Διεθνή
Αυτό είναι το σχέδιο του νεοσουλτάνου Ερντογάν για την Τουρκία
Συχνά στην εσωτερική συζήτηση για τα εθνικά θέματα επικεντρώνουμε σε μια εικόνα της Τουρκίας ως διαρκώς απομονωμένης ή γενικά σχετικά αδύναμης. Μόνο που αυτό συνήθως υποτιμά τις πραγματικές διαστάσεις της τουρκικής πολιτικής, τις δυναμικές που αυτή αποτυπώνει αλλά και τις αντιφάσεις που τη διαπερνούν.
Κυρίως παραβλέπει ότι η Τουρκία εδώ και αρκετά χρόνια προσπαθεί να κατοχυρώσει ότι έχει ανήκει στην κατηγορία των «περιφερειακών δυνάμεων» και δη αυτών που μπορούν να παίρνουν αυτοτελείς πρωτοβουλίες και να συνομιλούν με τις χώρες που παραδοσιακά περιγράφουμε ως «μεγάλες δυνάμεις» από μια θέση σχετικής ισχύος.
Αυτό είναι αρκετά διαφορετικό από την εποχή που Ελλάδα και Τουρκία αποτελούν χώρες με ανάλογη δυναμική, όπου η πολύ μεγαλύτερη πληθυσμιακά Τουρκία έβλεπε ταυτόχρονα την Ελλάδα να έχει πετύχει την ενσωμάτωση στην ΕΕ, να έχει ισχυρή οικονομική παρουσία στα Βαλκάνια και να επιδεικνύει σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Μόνο που αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας έχει και στοιχεία αλαζονείας και μεγαλύτερης πραγματικής έκθεσης σε κινδύνους.
Η πολυπίπεδη στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας
Η Τουρκία ολοένα και περισσότερο θέλει να επιδεικνύει τη στρατιωτική της ισχύ της και μάλιστα σε συνδυασμό με την στρατιωτική παρουσία εκτός συνόρων και την παροχή στρατιωτικής βοήθειας που μπορεί να αλλάζει συσχετισμούς σε κρίσιμες συγκρούσεις.
Είμαστε μακριά από την εποχή όπου η βασική στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας ήταν για να μπορεί να κατοχυρώνει τη διαίρεση της Κύπρου. Η Τουρκία έχει σήμερα τoν δεύτερο εν ενεργεία στρατό του ΝΑΤΟ. Εκτός από την Κύπρο, η Τουρκία έχει στρατιωτική παρουσία στη Συρία, με σημαντικές δυνάμεις στον θύλακα της Ιντλίμπ αλλά και στη «ζώνη ασφαλείας» που έχει καταλάβει στη βορειοανατολική Συρία, με ανοχή τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ρωσίας. Κάνει συχνά επιχειρήσεις μέσα στο έδαφος του Ιράκ, καθώς εκεί έχουν τη βάση τους κουρδικές δυνάμεις και ουσιαστικά διατηρεί και προσωρινές στρατιωτικές υποδομές στο ιρακινό έδαφος. Έχει στρατιωτική παρουσία στη Λιβύη, υποστηρίζοντας τις δυνάμεις της κυβέρνησης της Τρίπολης και συμβάλλοντας με βοήθεια σε υλικό και σε μισθοφόρους στο να αλλάξει ο συσχετισμός δύναμης και να διαμορφωθεί η τρέχουσα ισορροπία. Έχει στρατιωτική παρουσία στον Καύκασο καθώς τα τουρκικά drones αποδείχτηκαν ζωτικής σημασίας στην αποτελεσματικότητα των ενόπλων δυνάμεων του Αζερμπαϊτζάν στην σύγκρουση με την Αρμενία γύρω από τον θύλακα του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Χρησιμοποιεί τα πλοία του πολεμικού της ναυτικού για επίδειξη δύναμης στη Μεσόγειο και για υποστήριξη των τουρκικών ερευνητικών σκαφών που εισέρχονται είτε στα «οικόπεδα» της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε εντός των περιοχών που η Ελλάδα θεωρεί ότι ανήκουν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Πέραν αυτών η Τουρκία έχει στρατιωτική βάση στο Κατάρ, συμφωνία για στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία, συμμετοχή σε ειρηνευτικά σώματα στο Αφγανιστάν και σε άλλες περιοχές.
Η διεκδίκηση όλο και πιο σημαντικού διπλωματικού ρόλου
Μια ένδειξη για την διεκδίκηση από μια χώρα ενός αναβαθμισμένου γεωπολιτικού ρόλου είναι και ο τρόπος με τον οποίο αναβαθμίζει τις διπλωματικές αποστολές της. Με την εξαίρεση της Ωκεανίας, η Τουρκία έχει αυξήσει σημαντικά τον αριθμό πρεσβειών και των προξενείων της σε μια σειρά από κρίσιμες περιοχές στην Ασία και την Αφρική, αλλά και στην Ευρώπη και την Βόρεια και Νότια Αμερική. Μάλιστα, η μεγαλύτερη αύξηση καταγράφεται στην Αφρική, μια ήπειρο στην οποία η Τουρκία δίνει ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα, και στην Ασία.
Το τέλος της εποχής των «μηδενικών προβλημάτων»
Για αρκετές δεκαετίες το κυρίαρχο δόγμα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με αφετηρία την εξωτερική πολιτική του ίδιου του Κεμάλ Ατατούρκ ήταν αυτό των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες».
Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί για αρκετές δεκαετίες η Τουρκία απέφυγε τις εντάσεις με τους γείτονές της – με την εξαίρεση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης – προσπάθησε να αποφύγει την μεγάλη εμπλοκή στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, διατηρώντας παράλληλα καλές σχέσεις με το Ισραήλ και βέβαια αξιοποίησε ιδιαίτερα το ρόλο της ως χώρας – μέλους του ΝΑΤΟ.
Τώρα, οι αναλυτές της τουρκικής πολιτικής επισημαίνουν ότι το δόγμα έχει μετατοπιστεί σε «μηδενικοί γείτονες με τους οποίους δεν υπάρχουν προβλήματα», όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά οι Financial Times. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας ολοένα και περισσότερο επιθετικής πολιτικής που διεκδικεί αυξημένο ρόλο και παρουσία.
Για παράδειγμα, εκεί που στα τέλη της δεκαετίας του 1990 η Τουρκία μπόρεσε να συνεργαστεί με τη Συρία για την υπονόμευση της δράσης του PKK, με το ξέσπασμα των αντιπολιτευτικών διαδηλώσεων στη Συρία το 2011, η Τουρκία θεώρησε ότι είχε την ευκαιρία να σπρώξει τα πράγματα στην ανατροπή της κυβέρνησης Άσαντ, εκτίμηση που οδήγησε σε μια διαρκή στρατιωτική παρουσία και εμπλοκή. Αντίστοιχα, η Τουρκία της εποχής Ερντογάν σταδιακά θεώρησε ότι μπορούσε να είναι η δύναμη που θα υποστήριζε τα δίκαια των Παλαιστινίων και δη της Χαμάς, με την οποία διατηρεί σχέσεις, στοιχείο που οδήγησε σε μια διάρρηξη των παραδοσιακά καλών σχέσεων με το Ισραήλ. Την ίδια στιγμή ο τρόπος που θα θεωρήσει ότι μαζί με το Κατάρ εκπροσωπούσαν την ατζέντα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην περίοδο από την Αραβική Άνοιξη και μετά, σήμαινε σημαντική αντιπαράθεση με τόσο με τις άλλες συντηρητικές μοναρχίες του Κόλπου όσο και με την Αίγυπτο.
Ο νέος πιο εθνικιστικός προσανατολισμός
Οι τούρκοι διπλωμάτες αντιδρούν συχνά όποτε η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας περιγράφεται ως νέο-οθωμανική, υποστηρίζοντας ότι δεν γίνεται το ίδιο για άλλες χώρες (π.χ. κανείς δεν θεωρεί νεο-ναπολεόντεια την εξωτερική πολιτική της Γαλλίας). Κατά τη γνώμη τους απλώς η Τουρκία υπερασπίζεται ενεργητικά τα συμφέροντά της.
Όμως, είναι σαφές ότι έχει υπάρξει μια σαφής μετατόπιση σε σχέση με την αρχική περίοδο Ερντογάν. Οι στόχοι ακόμη μεγαλύτερης ενσωμάτωσης στη Δύση, που είχαν συμπυκνωθεί και στην ενταξιακή προοπτική στην ΕΕ, όπως και η προσπάθεια για εξομάλυνση ανοιχτών πληγών όπως το Κουρδικό, έχουν υποχωρήσει. Πλέον και ο εθνικιστικός τόνος είναι πολύ πιο έντονος, κάτι που αποτυπώνεται και στην επιστροφή σε σκληρή γραμμή για το κουρδικό, και επανέρχονται στοιχεία μιας «παντουρκικής» αντίληψης του εύρους της επιρροής της Τουρκίας.
Σε αυτό έχει συμβάλει και η συμμαχία με το εθνικιστικό MHP, συμμαχία απαραίτητη όχι μόνο με όρους κοινοβουλευτικούς αλλά και για την απόκτηση μεγαλύτερου πολιτικού ελέγχου στις ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες ασφαλείας. Όμως, δεν πρέπει να υποτιμάμε ότι οι εθνικιστικοί τόνοι έχουν και απήχηση και στο ακροατήριο των κεμαλικών, που αποφεύγουν την αντιπολίτευση σε αυτή τη διάσταση της πολιτικής του Ερντογάν και του κόμματός του.
Το κυνήγι των Γκιουλενιστών ως διπλωματική πίεση
Στους τρόπους με τους οποίους η Τουρκία πιέζει άλλες χώρες και τις φέρει αντιμέτωπες με διάφορων ειδών διλήμματα έχει προστεθεί και το κυνήγι των γκιουλενιστών που έχουν καταφύγει στο εξωτερικό. Οι τουρκικές αρχές πέραν του κύματος καταστολής, με το πλήθος διώξεων και τις δεκάδες χιλιάδες απολύσεις στο εσωτερικό έχουν δώσει τεράστιο βάρος και στις συλλήψεις γκιουλενιστών ή φερόμενων ως γκιουλενιστών στο εξωτερικό.
Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές δεκάδες επιστροφές τούρκων πολιτών που είχαν διαφύγει στο εξωτερικό. Άλλες αυτές ήταν απελάσεις με τη νόμιμη διαδικασία και άλλες ήταν απαγωγές από τις τουρκικές υπηρεσίες ασφαλείας, συχνά με την ανοχή των τοπικών αρχών.
Σε άλλες περιπτώσεις η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει ως μοχλό πίεσης διάφορα πακέτα βοήθειας προς χώρες για να συναινέσουν στην απέλαση τούρκων πολιτών στην Τουρκία. Για παράδειγμα η Τουρκιά έχει ασκήσει συστηματική πίεση στην Αλβανία απελάσεις και όπως φαίνεται χρησιμοποίησε και την υπόσχεση για σημαντική βοήθεια μετά τον σεισμό του Νοεμβρίου του 2019 για να εξασφαλίσει την απέλαση του Χουρέν Τσελίκ. Στο γειτονικό Κόσοβο, όπου η Τουρκία έχει σημαντικές επενδύσεις, ξέσπασε σάλος όταν το 2018 έξι Τούρκοι πολίτες μεταφέρθηκαν στην Τουρκία σε επιχείρηση που ο Ερντογάν δήλωση ότι έγινε σε συνεργασία με τις τοπικές υπηρεσίες πληροφοριών και η κυβέρνηση του Κοσόβου δηλώνει ότι έγινε χωρίς τη γνώση της. Την ίδια χρονιά, η Μολδαβία έστειλε πίσω στην Τουρκία επτά Τούρκους πολίτες που δίδασκαν σε σχολεία που συνδέονταν με το γκιουλενικό κίνημα. Δύο μήνες αργότερα οι δύο χώρες υπέγραψαν εμπορική συμφωνία και συμφώνησαν σε μια ανακαίνιση, κόστους 10 εκατομμυρίων ευρώ του προεδρικού μεγάρου στο Κισινάου. Σε όλες τις περιπτώσεις θα υπάρξουν καταγγελίες ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες δικαίου σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η δύσκολη σχέση με την Ευρώπη
Η σχέση με την Ευρώπη είναι από τα πιο ακανθώδη ζητήματα. Ο Ερντογάν επένδυσε σε πρώτη φάση ιδιαίτερα στην ευρωπαϊκή προοπτική. Σε αυτό είχε μια ευρύτερη συναίνεση συμπεριλαμβανομένων και όσων εκτιμούσαν ότι αυτό θα θωράκιζε καλύτερα τα εύθραυστα δημοκρατικά δικαιώματα. Όμως, πολύ νωρίς φάνηκε ότι η προοπτική δεν ήταν δεδομένη. Όχι μόνο γιατί η απόρριψη του σχεδίου Ανάν φάνηκε να ακυρώνει την προοπτική ενός συνδυασμού ανάμεσα στην ενταξιακή προοπτική και την επίλυση προβλημάτων, αλλά και γιατί ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έδειξαν σχετικά νωρίς ότι δεν επιθυμούσαν αυτή τη διεύρυνση.
Από την άλλη, οι οικονομικές σχέσεις των δύο πλευρών, με δεδομένη και την τελωνειακή ένωση από το 1995, είναι σημαντικές, ειδικά για την Τουρκία που η ΕΕ είναι βασικός εμπορικός εταίρος ενώ η Τουρκία είναι σημαντικός κόμβος της πολιτικής της ΕΕ για το προσφυγικό και το μεταναστευτικό, μέσα από την κοινή δήλωση του 2016 που προσέφερε οικονομικά ανταλλάγματα στην Τουρκία για να αποτρέπει τις μετακινήσεις προσφύγων προς την Ευρώπη αλλά και της αντιτρομοκρατικής πολιτικής της, εφόσον υπήρξε το βασικό πέρασμα μαχητών του Ισλαμικού Κράτους από και προς τη Συρία.
Όλα αυτά καθιστούν δύσκολη μια συνολική ρήξη ανάμεσα στις δύο πλευρές. Όμως, την ίδια στιγμή τόσο οι προκλήσεις της Τουρκίας απέναντι σε κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας, όσο και η σύγκρουσή της με σημαντικά κράτη-μέλη όπως η Γαλλία (με την οποία ανταγωνίζεται για επιρροή στην Αφρική) έχουν προσθέσει σημαντικές εντάσεις. Η Σύνοδος Κορυφής του Μαρτίου της ΕΕ, που θα εξετάσει συνολικά τις ευρωτουρκικές σχέσεις, αποκτά έτσι ξεχωριστή σημασία για το εάν θα υπάρξει μια σχετική εξομάλυνση (που θα άνοιγε και το δρόμο για μια αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης και για επίλυση πιθανώς ζητημάτων όπως αυτό της βίζας για του τούρκους πολίτες) ή εάν θα έχουμε μια νέα επιδείνωση, που αυτή τη φορά θα ενεργοποιούσε τις κυρώσεις που έχει προεξαγγείλει η ευρωπαϊκή πλευρά.
Τα όρια της αλαζονείας
Η πολιτική της Τουρκίας την έχει φέρει αντιμέτωπη με διάφορες εντάσεις. Η προσπάθεια να κατοχυρώσει την παρουσία της στη Συρία και σε συνεννόηση με την Ρωσία μαζί με την προμήθεια των S-400 την έφερε σε αντιπαράθεση με σημαντικό τμήμα του αμερικανικού διπλωματικού και στρατιωτικού κατεστημένου, ιδίως του Δημοκρατικού Κόμματος. Η Γαλλία δεν πρόκειται να δεχτεί εύκολα την αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας της σε κρίσιμες περιοχές. Οι μοναρχίες του Κόλπου δεν είδαν με καλό μάτι την προσπάθειά της να διεκδικήσει ηγετικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο. Η Ρωσία δεν νιώθει πολύ βολικά με τον αναβαθμισμένο ρόλο της τα Τουρκίας στον Καύκασο μια παραδοσιακή ρωσική «πίσω αυλή». Το Ιράν ανησυχεί για τις παντουρκιστικές εκκλήσεις που περιλαμβάνουν και τους αζερικής καταγωγής πολίτες του. Το Ισραήλ θα ήθελε να δει μικρότερη στήριξη προς τη Χαμάς. Η ελληνοτουρκική ένταση ανησυχεί πολλές χώρες που δεν θα ήθελαν τη Μεσόγειο να γίνει τοπίο «θερμών επεισοδίων».
Όλα αυτά συνιστούν πραγματικά όρια της τουρκικής κίνησης, τους πραγματικούς κινδύνους που έχει να αντιμετωπίσει στο δρόμο για να κατοχυρωθεί ως «περιφερειακή δύναμη».
Πηγή: in.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

