Διεθνή
Ο Ερντογάν ως προστατευόμενος της Μέρκελ
Η Τουρκία ανέκαθεν είχε μια προνομιούχα σχέση με τη Γερμανία· ωστόσο η Άνγκελα Μέρκελ βελτίωσε περαιτέρω τη σχέση αυτή, όταν όρισε ως προστατευόμενό της στο διεθνές πολιτικό στερέωμα τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η ενδυνάμωση των σχέσεων των δύο χωρών, έχει παράλληλη πορεία με τη σημαντική ενίσχυση των γερμανοτουρκικών στρατιωτικών και εμπορικών σχέσεων. Η εποχή Μέρκελ φτάνει σύντομα στο τέλος της και αυτό έχει σημάνει μια αλλαγή ως προς την αντιμετώπιση της Άγκυρας από το Γερμανικό πολιτικό κατεστημένο. Ο Τούρκος Πρόεδρος δεν μπορεί να ποντάρει επ’ αόριστον στη Γερμανική ανοχή.
Παρόλο που οι σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και των περισσοτέρων Ευρωπαϊκών χωρών δεν είναι ομαλές, η Άγκυρα είχε το προνόμιο να αναπτύξει μια σταθερή και «ζεστή» στρατηγική σχέση με την Γερμανία· μια σχέση που έχει τα θεμέλια της έναν αιώνα πριν, στη συμμαχία των δύο χωρών κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο τότε πρόεδρος της Τουρκίας, Ismet İnönü, υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με τη Ναζιστική Γερμανία. Η Τουρκία δεν ενεπλάκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρά μερικούς μόνο μήνες πριν τη λήξη του, έπειτα από μεγάλες πιέσεις των Συμμάχων το 1945.
Το 1961, οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία για τη δημιουργία ενός προγράμματος εισαγωγής ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού από την Τουρκία στην Γερμανία. Σήμερα, περίπου 4 εκατομμύρια Τούρκοι ζουν και εργάζονται στη Γερμανία, αριθμός που τους καθιστά τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κοινότητα στη χώρα.
Η άνοδος της Άνγκελα Μέρκελ (2005) και του Ερντογάν (2003) στην εξουσία συνέπεσαν χρονολογικά, με τις διμερείς σχέσεις των δύο χωρών να παίρνουν μια πορεία πρωτόγνωρης ενδυνάμωσης. Ο Ερντογάν προχώρησε στην μετατροπή του Τουρκικού κυβερνητικού συστήματος σε ένα προεδρικό μοντέλο, του οποίου και ηγείται από το 2014.
Οι δύο ηγέτες δημιούργησαν μια πολιτική συνεργασία στο διεθνές πολιτικό στερέωμα, στο επίπεδο που ο Ερντογάν μετατράπηκε σε προστατευόμενο (protégé) της Μέρκελ.
Όταν η Άγκυρα κλιμάκωσε την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, η Γερμανία ήταν αυτή που έπαιξε τον ρόλο του μεσάζοντα μεταξύ της Τουρκίας και των κρατών-μελών της ΕΕ (Ελλάδας, Κύπρου). Η διαμεσολάβηση ενός ευρωπαϊκού κράτους σε μια διαμάχη ανάμεσα σε ένα μέλος της Ένωσης κι ένα μη-μέλος, είναι κάτι σπάνιο.
Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, το Βερολίνο περιορίστηκε σε «χλιαρές» δηλώσεις που καταδίκαζαν την εμπρηστική συμπεριφορά του Ερντογάν, αλλά στην πραγματικότητα η Μέρκελ δημιούργησε μια διπλωματική ασπίδα, η οποία προστάτευε τον Τούρκο πρόεδρο μέσα στην ΕΕ, με την ελπίδα ότι μεταγενέστερα θα της ανατεθεί η συμπροεδρία της Ομάδας του Μινσκ.
Η Γερμανίδα καγκελάριος δεν σταμάτησε τον Ερντογάν ακόμα και κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στη Συρία. Για την ακρίβεια, υποστήριξε υπογείως την κίνηση αυτή, εκλαμβάνοντας την ως ένα αποτελεσματικό μέτρο περιορισμού των προσφυγικών κυμάτων προς την Ευρώπη. Σύμφωνα με τη λογική της, τα κύματα αυτά δεν θα ερχόταν προς την Ευρώπη εάν ο Ερντογάν έκανε τις απαραίτητες «διαμορφώσεις» στην περιοχή και δημιουργούσε ένα ασφαλές μέρος για τους Σύριους.
Η οικονομική διάσταση της σχέσης Γερμανίας-Τουρκίας, γίνεται αντιληπτή από τον όγκο εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών, ο οποίος ανέρχεται περίπου στα 30 δισεκατομμύρια ευρώ (για το 2019), με το Βερολίνο να αποτελεί έναν από τους βασικούς οικονομικούς συνεργάτες της Άγκυρας. Πάνω από 7.500 γερμανικές εταιρείες λειτουργούν στην Τουρκία, συμπεριλαμβανομένης και της Europipe GmbH, εταιρεία η οποία είναι και προμηθεύτρια στο project Τurkstream Gas Pipelines.
Κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της μεταναστευτικής κρίσης του 2015, όταν ο Ερντογάν έστειλε περίπου ένα εκατομμύριο πρόσφυγες στη Γερμανία, η Γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία Volkswagen πούλησε πάνω από 100.000 αυτοκίνητα στην τουρκική αγορά (ο μεγαλύτερος αριθμός από το 2002, χρονιά κατά την οποία ο Ερντογάν κέρδισε τις εκλογές). Ένας άλλος κολοσσός της Γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, η Mercedes, διατηρεί πλήρως λειτουργική μονάδα κατασκευής λεωφορείων στην Κωνσταντινούπολη.

Κάτι επίσης πολύ σημαντικό, είναι το επίπεδο συνεργασίας των δύο χωρών όσον αφορά το εμπόριο οπλικών συστημάτων. Η Άγκυρα είναι η μεγαλύτερη εισαγωγέας γερμανικών όπλων στον κόσμο, με τις περσινές αγορές να ανέρχονται στα 250 εκατομμύρια ευρώ.
Η Γερμανία παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο και στην κατασκευή των τουρκικών drones, τα οποία αποτελούν την αιχμή του δόρατος στις επιχειρήσεις των Τούρκων στη Λιβύη, τη Συρία και το Ναγκόρνο Καραμπάχ. Οι κεφαλές των πυραυλικών συστημάτων τους για παράδειγμα, είναι κατασκευασμένες από τη Γερμανική ΤDW(ενώ οι πύραυλοι καθαυτοί από την τουρκική Roketsan, η οποία σχετίζεται με την οικογένεια Ερντογάν). Η Γερμανική κυβέρνηση παραδέχεται σε επίσημη αναφορά την έκδοση 33 αδειών εξαγωγής εξαρτημάτων προς την Τουρκία· υλικό σχεδιασμένο για χρήση σε στρατιωτικά drone.
Παρόλο που η πλάστιγγα γέρνει υπέρ του Βερολίνου, η Γερμανία δεν είναι η μόνη χώρα που μπορεί να επηρεάσει τις διμερείς σχέσεις με την Τουρκία. Η τουρκική διασπορά στη Γερμανία αποτελεί την 4η μεγαλύτερη εκλογική περιφέρεια της Τουρκίας (1.5 εκατομμύριο Γερμανότουρκοι έχουν δικαίωμα ψήφου στις τουρκικές εκλογές, ενώ τα 2/3 ψήφισαν τον Ερντογάν το 2018).
Το σημαντικότερο εργαλείο ήπιας ισχύος του Ερντογάν, ίσως είναι η Τουρκική Ισλαμική Ένωση για Θρησκευτικά Ζητήματα (DİTİB), θεσμός ο οποίος είναι υπεύθυνος για την λειτουργία 3.000 τζαμιών, εκ των οποίων τα 1000 βρίσκονται στη Γερμανία. Ο οργανισμός λαμβάνει επιδοτήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ από τη Γερμανική κυβέρνηση και διαχειρίζεται το μεγαλύτερο τζαμί της Γερμανίας (Κολωνία), στου οποίου τα εγκαίνια το 2018 παρευρέθη και ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος.
Οι Γερμανο-τουρκικές σχέσεις στηρίζονται σε ένα μεγάλο βαθμό στη σχέση Ερντογάν-Μέρκελ· ωστόσο ο Τούρκος πρόεδρος δεν μπορεί να πλέον να βασίζεται στη σχέση αυτή. Η Γερμανίδα καγκελάριος ολοκληρώνει τη θητεία της σε ένα χρόνο από τώρα και ήδη, στους κύκλους της γερμανικής πολιτικής σκηνής, έχει γίνει μια μικρή αλλά αντιληπτή μεταβολή ως προς την αντιμετώπιση των διμερών σχέσεων με την Άγκυρα. Αυτό θα μπορούσε, σε μεταγενέστερο στάδιο, να οδηγήσει και σε αλλαγή της Γερμανικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία, ειδικά αν ο Τούρκος πρόεδρος επιμείνει να εμπλέκει το Βερολίνο σε διεθνείς διενέξεις.
Η στρατηγική που ακολουθούσε μέχρι σήμερα η Μέρκελ, έστειλε στον Ερντογάν το επικίνδυνο μήνυμα ότι μπορεί να πράττει όπως επιθυμεί χωρίς να υπάρχουν συνέπειες και, πάνω απ’ όλα, του έδειξε ότι η Γερμανία και η ΕΕ είναι έτοιμες να υποκύψουν στον πολιτικό του εκβιασμό. Υπενθυμίζεται ότι η Μέρκελ ήταν αυτή που σχεδίασε την συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας το 2016 για το προσφυγικό, προσπαθώντας έτσι να σταματήσει τις προσφυγικές ροές έναντι μεγάλου οικονομικού ανταλλάγματος.
Αυτό που θα πληρώσει μακροπρόθεσμα ο Ερντογάν δεν είναι οι πολιτικές του περιπέτειες, αλλά η υπό κατάρρευση τουρκική οικονομία και η πτώση της λίρας. Το μέγεθος των τουρκικών οικονομικών προβλημάτων είναι τόσο μεγάλο, που ξεπερνά τις δυνατότητες και την διάθεση της απερχόμενης καγκελαρίου για παροχή βοήθειας στην Τουρκία. Η τελευταία απόπειρα της Μέρκελ να σώσει τον Τούρκο προστατευόμενο της, θα είναι η προσπάθεια διατήρησης της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας, ώστε η Άγκυρα να έχει πρόσβαση σε οικονομικά οφέλη.
Μετάφραση: Νίκος Χριστοφορίδης
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

