Διεθνή
Η Τουρκία και το Ισραήλ χρειάζονται κάτι παραπάνω από ανταλλαγή πρέσβεων για να ομαλοποιήσουν τις σχέσεις τους
«Μπορεί η Τουρκία να επιχειρεί να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ στέλνοντας νέο πρέσβη στο Τελ Αβίβ, ωστόσο πρέπει να είμαστε προσεκτικοί και να μην ερμηνεύσουμε αυτές τις κινήσεις ως ένδειξη της πρόθεσης, είτε από την Τουρκία, είτε από το Ισραήλ, για αποκατάσταση των σχέσεων των δύο κρατών», δήλωσε στον Nicholas Morgan του Ahval, η ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σπουδών Εθνικής Ασφάλειας του Τελ Αβιβ, Dr. Gallia Lindenstrauss.
Σύμφωνα με τη Lindenstrauss, οι συνομιλίες Ισραήλ-Τουρκίας για την αποκατάσταση των διπλωματικών τους σχέσεων έχουν δοκιμαστικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στο να «βγάλουν» την Άγκυρα από την απομόνωση στην οποία βρίσκεται.
«Για πολλά κράτη στην περιοχή, το Ισραήλ δεν είναι πλέον η ρίζα του προβλήματος στη Μέση Ανατολή αλλά, απεναντίας, είναι μέρος της λύσης. Από την άλλη, η Τουρκία πλέον είναι ένας αρνητικός παράγοντας», σημειώνει η ερευνήτρια.
Το Ισραήλ απολάμβανε αρκετά προνόμια μέσα από τη σχέση του με την Τουρκία, συμπλήρωσε. «Το Τελ Αβίβ έπρεπε να αναπληρώσει την απώλεια ενός σημαντικού συμμάχου (της Τουρκίας) και το έκανε αναπτύσσοντας σχέσεις, όχι με ένα, αλλά με πολλά κράτη».
Το ΑΚΡ, κυβερνόν κόμμα στην Τουρκία, ανακοίνωσε στις 4 Δεκεμβρίου τον διορισμό του Ufuk Ulutaş ως νέο πρέσβη της τουρκικής αποστολής στο Ισραήλ, καλύπτοντας έτσι ένα κενό που υπήρχε τα τελευταία δύο χρόνια (η Τουρκία απέσυρε τον πρέσβη της το 2018, μετά την μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στην Ιερουσαλήμ.
Ο 40χρονος Ulutaş, μπορεί να χαρακτηριστεί αντισυμβατική επιλογή για αυτό το πόστο, καθώς δεν είναι διπλωμάτης καριέρας, ωστόσο έχει μελετήσει στο παρελθόν τα θέματα που αφορούν το Ισραήλ. Επίσης, οι απόψεις του έχουν χαρακτηριστεί στο παρελθόν φιλο-παλαιστινιακές.
Προηγήθηκαν επαφές των δύο χώρων για το ενδεχόμενο αποκατάστασης των σχέσεων σε πρεσβευτικό επίπεδο, πριν την ανακοίνωση. Ο αρχηγός των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών, Hakan Fidan, φαίνεται να συναντήθηκε με Ισραηλινούς αξιωματούχους για να συζητήσει ανεπίσημα ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
«Για να αναλύσουμε τα κίνητρα που οδηγούν σε αυτές τις κινήσεις, πρέπει να δούμε τις πρόσφατες αμερικανικές εκλογές και τη συμφωνία Ισραήλ-ΗΑΕ, γεγονότα που καθιστούν την Τουρκία πιο απομονωμένη στη Μέση Ανατολή», λέει η Lindenstrauss στο Ahval.
H Lindenstrauss υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια και επαφή με σκοπό την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων «δεν είναι και τόσο μεγάλη υπόθεση», διότι οι σχέσεις ποτέ δεν υποβαθμίστηκαν επισήμως. Επίσης παραμένει άγνωστο το αν θα πραγματοποιηθεί κάποια συνάντηση, καθώς δεν έχει γίνει καμία ανακοίνωση επί τούτου μέχρι σήμερα.
Η νίκη του Biden έχει κατά κάποιο τρόπο σοκάρει το επιτελείο του τουρκικού ΥΠ.ΕΞ. Ο Biden είναι δηλωμένος υποστηρικτής του Ισραήλ και της ομαλοποίησης των σχέσεων του Τελ Αβίβ με αραβικά κράτη. Στον αντίποδα, ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει ασκήσει σφοδρή κριτική, ειδικά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας, στην Τουρκία και τον Πρόεδρο Ερντογάν.
Εάν η Τουρκία επιζητά την αποκατάσταση των σχέσεών της με το Ισραήλ, τότε ο Biden μπορεί να αποδειχτεί ένας χρήσιμος σύμμαχος σε αυτή της την προσπάθεια, προσθέτει η Lindenstrauss. O ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος προσπαθεί να επιτύχει την ανάπτυξη καλύτερων σχέσεων μεταξύ Νετανιάχου-Ερντογάν.
«Το επιτελείο του Biden μάλλον σκέφτεται ότι θα ήταν καλό να ηρεμήσει αυτό το κλίμα έντασης που επικρατεί μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας» είπε η Lindenstrauss.
Η Τουρκία και το Ισραήλ κάποτε διατηρούσαν σχέσεις οι οποίες χαρακτηριζόταν από τη συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας, ωστόσο οι σχέσεις Τελ Αβίβ- Άγκυρας ήταν ρευστές. Σε μια ενημερωτική αναφορά του 2010, ο Ulutaş κατηγόρησε το Ισραήλ αποκαλώντας το απομονωμένο από τις υπόλοιπες χώρες στην περιοχή και σχολιάζοντας καυστικά την κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας και τη στάση του στις σχέσεις με την Παλαιστίνη.
Μια δεκαετία αργότερα, η Τουρκία είναι o απομονωμένος «παίκτης» στην περιοχή και το κράτος που «ζει» μια εύφλεκτη κατάσταση στο εσωτερικό του. Η Lindenstrauss παρατηρεί επίσης ένα συσχετισμό των σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ με το ζήτημα της Παλαιστίνης· για παράδειγμα το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο χωρών ήταν στην καλύτερη τους φάση τη δεκαετία του ’90, χρονική περίοδος που συμπίπτει με τις συμφωνίες του Όσλο.
Ο Τούρκος ναύαρχος εν αποστρατεία Cihat Yaycı, συνέταξε μια αναφορά, η οποία δημοσιεύθηκε από το Moshe Dayan Center· αναφορά που υποστηρίζει ότι η Άγκυρα επιχειρεί να αποκαταστήσει τις διμερείς της σχέσεις με το Ισραήλ. Ο Yaycı προτείνει μέσω της αναφοράς την παράνομη δημιουργία θαλασσίων συνόρων Τουρκίας-Ισραήλ σε βάρος των κυπριακών δικαιωμάτων.
«Πέρα από τα νομικά εμπόδια, το Ισραήλ και η Αίγυπτος θα προτιμούσαν μια συμφωνία με ένα αξιόπιστο κράτος αντί της Τουρκίας, παρόλο που η Άγκυρα προσφέρει περισσότερα», λέει η Lindenstrauss.
Οι εθνικιστικές και επεκτατικές απόψεις του Yaycı είναι ήδη γνωστές, καθώς είναι από τους πιο γνωστούς στρατιωτικούς αξιωματούχους της Τουρκίας και αρχιτέκτονας του χάρτη της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ο Ερντογάν το Δεκέμβριο του 2019 ευχαρίστησε τον Yaycı για τις υπηρεσίες του στο σχεδιασμό του Τουρκο-Λιβυκού μνημονίου.
Ένας άλλος παράγοντας που θα απέτρεπε την αποκατάσταση των σχέσεων των δύο χωρών, είναι η σχέση Ερντογάν-Νετανιάχου. Οι δύο ηγέτες έχουν ανταλλάξει βαρείς χαρακτηρισμούς στο παρελθόν, ενώ τα πολιτικά κίνητρα που απορρέουν από το εσωτερικό των δύο χωρών, ευνοούν μια σκληρή γραμμή του ενός απέναντι στον άλλο και κατ’ επέκταση «ναρκοθετούν» την ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων Τελ Αβίβ-Άγκυρας.
«Υπάρχει μεγάλη καχυποψία στη σχέση Ερντογάν-Νετανιάχου, μια κατάσταση που χειροτερεύει σταδιακά», λέει η Lindenstrauss, συμπληρώνοντας όμως ότι αυτό δεν είναι απαραίτητα ένα απροσπέλαστο εμπόδιο· ωστόσο, οι πολιτικές των δύο χωρών, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, περιορίζουν τις δυνατότητες τους για συνεννόηση.
Παρά τις διαφορές μεταξύ των δύο κρατών, υπάρχει περιθώριο για βελτίωση των σχέσεων τους. Σύμφωνα με τη Lindenstrauss, η απώλεια της Τουρκίας ως στρατηγικό σύμμαχο του Ισραήλ και ως πελάτη στρατιωτικών εξοπλισμών, ήταν κάτι στο οποίο το Τελ Αβίβ έκανε αρκετό καιρό να προσαρμοστεί πλήρως. Παρόλα αυτά, άλλοι τομείς, όπως το εμπόριο και ο τουρισμός επιβίωσαν μέσα στην παρακμάζουσα αυτή σχέση. Για παράδειγμα, η Τουρκία παραμένει ο 6ος μεγαλύτερος εμπορικός συνεργάτης του Ισραήλ.
Ο γρηγορότερος τρόπος ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο κρατών θα ήταν ο τερματισμός της δραστηριότητας της Χαμάς σε τουρκικό έδαφος. Η Χαμάς θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ και η Τουρκία κατηγορείται για τη χρηματοδότηση, ακόμα και την παροχή της τουρκικής ιθαγένειας, σε υψηλόβαθμα στελέχη της οργάνωσης. Εάν η Άγκυρα σταματούσε τη δραστηριότητα της οργάνωσης, αυτό θα ήταν ένα τεράστιο βήμα για την ανάπτυξη μιας καλύτερης σχέσης με το Τελ Αβίβ.
«Εάν το Ισραήλ έβλεπε μια αλλαγή στάσης της Άγκυρας σε αυτό το θέμα, θα καλωσόριζε την κίνηση. Λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της Τουρκίας ότι όλες οι τρομοκρατικές οργανώσεις πρέπει να έχουν την ίδια μεταχείριση (άποψη που πηγάζει από τα προβλήματα της Άγκυρας με κουρδικές οργανώσεις), τότε θεωρώ αρκετά πιθανή μια αλλαγή στάσης της Τουρκίας απέναντι στη δράση της Χαμάς», δηλώνει η Lindenstrauss.
«Ωστόσο, αυτό θα ήταν το πρώτο από τα πολλά βήματα που χρειάζονται για την αποκατάσταση των σχέσεων. Οι πρέσβεις δεν κάνουν μαγικά. Χρειάζεται κι άλλος χρόνος προτού δούμε βελτιώσεις στις τουρκο-ισραηλινές σχέσεις», συμπληρώνει.
«Πιστεύω ότι η επιστροφή των πρεσβευτών στα πόστα τους είναι ένας εφικτός στόχος, αλλά δεν πιστεύω ότι θα θεραπεύσει την καχυποψία που διαβάλλει και τις δύο πλευρές».
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

