Ιστορία - Πολιτισμός
Η εκπαιδευτική κίνηση στα Σκόπια κατά το σχολικό έτος 1895-1896 και το ψευδώνυμο “μακεδονικό” έθνος
“Τόν Ὅρον τοῦτον, γνωστόν καί ὑμῖν, ἀγαπητά τέκνα, ποιούμενοι, ἐντελλόμεθα καί παραγγέλλομεν πατρικῶς, (…) μηδεμίαν ἀφ᾿ ἑτέρου ἔχθραν, μηδέ μῖσος πρός αὐτούς ἔχητε, ἀλλά θεωροῦντες αὐτούς ὡς ἀδελφούς πλανηθέντας, δεικνύητε σπλάγχνα οἰκτιρμῶν, καί ὑπέρ τοῦ φωτισμοῦ αὐτῶν δέησθε, καθάπερ καί ἡ καθόλου Ἐκκλησία, (…) μήποτε δῷ αὐτοῖς ὁ Θεός μετάνοιαν εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας, καί ἀνανήψωσιν ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου παγίδος, ἐζωγρημένοι ὑπ᾿ αὐτοῦ εἰς τό ἐκείνου θέλημα”.
(Συνοδευτική Ἐγκύκλιος Πατριάρχου Ἀνθίμου ΣΤ΄ (Γ΄ πατριαρχεία 5 Σεπτ. 1871 – 30 Σεπτ. 1873), τοῦ Ὅρου τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου περί τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Βουλγαρικοῦ Ζητήματος, Σεπτέμβριος 1872).
Γράφει ο Μητροπολίτης Δράμας, Σεβασμιώτατος κ.κ. Παύλος
Α΄
Ἡ Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Μπίγκορσκι τῆς Σχισματικῆς Ἐκκλησίας τῶν Σκοπίων διατηρεῖ ἱστοσελίδα στό διαδίκτυο. Προφανῶς ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει στόν δραστήριο ἡγούμενό της Ἐπίσκοπο Ἀντανίας Παρθένιο, ὁ ὁποῖος ἔζησε γιά ἕνα χρονικό διάστημα στήν μονή Γρηγορίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἐπιστρέφοντας στήν πατρίδα του, Ἰούλιος 1995, καί ἀναλαμβάνοντας τήν ἡγουμενία στήν Μονή, μετέφερε τό τυπικό τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Αὐτό διακρίνεται ἐμφανέστατα στά ὀπτικοακουστικά στιγμιότυπα πού δημοσιεύονται στήν ἱστοσελίδα. Μέ ἔκπληξη ἀκοῦς σέ ἐπίσημες λατρευτικές στιγμές οἱ χοροί νά ψάλλουν ἑλληνιστί τούς ὕμνους καί μάλιστα στήν Βυζαντινή παραδοσιακή μουσική καί ὄχι στήν Εὐρωπαϊκή. Ἄν ἡ ἱστοσελίδα ἦταν ἀνώνυμη, θά νόμιζε ὁ ἐπισκέπτης ὅτι εἶναι ἀπό κάποιο ἑλληνικό μοναστήρι ἤ ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί βρίσκονται μέσα στήν Βυζαντινή – Ρωμαίϊκη παράδοση, ἀκολουθοῦν τό τυπικό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί δέν ἔχουν σχέση μέ τό Σερβικό Ἐκκλησιαστικό τυπικό.
Γεγονός εἶναι ὅτι ἡ περιοχή αὐτή δέχθηκε μεγάλη πίεση ἐκσερβισμοῦ. Εἰδικά τήν περίοδο 1892-98 ἡ Σερβία κινήθηκε δραστήρια δίνοντας ἔμφαση στήν προώθηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καί ἐκπαιδευτικοῦ ἔργου στήν Μακεδονία.[1] Ἀδιάψευστες μαρτυρίες ἀπόκεινται στά ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλά καί τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Μάρτυρας αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ὑπῆρξε καί ὁ ἀείμνηστος Μητροπολίτης Πελαγονίας Χρυσόστομος Καβουρίδης, ὁ μετέπειτα ἡγέτης τῶν παλαιοημερολογιτῶν (Μητροπολίτης Ἴμβρου 31/7/1908 ἀπό τριτεύων πατριαρχικῶν διακόνων, Πελαγονίας 14/6/1912, Μελενίκου 22/2/1922 μή ἀποδεχθείς τήν ἐκλογή, Νέας Πελαγονίας 15/4/1924, Φιλιατῶν καί Γηρομερίου 3/9/1925, Μογλενῶν – Φλωρίνης 27/3/1926 ἕως 1932. Θάνατος 7/9/1955).
Ὁ σπουδαῖος αὐτός Ἱεράρχης σέ πολυσέλιδη ἐμπεριστατωμένη ἔκθεσή του πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο μέ ἡμερομηνία 20 Νοεμβρίου 1920 λεπτομερῶς ἀναφέρεται στήν πολιτική ἐκσερβισμοῦ τοῦ Μοναστηρίου, ὅπου ὁ ἑλληνικός πληθυσμός ἀριθμοῦσε 12.000 καί τοῦ ὁποίου τά δεκαοκτώ σχολεῖα ὅλων τῶν βαθμίδων, καθώς καί τά εὐαγῆ ἱδρύματα, διέλυσαν μέ τήν εἴσοδό τους στό Μοναστήρι οἱ σύμμαχοί μας Σέρβοι.
Οἱ ὁμόδοξοι ἀδελφοί μας Σέρβοι δέν ἐφείσθησαν οὔτε τῶν ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων, ἀλλά, ὅπως ἀναφέρεται στήν ἔκθεση: “κατασχόντες τά ἑλληνικά ἐκκλησιαστικά βιβλία παρέδωκαν αὐτά εἰς τό πῦρ πρό τῶν ὀμμάτων τῶν ἡμετέρων, φρικιώντων ἐπί τῇ βεβήλῳ ταύτῃ καί ἀποτροπαίῳ κακουργίᾳ”[2].
Ἡ ἱστοσελίδα δημοσιεύει πρόσφατη σχετικά συνέντευξη τοῦ ἡγουμένου (28 Νοεμβρίου/11 Δεκεμβρίου 2020) στό Οὐκρανικό πρακτορεῖο “Θρησκευτική ἀλήθεια”. Φυσικά ἀναφέρεται στό ζήτημα τῆς αὐτοκεφαλίας καί τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς Ἐκκλησίας τους ἀπό τίς κατά τόπους ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες.
Ἐξαίρεται ἡ ἱστορική σχέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου μέ τήν περιοχή, καί βεβαίως ἀναμένουν τό ἐπιθυμητό γι᾿ αὐτούς ἀποτέλεσμα. Ὅμως ἐδῶ τίθεται τό ἐρώτημα: ὁ σεβασμός καί ἡ ἀναγνώριση τῆς προσφορᾶς καί τῶν προνομίων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου εἶναι πραγματικός ἤ περιστασιακός μέχρι νά ἐπιτύχουν τό ἐπιδιωκόμενο;
Μέσα ἀπό τά ἄρθρα καί τίς ἀνταποκρίσεις πού δημοσιεύονται στήν προσεγμένη ἱστοσελίδα πού εἶναι τρίγλωσση, ξεκάθαρη φαίνεται ἡ σύμπλευση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν πολιτεία στό ζήτημα τοῦ ὀνόματος. Πχ. στήν δημοσίευση “Ἡ Μπίγκορσκι τιμήθηκε μέ παράσημο γιά τήν προσφορά στό κράτος”. Στίς (2/15 Ὀκτωβρίου 2020) γράφεται: “Τό παράσημο παραδόθηκε στά χέρια τοῦ γέροντός μας καί ἡγουμένου, Ἐπισκόπου κ. Παρθενίου, μέ παρουσία τῶν: πρωθυπουργοῦ κ. Ζόραν Ζάεφ, Ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος καί Πρώτης Ἰουστινιανῆς καί τῆς Βόρειας Μακεδονίας κ.κ. Στεφάνου, Μητροπολίτη Δεβρῶν καί Κιτσέβου κ. Τιμοθέου, Μητροπολίτη Τετόβου καί Γκόστιβαρ κ. Ἰωσήφου,…). Βλέπουμε ἐδῶ ἀλλοίωση τοῦ τίτλου τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἀχρίδος μέ τήν προσθήκη “καί Βόρειας Μακεδονίας”, ἀποδεικτικό τῶν φρονημάτων τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ νοσφισμός τῆς ἱστορίας δέν τεκμηριώνεται ἱστορικά, οὔτε μπορεῖ ἡ σημερινή μορφή καί δομή νά ταυτισθεῖ μέ τήν πάλαι ποτέ διαλάμψασα Ἀρχιεπισκοπή, διότι δέν ταυτίσθηκε μέ κράτος ἀνεξάρτητο, λειτούργησε μέσα στήν αὐτοκρατορία χαριστικά, μέ Ἰουστινιάνεια αὐτοκρατορική διάταξη μέ πρώτη ὀνομασία “Ἀρχιεπισκοπή Πρώτης Ἰουστινιανῆς”, πού δέν ἐπικυρώθηκε ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, καί κυρίως δέν εἶχε ποτέ χαρακτῆρα “μακεδονικό”, ὅπως τόν ὁρίζουν οἱ Σκοπιανοί σήμερα. Ἐξάλλου τό ποίμνιο ἦταν πολυφυλετικό ἀπαρτιζόμενο ἀπό Ἕλληνες, Βουλγάρους καί Σέρβους. Γεωγραφικά δέ μόνον ἕνα τμῆμα τοῦ σημερινοῦ κράτους περιλαμβανόταν στά ὅρια τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς.
Τούς δύο ἄλλους μητροπολίτες τούς ἀναφέρω λόγῳ τῶν πόλεων Κίτσεβο καί Γκόστιβαρ. Σ᾿ αὐτές τίς δύο περιοχές χιλιάδες εἶναι οἱ ἀνατολικομακεδόνες πού πέθαναν ὅμηροι σέ καταναγκαστικά ἔργα κατά τήν ἀπαισίας μνήμης Β΄ Βουλγαρική Κατοχή στήν Ἀνατολική Μακεδονία (1916-1918). Αὐτά δέν τά γνωρίζουν σήμερα οἱ Ἕλληνες, καί δυστυχῶς τό Ἑλληνικό κράτος δέν ἔκανε τίποτε γιά τήν διατήρηση τῆς μνήμης τῶν θυμάτων αὐτῶν.
Γιά νά καταλάβουν οἱ ἀναγνῶστες τό μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος πού συντελέσθηκε, παραθέτω αὐτούσιο σχετικό κείμενο ἀπό τό βιβλίο τοῦ Βασίλη Σ. Κάρτσιου “Ἡ Γενοκτονία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας κατά τήν Β΄ Βουλγαρική Κατοχή 1916-1918”. “Οἱ Βούλγαροι, οἱ ὁποῖοι κατεῖχαν τήν Ἀνατολική Μακεδονία ἀπό τόν Αὔγουστο τοῦ 1916 καί εἶχαν προβεῖ ἤδη σέ ἀπίστευτα ἔκτροπα ἐναντίον τοῦ ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ, βάζουν σέ ἐφαρμογή τό σχέδιο ἐξόντωσης ὅλου τοῦ ἀνδρικοῦ πληθυσμοῦ ἀπό 16 ἕως καί 60 ἐτῶν. Ἡ περιοχή ἐκτόπισης ἐκτείνεται ἀπό τό Κάρνομπατ, τή Βάρνα καί τή Σιλίστρα τῆς Βουλγαρίας μέχρι τό Γκόστιβαρ καί τό Κίτσεβο τῶν Σκοπίων. Ἀπό τίς 21 Ἰουνίου 1917 οἱ βουλγαρικές ἀρχές ἀρχίζουν νά συγκεντρώνουν τούς Ἕλληνες κατά τετράδες στά προαύλια δημοσίων κτηρίων, τούς καταγράφουν καί τούς ὁδηγοῦν μέ τήν συνοδεία ἰσχυρῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων στά τρένα, ὅπου τούς στοιβάζουν μέσα σέ ἄθλια βαγόνια καί τούς μεταφέρουν στήν πόλη Σούμλα τῆς Β.Α. Βουλγαρίας.
Μέχρι τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1917 ἀπό τό “κέντρο διανομῆς καί διαλογῆς” πέρασαν περισσότεροι ἀπό 40.000 Ἕλληνες, ἐνῶ συνολικά ἐκτοπίστηκαν 70.000 Ἕλληνες, ἀπό τούς ὁποίους οἱ περισσότεροι βρῆκαν φρικτό θάνατο στά πρῶτα κάτεργα πού στήθηκαν στήν Εὐρώπη τόν 20ό αἰῶνα. Οἱ σύγχρονοι αὐτοί εἵλωτες χρησιμοποιήθηκαν κυρίως γιά τήν κατασκευή σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ὅπως ἡ περιβόητη σιδηροδρομική γραμμή Γκόστιβαρ-Κιτσέβου-Ὀχρίδος. Ἡ θνησιμότητα στίς τάξεις τῶν Ἑλλήνων στήν περιοχή αὐτή εἶχε ξεπεράσει τό 90%.
Σύμφωνα μέ τήν κατάθεση ἐπιζήσαντος ὁμήρου, σέ μιά διαδρομή 130 χιλιομέτρων ἐργάζονταν κάτω ἀπό ἀπάνθρωπες συνθῆκες 18.000 ὅμηροι. Ἀπό αὐτούς δέν ἐπέζησαν περισσότεροι ἀπό 1200 ἄτομα. Οἱ Βούλγαροι κράτησαν κατάλογο 58.000 ἐργασθέντων στήν γραμμή αὐτή, τήν ὁποία οἱ ὅμηροι ἀποκαλοῦσαν “γραμμή αἵματος”. Ἐπρόκειτο γιά τό πρῶτο συστηματικό σχέδιο μαζικῆς ἐξόντωσης ἀμάχων στήν Εὐρώπη τόν 20ό αἰῶνα, καί ὑπῆρξε προάγγελος τῶν ναζιστικῶν στρατοπέδων κατά τήν διάρκεια τοῦ Β΄ παγκοσμίου πολέμου.
Ἀπό τό Γκόστιβαρ καί τό Κίτσεβο ἐπέστρεψαν μόνο μερικά ἀνθρώπινα ράκη, πού πέθαναν μέσα στά ἑπόμενα χρόνια λόγῳ τῶν κακουχιῶν πού πέρασαν κατά τήν διάρκεια τῆς ὁμηρίας τους. Οἱ ἐπιζήσαντες ἄρχισαν νά ἐπιστρέφουν τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1918, μετά τήν συντριβή τοῦ βουλγαρικοῦ στρατοῦ ἀπό τίς ἑλληνικές καί συμμαχικές δυνάμεις”.
Ἀπό τήν Μητρόπολή μου ἐνδεικτικά ἀναφέρω τήν εὐημεροῦσα μεγαλώνυμη κοινότητα τῆς Χωριστῆς (Τσατάλτζα) μέ πληθυσμό πρό τῆς βουλγαρικῆς κατοχῆς 3.000. Ἀρχές τοῦ 1919 ἦταν 2.200. Πέθαναν στό χωριό 318, ἀπήχθησαν ὅμηροι στήν Βουλγαρία 404, ἐπέστρεψαν 183. Ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς ὁμάδας ὁμήρων Χωριστῆς, Θεολόγος Σαμαρᾶς, διέσωσε τόν ἀνάπηρο ἀπό κρυοπαγήματα συγχωριανό του Χρῆστο Κουπατσιάρη μεταφέροντάς τον στούς ὤμους ἀπό τό Κίτσεβο μέχρι τήν Σόφια. Ὅλα τά φοβερά μαρτύρια ἔγιναν μοιρολόγια:
“Κίτσοβο, φοβερό θεριό, χάρος μέ τό δρεπάνι,
κόβει ἀλύπητα κορμιά, διάκριση δέν κάνει”.
(Γιά τό Κίτσεβο βλέπε : Ἀθανασίου Ε. Καραθανάση, Ἐν Θεσσαλονίκη 1913-1951. Ἐκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2020, σελ. 83)
Τήν περίοδο αὐτή ἀπήχθησαν ὅμηροι ὅλοι σχεδόν οἱ ἱερεῖς τῆς ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Σέ λειτουργικό βιβλίο “Μέγα Ὡρολόγιον” Ἐκδόσεως τοῦ 1899, προερχόμενο ἀπό Φιλιππούπολη, τό ὁποῖο βρίσκεται στά χέρια μου ἀπό δωρεά, καταχωρήθηκε ἰδιόγραφη ἐνθύμηση τοῦ ἀπό τήν ἀνατολική Ρωμυλία καταγομένου ἱερέως Μιχαήλ Γρ. Κουκούση, ἐφημερίου τοῦ ἱεροῦ ναοῦ ἁγίας Σοφίας Δράμας, πού ἔχει ὡς ἑξῆς: “2ᾳ Ἰουνίου 1917 ἡμέρα Πέμπτη ἐξωρίσθην παρά τάς Βουλγαρικάς στρατιωτικάς ἀρχάς εἰς παλαιάν Βουλγαρίαν ἐκ (…)λιαν καί τἀνάπαλιν εἰς Σιβλίεβον. Παραμέναμεν εν σόμα 218 ἱερεῖς, ἱερομόναχοι, μοναχοί καί ἱεροδιάκονοι Δράμας, Σερρῶν, Καβάλλας, Πραβίου, Ζυρνόβου ἤ Νευροκοπίου καί Δεμήρ Ἠσάρ, 17 Ἰουλίου ἰδίου ἔτους φθάσαμεν εἰς Σιβλίεβον καί ἐφύγαμεν διά Μακεδονίαν 28 Σ/βρίου 1918 ἔτους, ἀδύνατον νά περιγράψω τάς ποιέσεις ἐκ Βουλγάρου φρουράρχου Λοχ. Πέτρου Γκομάνοβ ὁ ὁποῖος 2 μηνῶν πρό τῆς ἀναχωρήσεως ἡμῶν καταδικάσθη εἰς 5 ἔτη φυλάκιση ἐκ τούς συναδέλφους ἀπεβίωσαν ἕνδεκα, εἰς Δράμαν ἔφθασα τῇ 6 X 1918. Ἱερεύς Μιχαήλ Γρ. Κουκούσης”.
Σήμερα στήν νεοελληνική κοινωνία ἄλλοι καί ἄλλου εἴδους ἥρωες κυριαρχοῦν στό στερέωμα τῆς Ἑλλάδος. Σήμερα στίς πρωτεύουσες τῶν νομῶν τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνα μνημεῖο γι᾿ αὐτούς τούς ἀνθρώπους πού ἔγιναν σπονδή στά ἱερά καί στά ὅσια τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Οὔτε ἕνα ἐπίσημο μνημόσυνο δέν τελεῖ ἡ Ἑλληνική Πολιτεία γι᾿ αὐτούς. Κρίμα!
Πρός ἔπαινό τους, οἱ Σέρβοι στό διασυμμαχικό στρατιωτικό νεκροταφεῖο στήν Θεσσαλονίκη διατηροῦν τό Σερβικό τμῆμα καί τό περικαλλές μνημεῖο πού ἀνήγειραν σέ ἄριστη κατάσταση, καί κατά ἑκατοντάδες τό ἐπισκέπτονται.
Τοὐναντίον ἐμεῖς στό Κίτσεβο καί στό Γκόστιβαρ δέν ἔχουμε τοποθετήσει οὔτε μία ἀπέριττη στήλη στήν μνήμη τῶν χιλιάδων ἐθνομαρτύρων.
Β’
Ἀπό πρωτοσέλιδο δημοσίευμα τῆς ἐγκρίτου ἐφημερίδος “ΕΣΤΙΑ” (φύλλο 41854, 11-1-2021) πληροφορούμεθα ὅτι στά Σκόπια τόν ἐρχόμενο Ἀπρίλιο θά διενεργηθεῖ δημοψήφισμα μέ βασικό ἐρώτημα αὐτό τῆς ἐθνικότητος. Προφανής ὁ σκοπός. Ἡ κατοχύρωση τῆς μακεδονικῆς πλάνης. Ἄς δοῦμε ὅμως τά στοιχεῖα γιά τόν πληθυσμό πρίν ἀπό 124 χρόνια, ὥστε νά μᾶς βοηθήσουν νά ἐξαγάγουμε ἀσφαλῆ κατά τό δυνατόν συμπεράσματα.
Ἀπό τά Σκόπια ὁ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος Γ. Α. Γιαννόπουλος ἀπέστειλε ἔκθεση στό Ὑπουργεῖο τῶν Ἐξωτερικῶν μέ ἀριθ. πρωτ. 165/ 31 Ἰουλίου 1896. Ἀκριβές ἀντίγραφο ἐστάλη πρός τόν πρεσβευτή τῆς Ἑλλάδος στήν Κωνσταντινούπολη Νικόλαο Α. Μαυροκορδᾶτο. Ἀπό τήν ἔκθεση αὐτή βγάζουμε πολύτιμα συμπεράσματα γιά τήν ἐθνογραφία τῶν Σκοπίων, ὅπου ἀπουσιάζει τό “Μακεδονικό” ἔθνος.
Σύμφωνα μέ τόν πρόξενο, κατά τό λῆξαν σχολικό ἔτος 1895-1896 λειτούργησαν τά παρακάτω σχολεῖα, κατά ἐθνότητες.
Ἕλληνες: ἔχουν ἀρρεναγωγεῖο πέντε τάξεων πού λειτουργεῖ πρό πολλῶν ἐτῶν, καί φοιτοῦν 55 μαθητές. Ἔχει δύο δασκάλους γιά τήν ἑλληνική καί ἕναν γιά τήν τουρκική γλῶσσα.
Παρθεναγωγεῖο μέ 45 μαθήτριες καί μία δασκάλα.
Νηπιαγωγεῖο μέ 110 νήπια καί μία νηπιαγωγό. Ἀμφότερα συστήθηκαν τό 1876.
Γιά τήν συντήρηση τῶν σχολείων δαπανῶνται ἐτησίως 225 ὀθωμανικές λίρες, τίς ὁποῖες καταβάλλει ἡ Ἑλληνική κοινότητα, βοηθούμενη ἀπό τήν ἐπιτροπή ἐνισχύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας καί Παιδείας. Ὁ πρόξενος παρηκολούθησε τίς ἐξετάσεις, καί σημειώνει ὅτι: “Τό ἀποτέλεσμα τῶν γινομένων εἰς τάς εἰρημένας σχολάς δημοσίων ἐξετάσεων, εἰς ἅς παρέστην, ὑπῆρξε καθ᾿ ὅλα εὐχάριστον καί ἱκανοποιητικόν. Αἱ εὔστοχοι ἀπαντήσεις τῶν μαθητῶν καί τά ἐκτεθέντα ἔργα αὐτῶν ἔπεισαν πάντας ὅτι οὗτοι ἐπιμελῶς καί καρποφόρως ἠκροάσθησαν τά διδαχθέντα, οἱ δέ διδάξαντες μετά ζήλου καί ἐθνικοῦ ἐνδιαφέροντος ἐξεπλήρωσαν τό καθῆκον των”.
Ὀθωμανοί: λειτουργοῦν πέντε συνολικά σχολές, τίς ἑξῆς: Ρουστιέ, Ἐδέπ, Ἀσκεριέ, Ἰδαδιέ καί μουαζίρ μεκτέπ. Ὅλα αὐτά τά σχολεῖα συστήθηκαν κατά τήν τελευταία δεκαετία, ἐκτός τοῦ Ρουστιέ πού προϋπῆρχε καί λειτουργοῦσε ὡς ἀνώτερο ἐκπαιδευτήριο. Ἡ προσχολική ἐκπαίδευση γίνεται ἀπό τούς Ἰμάμηδες στά προαύλια τῶν τζαμιῶν.
Καί στά 5 σχολεῖα φοιτοῦν 650 μαθητές, διδάσκουν 33 δάσκαλοι, ὅλοι ὀθωμανοί. Ἡ συντήρηση τῶν σχολείων γίνεται ἀπό τήν Ὀθωμανική κυβέρνηση.
Βούλγαροι: λειτουργοῦν πέντε ἀρρεναγωγεῖα, στά ὁποῖα διδάσκουν 17 δάσκαλοι, καί φοιτοῦν 560 μαθητές, ἀπό τούς ὁποίους οἱ 130 εἶναι οἰκότροφοι. Τέσσερα ἀπό τά σχολεῖα εἶναι προκαταρκτικά καί ἕνα γυμνάσιο. Τό παρθεναγωγεῖο ἔχει 190 μαθήτριες, ἀπό τίς ὁποῖες 45 εἶναι οἰκότροφοι. Ὑπηρετοῦν 6 δασκάλες. Λειτουργοῦν 4 νηπιαγωγεῖα μέ 340 νήπια καί 8 νηπιαγωγούς.
Τά ἔξοδα λειτουργίας τῶν σχολείων καλύπτονται ἀπό τήν Βουλγαρική κυβέρνηση καί τήν Βουλγαρική κοινότητα. Τά ἔσοδα τῆς κοινότητος προέρχονται ἀπό τούς ναούς καί τά ἀρχιερατικά δικαιώματα τοῦ Ἐξαρχικοῦ ἀρχιερέα πού μισθοδοτεῖται γενναῖα ἀπό τό Βουλγαρικό κράτος. Ἡ πνευματική κίνηση τῶν Βουλγάρων φαίνεται ζωηρότερη, καί τά σχολεῖα “διέπονται ὑπό ὀργανισμοῦ τακτικωτέρου τοῦ Ὀθωμανικοῦ καί Σερβικοῦ”.
Σέρβοι: λειτουργοῦν 2 σχολεῖα ἀρρένων, στά ὁποῖα διδάσκουν 6 δάσκαλοι, καί φοιτοῦν 120 μαθητές, ἀπό τούς ὁποίους οἱ 90 εἶναι οἰκότροφοι. Ἀπό τά δύο σχολεῖα τό ἕνα εἶναι προκαταρκτικό καί τό ἄλλο ἡμιγυμνάσιο. Λειτουργοῦν 2 παρθεναγωγεῖα μέ 25 μαθήτριες οἰκοτρόφους καί 3 δασκάλες. Ἕνα νηπιαγωγεῖο μέ 30 νήπια καί μία νηπιαγωγό.
Τά σχολεῖα ἱδρύθηκαν τό 1890 ἀπό τήν Σερβική κυβέρνηση, ἡ ὁποία ἐπιδόθηκε σέ “σπουδαῖον πνευματικόν ἀγῶνα κατά τῶν ἀντιζήλων της Βουλγάρων, καί ἀκολουθεῖ τήν πορείαν τούτων κατά τό πλεῖστον, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἱδρύσεως οἰκοτροφείου καί τῆς περισυλλογῆς μαθητριῶν ἐξ ὅλων τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Σκοπίων, φρονοῦσα ὅτι διά τοῦ μέσου τούτου οἱ πρῴην ὁμόγλωσσοί της Βούλγαροι θά γίνωσι Σέρβοι”.
Ἰσραηλίτες: ἔχουν ἕνα σχολεῖο ἀρρένων μέ 80 μαθητές καί 3 δασκάλους. Ἡ συντήρηση τοῦ σχολείου βαρύνει τήν Ἰσραηλιτική κοινότητα. Σχολεῖο θηλέων δέν ὑπάρχει, διότι ἀνέκαθεν οἱ Ἰσραηλίτες στέλνουν τά θήλεα τέκνα των στά Ἑλληνικά σχολεῖα.
Καθολικοί: ἔχουν ἕνα γραμματοδιδασκαλεῖο μέ 15 μαθητές καί ἕναν δάσκαλο.
Στήν προξενική ἔκθεση καταγγέλλεται ὅτι ὁ Ἕλληνας ἀρχιερέας τῶν Σκοπίων Ἀμβρόσιος Σταυρινός (Ἐπίσκοπος Κλαυδιουπόλεως 6-3-1893, Πρεσπῶν –Λυχνιδῶν (Ἀχριδῶν) 30-10-1895, Σκοπίων Νοέμβριος(;) 1896, Πελαγονίας 19-10-1899, Νεοκαισαρείας 18-10-1903, Καισαρείας 25-4-1911, Δέρκων 24-10-1929, θάνατος 1931) εἶναι “ἀργυρώνητος” καί ὄργανο τῆς Σερβίας. Ἐργάζεται, πάντοτε κατά τόν πρόξενο, νά συγχωνεύσει στήν Σερβική Ἐθνότητα τήν Ἑλληνική, κάτι πού κατόρθωσε στήν ὕπαιθρο μέ τόν διορισμό ἱερέων καί δασκάλων. Στήν πόλη ὅμως τῶν Σκοπίων ἡ Ἑλληνική κοινότητα ἀνθίσταται “κατά τῶν ἐπιβούλων σχεδίων τοῦ σερβίζοντος Ἱεράρχου, καί οὕτω διατηρεῖ ἀξιεπαίνως τάς Ἑλληνικάς σχολάς”.
Ἡ λεπτομερής προξενική ἔκθεση δέν ἀναφέρει καμμία “μακεδονική” ἐθνότητα, γλῶσσα ἤ σχολεῖο στήν περιοχή τῶν Σκοπίων.
Γ΄
Ἀποθρασυνθέντες οἱ Σκοπιανοί λόγῳ ὑποστηρίξεως ἀπό τούς ἰσχυρούς τῆς γῆς, ἀφοῦ ἔλαβαν τήν ἀναγνώριση τοῦ ψευδωνύμου κράτους τους, θέλουν νά ἀναγνωρισθεῖ ἡ ψευδώνυμη Ἐκκλησία τους μέ τόν παραπλανητικό τίτλο Ἀρχιεπισκοπή Ἀχρίδος. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι οἱ σημερινές ἐπαρχίες τῆς φερόμενης Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχρίδος εἶναι ξένες πρός τήν ἱστορία καί τό πνεῦμα τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἀρχιεπισκοπῆς. Καί βεβαίως καί πρός τήν Γεωγραφία, ἀφοῦ τό ἐλάχιστο τμῆμα τῆς σημερινῆς περιλαμβάνει τήν ἕδρα τῆς παλιᾶς. Γι᾿ αὐτό πολύ σωστά ὁ καθηγητής Ἰωάννης Ταρνανίδης σημειώνει: “Ἡ ἐπίκληση τῆς λαμπρῆς ἐκείνης καί ἔνδοξης ἀρχιεπισκοπῆς ἀπό τήν γειτονική μέν ἀλλά ξένη πνευματικά σημερινή μητρόπολη, ἀσφαλῶς δέν ἀποτελεῖ κανονικό λόγο οἰκειοποιήσεως τοῦ τίτλου της”[3]. Φυσικά θά χρησιμοποιοῦν τόν τίτλο Ἐκκλησία τῆς Βορείου “Μακεδονίας”, καί ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Διότι τό ἐκκλησιαστικό ἔθος προβλέπει αὐτοκέφαλη-ἀνεξάρτητη Ἐκκλησία Ἔθνους ἤ ἀνεξάρτητου κράτους, ὄχι ὅμως ψευδωνύμου κράτους καί ἀνυπάρκτου Ἔθνους.
Βέβαια σκοπός τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δέν εἶναι νά ἀσχοληθεῖ διεξοδικῶς μέ τό ἐκκλησιαστικό ζήτημα τῶν Σκοπίων. Σκοπός μας εἶναι ἀπό τήν προξενική ἔκθεση πού δημοσιεύεται νά δείξουμε ὅτι κατά τόν 19ο καί 20ό αἰῶνα στίς στατιστικές δέν καταγράφεται ἴδια “Μακεδονική” Ἐθνότητα.
Ἐν κατακλείδι τό ἐκκλησιαστικό ζήτημα τῶν Σκοπίων, παρ᾿ ὅτι ἀφορᾶ μικρό πληθυσμιακά ποίμνιο, εἶναι ἀκανθῶδες καί δυσεπίλυτο, χρειάζεται ὑπομονή, ἀγάπη καί σεβασμό τῆς ἱστορίας γιά τήν ἱεροκανονική ἐπίλυσή του. Δέν ἐπιδέχεται ἀνεύθυνους καί περιστασιακούς χειρισμούς, ὅπως συνέβη μέ τό πολιτικό σκέλος. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι κινοῦν γῆ καί οὐρανό γιά τήν ἐπίλυσή του. Γίνονται διεργασίες πού δέν προβάλλονται ἤ δέν δημοσιοποιοῦνται, γιά νά μήν ὑπάρξουν ἀντιδράσεις. Σύσσωμη ἡ πολιτική ἡγεσία, πρόεδρος, πρωθυπουργός, πρόεδρος κοινοβουλίου, ἐπισκέφθηκαν τόν “Ἀρχιεπίσκοπο” κ. Στέφανο, τοῦ εὐχήθηκαν γιά τήν ὀνομαστική του ἑορτή ἐξαίροντας τήν προσφορά τῆς Ἐκκλησίας στό ἐθνικό ζήτημα[4].
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καλεῖται νά διαδραματίσει καθηκόντως σύμφωνα μέ τά ἱεροκανονικά προνόμιά του, κύριο ρόλο στό ζήτημα. Ἔχοντας ὡς ἱερά παρακαταθήκη τούς ἱερούς κανόνες, τήν ἱερά παράδοση καί τόν Ὅρο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τοῦ 1872, πού συνῆλθε στό πάνσεπτο Πατριαρχικό ναό τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στό Φανάρι, ἔχει ὑποχρέωση νά διευθετήσει καί νά τακτοποιήσει τούς χριστιανούς τῆς περιοχῆς αὐτῆς τῶν Βαλκανίων, οἱ ὁποῖοι θά πρέπει νά καταδικάσουν “τάς φυλετικάς διακρίσεις καί τάς ἐθνικάς ἔρεις καί ζήλους καί διχοστασίας ἐν τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ, ὡς ἀντικείμενον τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῖς ἱεροῖς κανόσι τῶν μακαρίων Πατέρων ἡμῶν…” (Ὅρος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου 1872).
Ἐφ᾿ ὅσον οἱ γείτονές μας -ἤ μᾶλλον ὅσοι ἐξ αὐτῶν- αἰσθάνονται μακεδόνες, θά πρέπει νά διαβάσουν μέ προσοχή τήν ἐπιστημονική μελέτη τοῦ Ἀρχιμ. Εἰρηναίου Δεληδήμου “Μακεδονία- Σερμησιάνοι”, ὅπου θά διαπιστώσουν τήν συγγένεια πού ἔχουν μέ τήν Ἑλληνική φυλή, ἀφοῦ ἰδιαίτερη μακεδονική ἐθνότητα ἀποκομμένη ἀπό τόν κορμό τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ ἱστορία δέν μαρτυρεῖ.
Ἡ Ἐκκλησιαστική λύση τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δέν πρέπει σέ καμμία περίπτωση νά στηριχθεῖ στό ψεῦδος αὐτῆς τῆς ἱστορίας, γιατί θά κληθεῖ νά ἀντιμετωπίσει τήν ἐκδίκησή της. “Ἐκκλησίες” τύπου ἀγύρτου παπᾶ-Εὐθύμ δέν εὐδοκιμοῦν μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ὀψέποτε ἱεροσυνοδικῶς ἐπιληφθεῖ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο -ὁ Ἄρειος Πάγος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας- τῆς θεραπείας τοῦ πολυκρότου αὐτοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος, δέν πρέπει νά ἀγνοηθεῖ ἡ Ἱεραρχία τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπαρχιῶν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου. Ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τῶν Ἱεραρχῶν τοῦ τμήματος αὐτοῦ, ἡ ὅποια λύσις, φρονῶ ὅτι θά δημιουργήσει μείζονα προβλήματα στήν Ἐκκλησία.




[1] Μιχαήλ Χρυσανθόπουλος, Μακεδονικός Ἀγών. Ἐκδόσεις ΑΡΧΥΤΑΣ, Ἀθήνα 2018, σ. 26. Πλείονα εἰς τήν ἔγκριτον ἔκδοσιν : Ἀντωνίου Μ. Κολτσίδα, Ἱστορία τοῦ Μοναστηρίου τῆς Πελαγονίας καί τῶν περιχώρων του. Ἐκδ. οἶκος Ἀδελφῶν Κυριακίδη. Θεσσαλονίκη 2003 σελ. 911-913
[2] Μητροπολίτου Πελαγονίας Χρυστοστόμου. Τό περιμάχητον Ἑλληνικόν προπύργιον. Ὑπόμνημα εἰς τό Σεπτόν Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, 20 Νοεμβρίου 1920. Ἅπαντα πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, τόμος Α΄, Ἱερά Μονή Ἁγ. Νικοδήμου Γορτυνίας, 1997.
[3] Μιχαήλ Σωτ. Χρυσανθόπουλος , ΑΧΡΙΔΑ, ἐκδόσεις Ἐρωδιός, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 119-120, καί βεβαίως τοῦ καθηγητοῦ Ἰωάννου Ταρνανίδη, Ἱστορία τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας, Ἐκδοτικός οἶκος Ἀδελφῶν Κυριακίδη 1998.
[4] Ἱστολόγιο “Ρομφαία” 11-1-2021.
ΠΗΓΗ: orthodoxia.info
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας