Διεθνή
Ή οι Τούρκοι δουλεύουν τους Γερμανούς ή οι Γερμανοί εμάς
Τα γερμανικά ΜΜΕ, που οφείλουν να γνωρίζουν ότι ο Ερντογάν είναι αιχμάλωτης των δικών του επιλογών αλλά και του εναγκαλισμού του με τους γκρίζους λύκους και τους ρατσιστές του ΜΗΡ, προσπαθούν να μας παρουσιάσουν τη εμφανέστατα ψεύτικη “στροφή” Ερντογάν ως απόπειρα εξόδου από την (αυτο)απομόνωσή της. Ακολουθεί σχετικό δημοσίευμα της Deutsche Welle
Η Τουρκία θέλει να σπάσει την (αυτο)απομόνωσή της
Τόσο ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου, όσο και ο Γερμανός ομόλογός του Χάικο Μάας έδειξαν την ικανοποίησή τους μετά τη συνάντηση της περασμένης Δευτέρας στην Άγκυρα. Έκαναν λόγο για “θετική ατμόσφαιρα” στις συνομιλίες τους. Στο επίκεντρο ήταν η διένεξη για τα αποθέματα φυσικού αερίου στην ανατολική Μεσόγειο και οι εντάσεις με την Ελλάδα και την Κύπρο. Στην αλλαγή κλίματος θα πρέπει να συνέβαλε εκτός από την εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση της τουρκικής οικονομίας και η αλλαγή εξουσίας στην Ουάσιγκτον. Αυτή την άποψη πρεσβεύει η Άσλι Αξόι, νούμερο δύο του Κέντρου Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών CATS στο Ίδρυμα Επιστήμη και Πολιτική με έδρα το Βερολίνο. “Η νέα διοίκηση Μπάιντεν θα συνεργαστεί και πάλι πιο στενά με την ΕΕ και ο Ερντογάν θέλει να βρίσκεται στη σωστή πλευρά σε αυτή την επαναπροσέγγιση” δηλώνει στη DW.
Υπάρχει ελπίδα συμφιλίωσης;
Αυτή η ιδέα θα πρέπει να ώθησε την κυβέρνηση στην Άγκυρα να αναθεωρήσει την μέχρι τώρα πολιτική της γραμμή στην Εγγύς Ανατολή. “Εκτός αυτού η Τουρκία βρίσκεται πιο απομονωμένη από ποτέ σε μεγάλα τμήματα της Εγγύς Ανατολής” επισημαίνει η Αξόι έχοντας κατά νου τις διενέξεις στην ανατολική Μεσόγειο, τον νότιο Καύκασο, τη Συρία και τη Λιβύη. “Η Τουρκία χρειάζεται και πάλι συμμάχους για να διατηρήσει αυτό που ο Ερντογάν εμφάνισε στον τουρκικό πληθυσμό ως γεωστρατηγικές και οικονομικές επιτυχίες. Άρα σε αυτή την μεταστροφή της τουρκικής πολιτικής παίζουν ρόλο και εσωτερικοπολιτικοί παράγοντες”. Μέσα από την τουρκική οπτική γωνία στην αραβική χερσόνησο έχουν επισυμβεί σημαντικές αλλαγές. Αρχές Ιανουαρίου το Κατάρ, στενός εταίρος της Τουρκίας στην περιοχή, έτεινε και πάλι χείρα συμφιλίωσης στην Σαουδική Αραβία και τους δικούς της εταίρους, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και την Αίγυπτο. Προηγήθηκε διάστημα τρεισήμισι χρόνων μποϊκοτάζ του Κατάρ από τη Σαουδική Αραβία και τους εταίρους της. Για την Τουρκία, που στήριξε το Κατάρ στο εμπάργκο δίνοντας τρόφιμα, αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επαναξιολογήσει τις σχέσεις της με τις δύο πλευρές. Κι αυτό κρύβει ευκαιρίες αλλά και κινδύνους.
Σε γενικές γραμμές πάντως η κυβέρνηση στην Άγκυρα χαιρέτισε το κλίμα συμφιλίωσης στον Περσικό. “Διότι μέσω αυτού η Τουρκία προσβλέπει σε διπλωματικά πλεονεκτήματα, όπως επίσης και οι χώρες του Κόλπου” υποστηρίζει η Αξόι. “Η προσέγγιση ανάμεσα στο Κατάρ και τη Σουηδική Αραβία μπορεί να συμβάλει στη δρομολόγηση καλύτερων πολιτικών σχέσεων ανάμεσα στην Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, πιθανόν και την Αίγυπτο με αποτέλεσμα να ξεπεράσει την απομόνωσή της. Το Κατάρ θα μπορούσε να διαδραματίσει διαμεσολαβητικό ρόλο. Στην πραγματικότητα το Κατάρ ήδη άφησε να εννοηθεί ότι θα ήταν πρόθυμη για κάτι τέτοιο. “Κι όταν οι δύο χώρες διαπιστώνουν ότι το Κατάρ μπορεί να παίξει ρόλο διαμεσολαβητή, τότε αυτό είναι εφικτό” διαπίστωσε τον περασμένο Ιανουάριο η Ειδική Εντεταλμένη του υπουργείου Εξωτερικών του Κατάρ στο περιθώριο διεθνούς συνάντησης στη Ντόχα. Βέβαια για να επιτευχθεί βιώσιμη προσέγγιση ανάμεσα στην Τουρκία και τις χώρες του Περσικού χρειάζεται να γίνουν τεράστιοι συμβιβασμοί. Η Τουρκία είναι ακόμη θυμωμένη για τη δολοφονία του δημοσιογράφου Τζαμάλ Κασόγκι στο προξενείο της Σ. Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη τον Οκτώβριο του 2018. Από την άλλη πλευρά η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της έχουν δυσαρεστηθεί για τις στενές σχέσεις της Τουρκίας και του Κατάρ με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους, τους οποίους θεωρούν τρομοκρατική οργάνωση. Είναι ο λόγος που η Σαουδική Αραβία διεξάγει ένα ακήρυχτο οικονομικό μποϋκοτάζ, που η χειμασμένη οικονομικά Τουρκία θέλει να εμποδίσει.
Αβεβαιότητες με Λιβύη, νέοι τόνοι με το Ισραήλ
Οι δύο πλευρές θα πρέπει να κινηθούν και σε σχέση με μιαν άλλη χώρα που σπαράσσεται από εμφύλιο πόλεμο, τη Λιβύη. Η Τουρκία υποστηρίζει την κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον αλ Σάρατζ. Η κυβέρνησή του διατηρεί σχέσεις εξάρτησης από ισλαμιστικούς παράγοντες, μεταξύ αυτών και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι. Γι αυτόν τον λόγο η Σαουδική Αραβία και οι σύμμαχοί της έχουν ταχθεί στο πλευρό του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ, του οποίου ο Εθνικός Λιβυκός Στρατός ελέγχει την ανατολική Λιβύη. Σε περίπτωση που Τουρκία και Σαουδική Αραβία κινηθούν η μια προς την κατεύθυνση της άλλης, θα συμπέσει με περίοδο μεγάλης αβεβαιότητας στην εξωτερική πολιτική. Διότι ακόμη δεν έχει διαφανεί η νέα πορεία που θα χαράξει η κυβέρνηση Μπάιντεν απέναντι στην Σαουδική Αραβία. Στον προεκλογικό αγώνα ο νέος Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στο Ριάντ. Παραμένει λοιπόν ανοιχτό πώς θα εξελιχθούν οι σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες. Υπάρχει και το Ισραήλ, με το οποίο η Τουρκία μετά από χρόνια τεταμένων σχέσεων, επιδιώκει τη δημιουργία σχέσεων αναβαθμισμένης προσέγγισης. Τα τελευταία χρόνια ο Ερντογάν επανειλημμένα εκδήλωσε την αποστασιοποίησή του από την χώρα. Όταν τον Δεκέμβριο του 2017 ο πρόεδρος Τραμπ αναγνώρισε την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, αντέδρασε με οξύτητα. “Θα κινητοποιήσουμε όλον τον ισλαμικό κόσμο” προειδοποίησε ο Τούρκος πρόεδρος σε έκτακτη συνάντηση κορυφής του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας στην Κωνσταντινούπολη.
Αντιδρώντας στις πολύνεκρες συγκρούσεις του ισραηλινού στρατού με παλαιστίνιους διαδηλωτές η Τουρκία απέλασε τον πρέσβη του Ισραήλ από τη χώρα. Ως αντίποινα το Ισραήλ κάλεσε τον Τούρκο επιτετραμμένο στην Άγκυρα να εγκαταλείψει κι αυτός τη χώρα. Και όταν με τον ερχομό του καλοκαιριού φάνηκαν τα πρώτα μηνύματα ομολοποίησης των σχέσεων του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ο Ερντογάν απείλησε με διακοπή των σχέσεών του με την τελευταία. Οι τόνοι έπεσαν στη συνέχεια, όταν το Μαρόκο μέσα Δεκεμβρίου δήλωσε ότι θέλει να αναγνωρίσει το Ισραήλ. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου αρκέστηκε να παρατηρήσει, να μην γίνει αυτή η αναγνώριση σε βάρος των Παλαιστινίων. Προς το παρόν το Ισραήλ αντιδρά συγκρατημένα στις τουρκικές προθέσεις προσέγγισης. Υπάρχει μεν μια καταρχήν διάθεση για ευθυγράμμιση των διμερών σχέσεων” παραδέχεται ο πολιτικός επιστήμων Χάι Έιταν Κοέν Γιάναρτσακ από το Ινστιτούτο Στρατηγικής και Ασφάλειας, “αλλά υπό τρεις όρους: Η Τουρκία θέλει την επιστροφή του πρέσβη της στη χώρα, το Ισραήλ πάλι ζητά από τους Τούρκους να μην στηρίζουν την Χαμάς και να σταματήσει ο Ερντογάν να κάνει εχθρικές δηλώσεις κατά του Ισραήλ”.
Κέρστιν Κνιπ
Επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου
Πηγή: Deutsche Welle
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

