Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Λουτ κατάπιε τη λογική των δύο κρατών στην Κύπρο και οι Τούρκοι τρίβουν τα χέρια τους

Δημοσιεύτηκε στις

Οι Τούρκοι παίζουν με ανοικτά διχοτομικά χαρτιά και η Λευκωσία θέλει να τα δει στην Πενταμερή – Τι επιλογές έχει ο Πρόεδρος πριν από και κατά την Πενταμερή και πώς οι Τούρκοι στήνουν νέα τετελεσμένα και δίκτυο ασφάλειας με κατασκευή θαλάσσιων drones

Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου έσβησε κάθε ίχνος θετικής προοπτικής δημοκρατικής και βιώσιμης λύσης στην περίπτωση σύγκλησης Πενταμερούς διάσκεψης για το Κυπριακό, με τις συνομοσπονδιακές θέσεις τις οποίες έθεσε την περασμένη εβδομάδα προς την Τζέιν Χολ Λουτ. Ενώ η τουρκική πλευρά είναι ξεκάθαρη, η κυπριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μεταβαίνει στην Πενταμερή, περί τα τέλη, όπως εκτιμάται, Ιανουαρίου, για να διαπιστώσει εκεί τι συμβαίνει.

  • Πώς οι Τούρκοι χρησιμοποιούν τον Πρόεδρο και θέσεις των κομμάτων ενώπιον της Λουτ
  • Η στρατηγική συμφωνία και η εκμετάλλευση του φυσικού αερίου
  • Κάτω από ποιες συνθήκες μπορούν οι Τ/κ να εμπλακούν στο φυσικό αέριο

Τετελεσμένα στη θάλασσα και ασφάλεια

Την ίδια στιγμή κατά την οποία η Λευκωσία αναμένει να αγγίξει εις τον τύπον των ήλων στην Πενταμερή, η Άγκυρα όχι μόνο με σταυρωμένα τα χέρια δεν κάθεται, αλλά επιδιώκει διπλωματικά, νομικά και στρατιωτικά τετελεσμένα. Το θέμα της ασφάλειας είναι συναφές με την κατασκευή νέων drones, που έχουν τη δική τους στρατηγική σημασία.

Μετά τα εναέρια έχει βάλει πλώρη για την κατασκευή των θαλάσσιων drones στη βάση ενός δικτύου με τα υπόλοιπα συμβατικά οπλικά συστήματα, για να έχει πλήρη έλεγχο του γεωπολιτικού σκηνικού της περιοχής μας και δη στη λογική της Γαλάζιας Πατρίδας και του Νεο-Οθωμανισμού.

Τμήμα αυτού του σχεδιασμού είναι και η Κύπρος. Ακόμη και εν επιλυθεί το Κυπριακό, το νησί θα βρίσκεται υπό τον στρατιωτικό έλεγχο της Άγκυρας. Όπως δηλώνουν διπλωματικές πηγές, είναι σαφές ότι η τουρκική πλευρά υιοθετεί τους κανόνες του κλασικού ρεαλισμού.

«Όποιος διαθέτει ισχύ μπορεί να ελέγχει μια περιοχή, ανεξαρτήτως σε ποιο κράτος η εν λόγω περιοχή ανήκει». Πόσω μάλλον στην περίπτωση της Κύπρου, όπου έποικοι και Τουρκοκύπριοι συνιστούν ήδη στρατηγικά εργαλεία για την επίτευξη των εθνικών στόχων της Άγκυρας.

Το ζητούμενο για τον Γ.Γ. του ΟΗΕ

Κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με την ειδική αντιπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ στο Κυπριακό, Τζέιν Χολ Λουτ, την περασμένη εβδομάδα, ο Τούρκος ΥπΕξ Μεβλούτ Τσαβούσογλου ξεκαθάρισε ότι η τουρκική πλευρά θα καταθέσει στην τράπεζα των συνομιλιών ιδέες άλλες πέραν της Ομοσπονδίας στη λογική των δύο κρατών.

Παρά το γεγονός ότι η τουρκική θέση είναι αντίθετη με τις εντολές του Συμβουλίου Ασφαλείας προς τον Γενικό γραμματέα του ΟΗΕ και την κυρία Λουτ, αμφότεροι καταπίνουν τις τουρκικές θέσεις περί συνομοσπονδίας, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι μπορούν να γίνουν αποδέκτες.

Από την πλευρά της, η Λευκωσία ισχυρίζεται ότι το πρόβλημα της Πενταμερούς και του ίδιου του κ. Γκουτέρες δεν είναι η σύγκληση, αλλά κατά πόσον θα υπάρξει θετικό αποτέλεσμα. Τονίζεται, δε, ότι η κυπριακή Κυβέρνηση μεταβαίνει στην Πενταμερή για να ξεκαθαρίσουν εκεί τα πράγματα. Αληθές είναι ότι μεταβαίνει εκεί υπό το βάρος των πιέσεων του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ.

Έχει, μάλιστα, αποσύρει όλα τα κριτήρια που έθετε για τη σύγκληση της Πενταμερούς. Η κυρία κόκκινη γραμμή ήταν η απόσυρση του «Μπαρμπαρός» και του τουρκικού στόλου από την κυπριακή ΑΟΖ. Προσδοκάται ότι το θέμα αυτό θα επιλυθεί στην εξής βάση: Η τουρκική navtex για τις έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ περατώνεται αρχές Φεβρουαρίου.

Εάν συνεπώς δεν υπάρξει ανανέωση και η Πενταμερής συγκληθεί περί τα τέλη Ιανουαρίου και η Τουρκία αποσύρει τα πλοία της λίγες ημέρες πριν από τις αρχές Φεβρουαρίου, η Κυβέρνηση θα μπορεί να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι εκ των πραγμάτων πέτυχε την απομάκρυνση του τουρκικού στόλου από την κυπριακή ΑΟΖ. Εάν, βεβαίως, η Άγκυρα μάς κάνει τέτοιο χατίρι…

Οι θέσεις του Προέδρου και η στρατηγική συμφωνία

Βεβαίως το κυρίως πρόβλημα, που είναι συναφές με τη συνομοσπονδία την οποία θέτουν επί τάπητος οι Τούρκοι, δεν επιλύεται. Διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι η Άγκυρα είναι ήδη ικανοποιημένη, αφού δεν υπάρχει αντίδραση περί των θέσεων που εξέφρασε προς την κ. Λουτ. Ταυτοχρόνως η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι:

α) Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης δεν είναι αρνητικός ως προς την λύση των δύο κρατών.

β) Υπάρχει πρότασή του για χαλαρή Ομοσπονδία, δηλαδή για ένα πολιτειακό σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου τα κρατίδια θα έχουν περισσότερες εξουσίες από την Κεντρική Κυβέρνηση.

Και, μάλιστα, αυτές οι αντιλήψεις στηρίζονται στην ήδη αποδεχθείσα αντίληψη περί του κατάλοιπου εξουσίας, που σημαίνει ότι:

Όσες εξουσίες δεν ανήκουν στην Κεντρική Κυβέρνηση, θα ανήκουν στα κρατίδια με τη δυνατότητα παραγωγής Πρωτογενούς Δικαίου, όπως θέλει η τουρκική πλευρά.

Ο Πρόεδρος και το ΑΚΕΛ

Οι ίδιες διπλωματικές πηγές τονίζουν ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί τον Πρόεδρο, καθώς και τοποθέτηση της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας, για να τεκμηριώσει τις θέσεις της ενώπιον των Ηνωμένων Εθνών. Επί τη βάσει αυτής της λογικής, επικαλείται και τη θέση του ΑΚΕΛ περί στρατηγικής συμφωνίας, με την εμπλοκή των Τουρκοκυπρίων στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου.

Μια τέτοια εξέλιξη είναι ενταγμένη στη νομική αρχή του acknowledgment, δηλαδή της αποδοχής της υφιστάμενης κατάστασης, της ύπαρξης δυο οντοτήτων, και της αναγνώρισής της πριν από την τελική λύση. Το ερώτημα είναι κάτω από ποιο νομικό καθεστώς θα ήταν δυνατή η εμπλοκή των Τουρκοκυπρίων πριν από την τελική λύση.

Επί τη βάσει του Διεθνούς Δικαίου και του κοινοτικού κεκτημένου το μοναδικό κράτος που αναγνωρίζεται διεθνώς είναι αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι καθορίζουν τα ψηφίσματα 541, 550 και 186 του Συμβουλίου Ασφαλείας, καθώς και το πρωτόκολλο 10 για την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ.

Όπως επίσης και η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005, που καθορίζει ρητώς ότι στη νήσο Κύπρο η ΕΕ αναγνωρίζει μόνο ένα κράτος, αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και ότι η θέση αυτή είναι προϋπόθεση για την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας.

Εάν οι Τουρκοκύπριοι επιθυμούν εμπλοκή στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου, θα πρέπει η εμπλοκή αυτή να λάβει χώραν εντός του νόμιμου συνταγματικού πλαισίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι, επιλύεται και το θέμα της αναγνώρισης από την Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και της συνέχειάς της σε περίπτωση λύσης. Τα περί αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως έχει ήδη λεχθεί, συνιστούν τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου. Συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να παροπλίζονται από την κυπριακή Κυβέρνηση το ΑΚΕΛ και ο ΔΗΣΥ.

Οι επιλογές

Υπό το φως των ανωτέρω, η κυπριακή Κυβέρνηση θα ήταν δυνατό να θέσει ενώπιον της κυρίας Λουτ, ενόψει της Πενταμερούς, τα ακόλουθα:

  1. Εάν ο ΟΗΕ αποδέχεται -η ίδια και ο ΓΓ του ΟΗΕ- ή όχι τις τουρκικές θέσεις περί συνομοσπονδίας και αν θα επιτρέψει να τεθούν αυτές στο τραπέζι των συνομιλιών.
  2. Εάν τυχόν από τουρκικής πλευράς τεθούν οι συνομοσπονδιακές θέσεις πώς θα αντιδράσει ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών; Θα κάθεται να τις ακούει αποδεχόμενος ότι είναι τμήμα της διαπραγμάτευσης;

Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, σημαίνει ότι υπερβαίνει το πλαίσιο των όρων εντολής του. Αλλιώς, ο Γενικός Γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών θα πρέπει να καταγγείλει την Τουρκία στο Συμβούλιο Ασφαλείας για αντιπαραγωγική συμπεριφορά και για παραβίαση σχετικών ψηφισμάτων. Εάν δεν το πράξει, τότε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα αναγκαστεί να καλέσει σε τάξη όχι μόνο την Τουρκία αλλά και τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, διευκρινίζοντας ταυτοχρόνως ότι θα αποταθεί στο Συμβούλιο Ασφαλείας για να εξηγήσει τα ευτράπελα μιας τέτοιας Πενταμερούς.

Κατ’ ανάλογον τρόπο οφείλει να ενεργήσει και στο πλαίσιο της ΕΕ, αξιώνοντας ταυτοχρόνως την επιβολή κυρώσεων προς την Άγκυρα με ταυτόχρονη διακοπή της Τελωνειακής Ένωσης μεταξύ των δύο πλευρών.

Διότι, εκτός των άλλων, η τουρκική πλευρά διενεργεί αθέμιτο ανταγωνισμό, παραβιάζοντας θεμελιώδεις κανόνες της ενιαίας αγοράς. Ενώ δηλαδή γίνεται εισαγωγή τουρκικών προϊόντων εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω χωρών της ΕΕ, κυπριακά προϊόντα δεν μπορούν να εισαχθούν στην Τουρκία, η οποία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, κράτος μέλος της ΕΕ.

Η δράση της κυπριακής Κυβέρνησης θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι θα ήταν πιο εύκολη στην ΕΕ απ’ ό,τι στον ΟΗΕ και στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όπου κράτη μέλη του, όπως οι ΗΠΑ, η Βρετανία, ακόμη και η Ρωσία διάκεινται φιλικά προς την Τουρκία. Ή κατ’ ελάχιστον λόγω της διακύβευσης δικών τους συμφερόντων δεν θα έρθουν σε σύγκρουση με την Άγκυρα για το χατίρι της Κύπρου.

Για ν’ αποφύγει τους μπελάδες

Βεβαίως, η κυπριακή Κυβέρνηση για ν’ αποφύγει τους επιπρόσθετους μπελάδες εντός Πενταμερούς, το πιο φρόνιμο θα ήταν να ξεκαθαρίσει το σκηνικό εκ των προτέρων. Συνεπώς, κατά την επόμενη άφιξη της κυρίας Λουτ στην Κύπρο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει να της ζητήσει να ξεκαθαρίσει τη θέση των Ην. Εθνών και αν είναι δυνατόν να την διατυπώσει δημόσια, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, για να ξέρουμε πού στεκόμαστε.

Επί τούτου, ο Πρόεδρος έχει δύο βασικά επιχειρήματα:

Το πρώτο είναι οι όροι εντολής του Συμβουλίου Ασφαλείας προς τον κύριο Γκουτέρες.

Το δεύτερο αφορά στα τελευταία συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όπου υπάρχει παράγραφος που καθορίζει ότι η επανέναρξη των συνομιλιών θα πρέπει να γίνει εντός των όρων εντολής και με στόχο την επίλυση του Κυπριακού στη βάση των αρχών και αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι τουρκικές θέσεις δεν εμπίπτουν ούτε στον έναν νομικό όρο ούτε στον άλλο.

Το ναρκοπέδιο και τα drones

Εάν κάτι τέτοιο δεν συμβεί, τότε ο Πρόεδρος θα υπεισέλθει σε ένα ναρκοπέδιο, από το οποίο πώς μπορεί να βγει αλώβητος; Το Κυπριακό και η Κυπριακή Δημοκρατία είναι που θα βγουν ακρωτηριασμένες.

Άλλωστε, η τουρκική πολιτική είναι ξεκάθαρη σε ό,τι αφορά την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βρίσκεται ήδη σε διαδικασία υλοποίησής της, αρχής γενομένης από την Κύπρο και τη Γαλάζια Πατρίδα. Απόδειξη τούτου είναι ότι η Άγκυρα εμπεδώνει στρατιωτικά την κυριαρχία της στις κυπριακές θάλασσες χρησιμοποιώντας την εξευμενιστική πολιτική και την ατιμωρησία.

Αθήνα και Λευκωσία υπέκυψαν στους εκβιασμούς της Άγκυρας και στην πραγματικότητα συνηγόρησαν ώστε να μην επιβληθούν κυρώσεις επί της Τουρκίας παρότι ο στόλος της βρισκόταν εντός της κυπριακής ΑΟΖ και παρότι η κατοχή του νησιού συνεχίζεται.

Εφόσον δεν υπάρχει τιμωρία και κόστος, η Άγκυρα, πέραν των εναέριων drones, έχει βάλει πλώρη και για τα θαλάσσια, σε μια προσπάθεια πλήρους ανατροπής των ισοζυγίων δυνάμεων μεταξύ της ίδιας και του Ελληνισμού, που θα μεταφερθούν σε επίπεδο συνομιλιών είτε αυτές αφορούν στο Αιγαίο είτε στην Κύπρο.

Επί των νέων θαλάσσιων τουρκικών drones (ULAQ) θα γίνουν δοκιμές και βολές για την επιχειρησιακή τους κατάσταση το πρώτο τετράμηνο του 2021. Την ίδια δηλαδή περίοδο που προσδοκάται να συγκληθεί η Πενταμερής.

Τα θαλάσσια drones θα ανήκουν στο ίδιο δίκτυο με τα εναέρια, όπως είναι τα Μπαϊρακτάρ, που δύνανται να πετούν σε ύψος 24.000 ποδών και έχουν μεγαλουργήσει στον τελευταίο πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ.

Προδικάζοντας τη λύση

Ο στόχος της Τουρκίας είναι να δημιουργήσει ένα θαλάσσιο και εναέριο δίκτυο drones σε συνδυασμό με άλλα συμβατικά όπλα σε όλη την περιοχή όπου εκτείνεται η Γαλάζια Πατρίδα, δημιουργώντας τετελεσμένα τα οποία θα χρησιμοποιήσει σε ό,τι αφορά τη λύση του Κυπριακού και δη στα ζητήματα της ενέργειας και της ασφάλειας. Προδικάζοντας έτσι διά της ισχύος της το όποιο αποτέλεσμα της Πενταμερούς και της όποιας λύση του Κυπριακού.

*Δρ των Διεθνών Σχέσεων

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις10 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις25 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις40 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή