Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Soner Cagaptay: Ο Ερντογάν θα «περιπαίξει» τον Μπάιντεν, αλλά θα παραμείνει στο πλευρό του Πούτιν.

Δημοσιεύτηκε στις

Σημαντική πρόκληση στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής για το νέο Πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, θα αποτελέσει η διαχείριση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Άγκυρας και η σχέση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Μπάιντεν πρέπει να κατανοήσει τις δυναμικές και τους φόβους από τους οποίους πηγάζει η πολιτική του Τούρκου προέδρου, συμπεριλαμβανομένης της σχέσης του δεύτερου με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Παρόλο που ο Ερντογάν έχει αναδειχθεί νικητής σε πολλές εκλογικές διαδικασίες από το 2002, έχει να αντιμετωπίσει πολλά ζητήματα στο εσωτερικό της χώρας του: Η τουρκική οικονομία συρρικνώθηκε, ως αποτέλεσμα της πανδημίας και της κακοδιαχείρισης, η στήριξη στο πρόσωπο του Τούρκου προέδρου έχει φθίνουσα πορεία (αντιστρόφως ανάλογη με τη δυναμικότητα που έχει αναπτύξει η αντιπολίτευση) και η εμπλοκή της Άγκυρας σε συγκρούσεις στη Συρία, το Λίβανο και το Νότιο Καύκασο (όπου ο Ερντογάν είναι εκτεθειμένος απέναντι στην πολιτική της Ρωσίας), είναι κάποια από τα στοιχεία που περιπλέκουν την κατάσταση.

Ο πιο άμεσος «μοχλός πίεσης» του Πούτιν απέναντι στον Ερντογάν είναι το παρακάτω ενδεχόμενο: Ο Πούτιν βοηθάει τον Ασάντ να καταλάβει το Ιντλίμπ, το τελευταίο οχυρό των Σύρων ανταρτών, και να δημιουργήσει ένα κύμα 2-3 εκατομμυρίων προσφύγων που θα κινηθούν προς την Τουρκία. Η Τουρκία φιλοξενεί ήδη 4 εκατομμύρια πρόσφυγες στο εσωτερικό της και, με την οικονομία να παραπαίει, οι αντι-προσφυγικές φωνές πληθαίνουν · έτσι, καλλιεργείται μια κατάσταση στην οποία ο Τούρκος πρόεδρος δε θα μπορέσει να ελέγξει την κοινωνική και πολιτική πίεση που θα δημιουργηθεί από την απότομη αύξηση του προσφυγικού πληθυσμού στη χώρα.

Επίσης, ο Ρώσος Πρόεδρος μπορεί να διαταράξει την εκεχειρία μεταξύ των συμμάχων του και της Τουρκίας (και των συμμάχων της), αλλά και την εκεχειρία στο Νότιο Καύκασο, κάτι που θα υπονόμευε τα συμφέροντα της Άγκυρας, θα έβαζε τον Ερντογάν σε μπελάδες αλλά και θα έπληττε σοβαρά την δημοτικότητά του στο εσωτερικό της Τουρκίας, καθώς ο Τούρκος πρόεδρος αρέσκεται στο να προβάλει στο εσωτερικό της χώρας την εικόνα του δυνατού ηγέτη σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο Μπάιντεν οφείλει να λάβει υπόψη τα παραπάνω και να μην περιμένει ότι ο Ερντογάν θα εγκαταλείψει τον Πούτιν και ότι θα τρέξει πίσω στην αγκαλιά των ΗΠΑ. Πρωταρχικό σημείο κλειδί, το οποίο πρέπει να κατανοήσει ο νεοεκλεγείς Πρόεδρος των ΗΠΑ, είναι ότι ο Ερντογάν διέπεται από μια κρίση μεσσιανισμού, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως σωτήρα και ότι είναι «δεμένος» στον Πούτιν, ο οποίος ξέρει πώς να διαχειριστεί τους φόβους του Τούρκου ηγέτη. 

Από «αιώνιος αρχηγός», «αιώνιος αφέντης»

Οι Τούρκοι ηγέτες του 20ου αιώνα, γνωστοί και ως Κεμαλιστές, λόγω του πρώτου προέδρου και ιδρυτή της χώρας Μουσταφά Κεμάλ, πίστευαν ότι η ιδεολογική «κληρονομιά» του Ατατούρκ δε θα κινδυνεύσει με κατάρρευση ούτε σε χίλια χρόνια. Ο Μουσταφά Κεμάλ κυβέρνησε την Τουρκία μέχρι το θάνατό του το 1938 και η ιδεολογία του για μια Τουρκία στραμμένη προς την Ευρώπη και για ένα κοσμικό κράτος που απομονώνει τη θρησκεία επιβίωσε καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα -μέχρι την άνοδο του Ερντογάν.

Οι υποστηρικτές του Μουσταφά Κεμάλ κατά τον 20ο αιώνα τον χαρακτήριζαν “ebedi sef” (αιώνιο αρχηγό). Ο Ερντογάν είναι ο μακροβιότερος ηγέτης της Τουρκίας έπειτα από το θάνατο του Μουσταφά Κεμάλ και έχει ισοπεδώσει θεμελιώδη στοιχεία του Κεμαλισμού μέσα σε μόλις μία δεκαετία (κάτι το οποίο έχει αντίκτυπο και στην τουρκική κοινωνία), καθιστώντας το Ισλάμ ως καθοριστικό παράγοντα της πολιτικής της χώρας, αντικαθιστώντας τον Δυτικό προσανατολισμό της Τουρκίας με μία «πολυαξονική διπλωματία» και αυξάνοντας την επιρροή της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή, την Αφρική και την Ευρασία. 

Ο Ερντογάν, όντας ο βασικός παράγοντας αυτής της επανάστασης, θα υπέφερε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο σε περίπτωση κατάρρευσής της. Πιστεύω πως ο Ερντογάν, που οι ακόλουθοί του αποκαλούν “reis” (αφέντης), θα ηγείται στην Τουρκία όσο είναι ζωντανός, παρά την πανδημία, την οικονομία και τις δυσκολίες που του βάζει η Ρωσία. Ο Ερντογάν είναι ο «αιώνιος αφέντης» της Τουρκίας.

Ο Ερντογάν προέρχεται από το κίνημα του πολιτικού Ισλάμ, το οποίο αποσκοπεί στην εκμετάλλευση της κρατικής δύναμης, ώστε να ισλαμοποιήσει μία κοινωνία σε όλα τα επίπεδα της. Μετά την εκλογή του στην πρωθυπουργία το 2003, άρχισε να υπονομεύει σταδιακά τους αντιπάλους του, ενώ παράλληλα έπνιξε το εκπαιδευτικό και κυβερνητικό σύστημα της χώρας μέσω της θρησκείας. Ακόμα πιο σημαντική, είναι η αποκαθήλωση του κοσμικισμού από τα ήθη των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Αξιωματικοί που ορκιζόταν πίστη στην προστασία του κοσμικισμού του Ατατούρκ, πλέον ηγούνται προσευχών Ισλαμικού στυλ πριν από τις μάχες στη Συρία.

Ο Ερντογάν πρέπει να αισθάνεται ότι μια θεϊκή παρουσία καθοδηγεί την επιτυχία του. Δεν θα μπορούσε να έχει επιτύχει την επανάσταση του χωρίς τη βοήθεια του Θεού- και λίγο Μακιαβελικό σχεδιασμό.

Στην εξωτερική πολιτική έχει επίσης κινηθεί μεθοδικά· αυτή τη φορά με συγκρούσεις εκτός των συνόρων της Τουρκίας. Απομακρυνόμενος από την ευρωκεντρική και περιφερειακή στάση που επιτάσσει ο κεμαλισμός, ο Ερντογάν επιχείρησε να επεκτείνει την επιρροή της Άγκυρας στη Μέση Ανατολή, αρχικά στα γειτονικά κράτη του Ιράκ και της Συρίας και μεταγενέστερα στη Λιβύη, ενώ παράλληλα προέβη σε δημιουργία στρατηγικών βάσεων στον Ινδικό Ωκεανό και τον Περσικό Κόλπο.

 Enter Putin, the 3-D Chess Player

Ο Πούτιν χρησιμοποίησε την απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν, ώστε να απομακρύνει την Τουρκία από την Ουάσιγκτον.

Η περίοδος μετά την απόπειρα πραξικοπήματος ήταν η κατάλληλη στιγμή για τον Πούτιν να εμπλακεί. Ο Ρώσος Πρόεδρος ήταν ο πρώτος ηγέτης που επικοινώνησε με τον Ερντογάν μετά την απόπειρα, καλώντας τον και σε συνάντηση στην Αγία Πετρούπολη. Κίνηση μεγάλου σκακιστή από τον Πούτιν: Η πρώτη επίσκεψη του Ερντογάν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα δεν ήταν στην Ουάσιγκτον με τον Ομπάμα, ούτε και στις Βρυξέλλες στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, αλλά στην παλιά αυτοκρατορική πρωτεύουσα της Ρωσίας, όπου ο Ρώσος Πρόεδρος καλωσόρισε τον Τούρκο «σουλτάνο» με κάθε επισημότητα στο Παλάτι Konstantinovsky. Απλά φανταστείτε πόσο καθησυχασμένος ήταν ο Ερντογάν (ως προς τις σχέσεις του με τον Πούτιν), σκεπτόμενος ότι οι διαφωνίες με τη Μόσχα για το θέμα της Συρίας θα τελείωναν. Επιπλέον, ο Πούτιν προσέφερε προστασία και κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια πολιτική «αγκαλιά» στον Ερντογάν.

Φυσικά αυτή η προστασία δεν θα ερχόταν αφιλοκερδώς. Αν με ρωτήσετε πότε πιστεύω ότι ο Πούτιν προσφέρθηκε να πουλήσει τους S-400 στον Ερντογάν, ενώ γνώριζε ότι αυτό θα βλάψει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, θα σας απαντούσα στη συνάντησή τους στην Αγ. Πετρούπολη το 2016. Αυτό είναι το τίμημα που πλήρωσε και συνεχίζει να πληρώνει ο Ερντογάν ως αντάλλαγμα για την προστασία του Πούτιν.

Ο Πούτιν είναι ένας «τρισδιάστατος» σκακιστής, που επιτυγχάνει τόσα πολλά από στρατηγική άποψη, ενώ κάνει ελάχιστες τακτικές κινήσεις. Χρησιμοποίησε την επίσκεψη του Ερντογάν στην Αγ. Πετρούπολη για να στρέψει το  κράτος με το 2ο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ απέναντι στην ηγέτιδα της συμμαχίας, την Αμερική, επιτυγχάνοντας έτσι έναν ιστορικό στόχο της Ρωσίας.

Ενώ ο Πούτιν επικοινώνησε άμεσα με τον Ερντογάν, ο Ομπάμα κράτησε διαφορετική στάση. Χρειάστηκε να περάσουν 4 μέρες μέχρι να πραγματοποιηθεί επικοινωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας, ενώ το τηλεφώνημα δεν πραγματοποιήθηκε από τον ίδιο τον Πρόεδρο Ομπάμα, αλλά από τον Υπουργό Εξωτερικών John Kerry. Για τον Ερντογάν ήταν πλέον ξεκάθαρο το ποιος ήταν στο πλευρό του· ένα συμπέρασμα που έφερε τεράστιες αναταραχές στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Αργότερα έγινε γνωστή η συμφωνία κοινής διαχείρισης της κατάστασης στη Συρία. Η κίνηση αυτή, μετά το 2016, έγινε ώστε Πούτιν και Ερντογάν να παίρνουν ad hoc αποφάσεις για το ζήτημα αγνοώντας τις ΗΠΑ. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος, οι δύο ηγέτες επικοινωνούσαν συχνά. Σε κάθε συζήτηση, ο Πούτιν έπαιρνε κάτι από τον Ερντογάν στο θέμα της Συρίας και συχνά έδινε ως αντάλλαγμα την υπονόμευση του συμμάχου των ΗΠΑ και του ΡΚΚ, το YPG.

Ο Πούτιν χρησιμοποίησε τον εμφύλιο της Λιβύης, όπως και στη Συρία, ώστε να δημιουργήσει μια στρατηγική αδυναμία στην Άγκυρα, παίζοντας έτσι ταυτόχρονα τους ρόλους του «εμπρηστή» και του «πυροσβέστη». Στις αρχές του 2019,  λόγω και της αυξανόμενης τουρκικής στήριξης στην κυβέρνηση της Τρίπολης, φάνηκε ότι η σύρραξη στη Λιβύη μπορεί να διακοπεί· μέχρι που ο Πούτιν αποφάσισε να εμπλακεί στο πεδίο, το καλοκαίρι του 2019. Η ρωσική στήριξη στον Χαφτάρ υπό τη μορφή μισθοφόρων (Wagner), πρόσθεσε τεχνολογία και ακρίβεια στο οπλοστάσιο του στρατάρχη και τον κατέστησε υπαρξιακό κίνδυνο για την κυβέρνηση στη Τρίπολη.

Το Δεκέμβριο του 2019, όλα έδειχναν ότι η λιβυκή πρωτεύουσα θα περάσει στον έλεγχο του Χαφταρ. Ο Ερντογάν, διαπιστώνοντας τον κίνδυνο που διατρέχουν τα συμφέροντά του στη Λιβύη και ότι, αν ο Χαφτάρ καταλάμβανε την Τρίπολη, θα ακύρωνε το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τα συμβόλαια μεταξύ των δύο κρατών, έσπευσε να ζητήσει συμφωνία κατάπαυσης του πυρός από τη Μόσχα.

Ο «εμπρηστής-πυροσβέστης» Πούτιν, διοργάνωσε ένα «συνέδριο ειρήνης» στη Μόσχα στις 13 Ιανουαρίου. Η αποτυχία του συνεδρίου να οδηγήσει σε εκεχειρία δεν αποτελεί έκπληξη, ωστόσο ο Πούτιν, όντας μεγάλος σκακιστής που έχει την ικανότητα να συνδέει συρράξεις μεταξύ τους και να μετατρέπει τους εμπλεκόμενους σε εξαρτώμενους από τη Μόσχα για την εξεύρεση επίλυσης, ξεκαθάρισε το παρακάτω στον Ερντογάν: εάν ο Τούρκος πρόεδρος αρνηθεί τους όρους του Πούτιν στη Συρία ή ακυρώσει την αγορά των S-400, τότε τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο άσχημα για την Άγκυρα, στο ζήτημα της Λιβύης.

Γι’ αυτό το λόγο, παρόλο που από το Μάιο του 2020 η Τουρκία βοήθησε την κυβέρνηση της Τρίπολης να αναγκάσει τον Χαφτάρ να υποχωρήσει από την Τρίπολη, ο Ερντογάν χρειαζόταν τον Πούτιν.

Κατά τη γνώμη μου, η απουσία των ΗΠΑ από τη Λιβύη προδιαγράφει ένα status quo στη Λιβύη, στο οποίο Άγκυρα και Μόσχα μοιράζονται τη χώρα.

Παρομοίως, το Νοέμβριο ο Πούτιν ενεπλάκη στη σύρραξη Αρμενίας-Αζερμπαιτζάν στο Νότιο Καύκασο, μεσολαβώντας για την επίτευξη εκεχειρίας μεταξύ των συμμάχων της Άγκυρας και του Ερεβάν. Για άλλη μια φορά, η Ρωσία λειτούργησε ως αντίβαρο αλλά και ως συνεργάτης των τουρκικών συμφερόντων σε μια άλλη περιοχή.

 Ερντογάν εναντίον Πούτιν

Οι δύο ηγέτες συνεργάζονται μεταξύ τους και είναι παράλληλα σε αντίπαλα στρατόπεδα, σε τρία διαφορετικά σκηνικά πολέμου. 

Ο λόγος είναι η ασύμμετρη φύση των ρωσοτουρκικών σχέσεων αλλά και των σχέσεων των δύο ηγετών. Ο Πούτιν είναι αυτός που παίρνει τις αποφάσεις και ο Ερντογάν ακολουθεί.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, ο Πούτιν γνωρίζει ότι πρέπει να κρατάει τον Ερντογάν ευχαριστημένο. Παρόλο που ο Ρώσος Πρόεδρος λαμβάνει τις αποφάσεις για τη Συρία, δεν θέλει να «ζορίσει» τον Τούρκο ομόλογό του και ο λόγος είναι ότι υπάρχει βάθος χρόνου στον σχεδιασμό του ως προς τις σχέσεις με την Τουρκία. Η πολιτική του από το 2016 είναι σταθερή: ποτέ μην αποξενώνεις παντελώς την Τουρκία. Ο Πούτιν θέλει να κρατήσει την Άγκυρα όσο το δυνατό περισσότερο στη Μόσχα και ταυτόχρονα όσο πιο μακριά από το ΝΑΤΟ γίνεται.

 Ο Τούρκος Πρόεδρος βασίζεται διπλωματικά στη Μόσχα από τότε που ο Πούτιν ήρθε σε επικοινωνία μαζί του, μετά το πραξικόπημα του 2016, και οι τεταμένες σχέσεις του στο διεθνές στερέωμα τον έχουν οδηγήσει σε μια σχέση εξάρτησης. Επιπλέον, οι στρατιωτικές δυνατότητες της Ρωσίας και η ιστορία που έχουν εναντίον της Τουρκίας, κάνουν τον Ερντογάν να ανησυχεί για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σύγκρουσης.

Τέλος, πιστεύω ότι από τη συνάντηση στην Αγ. Πετρούπολη ο Ερντογάν αξιολόγησε τον Πούτιν ως προστάτη του.

 Άλλωστε, ο Πούτιν απλά επιβεβαίωσε τη φήμη του ως προστάτης τέτοιου είδους ηγετών παγκοσμίως, από τον Άσαντ στη Δαμασκό μέχρι τον Μαντούρο στο Καράκας.

Ανάμεσα σε Ρωσία και ΗΠΑ

Ο Ερντογάν χρειάζεται να αναπτύξει σχέσεις με τον Μπάιντεν. Ο λόγος είναι ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος γνωρίζει την αξία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και έτσι ενδέχεται οι ΗΠΑ να ανακουφίσουν την παραπαίουσα οικονομία της Τουρκίας.

Στο στρατηγικό κομμάτι, ο Ερντογάν εκτιμά τις ΗΠΑ και πιστεύω ότι αυτό είναι μια πρόσφατη εξέλιξη. Ο Τούρκος Πρόεδρος κατανοεί ότι η υποστήριξη από την Ουάσιγκτον στην Τουρκία, στην περιοχή της Ιντλίμπ, ενδυναμώνει τη θέση της Άγκυρας απέναντι στη Μόσχα για το ζήτημα της Συρίας.

Πιστεύω ότι ο Ερντογάν θα επιδιώξει να αναπτύξει μια καλή σχέση με τον Μπάιντεν, τουλάχιστον για βραχυπρόθεσμο διάστημα. Υπάρχουν φωνές στην Αμερικανική κυβέρνηση που υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να κάνει ό,τι είναι δυνατό για να διατηρήσει την Τουρκία στο στρατόπεδό της. Τελευταία, αυτό αποτελεί και τροχοπέδη για την περαιτέρω ανάπτυξη σχέσεων Άγκυρας-Μόσχας.

Το χρονικό περιθώριο του Μπάιντεν

Θα υπάρξει ένα χρονικό περιθώριο στην αρχή της Προεδρίας Μπάιντεν, κατά τη διάρκεια του οποίου ο Ερντογάν θα προσεγγίσει την Ουάσιγκτον, κατανοώντας παράλληλα ότι χρειάζεται τις ΗΠΑ περισσότερο απ’ ότι οι ΗΠΑ αυτόν

Η Τουρκία θα βγει από την εποχή της πανδημίας με ακόμα περισσότερα οικονομικά προβλήματα και αυτό είναι κακό νέο για τον Ερντογάν, ο οποίος κερδίζει στις εθνικές εκλογές από το 2002 λόγω της καλής οικονομικής πολιτικής που εφήρμοζε. Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος, γνωρίζει ότι θα έχει λιγότερη στήριξη από την κοινωνία μετά την πανδημία. Επίσης γνωρίζει ότι υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της τουρκικής οικονομίας και των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και ότι μια οικονομία με δυσοίωνο μέλλον, σε συνδυασμό με την ελεύθερη πτώση των αμερικανοτουρκικών, θα απειλούσε την Τουρκία με οικονομική συντριβή, όπως αποδεικνύεται και από την κρίση για το θέμα του Πάστορα Brunson το 2018.

 Το παιχνίδι του Ερντογάν

Ο Ερντογάν πρέπει να αντιστρέψει την υπάρχουσα δυναμική, δημιουργώντας ένα αφήγημα που δείχνει ότι έχει καλές σχέσεις με τον Μπάιντεν.  Αυτό σημαίνει ότι ο Μπάιντεν, μπορεί να ζητήσει από τον Ερντογάν να περιορίσει την πολιτική καταστολής που εφαρμόζει στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά ο Ερντογάν να αποφύγει να κάνει παραχωρήσεις στην αντιπολίτευση· κάτι που θα οδηγούσε στην έξωσή του μέσω της κάλπης. Με απλά λόγια, ο Ερντογάν θα δείχνει ότι σταματά την πολιτική διώξεων, ενώ στην πραγματικότητα θα έχει ακόμα την εξουσία στα χέρια του.

Επίσης, δεν πιστεύω ότι θα επιστρέψει (ο Ερντογάν) το σύστημα S-400 στον Πούτιν. Ο τελευταίος θέλει να δει το θέμα των πυραύλων να υπονομεύει τις σχέσεις Άγκυρας-Ουάσιγκτον. Επιπλέον, όπως είπαμε, ο Ερντογάν βλέπει τον Πούτιν ως προστάτη του και για αυτό το λόγο δε θέλει σε καμία περίπτωση να θίξει τον Ρώσο ομόλογό του.

Το να ζητήσει ο Ερντογάν από τον Μπάιντεν την εμπλοκή των ΗΠΑ σε Συρία και Λιβύη,την ανοχή για τη χειραγώγηση που δέχεται από τον Πούτιν και για τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό της χώρας του,  δεν θα ήταν επιτυχημένη κίνηση γιατί πολύ απλά ο Τούρκος Πρόεδρος ζητάει πολλά.

Η στρατηγική του είναι να «παίξει» τον Μπάιντεν αλλά να παραμείνει δίπλα στον Πούτιν. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Τούρκος Πρόεδρος θα κάνει οτιδήποτε του ζητήσει ο Μπάιντεν. Τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Μετάφραση: Νίκος Χριστοφορίδης

Πηγή: paturkey.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις18 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις48 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή