Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΑΝΑΛΥΣΗ-Τουρκία και Κυρώσεις: Οι στρατιωτικές και πολιτικοοικονομικές επιπτώσεις… και τα τρία διδάγματα για την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Οι κυρώσεις που ανακοίνωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για το θέμα των S-400 αποτελούν το πρώτο πραγματικά σκληρό πλήγμα των ΗΠΑ εναντίον της Τουρκίας. Θα έχει συνέπειες στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές. Ταυτόχρονα, σπάει το ταμπού, που εξασφάλιζε τη γνωστή ιδιότυπη ασυλία της Τουρκία εκ μέρους των Δυτικών, εξαιτίας της σημαντικής γεωστρατηγικής της θέσης. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι οι κυρώσεις αυτές μπορεί να είναι η αρχή, ή τουλάχιστον όχι οι μοναδικές. Είναι προς το παρόν άγνωστο, εάν ο απερχόμενος πρόεδρος Τραμπ έδωσε την έγκρισή του, ή υποχρεώθηκε να αποδεχθεί την κίνηση υπό την πίεση της κρατικής γραφειοκρατίας. Τέλος, διδάγματα από αυτή την υπόθεση μπορούν να εξαχθούν και από την Ελλάδα.

Γράφει ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ Β. ΜΙΧΑΣ
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA)

Στο στρατιωτικό επίπεδο, η απαγόρευση κάθε είδους εξαγωγής πολεμικού υλικού, συνεπάγεται την επίσημη –ανεπίσημα ήταν υφιστάμενη– διακοπή παροχής ανταλλακτικών για αμερικανικής προέλευσης οπλικά συστήματα. Ταυτόχρονα, εγείρει ανυπέρβλητα εμπόδια στην προσπάθεια της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας να εξάγει οπλικά συστήματα, καθώς στο σύνολό τους περιέχουν αμερικανικά υποσυστήματα. Αυτή η παράμετρος εμμέσως πλην σαφώς συνιστά κυρώσεις και οικονομικής φύσεως, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τουρκική οικονομία συνολικά.

ΣΚΛΗΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΛΗΓΜΑ

Η κίνηση των ΗΠΑ είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο τουρκικό χρηματιστήριο και στην ήδη ευάλωτη ισοτιμία της τουρκικής λίρας με το δολάριο και το ευρώ. Ενώ η απόφαση του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ήταν ένα θετικό μήνυμα και για την τουρκική οικονομία, οι αμερικανικές κυρώσεις συνιστούν πολύ βαρύτερο αρνητικό μήνυμα. Κι αυτό, επειδή η κίνηση της Ουάσιγκτον θα ενισχύσει και όσα κράτη-μέλη εντός της ΕΕ επιδιώκουν την τιμωρία της Τουρκίας.

Οι αμερικανικές κυρώσεις ακυρώνουν στην πράξη και το προσκλητήριο που απηύθυνε ο Ερντογάν προς τους διεθνείς επενδυτές να πραγματοποιήσουν παραγωγικές επενδύσεις στην Τουρκία με πολύ προνομιακούς όρους. Την ίδια στιγμή, διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης συστήνουν την Ελλάδα ανεπιφύλακτα ως επενδυτικό προορισμό.

Οι πολιτικές συνέπειες, επίσης, αναμένεται να είναι σημαντικές. Στην ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ περιέχεται σύσταση προς την Άγκυρα να επιχειρήσει την άμεση διευθέτηση του ζητήματος των S-400 σε συνομιλίες με τις ΗΠΑ. Ας σημειωθεί ότι αίτημα για τη διεξαγωγή τέτοιων συνομιλιών κατέθεταν εδώ και καιρό οι Τούρκοι, χωρίς να εισακούγονται.

Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσουμε ότι το πραγματικό μήνυμα της Ουάσιγκτον προς την Άγκυρα είναι πως οι όποιες συνομιλίες δεν μπορούν να γίνονται υπό το βάρος του τουρκικού τετελεσμένου. Εάν κάποιος θα υπαγορεύει τους όρους διεξαγωγής τους, αυτός δεν θα είναι η Τουρκία, αλλά οι Αμερικανοί. Αυτός είναι και ο στόχος των κυρώσεων.

Στο δε ειδικής βαρύτητας ζήτημα αρχής της προμήθειας κύριου οπλικού συστήματος υψηλής τεχνολογίας της ρωσικής αμυντικής βιομηχανίας από χώρα του ΝΑΤΟ, η συζήτηση δεν μπορεί να αφορά τίποτε περισσότερο από τον τρόπο απομάκρυνσής του. Όχι τους όρους διατήρησής του, όπως επεδίωκαν οι Τούρκοι.

ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

Δεδομένης της σημασίας που έχει το κύρος για ανατολίτες ηγέτες, όπως ο Ερντογάν, οι πιθανότητες ο Τούρκος πρόεδρος να λάβει το μήνυμα και να ανακρούσει πρύμναν πρέπει να θεωρούνται εξαιρετικά περιορισμένες. Θα συνιστούσε ομολογία ήττας, η οποία εκ των πραγμάτων θα αποσταθεροποιούσε το καθεστώς του. Το πλήγμα που υφίσταται η κυβέρνηση των ισλαμιστών είναι από κάθε άποψη καίριο και ουσιαστικά φέρνει τον κόμπο στο χτένι.

Η επίκληση της γεωστρατηγικής σημασίας της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ με σκοπό να διατηρηθεί το καθεστώς ασυλίας και να αποτραπεί η επιβολή κυρώσεων μπορεί να λειτούργησε αποτελεσματικά στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μπορεί να συγκινεί τη γραφειοκρατία του ΝΑΤΟ, αλλά τώρα χάνει την εμβέλειά της. Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες των πολιτικών επιλογών του.

Ενδεικτικό της αμετροέπειάς του είναι ότι έθεσε και θέμα αζερικής μειονότητας στο Ιράν, με το ποίημα που απήγγειλε κατά την παρουσία του στο Μπακού, όπου εορτάστηκαν τα επινίκια της σύρραξης στο Ναγκόρνο Καραμπάχ. Το ζήτημα αυτό είναι εξαιρετικά ευαίσθητο εξ ου και η Τεχεράνη αντέδρασε με σφοδρότητα. Το Ιράν δεν παίζει μ’ αυτό το ζήτημα, γι’ αυτό και αντιμετώπισε την πρόκληση Ερντογάν ως εχθρική ενέργεια.

Επειδή η Ουάσιγκτον γνωρίζει καλά όλα αυτά, σημαίνει ότι αποφασίζοντας να ανακοινώσει κυρώσεις, έχει λάβει υπόψη κι αυτήν την παράμετρο. Με άλλα λόγια, δεν “αγοράζει” τα έμμεσα μηνύματα του Ερντογάν ότι μπορεί να προκαλεί προβλήματα στους αντιπάλους των ΗΠΑ. Αυτό, όμως, οδηγεί τη στρατηγική της Άγκυρας σε αδιέξοδο και τον ίδιο τον Τούρκο πρόεδρο σε αντίδραση, το μέγεθος της οποίας θα φανεί τις επόμενες ημέρες.

Στην πιο ακραία εκδοχή η τουρκική αντίδραση θα μπορούσε θεωρητικά να είναι αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Οι πιθανότητες να συμβεί αυτό θεωρούνται ακόμα και τώρα αμελητέες, καθώς οι ανακατατάξεις που θα προέκυπταν θα ήταν τεράστιες. Ο Ερντογάν έχει συνείδηση πως η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ του παρέχει μία κάποια προστασία, ειδικά σε μία περίοδο που η τουρκική οικονομία δοκιμάζεται. Οι θεωρητικά εναλλακτικές λύσεις στήριξης από τη Ρωσία και την Κίνα δεν προσφέρονται χωρίς σοβαρό κόστος.

Σε περίπτωση κλιμάκωσης, θα ήταν σφόδρα πιθανή η άμεση απομάκρυνση των πυρηνικών βομβών που φιλοξενούνται στην τουρκική αεροπορική βάση του Ιντσιρλίκ. Παράλληλα, θα μπορούσε να ξεκινήσει διαδικασία μετεγκατάστασης της βάσης, με τις εναλλακτικές να συμπεριλαμβάνουν τη βάση του Ακρωτηρίου στην Κύπρο και τη Σούδα στην Κρήτη.

ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Όσον αφορά στα διδάγματα που πρέπει να εξάγει η Ελλάδα από αυτή την εξέλιξη, το πρώτο και πλέον σημαντικό είναι η ανάγκη διατήρησης δυο πηγών προμήθειας κυρίων οπλικών συστημάτων. Στην ελληνική περίπτωση χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Πολεμική Αεροπορία, με το μείγμα αμερικανικών μαχητικών F-16 και γαλλικών Mirage και Rafale. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Τουρκία εδώ και αρκετό διάστημα με τη διατήρηση του αεροπορικού της στόλου σε επιχειρησιακή ετοιμότητα, είναι εξόχως διδακτικό.

Ένα δεύτερο δίδαγμα είναι η αποφυγή οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης υπό το βάρος τετελεσμένου. Αυτή είναι μια κατάσταση που η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει κατά κόρον στο ελληνοτουρκικό μέτωπο τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι θέση αρχής, την οποία οφείλει να μην παραβιάσει κάθε ελληνική κυβέρνηση, ότι δεν διαπραγματεύεσαι υπό το κράτος τετελεσμένου.

Όταν εκ των προτέρων γνωρίζεις ότι ο συνομιλητής σου επιθυμεί διάλογο για να νομιμοποιήσει σε βάρος σου τετελεσμένα, ακόμα και το να καθίσεις στο τραπέζι, έχεις κάνει την πρώτη κρίσιμη υποχώρηση. Εάν αυτό ισχύει στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις για τους S-400, ισχύει πολλαπλάσια όταν ο συνομιλητής σου επιδιώκει να νομιμοποιήσει τετελεσμένα σε βάρος της εθνικής σου κυριαρχίας και των κυριαρχικών σου δικαιωμάτων.

Το τρίτο δίδαγμα που πρέπει να εξάγει η ελληνική πλευρά είναι εξίσου σημαντικό. Οι διμερείς σχέσεις δεν μπορούν να προστατευθούν και η ειρήνη δεν διασφαλίζεται με συνεχείς υποχωρήσεις. Τουλάχιστον στην περίπτωση της Τουρκίας, η οποία δοκιμάζει διαρκώς τα όρια, επιχειρώντας να πετύχει κάθε φορά έστω οριακή μετατόπισή τους με τρόπο που να της αποφέρει πρακτικά κέρδη στο ελληνοτουρκικό μέτωπο. Κάθε βήμα πίσω φέρνει την Ελλάδα σε δυσμενέστερη θέση κι όχι επειδή το διεθνές περιβάλλον θα είναι απαραιτήτως πιο δυσμενές για την ελληνική πλευρά.

defencepoint.gr

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις16 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις31 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή