Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Κώστας Λάβδας: Ο Ερντογάν φοβάται μόνο τις ΗΠΑ

Δημοσιεύτηκε στις

Συνέντευξη: Κώστας Λάβδας

Είναι προφανές ότι ο Ερντογάν ανησυχεί, αλλά για την Ουάσινγκτον, όχι για τις Βρυξέλλες. Η μόνη άμεση και βραχυπρόθεσμη πιθανότητα να συγκρατηθεί η Αγκυρα και να υπάρξει μια σταδιακή επιστροφή σε περίοδο χαμηλών εντάσεων στα ελληνοτουρκικά συνδέεται με το ενδεχόμενο επιβολής κυρώσεων από τις ΗΠΑ για τους S-400, απαντά στο liberal.gr ο Κώστας Λάβδας.

Μιλά για την δύσκολη επόμενη ημέρα με την Τουρκία, αναμένει όξυνση πιέσεων μέχρι τον Μάρτιο με σκοπό την αποδοχή από Ελλάδα της αναζήτησης μιας «συνολικής λύσης» μέσω διαπραγματεύσεων και περιγράφει την αμείλικτη πραγματικότητα στα ελληνοτουρκικά.

«Είναι λάθος να φορτώνουμε την κοινή γνώμη με προσδοκίες σε λάθος κατευθύνσεις», αναφέρει για το θέμα των κυρώσεων από ΕΕ ο καθηγητής Ευρωπαικής Πολιτικής στο Πάντειο, εξηγώντας ότι δύο είναι οι δρόμοι για μια βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή, χωρίς σημαντικές ελληνικές υποχωρήσεις: Είτε να συνετιστεί η Τουρκία ώστε να υπάρξει διάλογος όχι σε ό,τι επιθυμεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός αλλά στα υπαρκτά ζητήματα (το καλύτερο σενάριο), είτε η Αγκυρα να περάσει από μια φάση οξείας κρίσης στις σχέσεις της με την Δύση, που θα είναι όμως δυσάρεστη για όλους

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

Είχατε εδώ και καιρό δηλώσει ότι δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες ως προς την επιβολή κυρώσεων και ότι για μια ακόμη φορά οι οποίες αποφάσεις θα παραπεμφθούν στο μέλλον. Το ερώτημα είναι και τώρα τι; Έως το επόμενο ραντεβού, του Μαρτίου, να αναμένουμε κλιμάκωση και επεισόδια από πλευράς Ερντογάν, όπως έχετε προβλέψει;

Παρότι είχαμε σπουδαία νέα από τη Σύνοδο σε σχέση με το ξεμπλοκάρισμα του Ταμείου Ανάπτυξης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου, ως προς την Ανατολική Μεσόγειο και την Τουρκία (σημεία 28-33 των συμπερασμάτων) έγινε ακριβώς αυτό που είχα περιγράψει πριν από μια εβδομάδα εδώ στο Liberal. Αναβολή των μεγάλων αποφάσεων, περιορισμένες κυρώσεις κατά φυσικών προσώπων (όπως και παλιότερα για το Yavuz) και μόνο σε σχέση με την Κύπρο. Και θα μου επιτραπεί να επαναλάβω ότι είναι λάθος να φορτώνουμε την κοινή γνώμη με προσδοκίες σε λάθος κατευθύνσεις. Αλλού πρέπει να αναζητηθεί η διαδρομή για επιτυχή αποτροπή και ειρηνική συμβίωση, αλλά θέλει δουλειά όπως θέλει και μια -κατά το δυνατόν- απεξάρτηση από το άγχος της επικοινωνιακής διαχείρισης.

Μέχρι τον Μάρτιο, οι εξελίξεις θα είναι σημαντικές. Το πιθανότερο σενάριο είναι η Άγκυρα να εξακολουθήσει να πιέζει την Ελλάδα με σκοπό την αποδοχή της αναζήτησης «συνολικής λύσης» μέσω διαπραγματεύσεων. Αυτό θα ήταν απολύτως αποδεκτό υπό τον όρο ότι η Τουρκία με τη σειρά της θα αποδεχόταν ότι οι διαπραγματεύσεις είναι εστιασμένες και αφορούν την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Η Άγκυρα δεν το δέχεται αυτό, στοχεύοντας με συνέπεια στην εμπλοκή της Αθήνας σε μια συμφωνία-πακέτο με πλήθος ζητημάτων, τα περισσότερα από τα οποία αντικατοπτρίζουν την επεκτατική λογική των τουρκικών αναθεωρητικών σχεδίων.

Σε χθεσινή του πάντως δήλωση ο Ερντογάν ανέφερε πως είναι λάθος η ΕΕ να τελεί υπό την ομηρία Ελλάδας και Κύπρου, ενώ προ ημερών είχε εκφράσει την ικανοποιήσή του για την απόφαση της Συνόδου, ευχαριστώντας τις χώρες-μέλη που «διαθέτουν κοινή λογική», όπως είπε. Τι μήνυμα στέλνει, αν μπορούσαμε να το ερμηνεύσουμε;

Ο Ερντογάν δικαιολογημένα εκφράζει ικανοποίηση. Παράλληλα είναι προφανές ότι ανησυχεί. Για την Ουάσιγκτον, όχι για τις Βρυξέλλες. Άλλωστε, όπως δείχνει και το σημείο 33 των συμπερασμάτων, η ΕΕ αναμένει να συνεννοηθεί για τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου με τη νέα διοίκηση στην Ουάσιγκτον. Το ψήφισμα και της Βουλής των Αντιπροσώπων που πέρασε χθες βράδυ και από τη Γερουσία για κυρώσεις στην Τουρκία στο πλαίσιο του νέου αμυντικού προϋπολογισμού έχει μεγάλη σημασία. Το ερώτημα όμως είναι πώς θα συντονιστεί η Ουάσιγκτον με το Βερολίνο και με το Παρίσι. Θα είναι κρίσιμο να αντιληφθεί η Ουάσιγκτον ότι πέρα από τις εξαιρετικές σχέσεις μεταξύ Ομπάμα – Μέρκελ στο παρελθόν, στην Ευρώπη σήμερα κάτι κινείται και αυτό είναι η στρατηγική προσπάθεια της Γαλλίας στην κατεύθυνση της οικοδόμησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας στην ασφάλεια και την άμυνα, σε συνεργασία πάντα με το ΝΑΤΟ. Θα είναι σημαντικό για τις ευρωατλαντικές σχέσεις εάν οι ΗΠΑ προσεγγίσουν τη νέα γαλλική προσπάθεια με θετική και δημιουργική διάθεση. Με δυο λόγια, η προσοχή μας πρέπει να στραφεί στις ευρωατλαντικές σχέσεις τους επόμενους μήνες.   

Πώς μπορεί να αλλάξουν οι ισορροπίες για την Ελλάδα εφόσον οι ΗΠΑ επιβάλουν κυρώσεις στην Τουρκία για τους S-400;

Ουσιαστικά η μόνη άμεση, βραχυπρόθεσμη πιθανότητα να συγκρατηθεί η Άγκυρα και να υπάρξει μια σταδιακή επιστροφή σε μια περίοδο χαμηλών εντάσεων στα ελληνοτουρκικά συναρτάται με την αμερικανική αντιμετώπιση του ζητήματος. Γι’ αυτό ανησυχεί και ο πρόεδρος Ερντογάν αλλά και οι οικονομικοί κύκλοι στην Τουρκία. Προφανώς η Μόσχα θα επιχειρήσει να το εκμεταλλευτεί. Όμως ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, στην οποία οι ΗΠΑ επιβάλλουν πραγματικές κυρώσεις και η Τουρκία στρέφεται ακόμη περισσότερο προς το σχήμα Ρωσία – Κίνα – Ιράν (πράγμα απίθανο), ακόμη και τότε η εξέλιξη θα είναι προτιμότερη από τη σκοπιά της Αθήνας. Διότι η όξυνση που θα υπάρξει βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να λειτουργήσει θετικά μακροπρόθεσμα.

Είναι, όπως πάντα, ζήτημα σεναρίων. Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι εκτός από την περίπτωση κατά την οποία συνειδητά αποφασίζουμε να συμβιβαστούμε εφ’ όλης, όπως περίπου το ζητά η Άγκυρα, σε κάθε άλλη περίπτωση η σημερινή δυναμική της προοπτικής των σχέσεων τείνει να γίνει η χειρότερη δυνατή. Είναι μια προοπτική στην οποία το δυτικό στρατόπεδο εξακολουθεί να προσπαθεί να κρατήσει την Τουρκία κοντά του ανεξαρτήτως των τουρκικών διαθέσεων. Για την βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή χωρίς σημαντικές ελληνικές υποχωρήσεις, η Τουρκία θα πρέπει είτε να συνετιστεί ώστε να υπάρξει διάλογος όχι σε ό,τι επιθυμεί ο τουρκικός αναθεωρητισμός αλλά στα υπαρκτά ζητήματα (το καλύτερο σενάριο) είτε να περάσει από μια φάση οξείας κρίσης (δυσάρεστης για όλους) στις σχέσεις της με τη Δύση. Αυτή είναι η αμείλικτη πραγματικότητα.     

Θεωρείτε ότι οι ΗΠΑ πράγματι «επιστρέφουν» στην ευρωατλαντική συνεργασία, όπως δήλωσε και ο Μπάϊντεν; 

Εξαιρετική ερώτηση. Βραχυπρόθεσμα ναι, θα φανεί η διαφορά. Και αυτό μας ενδιαφέρει τώρα. Οι καλές ευρωατλαντικές σχέσεις είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας και γενικότερα της σταθερότητας στην περιοχή. Όμως θα πρέπει να θυμόμαστε παράλληλα ότι μακροπρόθεσμα η μακρά πορεία απομάκρυνσης από την Ευρώπη θα συνεχιστεί. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι σε σχέση με την Ευρώπη, η περίοδος Μπάιντεν θα μοιραστεί σε δυο φάσεις.

Θα παρακολουθήσουμε αρχικά μια προσπάθεια επιδιόρθωσης της ζημίας που υπέστησαν οι ευρωατλαντικές σχέσεις από την προεδρία Τραμπ. Στη συνέχεια, από το 2022 ή λίγο αργότερα, οι ΗΠΑ με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα επανέλθουν στις ράγες της μακροπρόθεσμης, αργής κίνησης που ξεκίνησε επί Ομπάμα και συνοψίζεται στο εξής: σταδιακή, προσεκτική και μέσω πολυμερούς συνεννόησης απομάκρυνση από την Ευρώπη και άλλες περιοχές στις οποίες οι ΗΠΑ δεν μπορούν ή/και δεν επιθυμούν να εκπληρώνουν τους ρόλους που υπηρετούσαν επί δεκαετίες. 

Αυτό είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουμε να προβληματιστούμε και για τα ζητήματα της περιοχής μας. Η σημαντική και απολύτως θετική τάση μερικής επιστροφής στην πολυμέρεια που θα εκφράσει σε πρώτο χρόνο η νέα διοίκηση στην Ουάσιγκτον από τις 20 Ιανουαρίου δεν συνεπάγεται αυτόματη επίλυση των προβλημάτων που μας απασχολούν. Αντίθετα, επιβάλλει την προσεκτική ανάλυση της πραγματικότητας που θα αναδυθεί μέσα από την ωρίμανση της δεύτερης φάσης.

Έχουμε από πέρσι εξηγήσει στηρίξει ότι η Αθήνα οφείλει να επενδύσει στην εμβάθυνση των σχέσεων με δυνάμεις όπως η Γαλλία και το Ισραήλ, περιορίζοντας προς το παρόν τις ελπίδες για μια ισχυρή και συνεκτική πολιτική της ΕΕ απέναντι στην Τουρκία. Η ΕΕ εξαιτίας του μεταναστευτικού (οι εκβιασμοί Ερντογάν έχουν αποτέλεσμα) αλλά και λόγω εσωτερικών διαφορών θα αργήσει να δράσει ως αποτελεσματικός παράγοντας επαναφοράς της Άγκυρας σε υπεύθυνες θέσεις.

Εφόσον ο στόχος επιβολής κυρώσεων φαίνεται ότι δεν είναι εφικτός, προς ποια κατεύθυνση πρέπει να αναζητηθεί ο δρόμος για επιτυχή αποτροπή και ειρηνική συμβίωση;

Επισημαίνω και πάλι ότι για μια βιώσιμη ειρήνη με την Τουρκία, η Άγκυρα θα πρέπει είτε να συνετιστεί και να συνεργαστεί είτε να αναδειχθεί η απόσταση που χωρίζει τη νεο-οθωμανική τροχιά της από τη Δύση. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, επί σειρά ετών υποστηρίζω ότι τρεις θα είναι –σε τελική ανάλυση– οι βασικοί πυλώνες που θα μας επιτρέψουν να ανταποκριθούμε με επιτυχία στη δομική πρόκληση που συνιστά στο διηνεκές η Τουρκία για την Ελλάδα.

Ο πρώτος αναφέρεται στη συστηματική πολιτική διμερών, τριμερών και πολυμερών επιμέρους συνεργασιών και συμμαχιών, όπως έχω εξηγήσει αναλυτικά σε προηγούμενα άρθρα και συνεντεύξεις. Η πρόσφατη συμφωνία με τα Εμιράτα είναι πολύ καλή εξέλιξη. Σε αυτό όμως το πλαίσιο, έχουμε ήδη αργήσει αναφορικά με τη Γαλλία. Από πέρσι εξηγώ ότι τα αντιεπιχειρήματα που προβάλλονται από διάφορες πλευρές δεν αντέχουν σε σοβαρή ανάλυση.  

Ο δεύτερος φαίνεται λιγότερο προφανής αλλά είναι κι αυτός σημαντικός. Θα πρέπει να διαμορφωθεί με τη συμβολή και της Αθήνας ένα συγκεκριμένο, λεπτομερές σενάριο μελλοντικού εταιρικού καθεστώτος ΕΕ-Τουρκίας που θα μας βγάλει από το επικίνδυνο αδιέξοδο της δήθεν ενταξιακής πορείας. Έχω επισημάνει και στο παρελθόν ότι οι κυρώσεις αφενός έχουν όρια ούτως ή άλλως ως προς την αποτελεσματικότητά τους, πέρα από τη συγκυρία σήμερα στην ΕΕ. Αφετέρου εξαντλούν διπλωματικό κεφάλαιο για όσους τις επιδιώκουν σε περιβάλλοντα που άλλοι εταίροι τις απορρίπτουν. Μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση, πέρα από το θλιβερά ξεπερασμένο πλαίσιο των συνεχών διευρύνσεων, θα είναι επωφελής και για τα λεγόμενα «ελληνοτουρκικά» αλλά και για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα.

Ο τρίτος -και σε τελική ανάλυση κρισιμότερος- πυλώνας είναι το περαιτέρω χτίσιμο της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος, χωρίς την οποία το μέλλον διαγράφεται αβέβαιο, παρά την πολύτιμη και απολύτως αναγκαία συμμετοχή τόσο στην ΕΕ όσο και στο ΝΑΤΟ. Ο ρόλος τόσο των ΗΠΑ όσο και της Γαλλίας θα είναι κρίσμος σε αυτό το πεδίο. Με δυο λόγια, η Ελλάδα οφείλει να ξαναμάθει να στέκεται στα πόδια της. Και να σχεδιάσει μόνη της μια προσέγγιση που θα έχει και πραγματικό μαστίγιο αλλά και πραγματικό καρότο. 

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις40 δευτερόλεπτα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα30 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή