Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η γεωπολιτική των κυρώσεων της Δύσης εναντίον της Τουρκίας

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Χρήστος Γκουγκουρέλας

Τούτες τις μέρες ο Κόσμος ολάκερος μοιάζει να ασχολείται με την Τουρκία του Erdogan. Με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ έθεσαν κάποιας μορφής κυρώσεις στην Τουρκία, για την αγορά του πυραυλικού συστήματος S-400 από τη Ρωσία, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο. Το θυμικό του ‘‘μέσου Έλληνα’’, που περίμενε αν όχι η ΕΕ να ‘‘γονατίσει τον Σουλτάνο’’ μπροστά της, τουλάχιστον να επιβάλει στη χώρα του σκληρούς περιορισμούς, δεν ικανοποιήθηκε. Έτσι, για ακόμη μια φορά, η Ευρώπη χαρακτηρίζεται στα μέρη μας ως ‘‘αναιμική’’, ‘‘αναβλητική’’, ‘‘διχασμένη’’, ‘‘αναποφάσιστη’’ και πάντως ως ‘‘νίπτουσα τας χείρας’’, καθοδηγούμενη από τα στενώς εννοούμενα συμφέροντα και τις διεθνείς σχέσεις ορισμένων κρατών– μελών (κ-μ) της με την Τουρκία.

Είναι, όμως, όλα τα παραπάνω, προϊόν ορθολογικής ανάλυσης, πολυπρισματικής εποπτείας και κριτικής αντιμετώπισης της γεωπολιτικής και γεωοικονομικής κατάστασης στην Ανατολική Μεσόγειο ή απλά ‘‘έκρηξη’’ ενός λαϊκού συναισθηματισμού και έκφραση του γνωστού ‘‘blame game’’ κατά της Ευρώπης, όταν η χώρα βρίσκεται στα δύσκολα ή όταν η ίδια η ΕΕ δεν συμπλέει απολύτως και απαρεγκλίτως με τα εθνικά μας desiderata;

Καταρχάς, για να αποκτήσει κάποιος στέρεο υπόβαθρο κρίσης θα πρέπει να εισέλθει στην πολυδιαστασιακή μορφολογία του γεωπολιτικού status της περιοχής και να αποτυπώσει τις ζώνες των ζητημάτων και τα μέτωπα που έχουν διαμορφωθεί επ’ αυτών. Στην Ανατ. Μεσόγειο, λοιπόν, εκτυλίσσεται ένα τριζωνικό παίγνιο, στο οποίο ενεργούν και αλληλεπιδρούν τοπικοί, περιφερειακοί και παγκόσμιοι ‘‘παίκτες’’: 1) Η διαμάχη Ελλάδας-Τουρκίας σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες επιρροής τους στο Αιγαίο και τη Λεκάνη της Λεβαντίνης, 2) Το Κυπριακό Ζήτημα, στο οποίο εμπλέκονται αναγκαστικά οι Έλληνες με τους Τούρκους και 3) Η ενδο-λυβική σύγκρουση, στην οποία συμμετέχει ενεργά η Τουρκία, στο πλευρό του Σάρατζ, αλλά αφορά και την Ελλάδα μετά τις υπογραφείσες συμφωνίες περί ΑΟΖ ανάμεσα σε Τουρκία και Λιβύη και, αντιστοίχως, Ελλάδα και Αίγυπτο, οι οποίες επέφεραν αλληλοεπικάλυψη των θαλασσίων ζωνών των τεσσάρων κρατών.

Επομένως, στο τριζωνικό τούτο παίγνιο λαμβάνουμε μέρος και η Ελλάδα και η Τουρκία αλλά με δεδομένο ότι επί του καμβά του τίθενται παγκοσμίου βεληνεκούς θέματα, όπως η ενεργειακή ασφάλεια και αυτονόμηση της ΕΕ, το ελεύθερο εμπόριο και η προστασία των εμπορικών δρόμων και οικονομικών συναλλαγών, η γεωπολιτική ισορροπία της ΝΑ Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής, ο προς τη Δύση Ισλαμικός επεκτατισμός, ο έλεγχος των μεταναστευτικών ροών, το Συριακό, στο παίγνιο αυτό εξ’ αντικειμένου λόγο και ρόλο έχουν οι ΕΕ, το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα και τα περιβάλλοντα τη μεσογειακή λεκάνη υπόλοιπα κράτη της περιοχής.

Τα μέτωπα δε στο παίγνιο αυτό είναι ήδη ξεκάθαρα. Όσον αφορά τις γεωπολιτικές θεματικές της Ελλάδας και της Κύπρου, το ‘‘Eastmed Forum’’ περιλαμβάνει τη χώρα μας, την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ, την Παλαιστινιακή Αρχή και την Ιορδανία, ενώ ήδη αιτήθηκε συμμετοχή η Γαλλία και έχουν τον ρόλο παρατηρητή οι ΗΠΑ. Πέραν τούτων, είναι ήδη διαμορφωμένα τα τρίπτυχα ενεργειακά σχήματα Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και Ελλάδας-Αιγύπτου-Ισραήλ. Στο δε λιβυκό ζήτημα, ήδη Γαλλία, Αίγυπτος, ΗΑΕ και Ρωσία, όντας στο πλευρό του Στρατηγού Χαφτάρ, αντιμάχονται την Τουρκία και το Κατάρ που υποστηρίζουν την Κυβέρνηση Σάρατζ. 

Προκύπτει, λοιπόν, από την ανάγνωση του τριζωνικού παιγνίου και των ήδη σχηματισθέντων μετώπων του, η κεντρική γεωπολιτική παραδοχή ότι ενώ η χώρα μας έχει ενταχθεί έξυπνα σε πολυσυμμετοχικά μέτωπα και δρα ούτως ή άλλως στο ευρύτερο πλαίσιο του δυτικού γεωστρατηγισμού, η Τουρκία, μοιάζει τούτη την ώρα, αν όχι διπλωματικά και πολιτικά ‘‘αποκλεισμένη’’, τουλάχιστον ‘‘ασφυκτιούσα’’. Και αυτό έχει μέγιστη σημασία στον καθορισμό της γενικότερης στάσης του Δυτικού Κόσμου απέναντί της, μιας στάσης που ενέχει αφενός γεωπολιτικές έγνοιες και αφετέρου οικονομικούς προβληματισμούς.   

Καταρχάς, λοιπόν, αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ο ρόλος της Μεσογείου ως ‘‘θάλασσας κόμβου’’. Η Μεσόγειος ενώνει την Ευρώπη με την Αφρική και αποτελεί τη διασυνδετήρια θαλάσσια ζώνη ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο μέσω των στενών του Σουέζ. Έτσι, η έξοδος της Ρωσίας στους μεγάλους ωκεανούς πρακτικά πραγματοποιείται δια της Μεσογείου. Αυτός δε που θέλει να είναι διαπεριφερειακή δύναμη πρέπει να διαθέτει στιβαρό αποτύπωμα στον κόμβο της Μεσογείου. Στην κατάσταση που βρίσκεται η Τουρκία, όμως, με την οικονομία της κλονισμένη και με πολλές υποθέσεις ‘‘ανοιχτές’’, η επιβολή σκληρών περιορισμών εις βάρος της, ίσως όχι μόνο θα επεξέτεινε τον στρατηγικό της αποκλεισμό, αλλά πιθανώς θα τίναζε στον αέρα τις όποιες ισορροπίες στην περιοχή και ίσως μετέτρεπε το Μεταναστευτικό σε ‘‘χειροπιαστό Ευρωπαϊκό Εφιάλτη’’.

Δεν είναι, ωστόσο, μόνο η ΕΕ, είναι και το ΝΑΤΟ στη μέση. Καθώς η Μεσόγειος συνδέει τη Μαύρη θάλασσα με τους ωκεανούς, η Τουρκία είναι χώρα- θεματοφύλακας και ελεγκτής της ρωσικής καθόδου-εξόδου στον εκτεταμένο υδάτινο ορίζοντα του Πλανήτη, επί του οποίου εκτελούνται οι μεταφορές και η παγκόσμια οικονομική διάδραση. Η Δύση, συνεπώς, θέλει την Τουρκία ‘‘όρθια’’. Αν την ‘‘χάσει’’ ολοσχερώς, η Τουρκία είτε μπορεί να κινηθεί κατ’ ανεξέλεγκτο και πολύ πιο επικίνδυνο τρόπο στη διασύνδεση της με το ριζοσπαστικό Ισλάμ, είτε μπορεί να συμμαχήσει πρόδηλα και χωρίς την παρούσα περίπλοκη φαινομενικότητα, με την Ρωσία. Ήδη βρήκε μαζί της ένα modus vivendi στο Συριακό (είναι η λεγόμενη ‘‘Astana process’’), έλυσε από κοινού με τους Ρώσους την ανάφλεξη στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και ίσως ψάξει τη φόρμουλα αμοιβαία επωφελούς συνδιαχείρισης της Λιβυκής εμφύλιας σύρραξης. Από την άλλη, ήδη από το 2015 η Τουρκία είναι μέρος της κινέζικης πρωτοβουλίας του ‘‘Δρόμου του Μεταξιού’’, και μετά την εγκατάλειψή της από τη ‘‘Δυτική Συμμαχία’’ θα μπορούσε, θεωρητικά, να γίνει έρμαιο και μοχλός των κινεζικών γεωπολιτικών ορέξεων.

Η οικονομία, από την άλλη, δεν είναι ένα καθόλου αμελητέο πεδίο. Είναι γνωστή η έκθεση των τραπεζών πολλών χωρών της Δύσης στο τουρκικό χρέος. Την ‘‘πρωτοκαθεδρία’’ σε τούτη την όχι και τόσο ευχάριστη θέση κατέχουν οι ισπανικές τράπεζες με διακράτηση 62 δισ. δολαρίων τουρκικού ομολογιακού χρέους, ενώ η συνολική έκθεση του δυτικού τραπεζικού τομέα είναι 122,7 δισ. δολάρια. Οι συνέπειες, λοιπόν, μιας πιθανής κατάρρευσης της Τουρκίας, που προφανώς οι κυρώσεις σε τούτο το χρονικό σημείο θα επέσπευδαν ουσιαστικά, ήταν και είναι πολύ σοβαρές για τη Δύση και προφανώς ελήφθησαν αρκούντως υπόψη ως προς τη διαμόρφωση της στάσης της απέναντι στη χώρα του Erdogan.

Πως εξηγείται, όμως, από την άλλη πλευρά, η συμπεριφορά της ΕΕ στο θέμα των κυρώσεων; Νομίζω ότι δύο βασικές επισημάνσεις, εν προκειμένω, προσφέρουν θεωρητική τεκμηρίωση στη στάση της. Η πρώτη είναι τεχνικού-δομικού χαρακτήρα και η άλλη έχει να κάνει με έναν ουσιαστικό λόγο.

Κατά πρώτον, λοιπόν, η διαδικαστική νόρμα με την οποία, παγίως πλέον, η ΕΕ διεκπεραιώνει την ουσιαστική λειτουργία της είναι αυτό που καλείται ‘‘διαπραγματευτικός διακυβερνητισμός’’ (negotiating intergovernmentalism). Η τελική στάση της ΕΕ, ιδιαιτέρως σε κρίσιμα ζητήματα, συνιστά τη συνισταμένη πολλές φορές αποκλινουσών, ετερογενών, ακόμη και αντιθετικών ή σφόδρα συγκρουσιακών συνιστωσών, δηλαδή διαφορετικών, ίσως και αλληλοαναιρούμενων απόψεων, στόχων και προγραμμάτων των κ-μ. Γι’ αυτό ακριβώς, ούτε εξ’ αρχής υφίσταται ως ‘‘ατόφια πολιτική συνταγή’’, ούτε είναι prima facie δεδομένη. Αντιθέτως, στο τραπέζι του ευρω-διαλόγου τίθενται όλες οι συνιστώσες ή δέσμες συνιστωσών, αναμοχλεύονται και αλληλεπιδρούν ανταλλάσσοντας τα ιδεολογικο-πολιτικά τους φορτία και η τελική ενωσιακή τοποθέτηση προκύπτει, μέσω της διαπραγματευτικής ζύμωσης, συνήθως ως συμβιβασμός ή συμπεριληπτικό συμπέρασμα. Αυτό ακριβώς συνέβη και στην περίπτωση των τουρκικών κυρώσεων.

Ο δεύτερος λόγος, ο ουσιαστικός, αφορά τη νομικο-πολιτική ratio των κυρώσεων. Προφανώς, κυρώσεις επιβάλλονται όταν με τη συμπεριφορά του παραβατικού κράτους επιβεβαιώνεται η ακύρωση, η κατάργηση, η καταστρατήγηση, έστω ο ‘‘μη σεβασμός’’ του ήδη τεθέντος, άρα υπαρκτού και εφαρμόσιμου, πλαισίου διεθνούς νομιμότητας. Δεδομένου, λοιπόν, ότι το διεθνές δίκαιο ορίζει για τον συγκαθορισμό των θαλασσίων ζωνών (υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ) μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αρχικώς ‘‘διαπραγματεύσεις’’ και εν συνεχεία συνιοριοθέτηση, είτε αυτοβούλως, είτε ‘‘μέσω Χάγης’’, δεδομένου, επίσης, ότι δεν έχουμε προβεί με τους Τούρκους σε καμία συνοριοθέτηση για το οτιδήποτε, συνυπολογιζομένου του γεγονότος ότι το τουρκο-λυβικό σύμφωνο είναι για εμάς ‘‘res inter alios acta’’ (όπως το ίδιο ισχυρίζονται οι Τούρκοι ότι είναι γι’ αυτούς η ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία περί ΑΟΖ), ποιο είναι, άραγε, εν προκειμένω το διεθνές πλαίσιο νομιμότητας, η παραβίαση του οποίου θα επέφερε κυρώσεις κατά της Τουρκίας;

Είναι, λοιπόν, απολύτως κρίσιμο, απολύτως σημαντικό, να θυμόμαστε ότι η επιβολή κυρώσεων από την ΕΕ αποκτά διεθνοπολιτική βαρύτητα πολύ περισσότερο στην περίπτωση που παραβιάζονται διακεκηρυγμένα και πρακτικώς διαμορφωθέντα κυριαρχικά δικαιώματα κ-μ (όπως είναι αυτά επί της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ) παρά σ’ αυτήν που αμφισβητούνται, έστω και εν τοις πράγμασιν, εν δυνάμει κυριαρχικά δικαιώματα ευρωπαϊκών κρατών επί των θαλασσίων ζωνών τους. Έτσι, η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας υπήρξε, και μάλλον όχι άστοχα, η πυξίδα της ευρωπαϊκής στάσης και στην παρούσα κατάσταση.

Από τα παραπάνω, συνεπώς, μάλλον συνάγεται η διαπίστωση ότι η Δύση φαίνεται να επιλέγει απέναντι στην Τουρκία, έστω και αποσπασματικά ή αυθόρμητα, έστω δηλ. χωρίς τη συνυιοθέτηση ενός προσυνεννοημένου σχεδίου δράσης απέναντί της, την τακτική του ‘‘καρότου και μαστιγίου’’ και δη τόσο στην ‘‘ενδο-οργανική’’, όσο και στην ‘‘υπερ-οργανική’’ δομή της. Έτσι, στην ‘‘ενδο-οργανική’’ βαθμίδα της ΕΕ, αφενός η Γερμανία διαδραματίζει τον ρόλο του ‘‘διαμεσολαβητή’’ (mediator) και του εξισορροπιστή που προβάλλει τη χρεία των συμβιβαστικών προσεγγίσεων, ενώ η Γαλλία, προφανώς εκκινούμενη από τον δικό της στρατηγικό συμφεροντολογισμό, εμφανίζεται πιο σκληρή, διπλωματικά άτεγκτη, στρατιωτικά πρόθυμη και άμεσα αντιπαραθετική. Στο δε ‘‘υπερ-οργανικό’’ επίπεδο, η ΕΕ, ως θεσμικό ολοκλήρωμα, φαίνεται επιφυλακτική, το ΝΑΤΟ ουδέτερο ενώ (μερικώς) ‘‘τιμωρητικοί’’ προβάλλουν, τουλάχιστον προσώρας, οι Αμερικανοί.

Αυτό όμως που, από γεωπολιτικής και γεωοικονομικής απόψεως, έχει την καθοριστικότερη σημασία είναι ότι έχει μάλλον ριζώσει βαθιά η αντίληψη στον Δυτικό Κόσμο ότι η Τουρκία δεν είναι μόνο ‘‘μέρος της λύσης’’ στην Ανατ. Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή για τα δυτικά στρατηγήματα αλλά, ταυτόχρονα, και ‘‘μέρος του προβλήματος’’. Και αυτή η παραδοχή, αν αληθεύει, απεικονίζει εναργέστερα από οτιδήποτε άλλο την επαμφοτερίζουσα στάση του Δυτικού Κόσμου απέναντι στην Τουρκία αλλά δημιουργεί και μια ‘‘λεπτή γραμμή’’ στην άσκηση της ‘‘δυτικής πολιτικής’’. Από τη στιγμή, λοιπόν, που εκληφθεί ότι η Τουρκία είναι περισσότερο μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης, τότε διαβαίνοντας τη λεπτή αυτή γραμμή, ο Δυτικός Κόσμος ίσως παραμερίσει τη διπλωματία και τις συνομιλίες και μετέλθει σκληρότερων μεθοδολογιών διάδρασης έναντι του τουρκικού διεθνούς ακτιβισμού.

Η προσώρας στάση της Δύσης, όμως, είναι, κατά την άποψη μου, και μια ‘‘υπαρξιακή παγίδα’’ αν όχι για την Τουρκία, τότε σίγουρα για τον Erdogan. H ρητορική και διπλωματική αμφισημία της Δύσης μπορεί να οδηγήσει τον Τούρκο Ηγέτη στη ‘‘θανάσιμη’’ πεποίθηση ότι είναι άτρωτος. Αλλά, ως γνωστόν, όπως έδειξε πολλές φορές η Ιστορία, η ώρα που χάνεις (ή και αφανίζεσαι) είναι ακριβώς εκείνη που θα πιστέψεις ότι τίποτε δεν μπορεί να σε σταματήσει, να σε καθυποτάξει, να σε νικήσει… Περιμένετε και θα δείτε ότι οι εξελίξεις θα είναι κάτι περισσότερο… από συγκλονιστικές….

Κατερίνη, 16/12/2020.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International

Relations and the political science.

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις29 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή