Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Δέκα προτάσεις προς τον Μπάιντεν για τις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκία, από το The Foundation for Defense of Democracies

Δημοσιεύτηκε στις

Παρούσα κατάσταση

Η διοίκηση Τραμπ κληρονόμησε μια παρακμάζουσα σχέση με την Τουρκία. Από την άνοδό του στην εξουσία το 2002, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζεπ Ταγίπ Ερντογάν, μεταμόρφωσε τη χώρα του, από μία κοσμική δημοκρατία με το βλέμμα της στη Δύση, σε ένα αυταρχικό καθεστώς με δημοκρατική «βιτρίνα». Το κόμμα του Ερντογάν έχει δεσμούς με τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα» κι έτσι υποθάλπει αντιαμερικανικές και αντισημιτικές κοσμοθεωρίες.

Η επιθετικότητα και ο αναθεωρητισμός του Τούρκου Προέδρου έχουν δημιουργήσει νέες και έχουν περιπλέξει τις ήδη υπάρχουσες διενέξεις με τα γειτονικά κράτη της Τουρκίας. Η Τουρκία δε δίστασε να αναπτύξει σχέσεις και να συνεργαστεί με αντιπάλους των ΗΠΑ, όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα, ενώ παράλληλα η Άγκυρα λειτουργεί ως καθαρτήριο για τη Χαμάς και οργανώσεις που σχετίζονται με την Αλ-Κάιντα και το Ισλαμικό Κράτος.

Ο Ερντογάν έχει αναπτύξει τις τουρκικές δυνάμεις και τους συμμάχους του κατά μήκος των ακτών της Ανατολικής Μεσογείου και στη Μέση Ανατολή, ερχόμενος αντιμέτωπος με τις ΗΠΑ, τα μέλη του ΝΑΤΟ και των περιφερειακών τους συμμάχων. Επίσης, έχει κρατήσει ομήρους Αμερικανούς υπηκόους, χρησιμοποιώντας τους σε διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον. Αυτό το μοτίβο επιθετικότητας έχει φέρει Άγκυρα και Ουάσιγκτον σε τροχιά σύγκρουσης.

Ο Πρόεδρος Τραμπ, μη αντιλαμβανόμενος την εχθρική στάση του Ερντογάν, προσπάθησε να βελτιώσει τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις μέσω της συχνής επικοινωνίας που είχε σε προσωπικό επίπεδο με τον Ερντογάν. Οι δύο Πρόεδροι, οι γαμπροί τους και οι επαγγελματικοί συνεργάτες τους διατηρούν στενές σχέσεις που χρονολογούνται από την κατασκευή των «Πύργων Τραμπ» στην Κων/πολη το 2012. Ο προσωπικός αυτός δίαυλος επικοινωνίας συχνά αντικαθιστούσε τον επίσημο διπλωματικό μηχανισμό. Ωστόσο, ο Τραμπ περιστασιακά πίεζε τον Ερντογάν μέσω απειλών, επιβολής βραχυπρόθεσμων κυρώσεων ή άλλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων δασμολογικών και νομισματικών διαμορφώσεων.

Το 2017, προς όφελος του Ερντογάν, ο Τραμπ προσπάθησε να πείσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ για τον τερματισμό της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε στον Τουρκο-ιρανό έμπορο χρυσού, Reza Zarrab, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την παράνομη μεταφορά δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Τεχεράνη, στο πλαίσιο μίας από τις μεγαλύτερες συνομωσίες παραβίασης κυρώσεων στην ιστορία. Η ποινική δίωξη, ωστόσο, προχώρησε με τον Zarrab να δηλώνει ενοχή και εμπλέκοντας τον Ερντογάν στην υπόθεση.

Οι Τούρκοι ηγέτες επεδίωξαν να εξασφαλίσουν την απελευθέρωση του Reza Zarrab, υιοθετώντας την ιρανική τακτική απαγωγής Αμερικανών πολιτών· ανάμεσα τους και ο πάστορας από τη Βόρεια Καρολίνα, επιστήμονας της NASA και καθηγητής χημείας, Andrew Brunson. Η πίεση του Κογκρέσου ανάγκασε τον Τραμπ να προχωρήσει σε κυρώσεις κατά δύο Τούρκων υπουργών, κάτι που εξασφάλισε την απελευθέρωση του πάστορα Brunson.

Παρά την κατάθεση του Zarrab και την καταδίκη ενός υψηλόβαθμου στελέχους της Halkbank, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν επέβαλε πρόστιμο την κρατική τουρκική τράπεζα, παρόλο που στο παρελθόν το έχει πράξει σε ανάλογες υποθέσεις, στις οποίες εμπλέκονταν ευρωπαϊκές τράπεζες. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης επίσης πίεσε τους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς να υπογράψουν ένα σύμφωνο μη-άσκησης ποινικής δίωξης με τη Halkbank και να παρέχουν ασυλία στους υπόπτους, γεγονός που καθυστέρησε την άσκηση δίωξης μέχρι τον Οκτώβριο του 2019.

Κάτι που συνέβαλε στην ένταση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, ήταν η ανάπτυξη τουρκικών στρατευμάτων στη βορειοανατολική Συρία, τα οποία επιτέθηκαν στις Κουρδικές Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), ένα σύμμαχο-κλειδί της Ουάσιγκτον στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους.

H κουρδική συνιστώσα του SDF (YPG) προέρχεται από το εσωτερικό του ΡΚΚ, το οποίο χαρακτηρίζεται τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ και πολεμάει ενάντια στο τουρκικό κράτος εδώ και πάνω από 30 χρόνια. Οι δεσμοί του YPG με το ΡΚΚ προκαλούν εκνευρισμό στον Ερντογάν, ωστόσο ένας ακόμα λόγος για την επιθετικότητα του είναι η ανάγκη να απομακρύνει την προσοχή της κοινής γνώμης από τη διαφθορά της κυβέρνησης του, τις οικονομικές αποτυχίες και την καταπίεση των διαφωνούντων με αυτόν.

Το 2018 και το 2019, ο Τραμπ ανακοίνωσε την πλήρη απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία, έπειτα από συνομιλία του με τον Ερντογάν. Δεχόμενος πίεση από τους συμβούλους του και από τους Ρεπουμπλικάνους του Κογκρέσου, ο Τραμπ ανέστρεψε εν μέρει την παραπάνω απόφαση· ωστόσο, η απόσυρση του 2019 έδωσε το πράσινο φως στον Ερντογάν για την επέμβαση του στη Συρία, πράγμα που οδήγησε σε αποτρόπαιες πράξεις κατά αμάχων και επισφράγισε την επιστροφή των ρωσικών δυνάμεων στη βορειοανατολική Συρία.

Ανάλυση

Τα αμερικανικά συμφέροντα υπονομεύτηκαν επανειλημμένως τα τελευταία τέσσερα χρόνια, εξαιτίας της προσωπικής σχέσης του Τραμπ με αυταρχικούς ηγέτες όπως ο Ερντογάν

Η ασυνήθιστη πρόσβαση που φαίνεται να είχε ο Ερντογάν στον Ντόναλντ Τραμπ έδωσε στον Τούρκο Πρόεδρο την εντύπωση ότι μπορεί να βασίζεται στη σχέση του με τον Αμερικανό Πρόεδρο, έτσι ώστε να έχει κάποιου είδους ασυλία που τον προστατεύει από το Κογκρέσο και το νομικό σύστημα των ΗΠΑ. Η έμφαση που δίνει ο Τραμπ στις προσωπικές σχέσεις φαίνεται να ώθησε τον Ερντογάν να ξοδέψει πολλά εκατομμύρια δολάρια, ώστε να προσλάβει λομπίστες που θα δραστηριοποιούνταν στην Ουάσιγκτον.

Τα γεγονότα των τεσσάρων περασμένων ετών αποδεικνύουν ότι ο μόνος αποτελεσματικός ανασταλτικός παράγοντας για την επιθετικότητα του Ερντογάν, έστω και βραχυπρόθεσμα, είναι η απειλή για την επιβολή ή η ίδια η επιβολή κυρώσεων σε διμερές επίπεδο. Όταν ο Τραμπ απαίτησε την απελευθέρωση του πάστορα Brunson και επέβαλε κυρώσεις στους δύο Τούρκους υπουργούς, το τουρκικό σύστημα δικαιοσύνης ξαφνικά διέκοψε την ποινική δίωξη κατά του Brunson και έτσι ο Αμερικανός πάστορας αφέθηκε ελεύθερος. Όταν οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις με αφορμή την εμπλοκή του Ερντογάν στη βορειοανατολική Συρία, ο Τούρκος ηγέτης περιόρισε την έκταση της επιχείρησής του.

Παρόλο που η επιθετική διπλωματία του Ερντογάν έχει περιοριστεί, οι Metin Topuz και Nazmi Mete Canturk κρατούνται μέχρι και σήμερα στις τουρκικές φυλακές. Πρόκειται για δύο Τούρκους υπηκόους, εργαζόμενους του αμερικανικού προξενείου στην Κων/πολη. Η νομική παρενόχληση υπαλλήλων του State Department συνεχίζει να υπονομεύει την ασφάλεια και το ηθικό των προξενικών υπαλλήλων των ΗΠΑ στο εξωτερικό.

Ενώ η δίωξη της Halkbank δείχνει να προχωράει, ο Τραμπ φέρεται να διαπραγματεύτηκε με τον Ερντογάν, ώστε να εξασφαλίσει ένα ήπιο πρόστιμο για την τουρκική τράπεζα, κάτι που ενθάρρυνε τη στάση μη-συμμόρφωσης του Τούρκου Προέδρου. Από το 2017 και μετά, η Τουρκία έχει μετατραπεί σε δίαυλο-κλειδί για την πώληση χρυσού από τη Βενεζουέλα, για τη χρηματοδότηση του παράνομου δικτύου του καθεστώτος Μαδούρο.

Ο Ερντογάν επίσης εκμεταλλεύτηκε την ανοχή του Τραμπ στο θέμα της αγοράς ρωσικών στρατιωτικών συστημάτων, κάτι που παραβιάζει το νόμο για την «Αναχαίτιση Αντιπάλων των ΗΠΑ μέσω Κυρώσεων», CAATSA Act. Η παραβίαση η οποία έλαβε τη μεγαλύτερη προβολή, ήταν η αγορά του αντιαεροπορικού συστήματος  S-400 το 2017. Η διοίκηση Τραμπ δεν επέβαλε κυρώσεις ακόμα και μετά την παραλαβή του συστήματος από την Τουρκία, τον Ιούλιο του 2019, ωστόσο μπλόκαρε την παράδοση των μαχητικών F-35 και διέκοψε την εκπαίδευση των Τούρκων πιλότων για το αεροσκάφος. Το Κογκρέσο δεν ικανοποιήθηκε από αυτό και πρόσθεσε στο ετήσιο νομοσχέδιο ασφαλείας σημεία, τα οποία χαρακτηρίζουν την αγορά των S-400 από την Τουρκία ως «σημαντική συναλλαγή» που εμπίπτει στο CAATSA Act και ζήτησαν από την Προεδρεία να επιβάλει κυρώσεις στην Άγκυρα. Παρά τις απειλές του Τραμπ για άσκηση βέτο κατά του νομοσχεδίου, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία ενέκριναν τη νέα νομοθεσία με πλειοψηφία που παρακάμπτει το βέτο. Τρεις μέρες αργότερα, η διοίκηση Τραμπ επέβαλε τις κυρώσεις μέσω του CAATSA, διακόπτοντας τις εξαγωγές προς τις Τουρκικές αμυντικές υπηρεσίες. Αναφορικά με την Ανατολική Μεσόγειο, η τουρκική επιθετικότητα συνεχίζεται. Καθοδηγούμενη από το αναθεωρητικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», η Άγκυρα έχει πραγματοποιήσει ενεργειακές έρευνες σε περιοχές που διεκδικούνται από Κύπρο και Ελλάδα, έχει αναπτύξει ισλαμικές συνιστώσες στη Λιβύη και  εξανάγκασε την Τρίπολη σε υπογραφή συμφωνίας, η οποία αναγνωρίζει αιγυπτιακά και ελληνικά νερά ως τουρκικά. Το Κογκρέσο αντέδρασε κάνοντας μερική άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων κατά της Κύπρου, με τον Υπουργό Εξωτερικών να πραγματοποιεί την κίνηση αυτή λίγες μέρες πριν την επίσκεψή του στη Λευκωσία το Σεπτέμβριο.

Επίσης το Κογκρέσο πέρασε (με συνεργασία των δύο κομμάτων) το νομοσχέδιο για τη «Συνεργασία Ασφάλειας και Ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο», το οποίο αναφέρει στενότερη συνεργασία με Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ και καλεί τη διοίκηση να λάβει σοβαρά υπόψη τις απειλές του Ερντογάν. Ακόμα και μετά από αυτό, η διοίκηση δείχνει μια καθυστέρηση ως προς την κινητοποίηση ενός ευρύτερου διπλωματικού μετώπου, το οποίο θα δείξει στον Ερντογάν ότι οι επιδιώξεις του οδηγούν στην απομόνωση.

Προτάσεις

  • Υποστήριξη της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία. Ο Ερντογάν αντιμετωπίζει μια δυναμική αντιπολίτευση, η οποία κέρδισε κατά κράτος τον τελευταίο γύρο των δημοτικών εκλογών. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να διανέμει επιπρόσθετη υποστήριξη για τη δημιουργία θεσμικής επάρκειας των τουρκικών αστικών κοινωνικών οργανισμών και πρέπει να εφαρμόσει το νόμο Magnitsky, μέσω του οποίου επιβάλλει κυρώσεις σε κράτη-καταπατητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επίσης, η Ουάσιγκτον πρέπει να θίξει το ζήτημα της κακομεταχείρισης Τούρκων υπηκόων από την Άγκυρα και την καταπάτηση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
  • Αντίσταση στη διπλωματία ομηρίας του Ερντογάν. Η Ουάσιγκτον πρέπει να πιέσει τον Τούρκο Πρόεδρο να αφήσει ελεύθερους τους δύο υπαλλήλους του αμερικανικού προξενείου και να αποφύγει οποιαδήποτε κίνηση, η οποία αποσκοπεί στην νομική παρενόχληση Αμερικανών πολιτών και υπαλλήλων, στηριζόμενη σε σαθρά κατηγορητήρια περί κατασκοπείας και τρομοκρατίας. Επίσης, η Ουάσιγκτον πρέπει να συνεργαστεί με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ, ώστε να σχεδιάσει μια συντονισμένη απάντηση στην προσπάθεια του Ερντογάν να εκβιάσει καταστάσεις μέσω της ομηρίας Δυτικών υπηκόων και υπαλλήλων.
  • Τερματισμός εμπλοκής πολιτικών στη νομική διαδικασία κατά της Halkbank

To Υπουργείο Οικονομικών πρέπει να παρακολουθήσει την υπόθεση Halkbank και να επιβάλλει στην τράπεζα και τον αναπληρωτή γενικό διευθυντή της ένα πρόστιμο, ανάλογο με τις διαστάσεις της παράβασης. Η δίωξη περαιτέρω συμμετεχόντων και εμπλεκομένων Τούρκων αξιωματούχων στη συνομωσία θα έστελνε επίσης ένα ηχηρό μήνυμα.

  • Άσκηση πίεσης προς την Άγκυρα ώστε να εγκαταλείψει το σύστημα S-400 H Ουάσιγκτον πρέπει να ενθαρρύνει την Άγκυρα να αντικαταστήσει τους S-400 με κάποιο σύστημα, το οποίο θα κατασκευάζεται από χώρα-σύμμαχο του ΝΑΤΟ.
  • Οι αμερικανικές αρχές πρέπει να εφαρμόσουν αυστηρά τον CAATSA και τις κυρώσεις που προβλέπονται, ώστε να αποτρέψουν το ενδεχόμενο η κυβέρνηση Ερντογάν να εκμεταλλευτεί κάποιο «παραθυράκι» Η Ουάσιγκτον πρέπει να κρατήσει την Άγκυρα εκτός του προγράμματος F-35, ώστε να αποφύγει κινδύνους ασφαλείας που ενδεχομένως να εγκυμονεί η χρήση των μαχητικών από μια πλευρά που χειρίζεται το σύστημα S-400.Η Ουάσιγκτον, επίσης, πρέπει να επιταχύνει την απόσυρση τουρκικών οντοτήτων από τη γραμμή τροφοδοσίας των F-35.
  • Εμβάθυνση συνεργασιών για την ενέργεια και την ασφάλεια με συμμάχους και περιφερειακούς συνεργάτες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επερχόμενη διοίκηση πρέπει να διορίσει έναν ειδικό απεσταλμένο για την Ανατολική Μεσόγειο, ώστε να συνεργάζεται στενά με το Eastern Mediterranean Gas Forum, ως αντίβαρο στην πολιτική του Ερντογάν.
  • Συνεργασία με την ΕΕ για την επιβολή συντονισμένων κυρώσεων κατά της Τουρκίας για την παραβίαση θαλάσσιων συνόρων εις βάρος των γειτονικών της κρατών. Τέτοιου είδους κυρώσεις θα αποθάρρυναν την Άγκυρα στο να κλιμακώνει την ένταση στην περιοχή, κάτι το οποίο εκτροχιάζει ενεργειακά project τα οποία βρίσκονται σε εξέλιξη. Επίσης, η Ουάσιγκτον πρέπει να οργανώσει διπλωματικές συνομιλίες μεταξύ της Τουρκίας και των γειτονικών της κρατών και να παρέχει κίνητρα στην Άγκυρα, ώστε αυτή να συμμετέχει στην ενεργειακή συνεργασία της Ανατολικής Μεσογείου.
  • Ενθάρρυνση της Άγκυρας για επιδίωξη ειρήνης με τους Κούρδους. Οι ΗΠΑ πρέπει να συνεργαστούν με τους Ευρωπαίους εταίρους τους και να χρησιμοποιήσουν το εκτόπισμά τους απέναντι σε Άγκυρα και ΡΚΚ, ώστε να επιτευχθεί μια ειρηνευτική διαδικασία στο εσωτερικό της Τουρκίας.

 

  • Εξεύρεση ενός modus vivendi μεταξύ Τουρκίας και Κούρδων της Συρίας

Η Ουάσιγκτον πρέπει να μεσολαβήσει για την επίτευξη διαλόγου μεταξύ της πολιτικής πτέρυγας του YPG, του Κόμματος Δημοκρατικής Ένωσης και της Περιφερειακής Κυβέρνησης του Κουρδικού Εθνικού Συμβουλίου, ώστε να ενισχυθούν οι σχέσεις μεταξύ Κούρδων Συρίας-Ιράκ, κάτι που θα βελτίωνε και το κλίμα με την Άγκυρα. Μια τέτοια προσέγγιση θα ωθούσε τους Κούρδους της Συρίας να παραμείνουν συγκεντρωμένοι στο να αποτρέψουν μια ανάκαμψη του ISIS και θα ακύρωνε τα όποια κίνητρα είχε ο Ερντογάν να συμμαχήσει με τον Άσαντ κατά των Κούρδων της Συρίας. Επίσης, αυτή η προσέγγιση θα βοηθούσε στον περιορισμό του αυξανόμενου διπλωματικού και στρατιωτικού συντονισμού της Τουρκίας στη Συρία, σε συνεργασία με τη Ρωσία.

  • Αντιμετώπιση της διαφθοράς και ενδυνάμωση της έννομης τάξης στην Τουρκία, μέσω τουρκικών εγχώριων μεταρρυθμίσεων, χρηματοδοτούμενων από τις ΗΠΑ.

Η Ουάσιγκτον πρέπει να αποφύγει τη χρηματοδότηση των απρόσεκτων οικονομικών πολιτικών του Ερντογάν· κάτι που θα έκανε προσφέροντας του μια συμφωνία μεταξύ του Federal Reserve και της Τουρκικής κεντρικής τράπεζας ή μέσω χρηματοδότησης του Ταμείου Συναλλαγματικής Σταθερότητας. Αντ’ αυτού, η επερχόμενη διοίκηση, πρέπει να καλέσει την Άγκυρα να υπογράψει συμφωνία Διευρυμένης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης με το ΔΝΤ, η οποία θα βασίζεται σε ορθή διακυβέρνηση, δημιουργώντας έτσι την απαίτηση από την Τουρκική κυβέρνηση να υιοθετήσει μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα βελτιώσουν την αξιοπιστία, τη διαφάνεια και την δέσμευση της Τουρκίας στην έννομη τάξη.

Πηγή: fdd.org

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις4 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα34 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή