Διεθνή
Πώς η εκλογή Biden επηρεάζει την εσωτερική πολιτική της Ρωσίας
Του Andrei Kolesnikov
Αμέσως μετά από τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές, μια παλιά φωτογραφία άρχισε να κάνει την εμφάνιση της στα ρωσικά social media. Έδειχνε τον Andrei Gromyko, πρόεδρο του Ανώτατου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ, να χαιρετά τον Joe Biden, τότε Γερουσιαστή, στη διάρκεια της επίσκεψης του τελευταίου στη Μόσχα τον Ιανουάριο του 1988, ως μέρος των διαβουλεύσεων για τη συνθήκη INF.
“Το πρώτο άτομο που συνεχάρη τον Joe Biden για την εκλογική του νίκη ήταν ο Andrei Gromyko”, έγραφε ο τίτλος. Ήταν ασφαλώς ένα ανέκδοτο για την ηλικία του νέο-εκλεγέντα προέδρου: ο Biden γίνεται 78 αυτόν τον μήνα (την ίδια ηλικία με τον Gromyko όταν συναντήθηκαν). Αλλά υπάρχει και κάποια σοβαρή σημασία στη φωτό επίσης.
Οι Σοβιετικοί ηγέτες μιλούσαν με αρκετές προσωπικότητες της αμερικανικής πολιτικής και είχαν σοβαρές και κάποιες εποικοδομητικές συζητήσεις με αυτούς. Αυτό δεν είναι κάτι για το οποίο μπορεί να καμαρώσουν εκπρόσωποι της ρωσικής ελίτ σήμερα. Είναι αμφίβολο εάν υπάρχει έστω και θεωρητικά περίπτωση ο Biden να επισκεφθεί τη Μόσχα ξανά για συζητήσεις αναφορικά με τον έλεγχο των όπλων.
“Πρωθυπουργέ, σας κοιτάζω στα μάτια και δεν νομίζω πως έχετε ψυχή”, ισχυρίζεται ο Biden πως είπε στον Putin σε μία ακόμη επίσκεψη του στη Μόσχα μεταξύ της θητείας του Putin το 2011. Ο Ρώσος ηγέτης φέρεται να απάντησε “καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον”.
Αυτή η στιχομυθία είναι πολύ σημαντική: τίποτα συναισθηματικό, τίποτα προσωπικό, καμία μυστήρια ρωσική ψυχή. Απλώς business. Ίσως αυτή η προσέγγιση να μπορούσε να γίνει η βάση για έναν νέο τύπο σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις; Ωστόσο η εξωτερική πολιτική εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον φορέα της εξωτερικής πολιτικής, και από αυτή την άποψη, είναι δύσκολο να βρεθούν λόγοι αισιοδοξίας.
Σε ένα δοκίμιό του στο Foreign Affairs που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 2020, ο Biden δεν εστιάζει τόσο πολύ στη Ρωσία, αν και αναφέρεται στη ρωσική επιθετικότητα και στην ανάγκη να διατηρηθούν σε υψηλό επίπεδο οι στρατιωτικές ικανότητες του ΝΑΤΟ. Υπάρχει επίσης μια ενθαρρυντική δέσμευση να επιδιώξει νέες ρυθμίσεις ελέγχου των όπλων με τη Ρωσία.
Ο νέος πρόεδρος γράφει ότι “πρέπει να επιβάλουμε πραγματικό κόστος στη Ρωσία για τις παραβιάσεις της στους διεθνείς κανόνες και πρότυπα και να σταθούμε στη ρωσική κοινωνία, η οποία έχει αντιταχθεί γενναία πολλές φορές έναντι του κλεπτοκρατικού απολυταρχικού συστήματος του προέδρου Vladimir Putin”.
Τα σχόλια του Biden είναι πιθανό να ενεργοποιήσουν τουλάχιστον δύο στοιχεία της ρωσικής προπαγάνδας. Πρώτον, η προβλέψιμη επανάληψη της ενεργής συμμετοχής μεταξύ των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών χωρών εντός του ΝΑΤΟ, είναι μια καλή δικαιολογία για τη μηχανή της ρωσικής προπαγάνδας να “πιάσει δουλειά” για το θέμα του πολέμου. Αναπόφευκτα, θα αρχίσει να “πουλάει” στον ρωσικό λαό η απειλή της στρατιωτικής επίθεσης από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της έναντι της Ρωσίας.
Αυτή η απειλή δεν έχει σημαντικές δυνατότητες κινητοποίησης: από το 2018, η εξωτερική πολιτική και η στρατιωτική ατζέντα έχουν αποτύχει ένα ενισχύσουν τις αξιολογήσεις των αρχών. Αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι σε ό,τι αφορά στους περισσότερους Ρώσους, η χώρα τους έχει ήδη ανακτήσει τη δύναμή της. Επιπλέον, η αντιλαϊκή κίνηση να αυξήσει ξανά το όριο συνταξιοδότησης το 2018, εστίασε την κοινή γνώμη στην εγχώρια οικονομικό-κοινωνική ατζέντα. Και πάλι, νέα στοιχεία επιθετικότητας των ΗΠΑ, θα βρουν κάποιο αντίκρυσμα στο μέρος της κοινωνίας με αντί-αμερικανική νοοτροπία.
Η άλλη απάντηση της προπαγάνδας, θα αφορά στην κοινωνία των πολιτών. Οποιαδήποτε επιδείνωση των σχέσεων με τη Δύση πάντα έχει μια αρνητική επίδραση στη ρωσική κοινωνία των πολιτών, καθώς το κράτος διπλασιάζει τις πιέσεις σε αυτή. Ακόμη και η προφορική στήριξη από τη μελλοντική κυβέρνηση Biden για τους ρωσικούς οργανισμούς της κοινωνίας των πολιτών, θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της δραστηριότητάς τους, για να μην αναφέρουμε και αβάσιμες νομικές υποθέσεις εναντίον τους. Μία μόλις εβδομάδα μετά από τις εκλογές στις ΗΠΑ, η ρωσική κυβέρνηση κατέθεσε νομοσχέδιο στη Δούμα το οποίο επιβάλει νέους περιορισμούς στο έργο των ΜΚΟ και δημιουργεί πρόσθετους λόγους για το κλείσιμό τους.
Ίσως να είναι απλώς σύμπτωση, αλλά το νομοσχέδιο στοχεύει στην “ξένη χρηματοδότηση” (μια έννοια που διευρύνεται ακόμη περισσότερο στο πεδίο εφαρμογής), καθώς και τη συνεργασία μη εμπορικών φορέων με “ανεπιθύμητους λογαριασμούς”. Αυτού του είδους νομοθεσίας είναι ήδη τακτικό φαινόμενο στη Ρωσία και τώρα, ως αποτέλεσμα της έμφασης του Biden στην ατζέντα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η ρωσική διαχείριση του νόμου και των νομικών τροποποιήσεων θα γίνει ακόμη πιο κατασταλτική, ως απάντηση σε αυτό που εκλαμβάνεται ως παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Ρωσίας, μέσω ΜΚΟ και ατόμων, που χαρακτηρίζονται ως ξένοι πράκτορες.
Μια δημοσκόπηση τον Σεπτέμβριο από το levada Center, έδειξε ότι το 70% των Ρώσων που πιστεύουν ότι η σύγχρονη Ρωσία έχει εχθρούς, ονόμασαν τις ΗΠΑ έναν από αυτούς (καμιά άλλη χώρα δεν βρίσκεται κοντά σε αυτό το ποσοστό). Πολλαπλές ομάδες εστίασης που συγκροτήθηκαν από το κέντρο Levada, το οποίο συνεργάζεται με το Carnegie Moscow Center και κάποιες έρευνες, δείχνουν ότι ο μέσος Ρώσος έχει μια αμφιλεγόμενη στάση απέναντι στις ΗΠΑ, συνδυάζοντας ένα αίσθημα ανωτερότητας με ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας. Σε αντίθεση με τη Ρωσία, οι ΗΠΑ “δεν έχουν ψυχή”. Την ίδια στιγμή ωστόσο, είναι μια οικονομική υπέρ-δύναμη από την οποία μπορούν να μάθουν, επομένως αξίζει να συνεργαστούν.
Εάν η ρωσική προπαγάνδα επιλέξει να εστιάσει στις αρνητικές συνέπειες της νίκης του Biden, θα πυροδοτήσει αντί-αμερικανικό αίσθημα. Η δράση που θα αναλάβουν οι ρωσικές αρχές, εξαρτάται από τις πρώτες ενέργειες και δηλώσεις της κυβέρνησης Biden. Εάν η ομάδα Biden δείξει μια ορθολογική προσέγγιση σε πιθανούς τομείς συνεργασίας, αυτό θα καθυστερήσει κάθε αντί-αμερικανική προπαγανδιστική εκστρατεία μεγάλης κλίμακας. Ένας ήρεμος και πραγματιστικός τόνος στις αρχικές δηλώσεις και επαφές, είναι ικανός να κυριαρχήσει στις νομικές υποθέσεις και σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που στοχεύουν τη ρωσική κοινωνία των πολιτών.
Η ιστορία δείχνει πως η κοινή γνώμη μπορεί εύκολα να εστιάσει σε έναν προηγούμενο εχθρό, στην περίπτωση που οι επίσημες σχέσεις των δύο χωρών βελτιωθούν. Αυτό συνέβη στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, κάτι που δεν θα είχε συμβεί χωρίς τη Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ να υιοθετούν διαπραγματευτικές θέσεις που ήταν πάνω από όλα, ρεαλιστικές. Στην έκθεση του το 1970 στο Κογκρέσο για την εξωτερική πολιτική, ο πρόεδρος Richard Nixon πρότεινε να υιοθετήσει έναν “δίκαιο και επιχειρηματικού τύπου τρόπο” στις συζητήσεις με τις κομμουνιστικές χώρες, και αναγνώρισε ότι τόσο η Σοβιετική Ένωση όσο και οι ΗΠΑ είχαν “αναγνωρίσει αμοιβαίο ζωτικό συμφέρον στο να σταματήσουν το επικίνδυνο momentum της κούρσας εξοπλισμού με πυρηνικά όπλα”.
Εκείνη την εποχή, άλλες τακτικές που απέδωσαν, περιλάμβαναν άλλες μεθόδους, όπως περιγράφονται λεπτομερώς από τον Henry Kissinger. Κατέστησαν δυνατή την επίτευξη της Συμφωνίας Συνεργασίας στην Εξερεύνηση και Χρήση του Διαστήματος για Ειρηνικούς Σκοπούς, με αποκορύφωμα την κοινή αποστολή των Apollo-Soyuz και τη χειραψία στο διάστημα. Η άμεση ιστορική παρέκταση είναι ασφαλώς εντελώς προσωρινή, αλλά δίνει μια ιδέα πιθανών εργαλείων συνεργασίας, και αποτελεί μαρτυρία για τη θετική επίδραση της ρεαλιστικής συνεργασίας εν μέσω τεταμένης ατμόσφαιρας στο εσωτερικό.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο εδώ: https://carnegie.ru/commentary/83319
capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

