Διεθνή
Όταν το ποδοβολητό των βαρβάρων έφτασε στην Αμμόχωστο
Της Άννας Κουκκίδου Προκοπίου
Στις 15 Νοεμβρίου 2020, επέτειο ανακήρυξης του ψευδοκράτους στα κατεχόμενα εδάφη του βόρειου μέρους της Κύπρου, γίναμε θεατές μιας άνευ προηγουμένου, κακόγουστης, νέο-Οθωμανικής παράστασης. Η οποία παρεμποδίστηκε εν μέρη από τις καιρικές συνθήκες, έλαβε χώρα όμως δε επί των κλοπιμαίων της Αμμοχώστου και επί του ομαδικού τάφου των ελληνοκυπρίων αμάχων του Άγιου Μέμνονα. Πως φτάσαμε, όμως, ως εδώ;
Το καλοκαίρι του 2017, στο Κραν Μοντανά, ο Νίκος Αναστασιάδης, αρνήθηκε να συμφωνήσει σ’ ένα σχέδιο λύσης του Κυπριακού, που βασιζόταν σε αριθμό σοβαρών παραχωρήσεων σε επίπεδο εσωτερικής διακυβέρνησης από την ελληνοκυπριακή πλευρά, χωρίς να έχουν υποβληθεί πρώτα, επισήμως και γραπτώς, οι εξασφαλίσεις της Τουρκίας, για το θέμα της απόσυρσης των εγγυήσεων και του τουρκικού κατοχικού στρατού. Θέση στην οποία ήταν σύμφωνη κι η Αθήνα, δια στόματος Νίκου Κοτζιά. Έκτοτε, η κατάρρευση των συνομιλιών του 2017 παρουσιάζεται ως ένα από τα άλλοθι για την έκνομη συμπεριφορά της Τουρκίας, η οποία διεκδικεί με στρατιωτικά μέσα περισσότερο ζωτικό χώρο, όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα, προβάλλοντας, ταυτόχρονα, εαυτό ως θύμα αποκλεισμού κι απομόνωσης στην ευρύτερη περιφέρεια και χαρακτηρίζοντας τις επιθετικές της πράξεις ως αντίδραση σε περικύκλωση από εχθρικά κράτη, τα οποία τολμούν να σχηματίζουν πολυμερείς και τριμερείς συνεργασίες εν απουσία της. Ρητορική που θυμίζει έντονα τις δικαιολογίες που το Βερολίνο πρότασσε, περί ‘encirclement’ της αυτοκρατορικής Γερμανίας, πριν την κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Αυτό, μετά την υποτιθέμενη απορριπτική στάση των ελληνοκυπρίων στη λύση του Κυπριακού, αποτελεί και το δεύτερο της άλλοθι. Επιχείρημα το οποίο η τουρκική διπλωματία αναπαράγει με πειστικότητα και συχνότητα, με αποτέλεσμα Ελλάδα και Κύπρος να κατηγορούνται από τη διεθνή κοινότητα ότι αποκλείουν και δεν συζητούν με την Άγκυρα, απορρίπτουν πιθανόν δικαιωματικές της απαιτήσεις και δεν συναινούν στην εξεύρεση μιας μέσης λύσης συνεργασίας win-win, που να ικανοποιεί όλες τις πλευρές. Κατ’ ακρίβεια, αυτή η έξαρση στις απαιτήσεις της κυβέρνησης Έρντογαν έχει ενισχυθεί από τέτοιου είδους αντιλήψεις, που καθοδηγούν την πολιτική κατευνασμού που ακολουθεί μέχρι σήμερα η ΕΕ. Κάτι που εύκολα μπορεί κάποιος ιστορικά να αντιπαραβάλει με τις προσπάθειες ‘appeasement’ της χιτλερικής Γερμανίας, πριν την κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Επιπρόσθετα, η παρουσία του κ. Τραμπ στον Λευκό Οίκο, του οποίου τα διαπλεκόμενα οικογενειακά και επαγγελματικά συμφέροντα μάλλον έφταναν μέχρι το παλάτι του Έρντογαν, διευκόλυναν ακόμη περισσότερο την Άγκυρα στις επιδιώξεις της, αφού οδηγήθηκε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ουδεμία σοβαρή συνέπεια θα έχει, εάν αντικαταστήσει το διεθνές δίκαιο με το δίκαιο του ισχυρού. Το οποίο και έπραξε. Φροντίζοντας, ταυτόχρονα, να ενισχύσει το αφήγημα περί ιστορικής ευθύνης και δικαιωματικών αξιώσεων της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή, χάρη στην ιδιότητα του διαδόχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- το τρίτο της άλλοθι.
Φτάσαμε, λοιπόν, στο σήμερα, όπου η κατά τα άλλα αδικημένη, ‘περικυκλωμένη’ και ‘απομονωμένη’ Άγκυρα βρίσκεται στο Ιράκ, στη Σομαλία, στο Κατάρ, στη Λιβύη. Σουλατσάρει σχεδόν ανενόχλητη σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Έχει αφεθεί από μια σχετικά αποδυναμωμένη Ρωσία να παρέμβει στον Καύκασο κι έχει σχεδόν επιβάλει την παρουσία της επί των Κούρδων της Συρίας, βομβαρδίζοντας το στρατόπεδο των ΗΠΑ στην περιοχή και εξευτελίζοντας ένα επίλεκτο σώμα του αμερικανικού στρατού. Ας σημειώσουμε ότι αποτελεί ένα ακόμα κοινό μυστικό ότι η Τουρκία λειτουργεί ως πηγή ανασφάλειας για το ΝΑΤΟ (βλ. S-400 και συναλλαγές με το Ισλαμικό Κράτος) και την ΕΕ (βλ. μεταναστευτικό και τρομοκρατία).
Μικρό κομμάτι σε ένα μεγάλο πάζλ, λοιπόν, η Κύπρος και η Αμμόχωστος. Αλλά με βαρύτητα στο γεωπολιτικό πλαίσιο του Δόγματος Έρντογαν- του εξωστρεφούς δόγματος εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, το οποίο διέπει την τουρκική στρατηγική, μετά το πραξικόπημα του 2016. Η Άγκυρα δεν βασίζεται πλέον στη δημιουργία αναχωμάτων, για να διασφαλίσει την εσωτερική της ασφάλεια. Η Άγκυρα δημιουργεί προχώματα, ακολουθώντας την στρατηγική ενός forward basing. Ο χάρτης παρέχει την απάντηση για τη σημασία της Κύπρου και των ελληνικών νήσων σε σχεδιασμούς τέτοιας φύσης, αφού αποτελούν ουσιώδες εφαλτήριο για τον έλεγχο και την απρόσκοπτη πρόσβαση των θαλασσίων οδών στην Ανατολική Μεσόγειο. Εκεί βρίσκεται η απάντηση για την τουρκική παρουσία στα κυπριακά ύδατα, στην Κρήτη και στο Καστελλόριζο, παρά σε υποτιθέμενα μελλοντικά κέρδη από το φυσικό αέριο. Με ιστορικούς όρους, η Τουρκία προφανώς αναζητεί να κλείσει το τελευταίο κεφάλαιο του Ανατολικού Ζητήματος (ποιος, δηλαδή, θα πάρει τα εναπομείναντα -θαλάσσια- λάφυρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) με τον τρόπο που η ίδια θέλει και πλέον μπορεί. Μας υπενθυμίζει ότι ο Μεγάλος Ασθενής δεν βρίσκεται πλέον στο νεκροκρέβατο του. Εξου και η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης και όσα αυτή προϋποθέτει. Για την Κύπρο και την Ελλάδα.
Ακόμη μια απόδειξη για αυτή την αναθεωρητική τάση της Άγκυρας αποτελούν και τα πρόσφατα γεγονότα στα Βαρώσια, στην Αμμόχωστο. Η παραλιακή πόλη της Αμμοχώστου παρέμενε μια μη-προσβάσιμη πόλη-φάντασμα, μετά τη δεύτερη τουρκική εισβολή, τον Αύγουστο του 1974. Οι κάτοικοι της εξαναγκάστηκαν άρον άρον σε φυγή, για να γλυτώσουν από τις ορδές του Αττίλα, αφού η Τουρκία παραβίασε μονομερώς την κατάπαυση του πυρός που είχε συμφωνηθεί και άρχισε εκ νέου στρατιωτικές επιχειρήσεις. Εξου και ο ομαδικός τάφος στον χώρο πικνικ του κ. Έρντογαν, με ηλικιωμένους και παιδιά που δεν πρόλαβαν να διαφύγουν.
Η Αμμόχωστος, έκτοτε, θεωρείτο διαπραγματευτικό χαρτί, του οποίου θα έκανε χρήση η Άγκυρα σε μελλοντική διαπραγμάτευση. Να θυμίσουμε ότι τα ψηφίσματα 550 και 789 του Συμβουλίου Ασφαλείας, τα οποία εξασφαλίστηκαν σε προηγούμενες δεκαετίες, ξεκάθαρα επικυρώνουν την επιστροφή της πόλης στους νόμιμους κατοίκους της, υπό διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών- κάτι το οποίο μάλιστα προτείνουν να λειτουργήσει ως Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Όμως, με το τωρινό άνοιγμα της Αμμοχώστου και τα σχέδια για την ανοικοδόμηση δισεκατομμυρίων από τους επιχειρηματίες φίλους του κ. Έρντογαν, υπό την επίβλεψη του Δήμου Ικονίου και της Τουρκικής Εταιρείας Ανάπτυξης, η Άγκυρα έστειλε το μήνυμα ότι μόλις έχει πετάξει την παλαιά τράπουλα στα αζήτητα και οποιαδήποτε επαναφορά της στο τραπέζι των συνομιλιών θα γίνει με νέους όρους και δη νέα τράπουλα.
Εδώ εντάσσονται και οι διακηρύξεις Έρντογαν-Τατάρ περί δύο κρατών και νέου πλαισίου διαπραγματεύσεων, μακριά από τα ήδη συμφωνηθέντα για ενιαίο κράτος ομοσπονδίας. Τονίζοντας συνεχώς ότι στο Κραν Μοντανά του 2017 ήταν η ελληνική πλευρά που έκανε πίσω. Ξεχνώντας, βεβαίως, να προσθέσουν, αφενός, την τουρκική άρνηση για χειροπιαστές, γραπτές προτάσεις και αφετέρου, το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις ουδέποτε απέτυχαν γιατί υπήρξε διαφωνία για την εσωτερική δομή του κράτους, αλλά γιατί υπήρξε διαφωνία για το εξωτερικό πλαίσιο ασφάλειας. Γνωρίζοντας τη διαπραγματευτική δεινότητα και τις δυνατότητες της Άγκυρας και αντιπαραβάλλοντας την με το φοβικό σύνδρομο πανικού και την πρακτική αδυναμία, που διακατέχει στις πλείστες των περιπτώσεων, τις κυβερνήσεις Αθήνας και Λευκωσίας, δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε που θα βρίσκεται το κοινό έδαφος υποχωρήσεων, που καλούνται να βρουν οι δύο πλευρές, μεταξύ ομοσπονδίας και δύο κρατών/διχοτόμησης. Μια υποχώρηση την οποία έχουν ήδη θέσει ως επιτακτική ανάγκη, με πραγματιστικούς όρους, οι κυβερνήσεις της Βρετανίας και Ρωσίας, δια στόματος των πρεσβευτών τους στην Κύπρο.
Η τουρκική πρόταση για ‘τρίτο τραπέζι’
Η Τουρκία προβλέπεται ότι θα ‘υποχωρήσει’ επιστρέφοντας κατ’ ακρίβεια στη διαπραγματευτική αφετηρία που βρισκόταν το 2017, προβάλλοντας όμως απαιτήσεις για αντίστοιχες υποχωρήσεις και από τη δική μας πλευρά. Καθόλου τυχαίο ότι η καινούργια τουρκική πρόταση που ακούμε τελευταίως μιλά για επιπρόσθετο ‘τρίτο τραπέζι΄ στις διαπραγματεύσεις για το κυπριακό (πέρα της εσωτερικής διακυβέρνησης και του πλαισίου ασφάλειας), το οποίο θα αφορά τις θαλάσσιες ζώνες και δη το φυσικό αέριο της Κύπρου. Κάτι που δεν φαντάζει πρακτικό την στιγμή που υπάρχουν διεθνείς συμφωνίες που διέπουν (βλ. UNCLOS) τέτοιου είδους ζητήματα, τα οποία μπορούν να επιλυθούν στο δικαστήριο. Προφανώς, η Άγκυρα έχει ήδη κάνει τις επιλογές της κι αυτές δεν συμπεριλαμβάνουν το διεθνές δίκαιο, το οποίο και δεν τη βολεύει. Αυτονόητο ότι οι αποφάσεις που θα προσπαθήσει να εκμαιεύσει σε τέτοιου είδους πακετοποιημένη διαπραγμάτευση θα κινηθούν εκτός του δικαίου της θάλασσας. Ας ελπίσουμε ότι η Αθήνα αντιλαμβάνεται ότι μιας τέτοιας μορφής διαπραγματευτικό προηγούμενο για τις θαλάσσιες ζώνες της Κύπρου σήμερα, γνωρίζοντας την Τουρκία, θα επεκταθεί σχεδόν αναπόφευκτα αύριο και στις θαλάσσιες ζώνες του Αιγαίου.
ΔΕΝ ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ ΜΟΕ
Συμπερασματικά, δεν φαντάζει καθόλου απόμακρο το ενδεχόμενο να δούμε την αντικατάσταση του ανοίγματος της Αμμοχώστου, ως πιθανού ΜΟΕ που πρακτικά δεν υφίσταται πλέον, με μια ‘ενδιάμεση’, ‘στρατηγική’ συμφωνία για το φυσικό αέριο και την ΑΟΖ, που υποτιθέμενα θα δημιουργήσει τις συνθήκες συνεργασίας των δύο πλευρών για μια ολοκληρωμένη λύση του κυπριακού στο εγγύς μέλλον. Μας αντιπαραβάλλουν, έτσι κι αλλιώς, συχνά το παράδειγμα της γαλλογερμανικής συνεργασίας για τους φυσικούς πόρους των συνοριακών περιοχών της Αλσατίας και της Λοραίννης, μετά τον αιματηρό πόλεμο που έληξε το 1945 και το πως αυτή η ενδιάμεση συνεργασία αποτέλεσε τον προπομπό για την ΕΕ. Ξεχνώντας βεβαίως να αναφέρουν ότι η επιθετική Γερμανία πρώτα γονάτισε αφοπλισμένη και μετά συνεργάστηκε, αφού δεν είχε καμία απολύτως δυνατότητα να επιτεθεί ξανά στην ταλαιπωρημένη και εξασθενημένη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο Γαλλία. Η συνεργασία πέτυχε, μεταξύ άλλων, λόγω συμμετρίας της αδυναμίας των δύο εταίρων. Η σύγκριση μεταξύ Κύπρου-Τουρκίας και Γαλλίας-Γερμανίας είναι ασεβής και ανιστόρητη. Την στιγμή που τo ποδοβολητo των βαρβάρων έφτασε και πάλι μέσα στην Αμμόχωστο…
* Ανώτερη Επιστημονική Συνεργάτιδα, Κέντρο Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.
Ο τίτλος του άρθρου αποτελεί παράφραση από το γνωστό ποίημα του Κύπριου ποιητή Παντελή Μηχανικού.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

