Διεθνή
Στήριξη ΗΠΑ στην Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών – Προκλήσεις και προοπτικές
Επιπλέον χρηματοδότηση προς την «Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών» ανακοίνωσαν οι ΗΠΑ καθώς φαίνεται πως ο ΥΠΕΞ Mike Pompeo στηρίζει θερμά το εγχείρημα. Αναλυτές προειδοποιούν πως υπάρχουν ορισμένα ζητήματα που σίγουρα θα προβληματίσουν τυχόν επενδυτές. Ο Πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα κάλεσε την Ελλάδα να ενταχθεί, κάτι που είχε προτείνει (και για Κύπρο) και ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας πριν δύο μήνες.
Η περιφερειακή «Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών» («3 Seas Initiative»), την οποία ξεκίνησαν Κροατία και Πολωνία, φέρνει κοντά ευρωπαϊκά κράτη στο τρίγωνο των θαλασσών της Αδριατικής, της Βαλτικής και της Μαύρης Θάλασσας. Σκοπός της είναι η επίτευξη βιωσιμότητας και ανάπτυξης μέσα από κοινά προγράμματα ενέργειας, υποδομών, πράσινης και ψηφιακής οικονομίας. Όραμά της, σύμφωνα με την πρώην Πρόεδρο της Κροατίας Kolinda Grabar-Kitarović, να καταστεί η κεντρική Ευρώπη η ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας.
Στην τελευταία σύνοδο στο Ταλίν της Εσθονίας, ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας Rumen Radev πρότεινε τη συμπερίληψη στην «Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών» της Ελλάδας και της Κύπρου (Σημερινή της Κυριακής, 25/10/2020). Αναφορά σε αυτό το ενδεχόμενο έκανε και σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα.
Πέντε χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Π3Θ (3SI) αρχίζει να παίρνει μορφή. Ωστόσο, αυτό το φιλόδοξο σχέδιο για αύξηση του εμπορίου και της συνδεσιμότητας στον κάθετο άξονα Βορρά-Νότου της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης δείχνει κάποια σημάδια αστάθειας λόγω της αποκεντρωμένης, διακυβερνητικής δομής του.
Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο «Visegrad Insight» (07/12/2020), στα πλαίσια του προγράμματος «#DemocraCE», ο Marcus How, επικεφαλής του τομέα έρευνας και ανάλυσης της ViennEast Consulting GmbH εξηγεί πως έχουν πληθύνει τα σημάδια που δείχνουν πως η Πρωτοβουλία είναι επιτέλους έτοιμη να κάνει πράξη τις φιλόδοξες υποσχέσεις της τα επόμενα χρόνια. Από την άλλη, προειδοποιεί πως πιθανόν να αναγκαστούν οι ιδιώτες επενδυτές να κάνουν μια παύση πριν να αναλάβουν δεσμεύσεις για παροχή των κεφαλαίων τους. Οι λόγοι: Θεσμική απειρία σε εθνικό επίπεδο γύρω από την διαχείριση και τον συντονισμό τέτοιας έκτασης έργων, δημοσιονομική αβεβαιότητα, διασυνοριακές αποκλίσεις, πολιτική αστάθεια και γεωπολιτικοί παράγοντες.
Το Επενδυτικό Ταμείο της Π3Θ
Στην τελευταία Σύνοδο της Π3Θ στο Ταλίν στις 19-20 Οκτωβρίου το Επενδυτικό Ταμείο της Πρωτοβουλίας των Τριών Θαλασσών (Three Seas Initiative Investment Fund, 3SIIF) ενισχύθηκε. Οι ΗΠΑ δεσμεύτηκαν να παράσχουν το 30% των συνδυασμένων συνεισφορών των κρατών που συμμετέχουν στην Π3Θ, ένα ποσό που μπορεί να αγγίξει το €1 δισεκατομμύριο, με σκοπό τη χρηματοδότηση υποδομών μεταφοράς, ψηφιακής τεχνολογίας και ενέργειας. Επίσης, διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η Παγκόσμια Τράπεζα και η IDFC First Bank της Ινδίας ανακοίνωσαν πως θα συμμετέχουν στο Ταμείο 3SIIF.

Ο How αναφέρει πως το 3SIIF εκτιμά πως τα τα κράτη-μέλη της ΕΕ στην περιοχή της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης θα χρειαστούν σχεδόν €530 δισεκατομμύρια για επενδύσεις υποδομών μέχρι το 2030 και ένα επιπλέον ποσό της τάξεως των €270 δισεκατομμυρίων για διασυνοριακές υποδομής. Για αυτή τη στιγμή, το 3SIIF έχει βάλει ως στόχο την συλλογή €5 δισεκατομμυρίων από κρατική χρηματοδότηση με στόχο επιπλέον €100 δισεκατομμύρια από ιδιωτικές επενδύσεις.
Προκλήσεις ιδιωτικής χρηματοδότησης
Θεωρητικά, συνεχίζει ο How, υπάρχουν πολλοί λόγοι που ελκύουν το ενδιαφέρον ιδιωτών επενδυτών. Η περιοχή των Τριών Θαλασσών έχει σαφώς ανεκμετάλλευτο δυναμικό, αντιπροσωπεύει το 30% της περιοχής της ΕΕ και 22% του πληθυσμού της αλλά μόλις 10% του ΑΕΠ το οποίο ωστόσο (βάση προ-κορωνοϊού εκτιμήσεων) προβλέπεται να αυξηθεί κατά 35% μέχρι το 2030.
Επί του παρόντος, υπάρχουν 77 προτάσεις έργων, 4 από τις οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη. Ένα από τα μεγάλα προγράμματα της πρωτοβουλίας είναι η «Via Carpathia», που θα δημιουργήσει έναν εμπορικά αναγκαίο κάθετο διάδρομο. Ο αυτοκινητόδρομος θα συνδέει τον λιμένα της Κλάιπεντα της Λιθουανίας με τη Θεσσαλονίκη, διά μέσου Πολωνίας, Σλοβακίας, Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας.
Αναπτύσσεται επίσης ο σιδηρόδρομος υψηλής ταχύτητας «Rail Baltica» που θα συνδέει Βαρσοβία-Ταλίν-Ελσίνκι όπως και η διαμόρφωση των υποδομών για υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) που θα ρέει από την Πολωνία στην Κροατία και θα ανταγωνίζεται το ρωσικό. Άλλη υποδομή που έχει περάσει σε φάση υλοποίησης είναι ο ποτάμιος διάδρομος Δούναβη-Όντερ-Έλβας.

Στις 2 Δεκεμβρίου το 3SIIF ανακοίνωσε την πρώτη του επένδυση σε ψηφιακή υποδομή αποκτώντας μέρος του ελέγχου στην πλατφόρμα του κέντρου δεδομένων (data center) της εσθονικής Greenergy. Όπως μετέδωσε το εσθονικό «ERR» (03/12/2020), το Ταμείο 3SIIF συνέβαλε ως επενδυτής στην απόκτηση του MCF Group Estonia OÜ που κατασκευάζει το μεγαλύτερο κέντρο δεδομένων της Βαλτικής και θα λειτουργήσει κοντά στο Ταλίν το 2021 με υψηλές προδιαγραφές ασφάλειας και μειωμένης ενεργειακής κατανάλωσης. Η κατασκευή ξεκίνησε τον Φεβρουάριο και οι λεπτομέρειες της συναλλαγής παρέμειναν εμπιστευτικές, αναφέρει το «ERR».
Παρόλα αυτά, συνεχίζει στο δικό του άρθρο ο How, υπάρχουν τα σημαντικά ρίσκα που αναφέρθηκαν προηγουμένως: Θεσμική απειρία, δημοσιονομική αβεβαιότητα, διασυνοριακές αποκλίσεις, πολιτική αστάθεια και γεωπολιτικοί παράγοντες.
Θεσμική απειρία & «greenfield»
Πολλά από τα έργα που προβλέπονται από την Π3Θ είναι «greenfield», γράφει ο How, δηλαδή ξεκινούν από το μηδέν και συνεπώς από την μια δεν έχουν βαρίδια από προηγούμενες δομές, από την άλλη χρειάζονται υψηλές δαπάνες και χρειάζονται χρόνια για να αποδώσουν τα όσα θα έχουν επενδυθεί. Σε μια πρόσφατη μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σημειώθηκε ότι τα κράτη της περιοχής των Τριών Θαλασσών παρουσιάζουν ελλείψεις σε σχέση με τη διαχείριση των υποδομών («infrastructure governance») όπως για παράδειγμα η αξιολόγηση των έργων, η επιλογή τους και η διαχείριση υλοποίησής τους.
Με δεδομένο ότι τα έργα της Π3Θ καθοδηγούνται πρώτα και κύρια από τις εθνικές κυβερνήσεις, θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν θα χρειάζεται να εμπλακούν και ως εκ τούτου δεν θα μπορούν να αντισταθμίσουν τυχόν ελλείψεις που θα υπάρξουν. Για παράδειγμα, η συμμετοχή ιδιωτών στην ανάπτυξη υποδομών μεταφορών στην περιοχή των Τριών Θαλασσών αποτελούν αχαρτογράφητα νερά καθώς αποτελούν σε μεγάλο βαθμό δημόσια περιουσία και τυγχάνουν κρατικής διαχείρισης.
Δημοσιονομική αβεβαιότητα
Μέχρι στιγμής τα κράτη της Π3Θ έχουν συνεισφέρει μαζί €913 εκατομμύρια στο 3SIIF, κάτι που δείχνει πως αρχίζουν τα εννοούν τα όσα λένε. Ωστόσο, συνεχίζει ο How, με το δημόσιο χρέος και το δημοσιονομικό έλλειμμα να αντιμετωπίζουν απότομες αυξήσεις στην περιοχή των Τριών Θαλασσών (με την επιδημία του νέου κορωνοϊού να χειροτερεύει τα πράγματα) τότε απειλείται η κρατική χρηματοδόση των κοινών έργων.
Σε μερικές περιπτώσεις, η βιωσιμότητα των κρατικών δαπανών αποτελούσε πρόβλημα ακόμη και πριν από την κρίση του Covid19, όπως για παράδειγμα στην Ρουμανία που έχει ήδη σημειώσει έλλειμμα 4.6% του ΑΕΠ το 2019.
Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος που λέει πως τέτοιου είδους δαπάνες λειτουργούν ως δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής. Παρόλα αυτά, ο κίνδυνος περικοπών στους προϋπολογισμούς έργων και ιδιαίτερα σε υποεθνικό επίπεδο, παραμένει υψηλό με πιθανό αποτέλεσμα την τροποποίηση των συμβάσεων ή δαπανηρές καθυστερήσεις. Αυτό θα μπορούσε να θέσει υπαρξιακά ερωτήματα σε ιδιώτες επενδυτές για ορισμένα έργα της Π3Θ.
Διασυνοριακές αποκλίσεις
Οι περιοχή των Τριών Θαλασσών μοιράζεται μια κοινή ιστορία κομμουνισμού και μετάβασης στον ευρωατλαντισμό αλλά είναι ετερογενής στις περισσότερες από τις άλλες απόψεις, σημειώνει ο How. Η θεσμική ποιότητα, για παράδειγμα, μεταβάλλεται από κράτος σε κράτος και αυτό κάνει ακόμη πιο δύσκολη την ανάτπυξη διασυνοριακών υποδομών σε μια περιοχή που δεν έχει αρκετή τέτοια εμπειρία. Αυτό προσθέσει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας σχετικά με τον συντονισμό και την υλοποίηση των έργων της Π3Θ τα οποία επηρεάζονται από δείκτες όπως η ποιότητα των ρυθμιστικών αρχών και η αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης.

Η έργο του σιδηρόδρομου «Rail Baltica» αποτελεί ένα στιγμιότυπο αυτών των προκλήσεων. Η αρχική προθεσμία του έργου αναμένεται να χαθεί λόγω των αρχών του βέτο, της απαρτίας και της ομοφωνίας που διέπουν την λήψη αποφάσεων των ενδιαφερομένων. Και αυτό προστίθενται τα λάθη στην υλοποίηση, όπως για παράδειγμα η κατασκευή από τη Λιθουανία 200 χιλιομέτρων του σιδηρόδρομου προς την Πολωνία με ράγες που δεν πληρούσαν τα σωστά κριτήρια.
Τα κράτη της Βαλτικής παρουσιάζουν ίσως τα χαμηλότερα επίπεδα διασυνοριακής απόκλισης στην περιοχή των Τριών Θαλασσών, ωστόσο οι προκλήσεις είναι σημαντικές. Και σε αυτό, υπογραμμίζει ο How, δεν εξετάζεται καν το ζήτημα της διαφθοράς, του κράτους δικαίου και των όρων που θέτει η ΕΕ για χρηματοδοτούμενα από αυτήν έργα που θα μπορούσαν να επηρεάζουν χώρες της Π3Θ όπως η Ουγγαρία, η Πολωνία και η Βουλγαρία.
Γεωπολιτικοί παράγοντες
Πίσω από τη συμμετοχή των ΗΠΑ στην Π3Θ υπάρχει ένα διμερές κίνητρο να προωθηθούν τα ενεργειακά συμφέροντά τους εις βάρος της Ρωσίας αλλά και να αποτραπούν κινεζικές επενδύσεις σε υποδομές ψηφιακής τεχνολογίας και μεταφορών. Οι ξένες επενδύσεις που καθοδηγούνται από την πολιτική μπορεί να είναι θετικές αφού κινητοποιούν τεράστιους πόρους όπως δείχνουν τα παραδείγματα του αμερικανικού Σχεδίου Marshall και του κινεζικού Νέου Δρόμου του Μεταξιού (Πρωτοβουλίας Μιας Ζώνης και Ενός Δρόμου ή Belt & Road), αναφέρει ο How.

Ωστόσο, ανοίγουν επίσης την πόρτα για εξωτερική αστάθεια και παρεμβάσεις. Η Π3Θ δεν αποκλείει συμμετοχή της Ρωσίας ή της Κίνας και είναι πιθανόν πως μαζί με τις ΗΠΑ μπορεί να θέσουν την χρηματοδότηση έργων σε συνθήκες που να μην τα καθιστούν ελκυστικά. Υπάρχει επίσης περιθώριο για κράτη της Π3Θ να επιζητούν έργα που είναι ασύμβατα με την φιλοσοφία της Πρωτοβουλίας.
Η Ουγγαρία, για παράδειγμα, φιλοξενεί το κέντρο υλικοτεχνικής υποστήριξης και διοικητής μέριμνας (logistics) της κινεζικής Huawei στην Κεντρική Ευρώπη κάτι το οποίο δεν είναι σε θέση να συνυπάρξει με τις επενδύσεις των ΗΠΑ σε ψηφιακές υποδομές. Ομοίως, η συμμετοχή της Αυστρίας στον ρωσικών συμφερόντων αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream 2 είναι προβληματική για τους ίδιους λόγους.
Αυτό υπογραμμίζει και το γεγονός πως τα κράτη συμμετέχουν για διαφορετικούς στρατηγικούς λόγους στην Π3Θ και αυτό είναι κάτι που είναι απίθανο να αλλάξει ως αποτέλεσμα ενός εκλογικού κύκλου στο καθένα.
Για την Πολωνία, την Κροατία, την Ρουμανία και τις βαλτικές χώρες η Π3Θ είναι ένα γεωπολιτικό εργαλείο με μεγάλα οικονομικά πλεονεκτήματα. Από την άλλη, για κράτη με μια πιο προσεκτική γεωπολιτική στάση, όπως η Αυστρία, η Ουγγαρία και η Τσεχία, η Π3Θ είναι περισσότερο μια ευκαιριακή επιβίβαση σε ένα τρένο οικονομικής ανάπτυξης.
Ο How αναφέρει πως αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό, όμως με δεδομένο πως η Π3Θ δεν έχει συγκεντρωτική μορφή, η τελική γεωπολιτική του μορφή μπορεί να παραμορφωθεί.
Ως καταληκτικό σχόλιο στο εκτενές άρθρο του, ο Marcus How αναφέρει πως ως έχουν τα πράγματα, οι προοπτικές για την Π3Θ περιπλέονται από ένα τεράστιο αριθμό μεταβλητών που είναι πιθανόν πως θα αναγκαστούν να διαχειριστούν οι επενδυτές.
Με αυτά υπόψη, η ισχύς της Π3Θ είναι ακριβώς στην ευελιξία, την ασάφεια και την δυναότητα αυτοσχεδιασμού έργων σε λευκό χαρτί. Η υλοποίηση οποιουδήποτε μεγάλου αριθμού έργων είναι πιθανόν πως θα αποφέρει θετικά οφέλη.
Τα πιο πολύ υποσχόμενα έργα θα είναι εκείνα με τις σαφέστερες αποδόσεις και τις υψηλότερες πιθανότητες αποτελεσματικής εφαρμογής. Αν και είναι πιθανόν να απαιτηθούν μεγαλύτερα επίπεδα κρατικής χρηματοδότησης, οι κυβερνήσεις που δεν θα είναι σε θέση να συντονίσουν και να διαχειρστούν αποτελεσματικά τα έργα θα επωφεληθούν από το ζητήσουν την συμμετοχή θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και διεθνών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Βουλγαρική προεδρία, Κύπρος & Ελλάδα
Όπως ανέλυσε εκτενώς η «Σημερινή της Κυριακής» (25/10/2020), στην τελευταία Σύνοδο της Π3Θ στο Ταλίν ο Πρόεδρος της Βουλγαρίας Rumen Radev πρότεινε τη συμπερίληψη Ελλάδας και Κύπρου στο εγχείρημα. «Δεν έχουμε κανένα συμφέρον στο να παραμένουμε στη γεωγραφική περιφέρεια με τις υποδομές, την ενέργεια και τους ψηφιακούς διαδρόμους να τερματίζουν στα σύνορά μας. Πρέπει να συνεχίσουν στους εταίρους μας. Συνεπώς, η Ελλάδα και η Κύπρος είναι μια φυσική προέκταση αυτής της πρωτοβουλίας», δήλωσε και ανέφερε πως οι ηγέτες των δύο κρατών δήλωσαν έτοιμοι να ανταποκριθούν στην πρόσκληση.
Στην επόμενη σύνοδο των Τριών Θαλασσών θα προεδρεύει η Βουλγαρία. Ως προτεραιότητα της βουλγαρικής προεδρίας ο Rumen Radev έθεσε την οικοδόμηση εκπαιδευτικών και επιστημονικών συνδέσμων.

Στις 11 Δεκεμβρίου, η ΥΠΕΞ της Βουλγαρίας Ekaterina Zaharieva ανακοίνωσε πως το Διοικητικό Συμβούλιο της Διεθνούς Εταιρείας Αναπτυξιακής Χρηματοδότησης των ΗΠΑ (US International Development Finance Corporation, DFC), θα συνεισφέρει $300 εκατομμύρια στο 3SIIF. Όπως μετέδωσε το βουλγαρικό πρακτορείο ειδήσεων (BTA, 11/12/2020), της συνεδρίας του DFC προήδρευσε ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Mike Pompeo που είναι μέλος του Συμβουλίου. Σε δική του ανακοίνωση την περασμένη Πέμπτη, το DFC ανέφερε πως σκοπός της χρηματοδότησης είναι η βοήθεια σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης για να αυξήσουν την ενεργειακή τους ασφάλεια.
Η αμερικανική στήριξη προς την Π3Θ και την ενδεχόμενη ένταξη της Ελλάδας φάνηκε και σε ειδική αναφορά που έκανε ο Πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα Geoffrey Pyatt. Σε ομιλία του την 1η Δεκεμβρίου 2020 στο American-Hellenic Chamber of Commerce στην Αθήνα δήλωσε και τα εξής:
«Η Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών, τέλος, αποτελεί μια ακόμη ευκαιρία για την Ελλάδα στο να αξιοποιήσει την στρατηγική της θέση και να ενισχύσει τον ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας. Τον περασμένο μήνα, η Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα στήριξης προς την Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών, καταδεικνύοντας ισχυρή διμερή υποστήριξη σε αυτό.»
Στο Βουκουρέστι το 2018 υπεγράφη συμφωνία για 48 πολυμερή, διμερή και εθνικά προγράμματα διασύνδεσης. Αυτά περιλαμβάνουν προγράμματα ενέργειας (π.χ. αγωγός Ιονίου-Αδριατικής), ψηφιακής ανάπτυξης (π.χ. ψηφιακός διάδρομος 3 Θαλασσών, φόρουμ έξυπνων πόλεων, διαλειτουργικότητα, 5G) και μεταφορών (π.χ. «Viking Train», ποτάμιος διάδρομος Δούναβη-Όντερ-Έλβας, σήραγγα του Αίμου «Petrohan Pass»). Σε πολλά ήδη συμμετέχει και η Ελλάδα, καθώς και άλλες χώρες εκτός Π3Θ, όπως Σερβία, Μαυροβούνιο, Ιταλία, Φινλανδία, Νορβηγία, Αλβανία και Τουρκία.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

