εναλλακτική δίοδο εξαγωγών προς τη Μεσόγειο, περιορίζοντας την εξάρτησή του από τις θαλάσσιες μεταφορές μέσω του Περσικού Κόλπου.

Παράλληλα, θα προσέδιδε στη Συρία έναν νέο ρόλο στην περιφερειακή ενεργειακή γεωγραφία, μετατρέποντας τις μεσογειακές ακτές της σε σημαντική πύλη εξαγωγής ιρακινού πετρελαίου.

Η κοινοπραξία με Chevron, UCC Holding και TI Capital

Τον Ιούλιο του 2026, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια κατανόησης με κοινοπραξία εταιρειών για την εκπόνηση τεχνικών και οικονομικών μελετών σχετικά με την αποκατάσταση του αγωγού.

Στην κοινοπραξία συμμετέχουν η TI Capital, η αμερικανική Chevron και η καταριανή UCC Holding.

Η παρουσία της Chevron προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη σημασία λόγω της εμπειρίας της στην ανάπτυξη μεγάλων ενεργειακών υποδομών, ενώ η UCC Holding ενισχύει την παρουσία επενδυτικών συμφερόντων από τον Κόλπο.

Η TI Capital, ωστόσο, βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιογραφικής έρευνας λόγω των επιχειρηματικών δεσμών του ιδρυτή της με τον Τομ Μπάρακ.

Σύμφωνα με δύο πηγές του Reuters, κατά τη διάρκεια επαφών με αξιωματούχους της Συρίας και του Ιράκ μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, ο Αμερικανός διπλωμάτης άσκησε πιέσεις για να συμπεριληφθεί η εταιρεία του Γκαντούρ στο έργο.

Στις 16 Ιουνίου, έναν μήνα πριν από την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, ο Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Αλί αλ-Ζαΐντι εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, στην οποία χαιρέτιζαν την απόφαση του Ιράκ:

«Να προωθήσει ένα μνημόνιο κατανόησης με την TI Capital για την αποκατάσταση του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς».

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωση δεν αναφερόταν στη Chevron ή στην UCC Holding ως συμμετέχουσες στο έργο του αγωγού.

Ο οικονομικός δεσμός με τον Ζιάντ Γκαντούρ

Ο Τομ Μπάρακ και ο Ζιάντ Γκαντούρ διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις τουλάχιστον από το 2020.

Τότε, οι δύο άνδρες είχαν συμμετάσχει στη δημιουργία εταιρείας ειδικού σκοπού εξαγορών, γνωστής ως SPAC, ύψους 250 εκατ. δολαρίων.

Το επενδυτικό σχήμα διαλύθηκε μετά τη σύλληψη του Μπάρακ το 2021, στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε φερόμενες σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ο Μπάρακ αθωώθηκε το 2022.

Οι επιχειρηματικοί δεσμοί των δύο ανδρών διατηρήθηκαν και τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με δημόσια έγγραφα που εξέτασε το Reuters, ο Μπάρακ είχε δηλώσει συμμετοχή στην ACD-TI Oakley Investment LLC, μια επιχείρηση ανάπτυξης μεγάλου οικιστικού συγκροτήματος στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο.

Η συγκεκριμένη εταιρεία διαχειρίζεται από την TI Capital και επικεφαλής της είναι ο Γκαντούρ.

Τα οικονομικά έγγραφα αναφέρουν ότι ο Μπάρακ δικαιούται ποσοστό 20% επί των κερδών, εφόσον τα έσοδα της επένδυσης υπερβούν συγκεκριμένο ελάχιστο όριο.

Το ποσοστό αυτό δεν αφορά τον πετρελαιαγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς, αλλά τη χωριστή επένδυση ακινήτων.

Ο Αμερικανός διπλωμάτης είχε επίσης γνωστοποιήσει ότι παρείχε αμειβόμενες συμβουλευτικές υπηρεσίες στην επιχείρηση το 2024, χωρίς να διευκρινίζεται το συνολικό ποσό της αμοιβής.

Στις 7 Μαρτίου 2025, λίγο πριν από την ακρόασή του στη Γερουσία για την επικύρωση του διορισμού του, ο Μπάρακ δήλωσε ότι σκόπευε να διατηρήσει το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.

Οι ειδικοί μιλούν για σοβαρό ζήτημα κυβερνητικής δεοντολογίας

Το Reuters διευκρινίζει ότι δεν εντόπισε αποδεικτικά στοιχεία πως ο Μπάρακ πρόκειται να αποκομίσει οικονομικό όφελος από τον πετρελαιαγωγό.

Σύμφωνα με νομικούς ειδικευμένους σε θέματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η ύπαρξη επιχειρηματικής σχέσης με τον Γκαντούρ δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει παράνομη σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον δεν προκύπτει άμεσο προσωπικό οικονομικό όφελος από το έργο.

Ωστόσο, διαφορετικό είναι το ζήτημα της υποχρέωσης αμεροληψίας των ομοσπονδιακών αξιωματούχων.

Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου και καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, υποστήριξε ότι η προώθηση εταιρείας με την οποία διατηρείται στενή επιχειρηματική σχέση δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα σύμφωνα με τους ομοσπονδιακούς κανόνες.

Όταν ρωτήθηκε τι θα έπρεπε να είχε πράξει ο Μπάρακ, απάντησε:

«Να μην έχει καμία απολύτως σχέση με αυτόν τον αγωγό. Να δηλώσει ότι αυτό δεν αποτελεί θέμα στο οποίο συμμετέχει».

Από την πλευρά του, ο Ντον Φοξ, πρώην γενικός νομικός σύμβουλος και υπηρεσιακός διευθυντής του αμερικανικού Γραφείου Κυβερνητικής Δεοντολογίας, εκτίμησε ότι η προώθηση της TI Capital θα μπορούσε να παραβιάζει και τη διάταξη που απαγορεύει τη χρήση δημόσιου αξιώματος προς όφελος συνδεδεμένων ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί δικαστική ή διοικητική διαπίστωση παραβίασης των κανόνων.

Στέιτ Ντιπάρτμεντ: Καμία οικονομική συμμετοχή του Μπάρακ στον αγωγό

Η αμερικανική κυβέρνηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί άμεσου οικονομικού συμφέροντος του Μπάρακ στο έργο.

«Ο πρέσβης Μπαράκ δεν έχει καμία απολύτως σύνδεση, ρόλο ή οικονομικό συμφέρον στο έργο του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιάς», δήλωσε εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στο Reuters.

Παράλληλα, αναγνώρισε τις επιχειρηματικές σχέσεις του με την επένδυση ακινήτων που διαχειρίζεται η TI Capital.

Σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, οι δημόσιες δηλώσεις του Μπάρακ σχετικά με τον αγωγό εντάσσονται στη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική υποστήριξης της περιφερειακής ενεργειακής ολοκλήρωσης.

Το ζήτημα παραμένει εάν η φερόμενη εμπλοκή του στην προώθηση της TI Capital συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τη συμπεριφορά των Αμερικανών αξιωματούχων.

Η συνάντηση στο Λος Άντζελες και ο ρόλος του Μπάρακ

Σύμφωνα με τρίτη πηγή του Reuters, η ιδέα συμμετοχής της TI Capital στον περιφερειακό ενεργειακό σχεδιασμό τέθηκε από τον Τομ Μπάρακ τον Μάιο του 2026, στο περιθώριο του Παγκόσμιου Συνεδρίου του Milken Institute στο Λος Άντζελες.

Κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης, ο Μπάρακ και ο Γκαντούρ συμμετείχαν σε κλειστή συζήτηση για την ανάγκη ανάπτυξης νέων ενεργειακών διαδρομών στη Μέση Ανατολή.

Η συζήτηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος με το Ιράν είχε επαναφέρει στο επίκεντρο τη στρατηγική σημασία των εναλλακτικών πετρελαϊκών οδών.

Εκπρόσωπος του Milken Institute αρνήθηκε να δώσει λεπτομέρειες για τη συγκεκριμένη συζήτηση, επισημαίνοντας ότι δεν ήταν ανοικτή στα μέσα ενημέρωσης.

Στις 17 Ιουλίου, ο Μπάρακ παρουσίασε δημόσια τη συμμετοχή αμερικανικών επιχειρήσεων στην ενεργειακή ανάπτυξη Ιράκ και Συρίας ως «ένα νέο παράδειγμα» που αποσκοπεί στη διαφάνεια και τη δημιουργία οικονομικών ευκαιριών.

Η TI Capital επεκτείνεται και σε φυσικό αέριο και λιμάνια

Η παρουσία της TI Capital στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται στο πρόγραμμα Κιρκούκ–Μπανιάς.

Στα τέλη Ιουλίου, η ιρακινή κυβέρνηση συμπεριέλαβε την εταιρεία σε άλλη κοινοπραξία μαζί με την UCC Holding και την ConocoPhillips, με αντικείμενο την αξιολόγηση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Akkas.

Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα αναξιοποίητα κοιτάσματα φυσικού αερίου του Ιράκ, η ανάπτυξη του οποίου θα μπορούσε να επηρεάσει τις ενεργειακές δυνατότητες της χώρας.

Παράλληλα, η TI Capital αναφέρει στην ιστοσελίδα της ότι συμμετέχει σε έργα που σχετίζονται με το λιμάνι της Ταρτούς στη Συρία.

Ωστόσο, το Reuters δεν κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα την ακριβή φύση και έκταση της εμπλοκής της εταιρείας στην Ταρτούς.

Η λιμενική αρχή της Συρίας δεν απάντησε σε σχετικά ερωτήματα, ενώ ούτε η ConocoPhillips προχώρησε σε σχόλιο για το πρόγραμμα Akkas.

Πηγή που βρίσκεται κοντά στον Μπάρακ υποστήριξε ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης θεωρεί τον Γκαντούρ πρόσωπο ικανό να συμβάλει στην υλοποίηση της περιφερειακής στρατηγικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.

Η ίδια πηγή τον χαρακτήρισε προσωπική επιλογή του Μπάρακ για την προώθηση των συγκεκριμένων σχεδιασμών.

Ο γεωπολιτικός στόχος: Ενεργειακή διαδρομή από το Ιράκ στη Μεσόγειο

Πέρα από τα ερωτήματα κυβερνητικής δεοντολογίας, η υπόθεση του αγωγού αναδεικνύει μια ευρύτερη γεωπολιτική μεταβολή στη Μέση Ανατολή.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει την οικονομική και ενεργειακή διασύνδεση Ιράκ και Συρίας, με τη συμμετοχή αμερικανικών και περιφερειακών επενδυτικών σχημάτων.

Ο αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε, εφόσον υλοποιηθεί, να προσφέρει στους παραγωγούς ιρακινού πετρελαίου μια πρόσθετη δίοδο προς τις διεθνείς αγορές.

Αυτό θα περιόριζε την εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα σημεία συμφόρησης του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.

Παράλληλα, η Συρία θα μπορούσε να αποκτήσει νέο ρόλο ως διαμετακομιστικό κράτος, ενισχύοντας τη σημασία των λιμένων και των ενεργειακών εγκαταστάσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής πετρελαίου, καθώς η στρατιωτική αστάθεια καθιστά προβληματική την αποκλειστική εξάρτηση από συγκεκριμένα θαλάσσια περάσματα.

Η θέση της Τουρκίας και η σημασία για την Ανατολική Μεσόγειο

Η υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον και λόγω της ιδιότητας του Τομ Μπάρακ ως πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Τουρκία.

Ο ίδιος διαδραματίζει ενεργό ρόλο στην αμερικανική διπλωματία τόσο στην Άγκυρα όσο και στη Συρία και το Ιράκ.

Η ενδεχόμενη αναβίωση του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα ενεργειακή διαδρομή προς τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, με πιθανές επιπτώσεις στον περιφερειακό ανταγωνισμό για τις υποδομές και τη διαμετακόμιση ενέργειας.

Η Τουρκία ήδη επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τον δικό της ρόλο ως ενεργειακού κόμβου, αξιοποιώντας υφιστάμενες υποδομές μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η δημιουργία μιας πρόσθετης οδού μέσω της Συρίας θα διεύρυνε τις διαθέσιμες επιλογές του Ιράκ, αλλά δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άμεση υποκατάσταση των διαδρομών μέσω Τουρκίας.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, η πιθανή ανάπτυξη νέων ενεργειακών εγκαταστάσεων στις ακτές της Συρίας αποτελεί εξέλιξη που αξίζει να παρακολουθηθεί, δεδομένης της σημασίας που αποκτούν οι θαλάσσιες και ενεργειακές υποδομές στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν προκύπτει, πάντως, από την έρευνα του Reuters ότι το συγκεκριμένο έργο στρέφεται εναντίον ελληνικών ή κυπριακών συμφερόντων.

Η ουσία της αποκάλυψης

Το Reuters αποκαλύπτει μια υπόθεση στην οποία συναντώνται η αμερικανική διπλωματία, τα ιδιωτικά επενδυτικά συμφέροντα και η γεωπολιτική αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής.

Ο Τομ Μπάρακ φέρεται να προώθησε τη συμμετοχή εταιρείας με την οποία συνδέεται επιχειρηματικά σε ένα έργο στρατηγικής σημασίας και εξαιρετικά υψηλού οικονομικού αντικειμένου.

Παρά το γεγονός ότι δεν έχουν εντοπιστεί αποδείξεις προσωπικού οικονομικού οφέλους του από τον πετρελαιαγωγό, τα στοιχεία δημιουργούν ερωτήματα για την τήρηση των κανόνων αμεροληψίας που διέπουν τους Αμερικανούς κρατικούς αξιωματούχους.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιμένει ότι ο Μπάρακ έχει συμμορφωθεί με τις σχετικές απαιτήσεις, ενώ πρώην αξιωματούχοι και ειδικοί στη δεοντολογία εκφράζουν διαφορετική άποψη.

Το σημαντικότερο γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η προσπάθεια παράκαμψης των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει στο προσκήνιο τη Συρία ως δυνητικό ενεργειακό διάδρομο προς τη Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, η έρευνα του Reuters θέτει το ερώτημα πού τελειώνει η άσκηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και πού αρχίζει η προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα. Σύμφωνα με την τουρκική ερμηνεία, η ελληνική κυβέρνηση δεν απέσπασε τις δημόσιες δεσμεύσεις που επιδίωκε απέναντι στην Άγκυρα, ενώ η Ουάσιγκτον διατήρησε ανοικτό το ενδεχόμενο επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Η εφημερίδα εστιάζει επίσης στις αμερικανικές εξοπλιστικές συμφωνίες με την Ελλάδα, χρησιμοποιώντας τον αιχμηρό χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε».

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τη δική της ερμηνεία για τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα παρουσιάζει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet, επιχειρώντας να αποδομήσει την εικόνα ενίσχυσης της ελληνοαμερικανικής στρατηγικής συνεργασίας που προβάλλει η ελληνική κυβέρνηση.

Στο δημοσίευμα της 9ης Οκτωβρίου 2026, η εφημερίδα υποστηρίζει ότι, παρά την υψηλού επιπέδου υποδοχή του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών και τη συμβολική σημασία της ομιλίας του στην Πνύκα, η Αθήνα δεν εξασφάλισε σαφή αμερικανική τοποθέτηση υπέρ των ελληνικών θέσεων στις διαφορές με την Τουρκία.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του τουρκικού Τύπου να αξιολογήσει τις συνέπειες του έκτου γύρου του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου.

«Διπλωματική απογοήτευση» παρά την υποδοχή Ρούμπιο

Σύμφωνα με την Hürriyet, η Αθήνα επένδυσε σημαντικά στην επίσκεψη του επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει μεγαλύτερη πολιτική υποστήριξη έναντι της Τουρκίας.

Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση επιχείρησε να αναδείξει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, προσδοκώντας ότι ο Ρούμπιο θα υιοθετούσε δημόσια πιο συγκεκριμένες θέσεις.

Ωστόσο, κατά την τουρκική ερμηνεία, ο Αμερικανός υπουργός απέφυγε να μετατρέψει την επίσκεψή του σε μια αντιτουρκική διπλωματική παρέμβαση.

Η Hürriyet εκλαμβάνει τη στάση αυτή ως ένδειξη ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιθυμεί να διατηρήσει λειτουργικές σχέσεις και με τους δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η απουσία δημόσιας καταδίκης της Άγκυρας δεν ισοδυναμεί με υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων. Ούτε αποδεικνύει από μόνη της ότι η ελληνική πλευρά δεν πέτυχε τους στόχους της επίσκεψης.

F-35: Το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται η Άγκυρα

Το σημαντικότερο μέρος της τουρκικής επιχειρηματολογίας αφορά την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35.

Η Hürriyet αναδεικνύει τις δηλώσεις του Ρούμπιο σχετικά με την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να επιλυθεί το πρόβλημα που εμποδίζει τις παραδόσεις των αεροσκαφών.

Ο Αμερικανός υπουργός, σε συνέντευξή του στην Καθημερινή, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η Τουρκία είχε ήδη καταβάλει χρήματα για ορισμένα από τα μαχητικά, επισημαίνοντας ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιθυμούσε να προχωρήσει η παράδοσή τους, εφόσον αυτό καταστεί νομικά εφικτό.

Η τουρκική εφημερίδα παρουσιάζει αυτή τη δήλωση ως θετικό μήνυμα προς την Άγκυρα.

Ωστόσο, υπάρχει μια καθοριστική παράμετρος: ο Ρούμπιο ξεκαθάρισε ότι η ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία δεν επιτρέπει την παράδοση F-35 όσο παραμένει ανεπίλυτο το ζήτημα των ρωσικών συστημάτων S-400.

Όπως καταγράφει και η τουρκική έκδοση της Euronews, ο Αμερικανός υπουργός υπογράμμισε ότι η μεταφορά των αεροσκαφών δεν μπορεί να προχωρήσει πριν εκπληρωθούν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Συνεπώς, η πραγματική αμερικανική θέση περιλαμβάνει δύο διαφορετικά στοιχεία: πολιτική πρόθεση αναζήτησης λύσης και διατήρηση των υφιστάμενων νομικών περιορισμών.

Η Hürriyet επιλέγει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο πρώτο.

Οι S-400 εξακολουθούν να κρατούν την Τουρκία εκτός προγράμματος

Η απόκτηση των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Τουρκία παραμένει το βασικό εμπόδιο στις προσπάθειες επανένταξής της στο πρόγραμμα των F-35.

Η Ουάσιγκτον είχε αποκλείσει την Άγκυρα από το πρόγραμμα, εκτιμώντας ότι η λειτουργία των S-400 δημιουργούσε κινδύνους για την ασφάλεια ευαίσθητων τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού.

Η κυβέρνηση Ερντογάν έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να επιτύχει μια διευθέτηση, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ανακοινωθεί συμφωνία που να επιτρέπει την άρση των περιορισμών.

Οι δηλώσεις Ρούμπιο δείχνουν ότι η αμερικανική πλευρά δεν αποκλείει μια μελλοντική λύση, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς.

Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, η οποία έχει ήδη προχωρήσει στην απόκτηση 20 F-35 και προγραμματίζει την ένταξή τους στην Πολεμική Αεροπορία τα επόμενα χρόνια.

Η πιθανή μελλοντική επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα θα αποτελούσε σημαντική εξέλιξη στον περιφερειακό εξοπλιστικό σχεδιασμό. Προς το παρόν, όμως, δεν υπάρχει απόφαση παράδοσης των αεροσκαφών.

«Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε»

Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η αντιμετώπιση του αμυντικού πακέτου που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον.

Η Hürriyet χρησιμοποιεί τον χαρακτηρισμό «Πούλησε όπλα αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων και έφυγε», επιχειρώντας να παρουσιάσει την επίσκεψη Ρούμπιο ως μια επιτυχημένη εμπορική αποστολή για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, αλλά με περιορισμένα πολιτικά ανταλλάγματα για την ελληνική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με το Reuters, η Ελλάδα συμφώνησε σε εξοπλιστικό σχεδιασμό ύψους έως 4 δισ. δολαρίων, ο οποίος περιλαμβάνει την προμήθεια προηγμένων πυρομαχικών και την αναβάθμιση επιπλέον μαχητικών F-16.

Πηγές του ελληνικού υπουργείου Άμυνας ανέφεραν ότι το πακέτο περιλαμβάνει πυραύλους και βόμβες για τα F-16 Viper, τα F-35 και τα ελικόπτερα Black Hawk.

Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνεται ο σχεδιασμός αναβάθμισης άλλων 37 ελληνικών F-16 Block 50 στην έκδοση Viper, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 1 δισ. δολαρίων.

Η τουρκική εφημερίδα επιχειρεί να υποβαθμίσει τη σημασία αυτών των συμφωνιών, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν εξασφάλισε την πλήρη κάλυψη των απαιτήσεών της σε προηγμένα οπλικά συστήματα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε συγκεκριμένα όπλα που έχει ζητήσει η Αθήνα για τα F-35, τα οποία, σύμφωνα με την Hürriyet, δεν περιλαμβάνονται στο ανακοινωθέν πακέτο.

Ο Ρούμπιο είχε επιβεβαιώσει ότι αιτήματα για ορισμένα προηγμένα όπλα εξακολουθούν να εξετάζονται και ότι οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στην αμερικανική κυβέρνηση.

Αυτό σημαίνει ότι η εκκρεμότητα δεν συνιστά απαραίτητα οριστική απόρριψη των ελληνικών αιτημάτων.

Τι πραγματικά συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ουάσιγκτον

Η τουρκική παρουσίαση επικεντρώνεται κυρίως στα F-35 και στις εξοπλιστικές αγορές, αφήνοντας σε δεύτερο πλάνο άλλες πτυχές του Στρατηγικού Διαλόγου.

Κατά την επίσκεψη Ρούμπιο ανακοινώθηκε η ενίσχυση της συνεργασίας των δύο χωρών στον τομέα της ασφάλειας, με νέο πλαίσιο ανταλλαγής πληροφοριών για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Παράλληλα, συζητήθηκαν η ενεργειακή ασφάλεια, οι περιφερειακές διασυνδέσεις και η συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών απειλών.

Ο Αμερικανός υπουργός χαρακτήρισε την Ελλάδα ισχυρό και υποδειγματικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ, αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά της στην περιφερειακή ασφάλεια.

Οι δημόσιες αυτές τοποθετήσεις συνυπάρχουν με την αμερικανική επιδίωξη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία.

Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει τις σχέσεις της με Αθήνα και Άγκυρα ως δύο υποχρεωτικά αλληλοαποκλειόμενες επιλογές.

Το καλώδιο και η αμερικανική στάση στην Ανατολική Μεσόγειο

Ένα ακόμη πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ερμηνεία της Hürriyet είναι το Great Sea Interconnector.

Ο Ρούμπιο επανέλαβε την αμερικανική στήριξη στις ενεργειακές διασυνδέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη αντιμετώπισης ευαίσθητων ζητημάτων μέσω της διπλωματίας.

Η τοποθέτηση αυτή ερμηνεύτηκε διαφορετικά από Αθήνα και Άγκυρα.

Η ελληνική πλευρά την αντιμετωπίζει ως επιβεβαίωση της αμερικανικής υποστήριξης σε ένα ευρωπαϊκό ενεργειακό έργο.

Η τουρκική πλευρά, αντίθετα, δίνει έμφαση στη διακριτική διπλωματία και στην ανάγκη συνεννόησης με τρίτες χώρες.

Ωστόσο, ο Ρούμπιο δεν ανακοίνωσε ότι η Τουρκία αποκτά δικαίωμα έγκρισης των εργασιών του καλωδίου, ούτε παρουσίασε συγκεκριμένο μηχανισμό που να επιλύει τα πρακτικά εμπόδια στην επανέναρξη των ερευνών.

Η αμερικανική στήριξη στο έργο παραμένει δεδομένη σε επίπεδο δημόσιας διπλωματικής τοποθέτησης, ενώ η επιχειρησιακή της εφαρμογή εξακολουθεί να αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα.

Η γεωπολιτική ανάγνωση της Hürriyet

Το δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο μέρος του Τύπου της γειτονικής χώρας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη σχέση Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών.

Η Hürriyet προβάλλει τρία βασικά επιχειρήματα: ότι ο Ρούμπιο δεν υιοθέτησε δημόσια τις ελληνικές θέσεις απέναντι στην Άγκυρα, ότι άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο μελλοντικής παράδοσης F-35 στην Τουρκία και ότι η Ελλάδα ανέλαβε μεγάλες εξοπλιστικές δεσμεύσεις χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχες πολιτικές εγγυήσεις.

Αυτή είναι η ερμηνεία της τουρκικής εφημερίδας και όχι ένα συμπέρασμα που προκύπτει αυτομάτως από τις επίσημες δηλώσεις.

Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα προβάλλει ως αποτελέσματα της επίσκεψης τη διεύρυνση της αμυντικής συνεργασίας, τη στήριξη της ενεργειακής της στρατηγικής και την αναγνώριση της γεωπολιτικής της σημασίας από την Ουάσιγκτον.

Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επιμονή της Hürriyet να παρουσιάζει ως τουρκικό διπλωματικό κέρδος τη διατήρηση του ενδεχομένου μελλοντικής επιστροφής στα F-35, παρά το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι αμερικανικοί περιορισμοί δεν έχουν αρθεί.

Η επίσκεψη Ρούμπιο δεν έκλεισε όλα τα ανοικτά ζητήματα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ούτε επέλυσε τις διαφορές Ελλάδας–Τουρκίας. Ανέδειξε, όμως, την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να ενισχύσει τη στρατηγική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ταυτόχρονα σχέσεις και με τους δύο συμμάχους της στο ΝΑΤΟ.

Η διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής ανάγνωσης έγκειται στο ποια στοιχεία της επίσκεψης επιλέγει να αναδείξει κάθε πλευρά.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Πολιτική3 ώρες πριν

Στην Ελλάδα συνελήφθη καταζητούμενος για το σκάνδαλο στον Δήμο Κωνσταντινούπολης – Η Τουρκία ζητά την έκδοσή του

Νέα εξέλιξη στην πολύκροτη δικαστική υπόθεση που αφορά τον Μητροπολιτικό Δήμο Κωνσταντινούπολης και συνδέεται με τον Εκρέμ Ιμάμογλου. Σύμφωνα με...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος: «Οι εξελίξεις στο Κυπριακό δεν οδηγούν πουθενά» – Ζητά αλλαγή στρατηγικής και αξιοποίηση της ΕΕ

Σαφές μήνυμα για την ανάγκη επαναξιολόγησης της στρατηγικής στο Κυπριακό έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Γεώργιος, υποστηρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα...

A flydubai airplane on the runway A flydubai airplane on the runway
Διεθνή4 ώρες πριν

Flydubai: Επίθεση αυτοκτονίας στο Τελ Αβίβ ετοίμαζε ο συγκυβερνήτης της πτήσης

Ο δράστης, που κατάγεται από το Ομάν, σκόπευε να πραγματοποιήσει επίθεση αυτοκτονίας, εμπνευσμένος από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2002...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Reuters: Στο μικροσκόπιο ο Τομ Μπάρακ – Οι επιχειρηματικοί δεσμοί και ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων

Σοβαρά ερωτήματα για τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία και ειδικού απεσταλμένου του Ντόναλντ Τραμπ σε Ιράκ και...

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Hürriyet: «Διπλωματική απογοήτευση για την Αθήνα» – Η τουρκική ανάγνωση της επίσκεψης Ρούμπιο και τα μηνύματα για τα F-35

Ως διπλωματική απογοήτευση για την Ελλάδα επιχειρεί να παρουσιάσει η τουρκική εφημερίδα Hürriyet την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο...

Δημοφιλή