Διεθνή
Τουρκικός επεκτατισμός και τέσσερις προγραμματικοί άξονες
Ο τουρκικός στρατός διαθέτει βάσεις σε 12 ξένες χώρες
Βασίλης Κων/νου Φούσκας*
Πρόλογος
Είναι διάχυτες οι απόψεις στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο ότι η εκλογή Μπάϊντεν είναι ευνοϊκή για τα Ελληνικά συμφέροντα έναντι αυτών των Τουρκικών στην Ανατολική Μεσόγειο. Ακόμα, υπάρχουν απόψεις που καλλιεργούν την εντύπωση της στρατηγικής αναβάθμισης της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας μέσα στο ΝΑΤΟ, κάτι που σημαίνει και αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στην υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ για την Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Ο λόγος; Διότι η Τουρκία, μας λέει αυτό το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, τόλμησε κι αγόρασε Ρωσικούς πυραύλους των οποίων οι μπαταρίες λειτουργούν εκτός ΝΑΤΟϊκού πλαισίου. Ακόμα, συναντάμε απόψεις που θεωρούν δεδομένο ότι το πραξικόπημα του 2016 κατά του Ερντογάν ήταν υποκινούμενο από τις ΗΠΑ. Ίσως. Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο Ερντογάν και η ηγετική του μερίδα το χρησιμοποίησαν στο έπακρο προκειμένου να εδραιώσουν την εξουσία τους στο εσωτερικό της χώρα ακόμα παραπέρα και με μια πιο υπέρμετρη δόση κρατικού αυταρχισμού. Εν πάση περιπτώσει, οι θέσεις αυτές – και ότι συνεπάγονται – δεν ευσταθούν για σειρά από λόγους. Θα εξηγήσω τους σημαντικότερους απ’ αυτούς συνοπτικά και στη συνέχεια θα παραθέσω τέσσερις προγραμματικούς άξονες για μια φιλο-λαϊκή, δημοκρατική εξωτερική πολιτική της Ελλάδας προς τη Τουρκία. Αυτή τη πολιτική δεν είναι σε θέση να φέρει σε πέρας ο κυβερνών δικομματισμός λόγω των δεσμεύσεών του προς το πολυ-εθνικό κεφάλαιο που αναπαράγουν την υποτελή και εξαρτημένη θέση της χώρας στο διεθνές και περιφερειακό σύστημα πολιτικών/διπλωματικών ισορροπιών και κατανομών ισχύος.
Λόγοι υποβάσταξης του Τουρκικού επεκτατισμού
Πρώτα και κύρια, η Τουρκία ασκεί πολιτική περιφερειακού ιμπεριαλιστικού κράτους διότι εξάγει κεφάλαιο και ισχύ σ’ ολόκληρο το πρώην Οθωμανικό χώρο, αλλά και πέραν αυτού. Η διαλεκτική «σύγκρουσης-ασταθούς συνεργασίας» με τη Ρωσία εδράζεται εδώ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία διαχειρίζεται μία πολυσχιδή στρατηγική αλληλο-συγκρουόμενων διεθνών συμφερόντων ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει, μέσω αυτής ακριβώς της διαχείρισης και των ρίσκων που παίρνει, ειδικά με δεσμεύσεις στο πεδίο των μαχών, ν’ αναβαθμίζει τη γεω-στρατηγική της θέση μέσα στο ΝΑΤΟ έναντι της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το καθεστώς Ερντογάν, μέσω ιδιωτικών μισθοφορικών εταιρειών, έχει εξοπλίσει και εκπαιδεύσει γύρω στο ένα εκατομμύριο φανατικούς εθνικιστές-Ισλαμιστές, οι οποίοι και πολεμούν σε Λιβύη, Συρία, Καύκασο και στις Κουρδικές ζώνες του Ιράκ και του Ιράν. Η Τουρκία μπόρεσε να αναπτυχθεί σ’ αυτό τον ιμπεριαλιστικό βαθμό για πολλούς λόγους, εκ των οποίων εδώ θα ξεχώριζα τους εξής τρεις:
α) Λόγω της παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση της επέτρεψε να λειτουργήσει ως τεχνολογικός κόμβος αιχμής των αλυσίδων παραγωγής, συναρμολόγησης και εμπορίου, αλλά και ως διαμετακομιστικός κόμβος πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω αγωγών Δυτικών συμφερόντων. Μεγάλες Τουρκικές εταιρείες και διεθνή κονσόρτσια στη Τουρκία είδαν τα κέρδη τους στα ύψη, ειδικά τη περίοδο 2001-13. Η όλη διαδικασία ανέπτυξε υπέρμετρα την υλική και τεχνολογική υποδομή της χώρας και είναι αυτό που της επέτρεψε να γίνει χώρα εξαγωγής μεγάλου κεφαλαίου, άρα ιμπεριαλιστική χώρα. Χωρίς να θέλω να τραβήξω το παραλληλισμό πέρα απ’ τα επιτρεπτά του όρια, θα έλεγα ότι η Τουρκία, τηρουμένων των αναλογιών, ωφελήθηκε απ’ τη παγκοσμιοποίηση με τον ίδιο τρόπο που ωφελήθηκε και η Κίνα. Για Ελλάδα, Κυπριακή Δημοκρατία και Βαλκανικές χώρες δεν ισχύει το ίδιο, ίσως μάλιστα ισχύει το ακριβώς αντίθετο.
β) Λόγω της κρίσης της παγκοσμιοποίησης και της ιστορικής παρακμής των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει οικονομική και γεω-πολιτική υποχώρηση των ΗΠΑ έναντι της Κίνας και της Ρωσίας, αφήνοντας γεω-στρατηγικά κενά εκμετάλλευσης στη Τουρκία με την «υπόσχεση» προς ΗΠΑ-ΝΑΤΟ ότι ο νέος περιφερειακός ιμπεριαλισμός της θα λειτουργεί ανασχετικά προς τη Ρωσία αλλά και, ως ένα βαθμό, τη Κίνα μέσω της συμμαχίας με το Πακιστάν, τη Μαλαισία και μεγάλη μερίδα των Σουνιτών της Μέσης Ανατολής και Κεντρικής Ασίας, όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα (για να μην αναφερθούμε στους Τουρκόφωνους Ουϊγκούρ της Κίνας). Να τονιστεί, ακόμη, ότι περαιτέρω έμπρακτη απόσυρση των ΗΠΑ από την άμεση διαχείριση κρίσεων σε Ανατολική Μεσόγειο, Βαλκάνια και Μέση Ανατολή θα φέρει την Ελλάδα – και άλλες δυνάμεις του ΝΑΤΟ και της περιοχής – αντιμέτωπες με το εξής δίλημμα: ή ν’ αποδεχτούν τη διαχείριση των κρίσεων από το Τουρκικό κράτος και, άρα, να δεχτούν ακόμα και νέα γεωγραφική εξάπλωσή του σε αέρα, ξηρά και θάλασσα. Ή να εμπλακούν σε (σύντομη;) πολεμική αναμέτρηση με στόχο την – προσωρινή – αναχαίτιση του Τουρκικού ιμπεριαλισμού. Αυτό το δίλημμα είναι σήμερα παρόν σε πολλά κράτη, όπως στη Γαλλία και στην Αίγυπτος, ακόμα και στην Ελλάδα. Οι ΗΠΑ δεν θάχουν κανένα πρόβλημα με την έκβαση αυτής της αναμέτρησης, αν και συστήνουν «συγκράτηση». Απλά, θα συνδιαλλαγούν και θα συνταχθούν μ’ όποιον επικρατήσει – κλασσική Θουκιδίδεια πρακτική. Σ’ αυτές τις εξελίξεις εδράζεται το δεύτερο χαρακτηριστικό του Τουρκικού ιμπεριαλισμού, που είναι η εξαγωγή ισχύος, δηλ. η δέσμευση προβολής ισχύος στη πράξη έξω απ’ τα διεθνώς αναγνωρισμένα πολιτικά σύνορα της χώρας. Η Τουρκία του Ερντογάν, μιμούμενη τη Ναζιστική σκέψη και πρακτική, έκανε και κάνει πάντα λόγο για γεω-πολιτικά σύνορα και ζωτικό χώρο ασφαλείας. Αυτά δεν συμπίπτουν με τα πολιτικά σύνορα, πάνε όμως πολύ πέρα απ’ αυτά.
γ) Ένας τρίτος λόγος, που δεν χρειάζεται μεγάλη επεξήγηση, είναι η γεωγραφία της χώρας – καλύπτει Βαλκάνια, Μαύρη Θάλασσα, Καύκασο, Μέση Ανατολή – και η μεγάλη πληθυσμιακή της ανάπτυξη. Το 1919 ο Τουρκικός πληθυσμός ήταν περίπου 12 εκ. και, αθροιστικά, οι πληθυσμοί όλων των νέων Βαλκανικών κρατών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας (6 εκ.), ήταν σχεδόν τριπλάσιος της Τουρκίας, περίπου 32 εκ. Σήμερα, το σύνολο των Βαλκανικών λαών αριθμεί περίπου 70 εκ. με πτωτικό το ποσοστό γεννήσεων. Η Τουρκία, τουναντίον, έχει 83 εκ. με ανοδικό ποσοστό γεννήσεων και εξαιρετικά νεανικό πληθυσμό. Υπολογίζεται ότι το 2050 η Τουρκία θα έχει γύρω στα 100 εκ. και με καλπάζοντα νεανικό και οικονομικά ενεργό πληθυσμό. Οι τάσεις σε Ελλάδα, Βαλκάνια και Ευρώπη είναι ακριβώς αντίθετες.
Μια πιο πρόσφατη εξέλιξη που ισχυροποιεί της θέση της Τουρκίας στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο έναντι της Ρωσίας – αλλά και των Ελληνικών συμφερόντων – είναι η νέα αμυντική συμφωνία του Ερντογάν με τον Ουκρανό Πρόεδρο Βολοντομίρ Ζελένσκυ, μία συμφωνία που εμπερικλείει εμπορικές ανταλλαγές πολεμικού υλικού και τεχνολογίας προς όφελος και των δύο χωρών. Να σημειωθεί ότι στη Κριμαία ζουν 250,000 Τάταροι που ταυτίζονται πολιτισμικά και γλωσσικά με τους Τούρκους. Ακόμα, η Ρωσία δεν θα κάνει πόλεμο με τη Τουρκία για την Αρμενία, όσο κι αν η Τουρκία είναι αυτή που υποκινεί τη συνέχιση του πολέμου στη περιοχή. Αυτό που επιζητεί η Ρωσία είναι να τελειώσει τον πόλεμο γρήγορα και να επιβάλλει μία λύση υπέρ του Αζερμπαϊτζάν ώστε να μην ωφεληθεί υπέρμετρα η Τουρκία. Οι ΗΠΑ, μ’ άλλα λόγια, εξακολουθούν – παρόλα όσα της έκανε η Τουρκία με τους S-400 και σε άλλα θέματα – να βλέπουν τη Τουρκία ως το βασικό εξισορροπιστή της Ρωσικής ισχύος, από τη Βοσνία και το Κοσσυφοπέδιο μέχρι τη Κεντρική Ασία, τη Συρία, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Βόρεια Αφρική. Ακόμα, όσο περισσότερο ο νεο-Οθωμανικός λόγος του Ερντογάν κερδίζει συναινέσεις και πιστούς και στρατολογεί τζιχαντιστές μισθοφόρους, τόσο πιο υπολογίσιμος γίνεται απ’ τις ΗΠΑ, διότι οι ΗΠΑ και η Δύση γενικότερα γνωρίζουν ότι αυτές οι φανατικές δυνάμεις δεσμεύονται έμπρακτα σε πολεμικές επιχειρήσεις και είναι διαθέσιμες ανά πάσα στιγμή να ενεργήσουν τόσο ενάντια στη Ρωσική επέκταση όσο και ενάντια – ας μην φανεί παράξενο – στα όποια αντι-Αμερικανικά μελλοντικά σχέδια της Γαλλίας, της Γερμανίας και, ακόμα, της Κίνας, όπου ζουν 40 εκατομμύρια Τουρκόφωνοι Ουιγκούρ. Βλέπουμε, έτσι, ότι η Τουρκία είναι πρόθυμη, με έξυπνο τρόπο, να δουλεύει για λογαριασμό των ΗΠΑ στα θέατρα της Συρίας, της Λιβύης, του Καυκάσου και της Μαύρης Θάλασσας, χωρίς να υπονομεύει τα εθνικά της συμφέροντα, τουναντίον μάλιστα, καταφέρνει να τα ισχυροποιεί όλο και περισσότερο μέσω μιας πολυδιάστατης ιμπεριαλιστικής πολιτικής, η οποία δεν διστάζει να δεσμευτεί και στα πεδία των μαχών καταγράφοντας θύματα. Αυτό είναι κάτι που η Δύση δεν μπορεί πλέον να κάνει και, με μία έννοια, έτσι «έχασε» η Γαλλία τη Λιβύη: ενώ πρωτοστάτησε στους βομβαρδισμούς ενάντια στο καθεστώς Καντάφι, στη συνέχεια ούτε αυτή, ούτε η Ιταλία δεσμεύτηκαν στρατιωτικά σε χερσαίες επιχειρήσεις για να βάλουν τάξη στην αναρχία που ακολούθησε. Ο Ερντογάν, ωστόσο, εκμεταλλεύτηκε το άνοιγμα που του παρουσιάστηκε και έσπευσε να καλύψει το κενό με τα γνωστά επακόλουθα (ένταση με Γαλλία, χάραξη παράνομης ΑΟΖ με Λιβύη προκαλώντας τα Ελληνικά συμφέροντα κλπ.).
Η βασική αντίφαση του νεο-Οθωμανισμού και η σύζευξη Κεμαλισμού και Ισλάμ
Ο Ερντογάν διατύπωσε με ακρίβεια κάτι που ωρίμαζε στην Τουρκική κοινωνία και πολιτική απ’ την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ τη δεκαετία του 1980: μία ηγεμονική νεο-Οθωμανική αφήγηση που συγκινεί τους Μουσουλμάνους όλου του πρώην Οθωμανικού χώρου και πέρα απ’ αυτόν, κατηγορώντας πολλάκις τη Δύση για ρατσισμό και ιμπεριαλισμό, κάτι που είναι μεν ορθό, αλλά είναι συνάμα και απόλυτα υποκριτικό. Αυτό για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος είναι ότι ο Ερντογάν – όπως και ο Κεμάλ Ατατούρκ το 1920 όταν έκανε τη προσέγγιση με τους μπολσεβίκους – δεν έχει ουδεμία σχέση με το σοσιαλισμό και την εργατική τάξη, εφόσον η οικονομική πολιτική που χάραξε στη Τουρκία ήταν και είναι άκρως νεο-φιλελεύθερη, συνοδευόμενη από ισχυρή δόση κρατικού αυταρχισμού, λιτότητας και δραστικού περιορισμού των αστικών ελευθεριών, εν πολλοίς, εμπέδωσε μία μορφή κράτους εκτάκτου ανάγκης, ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του το 2016. Ο δεύτερος λόγος είναι περισσότερο προφανές: η ηγετική μερίδα του Ερντογάν είναι άκρως ρατσιστική – σε αντι-χριστιανική βάση – και, βεβαίως, ιμπεριαλιστική. Το πρόταγμα του Φετουλάχ Γκιουλέν για πολυ-θρησκευτικότητα και ανοχή δεν είχε ελπίδα ηγεμονίας στο Σουνίτικο μονολιθικό Ισλάμ του διευρυμένου Τουρκικού γεω-πολιτικού συνόρου, άρα έπρεπε να διαπομπευθεί και να καταστραφεί. Εδώ η θρησκεία λειτουργεί πράγματι ως «όπιο», προσπαθώντας να συγκαλύψει τη πραγματική αντίφαση στη Τουρκία, που είναι η κοινωνική-πολιτική αντίφαση μεταξύ ενός λαού-υποκειμένου άγριας λιτότητας και κρατικής καταστολής και ενός νεο-Οθωμανικού συνασπισμού εξουσίας που εργαλειοποιεί το Ισλάμ, τον εθνικισμό και το προσφυγικό ως μέσα απόκτησης κοινωνικής-εθνικής συσπείρωσης και συναίνεσης για τη συνέχιση της νεο-φιλελεύθερης λιτότητας στο εσωτερικό της χώρας. Η σύζευξη μεταξύ Ισλαμικού εθνικισμού και Κεμαλισμού που πέτυχε ο νεο-Οθωμανισμός του Ερντογάν είναι εκπληκτικής σημασίας και έχει βαθιές ιστορικές ρίζες στο «βαθύ κράτος» της Τουρκίας. Ο κυβερνών δικομματισμός στη Τουρκία είναι η ενσωμάτωση – μέσα στο κράτος και στους στρατιωτικούς του μηχανισμούς – μεταξύ Κεμαλικού εθνικισμού και Ισλαμικού εθνικισμού. Είναι λάθος να υποστηρίζεται ότι η βασική αντίφαση στη Τουρκία σήμερα είναι αυτή μεταξύ «κοσμικών» Κεμαλιστών και Ισλαμιστών. Αυτό δεν ισχύει σε καμία περίπτωση.
Ο Ελληνικός χώρος και οι τέσσερις προγραμματικοί άξονες
Σημαίνουν μήπως τα παραπάνω ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα γεω-πολιτικό πλεονέκτημα με βάση την αντίληψη των ΗΠΑ περί πρωτοκαθεδρίας της Τουρκίας στην Εγγύς Ανατολή; Όχι βέβαια. Ο Ελληνικός πολιτικός-πολιτισμικός χώρος είναι ισοδύναμος, αν όχι ανώτερος ποιοτικά, του Τουρκικού, αν συμπεριληφθούν αέρας, θάλασσα και Κύπρος, σύμφωνα πάντα με βάση το (αστικό) διεθνές δίκαιο και τις πολιτισμικές επιρροές, κι όχι σύμφωνα με γεω-πολιτικές αντιλήψεις περί συνόρων, δηλ. ιμπεριαλιστικές αντιλήψεις που, εν πολλοίς, έχουν τις θεωρητικές τους καταβολές στη Γερμανική σκέψη και πράξη. Ωστόσο, οι άρχουσες μετεμφυλιακές ελίτ της Ελλάδας, κατεξοχήν μεταπρατικές-κομπραδόρικες και με αρχής γενομένης της Κύπρου, έχουν ιστορικά απεμπολήσει αυτή την αστικο-δημοκρατική δυνατότητα της χώρας και αποφεύγουν διεκδικήσεις με βάση το διεθνές δίκαιο. Έτσι, υπάγονται γεω-στρατηγικά στο σύστημα του Τουρκικού περιφερειακού ιμπεριαλισμού, επικυρώνοντας τις αρχικές συστάσεις στρατηγικών μελετών των ΗΠΑ απ’ το 1947-8 και δώθε (οι μοναδικές ίσως εξαιρέσεις που μπορούν να καταγραφούν εδώ είναι οι περιπτώσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, της ΕΔΑ του Ηλία Ηλιού και του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου). Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι, ελλείψει πίεσης εκ μέρους των ενδοτικών αστικών ελίτ της χώρας, ουδεμία αλλαγή πρόκειται να επέλθει στην Αμερικανική εξωτερική πολιτική σ’ αυτό το θέμα με το νέο Δημοκρατικό Πρόεδρο, εφόσον η πολιτική-πολιτισμική (υπερ)αξία της χώρας θα παραμείνει υποδεέστερη αυτής της Τουρκίας, έτσι όπως ακριβώς συνέβαινε κατά το Ψυχρό Πόλεμο. Κι αυτό, το τονίζω, με την ανοχή και συνεργασία των ενδοτικών αστικών ελίτ της χώρας – οικονομικών και πολιτικών.
Αν αυτή είναι πράγματι η κατάσταση, υπάρχει χώρος για μια ριζοσπαστική, φιλο-λαϊκή εξωτερική πολιτική ειρήνης μεταξύ των λαών της Ανατολικής Μεσογείου από τη στιγμή που ο κυβερνών δικομματισμός στην Ελλάδα λειτουργεί μέσα στα πλαίσια της ενδοτικότητας, της υποτέλειας και της εξάρτησης, ενώ ο Τουρκικός διέπεται από την εθνικιστική-ιμπεριαλιστική σύζευξη Ισλαμισμού/Κεμαλισμού; Η απάντηση είναι θετική και πηγάζει, εν μέρει, απ’ την ανάλυση που προηγήθηκε. Διακρίνω τέσσερις θεμελιακούς άξονες πρακτικής πολιτικής για τη ριζοσπαστική Αριστερά της χώρας, άξονες οι οποίοι θα πρέπει να εκλάβουν προγραμματικό χαρακτήρα και δέσμευση προς τον λαό μας.
Ο πρώτος είναι η δημιουργία σθεναρών και ακλόνητων σχέσεων αλληλο-υποστήριξης με το δημοκρατικό λαό και παρατάξεις της Τουρκίας, ειδικά με τις Κουρδικές δημοκρατικές δυνάμεις, με στόχο, σε πρώτη φάση, τη πτώση του καθεστώτος Ερντογάν και την ανάδειξη του Κουρδικού κινήματος και της εργατικής τάξης ως βασικών λαϊκών υποκειμένων για τη χάραξη μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας στη Τουρκία. Αυτή η πολιτική πρέπει να ζυμωθεί στο ακέραιο και στις Δυτικές κοινωνίες. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ριζοσπαστική Αριστερά δεν θα πρέπει ν’ αποποιηθεί συμμαχίες με μερίδες ξένου κεφαλαίου που βλέπουν θετικά στη προοπτική (αστικού) εκδημοκρατισμού της Τουρκίας. Κοντολογίς, οι αντιφάσεις μέσα στο ΝΑΤΟ – π.χ. η θέση της Γαλλίας – θα πρέπει να τύχουν τακτικής εκμετάλλευσης στο έπακρο. Αντ’ αυτού, όμως, οι ενδοτικές ελίτ του κυβερνώντος δικομματισμού συνεχίζουν να συνωστίζονται μόνο με τις ΗΠΑ – εναργέστερο παράδειγμα η πιο πρόσφατη συμφωνία για αγορά αμφιλεγόμενων Αμερικανικών φρεγατών και, ακόμα, η κατοχύρωση της Ρωσίας ως σημαντικού διπλωματικού συνομιλητή.
Ο δεύτερος είναι η σφοδρή πίεση που πρέπει να ασκηθεί προς τον κυβερνών δικομματισμό για άσκηση του μονομερούς δικαιώματος της Ελλάδας χάραξης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12νμ. Αυτό είναι απαράγραπτο δικαίωμα της χώρας με βάση το διεθνές δίκαιο και πρέπει να χαρακτηριστεί ως το πρώτο δίκαιο χτύπημα στο Τουρκικό ιμπεριαλισμό. Το επιχείρημα εδώ είναι ότι αυτό αποτελεί αιτία πολέμου, διότι αυτό ψήφισε το Τουρκικό κοινοβούλιο πολύ πριν τον Ερντογάν. Αυτό το επιχείρημα είναι λάθος. Η Τουρκία είναι ήδη εμπόλεμο κράτος και έχει ελάχιστες άλλες επιλογές, ειδικά στα νότια και ανατολικά της σύνορα, απ’ το να κάνει πόλεμο. Στα δυτικά και νότια σύνορά της η μόνη της επιλογή παραμένει η έκδοση παράνομων NAVTEX και υπερπτήσεων σε Αιγαίο και Κύπρο με στόχο τη δημιουργία τετελεσμένων. Με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία θέλει μόνο να προκαλέσει ολιγομερές επεισόδιο, ανεξάρτητα απ’ τον αν ο ενδοτισμός του Ελληνικού δικομματισμού θα συνεχιστεί. Η ανεκτικότητα και υποχωρητικότητα του κυβερνώντος δικομματισμού μεταθέτουν αυτό το επεισόδιο στο μέλλον, δεν το αναιρούν, κάτι που έχει να κάνει και με τις επαγγελματικές καριέρες της πολιτικής τάξης της χώρας, φοβούμενοι να πάρουν οποιοδήποτε ρίσκο, ακόμα και ελεγχόμενο. Ένα θερμό επεισόδιο με τη Τουρκία είναι αναπόφευκτο και θάχει καταστροφικά αποτελέσματα για τον Ελληνικό λαό όσο συνεχίσει να υφίσταται ο ενδοτισμός ως δόγμα αποφυγής πολεμικής εμπλοκής, με αποτέλεσμα να γίνονται όλο και μεγαλύτερες υποχωρήσεις σε θάλασσα, θαλάσσιο υπέδαφος και αέρα. Αυτό το βήμα χάραξης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 νμ, να τονιστεί, πρέπει να συνοδεύεται από ενέργειες και ζυμώσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς για μια τεράστια παλλαϊκή κινητοποίηση, κεντροθετώντας τον Ελληνικό λαό ως το συλλογικό Συνταγματικό πατριώτη και υποκείμενο-εφαρμοστή των εθνικών-λαϊκών δικαίων. Ταυτόχρονα, όσο περισσότεροι προοδευτικοί-λαϊκοί φορείς της Τουρκίας, της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής επικυρώσουν αυτή τη πολιτική γραμμή, τόσο το καλύτερο για την υπόθεση της ειρήνης και του σοσιαλισμού στη περιοχή.
Ο τρίτος άξονας πηγάζει απ’ την αμφίσημη και υποτελή θέση της χώρας στην Ευρω-ζώνη και το ΝΑΤΟ. Εδώ, η ριζοσπαστική Αριστερά θα πρέπει να κινηθεί, με στήριξη του λαού, προς τη κατεύθυνση της διαλεκτικής απεξάρτησης απ’ την οικονομική-αμυντική υποτέλεια και το καθεστώς της διαρκούς λιτότητας που επέβαλλαν τα μνημόνια. Ουδέποτε η χώρα θα μπορέσει ν’ αντισταθεί στις Τουρκικές επεκτατικές πιέσεις αν δεν λυθεί αυτό το καίριο ζήτημα. Οι οποιεσδήποτε «Ελληνικές» αποφάσεις για οποιοδήποτε καίριο εθνικό-λαϊκό και ταξικό ζήτημα θα είναι μεσευμένες και φαλκιδευμένες απ’ τις Δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που, όπως είδαμε, θεωρούν τη Τουρκία πιο σημαντική γεω-στρατηγικά απ’ την Ελλάδα και χωρίς να ενδιαφέρονται για το ποιος θα κερδίσει σ’ ένα θερμό επεισόδιο: έτσι, οι (μεσευμένες) αυτές αποφάσεις θα εξυπηρετούν πρώτιστα τα συμφέροντα της Τουρκίας και της Δύσης, και έπειτα, αν υπάρχει «χώρος», τα συμφέροντα του Ελληνικού λαού. Αυτό είναι το βαθύ νόημα της Δύσης και του Ερντογανισμού για «διπλωματική λύση» στην Ανατολική Μεσόγειο και αυτό το νόημα έχουν οι διμερείς συναντήσεις που γίνονται εδώ και καιρό με τη μεσολάβηση της Γερμανίας. Αν δεν υπάρξει σοσιαλιστική λύση στο θέμα η οποία θα φρενάρει, σε πρώτη φάση, και θα ανατρέπει, σε επόμενη, το Τουρκικό επεκτατισμό, τότε αυτή η «διπλωματική λύση» θα νομιμοποιεί τα Τουρκικά τετελεσμένα και θα ανοίγει το δρόμο για νέες αμφισβητήσεις της Ελληνικής λαϊκής κυριαρχίας στο άμεσο μέλλον. Αυτό δείχνει η στάση της Τουρκίας τουλάχιστον από τις διεκδικήσεις της για το μοίρασμα του νησιωτικού συμπλέγματος της Δωδεκανήσου απ’ το 1942 έως το 1946. Να τονίσω ότι – κάτι που παραμένει άγνωστο και, ακόμα, άβολο για τη ριζοσπαστική Αριστερά ν’ αποδεχτεί – το Καστελόριζο και η Μεγίστη παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα κυρίως λόγω της επιμονής των ΗΠΑ, η οποία απέρριψε σθεναρά τις Τουρκικές διεκδικήσεις, κι όχι της Μεγάλης Βρετανίας ή λόγω αδιαφορίας της Ιταλίας.
Ο τέταρτος άξονας, εξίσου σημαντικός, συνδέεται ευθέως με άμεση ανατροπή του νέου τετελεσμένου στην Αμμόχωστο και τη δρομολόγηση λύσης του Κυπριακού επί τη βάσει μιας ανεξάρτητης, δι-κοινοτικής, δημοκρατικής και αδέσμευτης Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς ΝΑΤΟϊκούς στρατούς κατοχής, ειδικά του Τουρκικού στρατού κατοχής, και χωρίς νεο-ρατσιστικά δι-ζωνικά σχέδια τύπου Ανάν. Η αντι-ρατσιστική/αντι-εθνικιστική θέση της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε Ελλάδα, Κυπριακή Δημοκρατία και Τουρκία είναι μία ανεξάρτητη, δημοκρατική, δι-κοινοτική – αλλά επ’ ουδενί τρόπο δι-ζωνική – Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτά σημαίνουν και ριζική αλλαγή μεθοδολογίας αντιμετώπισης του Κυπριακού ζητήματος και ρητή ενσωμάτωσή του ως διμερές θέμα Τουρκίας-Ελλάδας. Εδώ, ο ενδοτισμός του κυβερνώντος δικομματισμού αφορά ακριβώς τον μεθοδολογικό αποκλεισμό του Κυπριακού ζητήματος από τα Ελληνο-Τουρκικά, κάτι που υπήρξε πάγιο αίτημα της Τουρκίας. Η ενσωμάτωση του Κυπριακού στην προγραμματική ατζέντα της ριζοσπαστικής Αριστεράς για τα Ελληνο-Τουρκικά θα θυμίζει συνεχώς στο κυβερνών δικομματισμό ότι ως επίσημο αστικό κράτος έχει αστικές υποχρεώσεις που δεν τηρεί: μια τέτοια υποχρέωση είναι ο Συνταγματικός του ρόλος ως εγγυήτριας δύναμης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κι ενώ το αίτημα του σοσιαλισμού πρέπει να παραμείνει η κατάργηση των παρωχημένων Συνθηκών Εγγύησης και η εφαρμογή πλήρους απο-ΝΑΤΟποίησης του νησιού, είναι καλό να θυμίζουμε ότι τα αστικά Συντάγματα τα παραβαίνουν πρώτα και κύρια οι αστικές δυνάμεις που τα υπογράφουν, όχι ο λαός. Αυτό συμβαίνει τόσο σε επίπεδο εσωτερικής, όσο και εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Μία σοσιαλιστική Ελλάδα θα τυγχάνει σεβασμού και εκτίμησης σε Δύση και Ανατολή μόνο όταν η Κυπριακή Δημοκρατία αποκτήσει αδέσμευτα δημοκρατικά χαρακτηριστικά ως κυρίαρχη-ανεξάρτητη οντότητα χωρίς ξένους στρατούς, τιμώντας την εμπνευσμένη πολιτική γραμμή του Αρχιεπίσκοπου Μακάριου και τις θυσίες του Κυπριακού λαού.
*Καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Ανατολικού Λονδίνου και αρχισυντάκτης της ακαδημαϊκής επιθεώρησης, Journal of Balkan and Near Eastern Studies (https://vassilisfouskas.co.uk)
Πηγή: Αριστερό Ρεύμα
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις3 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
