Αναλύσεις
Η εκποίηση ως «παλιγγενεσία»
Του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά
Ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε (το κράτος εντέλλεται) τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση του 1821: Τη λαϊκή εξέγερση που ελευθέρωσε από την τουρκική τυραννία ένα ελάχιστο κομμάτι ελληνικής γης και ένα επίσης ολίγιστο ποσοστό πληθυσμού. Τι άραγε θα γιορτάσουμε; Μια ιστορική επιτυχία ή ένα φιάσκο; Η εξέγερση ήταν (μάλλον καταγωγικά) παγιδευμένη σε σχιζοείδεια οπτικής και σκοπών: Η πλειονότητα των εξεγερμένων έβλεπε σαν στόχο «να ξαναπάρουμε την Πόλη και την Αγια Σοφιά» – να αποκατασταθεί, έστω εν σμικρώ, ο «τρόπος» της πολυεθνικής και πολυφυλετικής, ελληνικής (στη γλώσσα και στους θεσμούς) αυτοκρατορίας.
Μια μειονότητα των εξεγερμένων ήταν σαφώς επηρεασμένη ή και ενθουσιασμένη με τη νεογέννητη τότε στη Δύση ιδέα του «εθνικού κράτους»: Δεν είναι ο «πολιτισμός» (γλώσσα, παραδόσεις, Τέχνη, «νόημα» της ύπαρξης και του βίου) που γεννάει τη συνοχή της συνύπαρξης σε ενιαίο κράτος. Αλλά είναι η νομική σύμβαση (Σύνταγμα) που εξασφαλίζει, με χρηστική λογική, την οργανωμένη συμβίωση.
Εγινε σύντομα φανερό ότι οι αρχές και εξουσίες στην Ευρώπη απέρριπταν, με μαχητικό πείσμα, κάθε ενδεχόμενο να απελευθερωθεί έστω και μικρό τμήμα του ελληνικού χώρου. Οπως τίμια ομολογεί ο Γάλλος μεσαιωνολόγος Jacques Le Goff, ο μεγάλος και μισητός αντίπαλος τηςευρωπαϊκής Δύσης δεν ήταν ποτέ οι Τούρκοι, ήταν οι Έλληνες, το «Βυζάντιο», η«Πόλη». Ανακουφίστηκαν, όταν «εάλω η Πόλις» και στα τετρακόσια χρόνια στυγνής δουλείας των Ελλήνων μπόρεσαν να σφετεριστούν και να μονοπωλήσουν την αρχαιοελληνική κληρονομιά, ονομάζοντας τον στρεβλωτικό σφετερισμό «Αναγέννηση».
Η εξέγερση του 1821 παγιδεύτηκε σε δυο διαφορετικές εκδοχές του στόχου της: Η πλειονότητα των εξεγερμένων θεωρούσε αυτονόητο ότι απελευθέρωση από τους Τούρκους σήμαινε «να πάρουμε την πόλη και την Αγια Σοφιά» – να αποκατασταθεί, έστω «εν σμικρώ», ο τρόπος της πολυεθνικής και πολυφυλετικής, ελληνικής (στη γλώσσα και στους θεσμούς) αυτοκρατορίας.
Η μειονότητα των εξεγερμένων ήταν θαυμαστές της νεογέννητης τότε στη Δύση ιδέας του «εθνικού κράτους»: να κατοχυρώνεται σε χρηστική βάση η πολιτειακή συγκρότηση και η λειτουργική συνοχή της. Ετσι, η μαχητική άρνηση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στην απελευθέρωση του Ελληνισμού συμβιβάστηκε με την παραχώρηση τυπικής ανεξαρτησίας σε ένα συμβατικό κρατίδιο, που άφηνε έξω από τα σύνορα τα 4/5 των ελληνικών πληθυσμών. Το κρατίδιο ήταν συνεχώς εξαρτημένο οικονομικά από «δάνεια», που με βασανιστική γλισχρότητα του παρείχαν τα ισχυρότερα κράτη της Δύσης. Και εξαρτημένο απολύτως, σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο, από τις πρεσβείες των ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών. (Εως σήμερα ακόμα, διακόσια χρόνια από την ίδρυση του ελλαδικού κράτους, οι υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί Εξωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Παιδείας, ίσως και άλλοι, είναι πολύ δύσκολο να καμουφλάρουν την παρέμβαση ξένων πρεσβειών στην πολιτική τους καριέρα.)
Μοιάζει πραγματικά απίστευτο, να έχουμε οι σημερινοί Ελληνόφωνοι συμφιλιωθεί με τη μειονεξία που μεθοδικά μας μεταγγίζει η δύο αιώνων εμπειρία ταπεινώσεων και εξευτελισμού μας από τις κοινωνίες που αφελέστατα θαυμάζουμε. Οι εορτασμοί που ετοιμάζουμε προϋποθέτουν ότι, για τετρακόσια χρόνια, ο Ελληνισμός ήταν ιστορικά νεκρός: Δεν είχε γλώσσα, υψηλή ποίηση, εκπληκτική εκφραστική, δεν είχε Τέχνη, συναρπαστική σε κάλλος και σοφία αρχιτεκτονική, απίστευτης ευαισθησίας μουσική, θαυμαστή ζωγραφική, χορούς, φορεσιές, κοινωνικούς θεσμούς, αλλά και λόγια παράδοση, επιστημοσύνη σκόρπια, αγεωγράφητη.
Είναι πραγματικά εξωφρενικό, αν όχι «ύβρις», να διαγράφουμε ως ανύπαρκτη την οργανική συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού στους αιώνες της Τουρκοκρατίας, να θεωρούμε «παλιγγενεσία» (επαναγέννηση) τη μεθοδική και βίαιη, ολοκληρωτική και άκριτη υποταγή μας στον δάνειο τρόπο βίου, τάχα και πολιτισμό, της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Να πανηγυρίζουμε σαν έξοδο από την ιστορική ανυπαρξία τον εξευτελιστικό μιμητισμό, τον πιθηκισμό του εθνοκρατικού δυτικού μοντέλου.
Ξεχνάμε ότι η Επανάστασή μας του 1821 ξεκίνησε ταυτόχρονα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στην Πελοπόννησο – ο γεωγραφικός χώρος ήταν αυτονόητα ελληνικός, με κριτήριο όχι τον εθνοφυλετισμό της Δύσης, αλλά τον πολιτισμό, δηλαδή τον τρόπο των Ελλήνων. Θα μπορούσε να είχε ξεκινήσει η εξέγερση στην Αίγυπτο, στη Μικρασία ή στον Πόντο – μας καλεί σήμερα το κωμικό μας κράτος να «γιορτάσουμε» την επέτειο της μεταμόρφωσης του Ελληνισμού από αυτοκρατορία και πολιτισμική «οικουμένη» σε θλιβερό απολειφάδι παρακμιακής επαρχιωτίλας: δήθεν κράτος που ζει μόνο με δανεικά έχοντας ενεχυριάσει ακόμα και τα αρχαιολογικά του θησαυρίσματα και τις έκπαγλες ακρογιαλιές του.
Είναι τουλάχιστον εξωφρενικό, αν όχι «ύβρις»: Μιαν επέτειο που ο εορτασμός της έχει νόημα μόνο σαν δήλωση, επίκαιρη, συλλογικής ταυτότητας και τεθειμένου στόχου (ποιοι είμαστε οι Ελληνες σήμερα και τι ξεχωριστό κομίζουμε στη διεθνή κοινότητα), αυτόν τον εορτασμό να τον παραδίδουμε, με ιλιγγιώδη επιπολαιότητα, σε μια κυρία αξιοθαύμαστη για τις ικανότητές της, αλλά μόνο στο πάλκο του εντυπωσιασμού και της ξιπασιάς. Αυτό μας ενδιαφέρει; Ποιους θα καλέσουμε και πώς θα ντυθούμε; Εκεί τελειώνει η μετοχή μας σήμερα στο ιστορικό γίγνεσθαι;
Ο πρωθυπουργός που εξήγγειλε τον εορτασμό και τη θλιβερή φιγούρα της συντονίστριας, συνειδητοποιεί τη λέξη «παλιγγενεσία»; Δηλαδή οι Κούρδοι, οι Αρμένιοι, οι Παλαιστίνιοι είναι πεθαμένοι λαοί, επειδή τα διεθνή συμφέροντα τους στερούν τη γη τους;
ΠΗΓΗ: yannaras.gr
GEOPOLITICO
Σε νέα εποχή η παγκόσμια ναυτιλία! Κίνδυνοι για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων – Μπροστά σε κρίσιμη πρόκληση η Ελλάδα
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα.
Του Νίκου Ι. Σπανού, Ναυάρχου Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. ε.α. – Διεθνούς Πραγματογνώμονα Ναυτιλιακών Θεμάτων
Η παγκόσμια ναυτιλία εισέρχεται σε μια νέα εποχή. Τα πλοία καλούνται να περιορίσουν δραστικά τις εκπομπές τους, να εγκαταλείψουν σταδιακά τα συμβατικά καύσιμα και να υιοθετήσουν τεχνολογίες φιλικότερες προς το περιβάλλον.
Πίσω όμως από τη μεγάλη υπόσχεση της πράσινης μετάβασης αναδύεται ένα κρίσιμο ερώτημα:
Μήπως, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε το περιβάλλον, δημιουργούμε νέους κινδύνους για την ανθρώπινη ζωή και την ασφάλεια των λιμένων;
Δεν πρόκειται για κινδυνολογία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που απασχολεί πλέον σοβαρά τη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα.
Το καύσιμο του μέλλοντος μπορεί να γίνει ο κίνδυνος του παρόντος
Η αμμωνία, η μεθανόλη και το υδρογόνο βρίσκονται στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης της ναυτιλίας.
Κάθε καύσιμο, ωστόσο, παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά επικινδυνότητας.
Η αμμωνία είναι ιδιαίτερα τοξική και μια ανεξέλεγκτη διαρροή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Η μεθανόλη είναι εύφλεκτη και τοξική, ενώ το υδρογόνο απαιτεί εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές αποθήκευσης και διαχείρισης, λόγω της υψηλής ευφλεκτότητάς του.
Φανταστείτε ένα εμπορικό πλοίο που ανεφοδιάζεται με αμμωνία σε λιμάνι κοντά σε κατοικημένη περιοχή.
Ένα τεχνικό σφάλμα, μια αστοχία σύνδεσης ή η ανεπαρκής εφαρμογή διαδικασιών ασφαλείας θα μπορούσαν, υπό δυσμενείς συνθήκες, να οδηγήσουν σε επικίνδυνη έκλυση αερίου.
Τότε το ζήτημα δεν θα αφορούσε αποκλειστικά το πλήρωμα.
Θα αφορούσε τους χρήστες λιμένων, τις γειτονικές εγκαταστάσεις, τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και ενδεχομένως τον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής.
Ποιος θα αντιμετωπίσει το πρώτο μεγάλο περιστατικό;
Τον Σεπτέμβριο του 2026, ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός επανέφερε στο επίκεντρο την ανάγκη εκπαίδευσης των ναυτικών στα εναλλακτικά καύσιμα και την αποτελεσματική αντιμετώπιση περιστατικών ρύπανσης που συνδέονται με αυτά.
Το μήνυμα είναι ουσιαστικό.
Δεν αρκεί να σχεδιάζουμε πλοία νέας τεχνολογίας. Πρέπει να εξασφαλίζουμε ότι τα πληρώματα και οι λιμενικές υπηρεσίες είναι πραγματικά προετοιμασμένα να διαχειριστούν τους νέους κινδύνους.
Ένα συμβατικό περιστατικό διαρροής πετρελαιοειδών δεν αντιμετωπίζεται με τις ίδιες επιχειρησιακές μεθόδους που απαιτεί μια διαρροή αμμωνίας.
Η αντιμετώπιση προϋποθέτει διαφορετικό εξοπλισμό, ειδική εκπαίδευση, κατάλληλα μέσα ατομικής προστασίας, σχέδια έκτακτης ανάγκης και σαφείς διαδικασίες συνεργασίας μεταξύ εμπλεκόμενων αρχών.
Η Ελλάδα μπροστά σε μια κρίσιμη πρόκληση
Για την Ελλάδα, με τη μεγάλη εμπορική ναυτιλία, τα πολυάριθμα λιμάνια και τη στενή σύνδεση λιμενικών δραστηριοτήτων με αστικές περιοχές, το θέμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η προετοιμασία δεν μπορεί να περιοριστεί στην εγκατάσταση νέων υποδομών ανεφοδιασμού.
Απαιτείται προηγουμένως ολοκληρωμένη εκτίμηση επικινδυνότητας, καθορισμός ζωνών ασφαλείας, επικαιροποίηση σχεδίων αντιμετώπισης έκτακτων περιστατικών και συστηματική εκπαίδευση του προσωπικού.
Το Λιμενικό Σώμα, οι φορείς διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένων, οι πυροσβεστικές υπηρεσίες και οι ναυτιλιακές εταιρείες θα πρέπει να διαθέτουν σαφώς προσδιορισμένες αρμοδιότητες και επιχειρησιακά δοκιμασμένες διαδικασίες.
Η περιβαλλοντική πρόοδος δεν μπορεί να επιτυγχάνεται εις βάρος της ανθρώπινης ασφάλειας.
Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται πρώτα μια κόκκινη γραμμή
Η απανθρακοποίηση της ναυτιλίας αποτελεί αναγκαίο στρατηγικό στόχο. Δεν πρέπει όμως να εξελιχθεί σε αγώνα τεχνολογικής ταχύτητας χωρίς αντίστοιχη εξέλιξη των κανόνων ασφαλείας.
Η πραγματική πρόοδος δεν μετριέται μόνο σε μειωμένες εκπομπές ρύπων, αλλά και στην ικανότητα πρόληψης ατυχημάτων, προστασίας της ανθρώπινης ζωής και αποτελεσματικής διαχείρισης κρίσεων.
Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς να κατασκευάσουμε το πλοίο του μέλλοντος. Είναι να διασφαλίσουμε ότι το πλοίο του μέλλοντος δεν θα μεταφέρει μαζί με το φορτίο του και έναν νέο, ανεπαρκώς ελεγχόμενο κίνδυνο.
Γιατί η ναυτιλία δεν θα γίνει πραγματικά πράσινη εάν προηγουμένως δεν παραμείνει απολύτως προσηλωμένη στην ασφάλεια.
Και το επόμενο μεγάλο ναυτικό ατύχημα δεν πρέπει να αποτελέσει την αφορμή για να ανακαλύψουμε όσα οφείλαμε να έχουμε προβλέψει σήμερα.
Σε μια εποχή όπου οι τεχνολογικές εξελίξεις προηγούνται συχνά της θεσμικής και επιχειρησιακής προσαρμογής, η ναυτιλιακή ασφάλεια οφείλει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα. Η διεθνής ναυτιλιακή κοινότητα δεν πρέπει να περιμένει την εκδήλωση ενός σοβαρού ατυχήματος για να αναγνωρίσει τις αδυναμίες της. Χρειάζεται προληπτικός σχεδιασμός, διαρκής αξιολόγηση των νέων κινδύνων και ουσιαστική επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα. Γιατί η μεγαλύτερη ευθύνη της σύγχρονης ναυτιλίας δεν είναι μόνο να παραδώσει στις επόμενες γενιές καθαρότερες θάλασσες, αλλά και να διασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που εργάζονται σε αυτές, καθώς και οι κοινωνίες που ζουν δίπλα τους, θα παραμείνουν ασφαλείς. Η πράσινη μετάβαση θα αποτελεί πραγματική επιτυχία μόνο όταν η περιβαλλοντική βιωσιμότητα συμβαδίζει με την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
GEOPOLITICO
Και πάλι μόνοι: Το παγκόσμιο κράτος και η αυταπάτη της αιώνιας ειρήνης
Ποιος ερμηνεύει τις οικουμενικές αρχές και ποιος διαθέτει την ισχύ να τις επιβάλει; Μέσα από την κριτική του Παναγιώτη Κονδύλη, το τρίτο μέρος εξετάζει την πολιτική χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τις αντιφάσεις του παγκόσμιου κράτους, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την υπόσχεση ότι η υπέρβαση των εθνικών συνόρων θα εξαλείψει τις συγκρούσεις.
Στα δύο προηγούμενα μέρη εξετάσαμε τις εσωτερικές αδυναμίες της Ελλάδας και τις αυταπάτες που εμποδίζουν τη σωστή εκτίμηση της τουρκικής απειλής. Η συζήτηση για τη σχέση οικονομίας και πολιτικής έδειξε ότι η οικονομική ενοποίηση δεν καταργεί την επιδίωξη ισχύος. Το τρίτο μέρος εξετάζει τώρα τις οικουμενικές διακηρύξεις που συνοδεύουν αυτή την ενοποίηση: τα ανθρώπινα δικαιώματα, το όραμα ενός παγκόσμιου κράτους και την προσδοκία μιας αιώνιας ειρήνης.
Της Μαγδαληνής Αθανασιάδου
Στο επίκεντρο της συζήτησης για το εθνικό κράτος βρίσκεται ο «οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Παρά το ότι στην ουσία του συνδέεται με έναν ακραίας μορφής ατομικισμό, ο «οικουμενισμός» αυτός έχει συνδεθεί με ηθικές προσδοκίες για κατάργηση του κράτους. Το εθνικό κράτος έχει κατά καιρούς προσληφθεί είτε ως φορέας που ασκεί ωμή βία που καταπνίγει προς το συμφέρον των κυριάρχων κινήματα ελευθερίας και αιτήματα ισότητας που διατυπώνουν οι κατώτερες τάξεις (η δημοκρατική μυθολογία για το κράτος) είτε ως αυτόνομη οντότητα υπέρ άνω όλων των τάξεων που έχει ρόλο θεματοφύλακα του δημοσίου συμφέροντος (αυταρχική μυθολογία για το κράτος). Η ιστορική πραγματικότητα είναι ότι το κράτος έχει υπηρετήσει τόσο την αντίδραση όσο και την υπεράσπιση ή και την καταπολέμηση των κατεστημένων συμφερόντων.
Ειδικότερα, κατά την μεταπολεμική εποχή – στη διάρκεια του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου» – το κυρίαρχο κράτος πολεμήθηκε και από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα, τα οποία διεξήγαγαν εξίσου τον αγώνα τους στο όνομα οικουμενικών και διεθνιστικών αρχών, του οικονομικού φιλελευθερισμού η Δύση και του προλεταριακού διεθνισμού η ΕΣΣΔ. Οι υπερεθνικές αυτές αρχές γοήτευσαν τους ανθρώπους ανά τον κόσμο και τους έπεισαν πως οφείλουν σε αυτές περισσότερη πολιτική νομιμοφροσύνη από ό,τι στις πατρίδες τους. Στην σημερινή εποχή, την εποχή της πλανητικής πολιτικής, πολλοί διανοητές υποστήριξαν ότι η συμμόρφωση των εθνικών κρατών στις αρχές μιας οικουμενικής ηθικής θα οδηγούσε στην εξαΰλωση της κρατικής κυριαρχίας. Παρά ταύτα, ο κύκλος της ιστορικής εξέλιξης έδειξε πως τα κομμουνιστικά κινήματα, παρά τις διεθνιστικές προλεταριακές διακηρύξεις τους, συνδέθηκαν στενά με εθνικιστικούς στόχους και βασικά υπηρέτησαν τα ρωσικά – σοβιετικά κρατικά συμφέροντα. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο «ηθικός οικουμενισμός» υπηρέτησε τις αυτοκρατορικές βλέψεις της παγκόσμιας υπερδύναμης των ΗΠΑ.
Ο οικουμενισμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην πράξη αποκρυσταλλώνεται σε κάτι επιμέρους και τίθεται στην υπηρεσία κρατικών σκοπών και μάλιστα υπόκειται στη δεσμευτική ερμηνεία των ισχυρών, οι οποίοι ακριβώς λόγω της ισχύος τους επιβάλλουν την ερμηνευτική αποκλειστικότητα του όρου.
Με τον όρο «ανθρώπινο δικαίωμα», αν θέλουμε να κυριολεκτούμε, εννοούμε μονάχα ένα δικαίωμα που απολαμβάνουν όλοι ανεξαιρέτως οι άνθρωποι μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωποι χωρίς να μεσολαβούν άλλες εξουσιαστικές αρχές και συλλογικά υποκείμενα, όπως εχθροί και κράτη, τα οποία εννοιολογικά έχουν περιορισμένη ευρύτητα σε σχέση με την ανθρωπότητα ως σύνολο. Στην πραγματικότητα όμως, δεν υπάρχει κράτος που να μπορεί να εγγυηθεί ότι δικαιώματα, τα οποία θεωρούνται ως κατεξοχήν ανθρώπινα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας, ασφάλειας και ελευθερίας του λόγου, είναι δυνατόν να τα απολαύσουν άνθρωποι που βρίσκονται έξω από τα όρια της εδαφικής επικράτειας ενός κράτους.
Τέτοιας μορφής και έκτασης δικαιώματα θα μπορούσε δυνητικά να χορηγήσει μόνο ένα παγκόσμιο κράτος, προς το οποίο όλα τα άτομα θα βρίσκονταν σε ίση και άμεση σχέση, δηλαδή θα ήταν φορείς δικαιωμάτων εξαιτίας του κράτους αυτού, ως εκπροσώπου ολόκληρης της ανθρωπότητας [16].
Η παραπάνω άποψη φέρει το πρόβλημα της σύγχυσης της πραγματικότητας με την ανεδαφική βούληση για κατάργηση των πολέμων που τάχα θα επέλθει αν καταργηθεί το εθνικό κράτος. Όσοι ελπίζουν πως η παγκόσμια ειρήνη θα επέλθει μέσα από τη διάλυση των εθνικών κρατών ξεχνούν πως οι πόλεμοι είναι φαινόμενο προγενέστερο του εθνικού κράτους αλλά και ότι πολύ χειρότερος από κάθε μορφή σύγκρουσης και πολέμου μπορεί να καταλήξει να είναι ο άμεσος αγώνας ανθρώπου προς άνθρωπο υπό συνθήκες παγκόσμιας ανομίας [17]. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι η ομογενοποίηση του πλανητικού πεδίου δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και εκκολαπτόμενη κοινότητα συμφερόντων των συλλογικών υποκειμένων. Με άλλα λόγια, η αναπόφευκτη ενοποίηση των εξελίξεων και των προβλημάτων σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί να οδηγεί νομοτελειακά στο συμπέρασμα ότι θα επέλθει και ενοποίηση των σκοπών και των λύσεων.
Η αιτία που εξηγεί τη διαρκή ρητορική επίκληση των οικουμενικών δικαιωμάτων από τα πάση φύσεως πολιτικά υποκείμενα είναι το γεγονός ότι η αύξουσα πύκνωση της πλανητικής πολιτικής στον 20ο αιώνα εξαναγκάζει τα υποκείμενα που αποτελούν φορείς ισχύος να διατυπώνουν τις επιδιώξεις τους στο λεξιλόγιο των οικουμενικών σκοπών και οικουμενικών κοινωνικών μοντέλων. Το γεγονός αυτό είχε χρονικό σημείο εκκίνησης το 1917∙ από τότε βασικό σημείο αντίφασης της πλανητικής πολιτικής αποτέλεσε το γεγονός ότι φορείς των οικουμενικών ιδεολογιών (προλεταριακός διεθνισμός και καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση) ήταν ισχυρά έθνη (ΕΣΣΔ και ΗΠΑ) [18] .
Στην ιδεολογική αυτή συνάφεια διατυπώθηκε το όραμα του παγκόσμιου κράτους, το οποίο ταυτίστηκε, από τους υποστηρικτές της, με την ιδέα της αιώνιας ειρήνης. Σύμφωνα με την ιδέα αυτή, η υπέρβαση του πολιτικού κατακερματισμού της ανθρωπότητας (που, κατά τη γνώμη τους, αποτυπωνόταν στον χωρισμό της οικουμένης σε εθνικά κράτη) θα μπορούσε να τερματίσει τις τριβές και διενέξεις που γεννιούνταν εξαιτίας του και θα καθιστούσε τα ανθρώπινα συμφέροντα θεμέλια μιας παγκόσμιας και εξ ορισμού τελειωτικής πολιτικής οργάνωσης.
Η παραπάνω άποψη παραβλέπει δύο σημαντικά σημεία που αποτελούν προϋποθέσεις για να υλοποιηθεί το παγκόσμιο κράτος: την ελεύθερη συναίνεση όλων των κρατών και κυρίως των ισχυρών και την αποδοχή από μέρους τους μίας κοινά αποδεκτής λύσης του προβλήματος της κατανομής. Παραβλέπεται ότι η ενοποίηση του κόσμου θα οξύνει αναγκαστικά το πρόβλημα της κατανομής αφού τώρα όλοι θα αγωνίζονται για τους ίδιους σκοπούς και τα ίδια μέσα. Συνεπώς, ο Π. Κονδύλης προβλέπει ότι οι πρώτοι που θα θέσουν εμπόδια στην ίδρυση ενός τέτοιου παγκόσμιου κράτους θα είναι οι ίδιες οι παγκόσμιες Δυνάμεις.
Είναι πολύ εύκολο να μιλά κανείς για «μία παγκόσμια τάξη» όταν βρίσκεται σε θέση ισχύος και γνωρίζει πως το «άνοιγμα των συνόρων» θα επιφέρει τη διεύρυνση του δικού του πεδίου δράσης. Μόλις όμως ανακαλύψει πως το ίδιο αυτό «άνοιγμα» αυξήσει αναπόφευκτα και τα πλεονεκτήματα άλλων Μεγάλων Δυνάμεων και το δικό του μερίδιο σε οικονομικά και πολιτικά αγαθά περιοριστεί, τότε ο ενθουσιασμός θα δώσει τη θέση του στην επιφύλαξη. Η βασική αντίφαση που διαπερνά την άποψη και το όραμα για το παγκόσμιο κράτος συνίσταται στο ότι από τη μία πλευρά, προπαγανδίζεται ως υπερώριμη υπέρβαση του εθνικού κράτους που θα εξαλείψει όλα τα δεινά του κόσμου, για τα οποία ευθύνονται αποκλειστικά τα εθνικά κράτη και από την άλλη, το ίδιο το εθνικό κράτος που καταγγέλλεται, αποτελεί και το πρότυπο του παγκόσμιου κράτους αφού το τελευταίο θα διαθέτει επίσης το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και επιπλέον θα οφείλει να διασφαλίζει την νομική ισότητα όλων των ανθρώπων με μία ενιαία και οικουμενική νομοθεσία.
Απέναντι στα παραπάνω, ο Π. Κονδύλης εξέφρασε την επιφύλαξή του και θεωρούσε πως όχι μόνο η παραλληλότητα ανάμεσα στη γέννηση των εθνικών κρατών και στη γέννηση του παγκόσμιου κράτους δεν είναι αναγκαία και καθόλου σίγουρη αλλά και πως αν εμφανιστεί μία τέτοια πολιτική δομή, από άποψη πολιτικής και δικαίου, θα θύμιζε περισσότερο τις αυτοκρατορίες της προεθνικής εποχής παρά το σύγχρονο εθνικό κράτος. Όσο ισχυρή και να ήταν – δημογραφικά, τεχνοοικονομικά και στρατιωτικά – η παγκόσμια Δύναμη και πάλι δεν θα μπορούσε να ελέγχει άμεσα κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, με τον τρόπο που υλοποιείται η σχέση κράτους – πολίτη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους. Ούτε και θα ήταν σε θέση να εισάγει μία ενιαία νομοθεσία που θα ισοπέδωνε τις προηγούμενες πολιτισμικές και εθνικές διαφορές, όπως έκανε το εθνικό κράτος σε σχέση με τις προγενέστερες φεουδαρχικές τοπικές παραδόσεις. Μάλλον, θα αναγκαζόταν να καταφύγει σε υπηρεσίες τοποτηρητών, οι οποίοι δεν θα διέθεταν μεν κυριαρχικά δικαιώματα απέναντι στη Μεγάλη Δύναμη αλλά ως τοπικοί σατράπες ή φύλακες της τάξης θα έπρεπε αναγκαστικά να διαθέτουν μέσα νόμιμης βίας ή έννομες εξουσίες. Αυτό θα οδηγούσε στην επανασύσταση της ενδοκρατικής πυραμίδας των φεουδαλικών ή ημιφεουδαλικών αυτοκρατοριών με χαλαρούς δεσμούς μεταξύ κορυφής και βάσης και συνεπώς θα χαρακτηριζόταν από ανομία και όχι από τη θεσμική συνοχή του εθνικού κράτους. Στην πραγματικότητα, η μόνη εξέλιξη που θα μπορούσε να εγγυηθεί η εγκαθίδρυση του παγκόσμιου κράτους θα ήταν όχι η εξάλειψη των πολέμων αλλά η μετατροπή τους σε εμφυλίους [19].
Σε μία ακόμα χειρότερη πρόβλεψη αναφορικά με τις πολιτικές συνέπειες του «οικουμενισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», ο Π. Κονδύλης εκτιμούσε πως ο εν λόγω οικουμενισμός προλειαίνει τον δρόμο προς τον παραμερισμό των συνόρων, σύμφωνα με τη δική του λογική, αφού επιδιώκει να αποσπάσει το άτομο από τη δικαιοδοσία του εθνικού κράτους και να αναθέσει την προστασία των δικαιωμάτων του σε διεθνείς οργανισμούς. Αποκρυσταλλώνεται έτσι βαθμιαία η συνείδηση ότι κανείς αιωρείται μεταξύ έθνους και ανθρωπότητας και εν τέλει ό,τι αρχικά σχεδιάστηκε ως θεσμική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα καταλήξει να αποτελέσει προοίμιο της ανεξέλεγκτης μετανάστευσης των λαών και εν τέλει της άμεσης και στοιχειακής αντιπαράθεσης ανθρώπου προς άνθρωπο [20].
Σημειώσεις και παραπομπές
[16] Παναγιώτης Κονδύλης, «Ανθρώπινα δικαιώματα»: εννοιολογική σύγχυση και πολιτική εκμετάλλευση”, στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 61 – 67.
[17] Παναγιώτης Κονδύλης, «Παγκοσμιοποίηση: πολιτική, οικονομία και κατανομή» στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σελ. 74.
[18] Παναγιώτης Κονδύλης, «Τα Ηνωμένα Έθνη», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 125 – 135.
[19] Παναγιώτης Κονδύλης, «Οι παγκόσμιες Δυνάμεις και το παγκόσμιο κράτος», στο Από τον 20ο στον 21ο αιώνα. Τομές στην πλανητική πολιτική περί το 2000, Αθήνα: Θεμέλιο, 2000, σσ. 135 – 146.
[20] Παναγιώτης Κονδύλης, «Από τον οικονομικό στον βιολογικό χαρακτήρα της πολιτικής;», στο Πλανητική πολιτική μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: Θεμέλιο, 2011, σσ. 68 – 69.
Αναλύσεις
Κατασκοπευτικό θρίλερ στην Ινδία: Συνέλαβαν γυναίκα για διαρροή στρατιωτικών μυστικών στην πακιστανική ISI – Εμπλέκονται δύο στρατιωτικοί στα σύνορα με την Κίνα
Σοβαρή υπόθεση κατασκοπείας ερευνούν οι ινδικές αρχές στην πολιτεία Παντζάμπ. Μία γυναίκα συνελήφθη ως ύποπτη για τη διαβίβαση απόρρητων στρατιωτικών πληροφοριών στις πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών, ενώ στη δικογραφία κατονομάζονται δύο εν ενεργεία στρατιωτικοί που υπηρετούν στα σινοϊνδικά σύνορα.
Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει υπόθεση φερόμενης κατασκοπείας υπέρ του Πακιστάν στην Ινδία, καθώς η υπηρεσία αντικατασκοπείας της αστυνομίας του Παντζάμπ προχώρησε στη σύλληψη γυναίκας, η οποία κατηγορείται ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος για τη μεταφορά ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών στην πακιστανική υπηρεσία πληροφοριών Inter-Services Intelligence (ISI).
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή στην αστυνομική δικογραφία κατονομάζονται ως συγκατηγορούμενοι δύο εν ενεργεία στρατιωτικοί του Ινδικού Στρατού, οι οποίοι υπηρετούν σε περιοχές κατά μήκος των συνόρων Ινδίας–Κίνας.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της ινδικής εφημερίδας The Tribune, το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026, οι αρχές διερευνούν εάν οι εμπλεκόμενοι είχαν δημιουργήσει δίκτυο συλλογής και διαβίβασης στρατιωτικών πληροφοριών προς το Πακιστάν. Η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη και οι κατηγορίες δεν έχουν ακόμη αποδειχθεί.
Ποια είναι η συλληφθείσα – Υποψίες για πλαστά έγγραφα
Η γυναίκα που συνελήφθη ταυτοποιήθηκε ως Γκουρνούρ Σίντου (Gurnoor Sidhu), κάτοικος της περιοχής Χαρίντρα Ναγκάρ στο Φαριντκότ της πολιτείας Παντζάμπ.
Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο η Σίντου να χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα ταυτότητας για να εγκατασταθεί στο Φαριντκότ, ενώ φέρεται να κατάγεται από την περιοχή Φεροζεπούρ, κοντά στα σύνορα με το Πακιστάν.
Η σύλληψή της πραγματοποιήθηκε έπειτα από πληροφορίες που περιήλθαν στις υπηρεσίες ασφαλείας και οδήγησαν σε αστυνομική επιχείρηση.
Η γυναίκα τέθηκε υπό αστυνομική κράτηση για ανάκριση, προκειμένου να εξακριβωθούν οι δραστηριότητές της, οι πιθανές επαφές της με πακιστανικούς μηχανισμούς πληροφοριών και το ενδεχόμενο ύπαρξης ευρύτερου δικτύου.
Δύο στρατιωτικοί στα σύνορα Ινδίας–Κίνας στη δικογραφία
Το σημαντικότερο στοιχείο της υπόθεσης είναι η φερόμενη συμμετοχή δύο εν ενεργεία στελεχών του Ινδικού Στρατού.
Πρόκειται για τον Ντιλπρίτ Σινγκ (Dilpreet Singh), από το χωριό Κουχράνα της περιφέρειας Μόγκα, και τον Ρατζμπίρ Σινγκ (Rajbir Singh), από το χωριό Ρασουλπούρ της περιφέρειας Ταρν Ταράν.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται η The Tribune, αμφότεροι υπηρετούν σε στρατιωτικές θέσεις κατά μήκος της μεθορίου Ινδίας–Κίνας.
Οι αστυνομικές αρχές υποψιάζονται ότι οι δύο στρατιωτικοί ενδέχεται να αξιοποίησαν την υπηρεσιακή τους θέση για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με στρατιωτικούς τομείς, εγκαταστάσεις, στρατόπεδα και επιχειρησιακές διατάξεις.
Οι πληροφορίες φέρονται να διαβιβάζονταν στη Σίντου, η οποία, σύμφωνα με τις ίδιες υποψίες, αναλάμβανε να τις προωθήσει σε πρόσωπα που λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι της πακιστανικής ISI και των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Μέχρι στιγμής δεν έχει δημοσιοποιηθεί ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι πράγματι διέρρευσαν συγκεκριμένα στρατιωτικά έγγραφα ή επιχειρησιακά σχέδια.
Κινητά τηλέφωνα, tablet και κρυπτογραφημένη επικοινωνία
Η έρευνα επικεντρώνεται επίσης στα μέσα επικοινωνίας που φέρεται να χρησιμοποιούσε το ύποπτο δίκτυο.
Σύμφωνα με τις αστυνομικές πληροφορίες, η διαβίβαση δεδομένων ενδέχεται να πραγματοποιούνταν μέσω κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικής ταμπλέτας και διαδικτυακών εφαρμογών που επιτρέπουν κρυπτογραφημένη επικοινωνία.
Οι αρχές επιχειρούν να ανασυνθέσουν τις πιθανές διαδρομές μεταφοράς των πληροφοριών, να εντοπίσουν τους τελικούς παραλήπτες τους και να εξακριβώσουν αν υπήρχαν πρόσθετοι συνεργοί.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατά πόσον οι ερευνητές θα μπορέσουν να διαπιστώσουν την πραγματική έκταση οποιασδήποτε διαρροής, καθώς και το επίπεδο διαβάθμισης των πληροφοριών που φέρεται να συγκεντρώθηκαν.
Εφαρμόστηκε ο νόμος περί κρατικών απορρήτων
Σε βάρος των τριών προσώπων σχηματίστηκε δικογραφία με βάση τα άρθρα 3 και 4 του Official Secrets Act του 1923, του ινδικού νόμου που αφορά, μεταξύ άλλων, αδικήματα σχετικά με την κατασκοπεία και την προστασία κρατικών απορρήτων.
Η υπόθεση καταχωρίστηκε στις αρμόδιες υπηρεσίες του State Special Operations Cell (SSOC).
Οι αρχές εξετάζουν εάν οι ενέργειες των υπόπτων συνιστούσαν οργανωμένη δραστηριότητα υπέρ ξένων υπηρεσιών πληροφοριών και εάν προκλήθηκε πραγματική βλάβη στα εθνικά συμφέροντα ασφαλείας της Ινδίας.
Παράλληλη έρευνα έχει ξεκινήσει στο Φαριντκότ, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν ενδέχεται να έχουν διαρρεύσει πληροφορίες που αφορούν την τοπική στρατιωτική εγκατάσταση.
Η στρατηγική σημασία των συνόρων με την Κίνα
Η αναφορά σε στρατιωτικούς που υπηρετούν στη μεθόριο με την Κίνα προσδίδει στην υπόθεση ευρύτερη γεωπολιτική σημασία.
Η Ινδία αντιμετωπίζει δύο βασικές προκλήσεις εθνικής ασφαλείας: τη μακροχρόνια αντιπαράθεση με το Πακιστάν και τις συνοριακές διαφορές με την Κίνα, κατά μήκος της λεγόμενης Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου (Line of Actual Control – LAC).
Οι σχέσεις Πεκίνου–Ισλαμαμπάντ χαρακτηρίζονται από στενή στρατηγική και αμυντική συνεργασία, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητο οποιοδήποτε ενδεχόμενο διαρροής πληροφοριών για την ινδική στρατιωτική παρουσία στα σινοϊνδικά σύνορα.
Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα αστυνομικές πληροφορίες, φερόμενη συνεργασία με πακιστανικούς μηχανισμούς.
Δεν υπάρχουν δημοσιοποιημένα στοιχεία που να αποδεικνύουν εμπλοκή κινεζικών υπηρεσιών πληροφοριών ή διαβίβαση των δεδομένων προς το Πεκίνο.
Η γεωπολιτική διάσταση προκύπτει από τη θέση των στρατιωτικών που κατονομάζονται και από τη στρατηγική σχέση Κίνας–Πακιστάν, όχι από αποδεδειγμένη κινεζική συμμετοχή στην υπόθεση.
Στο μικροσκόπιο οι πακιστανικές υπηρεσίες πληροφοριών
Η πακιστανική ISI αποτελεί μία από τις σημαντικότερες υπηρεσίες πληροφοριών της Νότιας Ασίας και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην εθνική ασφάλεια και στην περιφερειακή στρατηγική του Πακιστάν.
Η υπηρεσία έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο ινδικών καταγγελιών για κατασκοπεία, υποστήριξη παράνομων δικτύων και προσπάθειες διείσδυσης σε κρίσιμες κρατικές δομές.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ινδικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι ύποπτοι ενδέχεται να είχαν δημιουργήσει έναν μηχανισμό στον οποίο στρατιωτικοί με πρόσβαση σε πληροφορίες τις παρέδιδαν σε πολιτικό πρόσωπο, το οποίο φέρεται να διατηρούσε την επικοινωνία με την πακιστανική πλευρά.
Η υπόθεση εξετάζεται ως πιθανό περιστατικό εκμετάλλευσης ανθρώπινων πηγών πληροφοριών, γνωστό στον χώρο των υπηρεσιών ως HUMINT.
Αν επιβεβαιωθούν οι κατηγορίες, θα ανακύψουν σοβαρά ερωτήματα για την προστασία στρατιωτικών πληροφοριών, τις διαδικασίες εσωτερικής ασφάλειας και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών αντικατασκοπείας.
Ανοιχτά τα κρίσιμα ερωτήματα
Η εξέλιξη της έρευνας αναμένεται να επικεντρωθεί στη φύση των φερόμενων διαρροών, στην ταυτότητα των πιθανών παραληπτών και στο ενδεχόμενο εμπλοκής περισσότερων προσώπων.
Παραμένει άγνωστο εάν οι πληροφορίες που φέρονται να συγκεντρώθηκαν αφορούσαν πραγματικά απόρρητα επιχειρησιακά δεδομένα ή πληροφορίες χαμηλότερης διαβάθμισης.
Επίσης, δεν έχει προσδιοριστεί εάν το φερόμενο δίκτυο είχε προκαλέσει συγκεκριμένη ζημιά στη στρατιωτική ασφάλεια της Ινδίας.
Πρόκειται για μια υπόθεση που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της διερεύνησης. Η καταχώριση ονομάτων στη δικογραφία δεν ισοδυναμεί με δικαστική διαπίστωση ενοχής.
Η πιθανότητα, πάντως, να έχουν διαρρεύσει πληροφορίες από στρατιωτικές μονάδες της σινοϊνδικής μεθορίου προς πακιστανικούς μηχανισμούς πληροφοριών εξηγεί γιατί η υπόθεση αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη σοβαρότητα από τις ινδικές υπηρεσίες ασφαλείας.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας