Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Η παράδοση και η εθελοντική θυσία των προκρίτων και των ιερέων στις παραμονές του Αγώνα

Δημοσιεύτηκε στις

Γράφει ο Φιλίστωρ

Πρόλογος – η Πελοπόννησος έτοιμη να επαναστατήσει

Μετά την Συνέλευση της Βοστίτσας τον Ιανουάριο του 1821 και παρά τις διαφορετικές απόψεις που εκφράστηκαν για την εκκίνηση η την αναβολή του Αγώνα, εκδηλώθηκε μια συντονισμένη προσπάθεια σε όλους τους νομούς της Πελοποννήσου για μια στοιχειώδης προετοιμασία. Ο Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως (Κυπαρισσίας) Γερμανός, ανέλαβε να ενημερώσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στη Μάνη, το Θεόδωρο Δεληγιάννη, στην Καρύταινα, καθώς και τη μοναστική κοινότητα του Μεγάλου Σπηλαίου. Ο Δημήτριος Τομαράς, πήρε εντολή να ενημερώσει το Μητροπολίτη Ιγνάτιο της Πρέβεζας και τους Υδραίους. Ορίστηκε ταμίας ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, γιατί ήταν πολύ τίμιος και όλοι τον εμπιστεύονταν, ενώ ανατέθηκε στον έμπιστο Ιερόθεο τον Μεγαλοσπηλαιώτη, να περιέλθει όλη την Πελοπόννησο και να συγκεντρώσει τις συνδρομές από τους ορκισμένους Φιλικούς.

Ήδη από τον Φεβρουάριο του 1821 οι Οθωμανικές αρχές της Πελοποννήσου που είχαν την έδρα τους στην Τριπολιτσά είχαν πολλές ενδείξεις ότι προετοιμαζόταν μια μαζική εξέγερση των Ελλήνων. Εκτός της παρουσίας του Κολοκοτρώνη στην Μάνη που εύλογα δημιουργούσε ανησυχίες στους Οθωμανούς, είχαν βρεθεί έγραφα της Φιλικής εταιρείας στην Κόρινθο, τα οποία παρά τον συνθηματικό τους χαρακτήρα, φανέρωναν ότι μια συνωμοσία των Ελλήνων για εξέγερση βρισκόταν σε εξέλιξη. Εκτός όλων αυτών, πληροφορίες έφταναν στην Τριπολιτσά για την περίφημη συνάντηση της Βοστίτσας, όπου σημαντικοί πρόκριτοι και αρχιερείς της Αχαΐας φαίνεται να ήρθαν σε συνεννόηση για εξέγερση κατά της Οθωμανικής δεσποτείας. Επίσης ο Καϊμακάμης της Τριπολιτσάς Σελήχ Μπέης (αντικαταστάτης του Χουρσίτ πασά που πολεμούσε με το Αλή πασά στην Ήπειρο) λάμβανε ανησυχητικές ειδήσεις ότι οι μπαρουτόμυλοι των Σπηλιοτόπουλων στην Δημητσάνα παρήγαγαν μυστικά περισσότερο μπαρούτι από το επιτρεπτό όριο, ενώ και ο διερμηνέας και ισχυρός πρόκριτος της Τριπολιτσάς Σωτήρης Κουγιάς κατήγγειλε ότι οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να αποστατήσουν.

Ο κατάλογος των προγραφών

Όλες αυτές οι πληροφορίες και η έντονη φημολογία είχε προβληματίσει έντονα τον Σελήχ μπέη, ο οποίος ζήτησε οδηγίες από τον Χουρσίτ πασά για τον τρόπο δράσης που όφειλε να ακολουθήσει. Ο Χουρσίτ από τα Ιωάννινα απέστειλε με ταχυδρόμο δύο Σουλτανικά φιρμάνια τα οποία έδιναν το δικαίωμα στον καϊμακάμη να θανατώσει άμεσα οποιονδήποτε πρόκριτο, αρχιερέα η έμπορο που θα παρείχε υποψία ότι συμμετείχε στις συνωμοσίες για εξέγερση. Επίσης ο Χουρσίτ ζητούσε από τον Σελήχ να καλέσει στην Τριπολιτσά όλους τους σημαντικότερους προκρίτους και αρχιερείς της Πελοποννήσου, δήθεν για διαβουλεύσεις, αλλά με πραγματικό σκοπό να τους φυλακίσει και να τους κρατήσει ομήρους ώστε να ματαιωθεί η επανάσταση των Ελλήνων. Στα μέσα Φεβρουαρίου ταχυδρόμοι μετέφεραν την επείγουσα πρόσκληση του καϊμακάμη σε όλους τους σημαντικότερους προκρίτους τους οποίους καλούσε επειγώντως για να συζητήσουν σημαντικά διοικητικά θέματα των περιοχών τους. Τα ονόματα όσων έλαβαν την αιματοβαμμένη πρόσκληση ήταν

1.Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (Μάνη)
2.Θεόδωρος Δεληγιάννης (Καρύταινα)
3. Σωτήριος Νοταράς (Κόρινθος)
4.Ιωάννης Βιλαέτης (Πύργος Ηλείας)
5.Ιωάννης Περούκας (Άργος)
6.Αναγνώστης Κωστόπουλος (Μηλιάκικα)
7.Μελέτης Μελετόπουλος (Μυστράς)
8.Α. Καραπατάς (Τριφυλία)
9.Αναγνώστης Κοπανίτσας (Μυστρά)
10.Ιωάννης Τομαρας (Τριφυλία)
11.Ιωάννης Καραμάνος (Κυνουρία)
12.Αναγνώστης Κωνσταντόπουλος
13.Ανδρέας Καλαμογδάρτης
14.Μ. Καβας, γιατρός (Άργος)
15.Ευθύμιος Φωτόπουλος
16. Πανάγος Κυριακός (Καλαμάτα)
17. Μήτρος Ροδόπουλος (Αχαΐα)
18.Ανδρέας Ζαΐμης (Αχαΐα)
19. Σωτήρης Χαρλάμπης
20. Ανδρέας Λόντος
21.Παναγιώτης Κρεβατάς
22.Σωτήρης Θεοχαρόπουλος

επίσης προσκλητήριες επιστολές στάλθηκαν σε δέκα επισκόπους. Στους κάτωθι:

1. Ανδρούσης Ιωσήφ
2. Χριστιανουπόλεως Γερμανός
3. Μονεμβασιάς Χρύσανθος.
4. Ωλένης Φιλάρετος
5. Δημητσάνης Φιλόθεος
6. Ναυπλίου Γρηγόριος
7. Κορίνθου Κύριλλος
8. Παλαιών Πατρών Γερμανός
9. Κερνίκης Προκόπιος

greek revol 1821

Στην μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών της βόρειας Πελοποννήσου στην Βοστίτσα στις 26 έως 29 Ιανουαρίου 1821, οι παρευρεθέντες είχαν συμφωνήσει να μην μεταβούν στην Τρίπολη, εάν καλούνταν, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους. Όσοι έλαβαν πρόσκληση για να μεταβούν στην Τριπολιτσά ταράχτηκαν, καθώς γνώριζαν ότι μετέβαιναν εκεί ουσιαστικά ως όμηροι, την στιγμή που μια εξέγερση των Ελλήνων ήταν επικείμενη και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο το πιθανότερο ήταν να θανατώνονταν αμέσως από τον Καϊμακάμη. Οι περισσότεροι όμως προύχοντες και αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτσα, αποφάσισαν να ανταποκριθούν στις τουρκικές αρχές, προκειμένου να διασκεδάσουν τις υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα στους Τούρκους για γενικευμένες σφαγές. Έτσι, τελικώς οι περισσότεροι προσήλθαν και η φυσική τους παρουσία στην Τριπολιτσά καθησύχασε τους Οθωμανούς αξιωματούχους και τους έπεισε ότι τελικώς οι Έλληνες δεν θα επαναστατούσαν. Αναμφίβολα, η πλέον σημαντική ήταν η αυτοπρόσωπη παρουσία του Θεόδωρου Δεληγιάννη που ήταν ο ισχυρότερος πρόκριτος της Πελοποννήσου. Η παρουσία των προκρίτων στην Τριπολιτσά λύτρωσε και τους χριστιανούς της πόλης από τις πιέσεις και τις συνεχείς απειλές που δέχονταν στο προηγούμενο διάστημα.

Ο Θεόδωρος Δεληγιάννης είχε μυηθεί στην Φιλική εταιρεία το 1820, είχε στείλει επιστολή στον Υψηλάντη διαβεβαιώνοντας για την πρόθεση των Πελοποννησίων προκρίτων να επαναστατήσουν, ενώ είχε διεξάγει εργώδεις προετοιμασίες για την οργάνωση της επανάστασης στην περιοχή του. Η πρόσκληση για διαβουλεύσεις στην Τριπολιτσά τον έβαλε σε μεγάλο δίλημμα καθώς γνώριζε επακριβώς τι έμελλε να πάθει ως βασικός συνωμότης της εταιρείας. Τελικά εισήλθε στην Τριπολιτσά για να ξεγελάσει τους Τούρκους αναφορικά με την επικείμενη έκρηξη της επανάστασης και να προστατέψει τους Έλληνες της πόλης τους οποίους απειλούσαν συνεχώς οι Τούρκοι. Η πρόθεση του καταγράφηκε σε επιστολή που έστειλε στον αδερφό του Κανέλλο, λίγο πριν οικειοθελώς αιχμαλωτιστεί και θυσιαστεί για την ελευθερία της πατρίδας του. Σε συσκέψεις του με τους Τούρκους ιθύνοντες ο Δεληγιάννης τους καθησύχαζε για τις ανησυχητικές πληροφορίες που λάμβαναν, λέγοντας πως οι φήμες οφείλονταν στον Αλή πασά που βρισκόταν σε πόλεμο με τον Χουρσίτ και επιθυμούσε να περισπάσει την προσοχή του αλλού.

Ο Μητροπολίτης Αργοναυπλίας Γρηγόριος και εθνομάρτυρας, αποτέλεσε μία σημαντική μορφή κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας. Καταγόταν από τη Σίτσοβα Λακωνίας και κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819 από το Δανιήλ Παμπούκη, ηγούμενο της Μονής του Βράχου Νεμέας. Ο Γρηγόριος ως φιλικός, ανέπτυξε αξιόλογη δράση και κατήχησε στη Φιλική Εταιρεία, σημαντικές προσωπικότητες της εποχής όπως τον Ιωάννη Ιατρού και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου στο Ναύπλιο, τον Ιωάννη Περούκα, τον Σταμάτη Αντωνόπουλο, τους αδελφούς Βλάσση στο Άργος, τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, τον Θεοδόσιο Μπούσκο στο Τζαφέραγα, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονό του Αθανάσιο Σολιώτη, τον Ιερέα παπα – Κωσταντή στον Αχλαδόκαμπο. Ομοίως εισήλθε εθελοντικά στην Τριπολιτσά συνοδεύοντας τον Ιωάννη Περούκα.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης αρνήθηκε να προσέλθει επικαλούμενος αδυναμία, έστειλε όμως στην θέση του τον γιο του Αναστάσιο, κίνηση που επίσης είχε μεγάλη σημασία. Ο Κρεβαττάς (που μόλις είχε επιστρέψει από την Ιταλία) απέφυγε να μεταβεί στην Τρίπολη προφασιζόμενος ασθένεια χάρις την εγγύηση του προκρίτου της Τρίπολης Κουγιά με τον οποίο είχε συγγένεια. Επίσης δεν προσήλθαν ο Π. Π. Γερμανός, ο Κερκίνης Προκόπιος, ο Κρεβατάς, ο Θεοχαρόπουλος, ο Χαραλάμπης, ο Λόντος και ο Ζαΐμης, καθώς είχαν συμμετάσχει ήδη στην συνέλευση της Βοστίτσας και γνώριζαν ότι το πιθανότερο ήταν να θανατώνονταν πρώτοι. Οι τελευταίοι συγκεντρώθηκαν στην μονή Αγίας Λαύρας και με διάφορες σκηνοθετημένες δικαιολογίες αρνήθηκαν να μεταβούν στην Τριπολιτσά. Το πιθανότερο είναι ότι η κλήση τους στην Τριπολιτσά ήταν η τελική ώθηση να περάσουν οριστικά στην επανάσταση.

Τα βασανιστήρια και η δοκιμασία

Όταν ξέσπασε η επανάσταση όλοι οι πρόκριτοι που είχαν προσέλθει βρέθηκαν αιχμάλωτοι των Οθωμανών και η μοίρα τους είχε ουσιαστικά σφραγιστεί. Στις 17 Απριλίου 1821 ο Καϊμακάμης τους φυλάκισε και τους υπέβαλλε σε σκληρά βασανιστήρια αλλά δεν τους θανάτωσε, καθώς θεώρησε πιο σκόπιμο να τους χρησιμοποιήσει στις διαπραγματεύσεις ως αντάλλαγμα για να σώσει την ίδια του την ζωή, καθώς ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έμοιαζε να σφίγγει.

Την Κυριακή του Θωμά (17 Απριλίου 1821), καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων… Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερώθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης» και δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων….Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

tourkokratia 1

Το φρικαλέο σκηνικό περιγράφει στα απομνημονεύματα του ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ: «Επλησιάσαμεν και εστάθημεν κατά σειράν, πρώτος της σειράς ευρέθη ο Αναγνώστης Κοπανίτσας και ο Μελέτιος δεύτερος από Μυστράν. Ο Καϊμακάμ μετά των πρωτίστων Οθωμανών, άνω εις τα οικήματα εκάθηντο και έβλεπον ημάς τους μετά καταδίκης διερχομένους…. Εβλήθη ο Μελέτιος εις την άλυσσον… Τέλος πάντων εξ αρχιερείς… και δέκα προεστώτες κατεκλείσθησαν εις την ζοφεράν και πολυβάσανον φυλακήν βαστάζοντες την άλυσσον. Η ολκή αυτής ήταν οκάδες εκατόν ογδοήκοντα, άνευ των κουλούρων των επί τον τράχηλον ημών. Εκεί εύρομεν τους διακόνους και δούλους μας εν ελεεινή καταστάσει.»

και αλλού: “Ο Μούσα Κελεντζής ούτος βλέπων τον Κοπανίτζαν πλησιάσαντα και τον τράχηλον εκτείναντα, δια να βληθή η κουλούρα και εν αυτή να διαπερασθή η άλυσσος, είπε μεγαλοφώνως: ‘άπιστε Κοπανίτζα έστειλες τον κερατά Κρεββατά εις την Φραγκίαν και μας έφερε αυτά τα σίτελα και μίζελα, αλλ’ αύριον θέλει δοκιμάσετε τα επίχειρα της κακίας σας’.»

Φόβος και αγωνία είχε καταλάβει τους ομήρους, καθώς οι Τούρκοι τους απειλούσαν συνεχώς με θάνατο. Ο προεστός Μήτρος Ροδόπουλος «ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά της φυλακής, ενώ ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και ο Κιαμήλμπεης τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωκράτη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράγι καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας.

Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διαλέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι… Αέναος ιδρώς έρρε ποταμιδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν». Την επομένη, Δευτέρα 18 Απριλίου, εκτελέστηκαν δεκαοκτώ Έλληνες υπηρέτες και σωματοφύλακες των αιχμαλώτων «αφού έρριψαν επάνω τους επτακοσίας βολάς τηλεβόλων, απέτεμαν τας κεφαλάς», εκτός ενός νέου, ο οποίος δείλιασε, αλλαξοπίστησε και αφέθηκε ελεύθερος.

Η θυσία

Ο Δεληγιάννης προσπάθησε να έρθει σε μυστική συνεννόηση με τον επικεφαλής των Αρβανιτών τάζοντας του οικονομικά ανταλλάγματα για να τους απελευθερώσει. Εκτός φυλακής, ο Κανέλλος Δεληγιάννης διαπραγματεύτηκε μάταια με τους Τούρκους για την απελευθέρωσή του αδερφού του, ενώ τελικά ο Θεόδωρος δεν βοηθήθηκε ούτε από τον Σωτήρη Κουγιά διερμηνέα του Καϊμακάμη, με τον οποίο ήταν συγγενείς καθώς είχε νυμφευθεί την αδερφή του. Στις αρχές Σεπτεμβρίου και ενώ η πτώση της Τριπολιτσάς ήταν θέμα χρόνου, οι φυλακισμένοι βρίσκονταν σε οριακό σημείο, πολλοί είχαν λιποθυμήσει από την αδυναμία και τις κακουχίες και δεν είχαν επαφή με το περιβάλλον. Έμειναν όμως πιστοί στην χριστιανική θρησκεία τους μέχρι τέλους, σφραγίζοντας με την ζωή τους την ανδρική στάση τους.

kanellos deligiannis

Ο Θοδωρής Δεληγιάννης πέθανε από τις κακουχίες στις 20 Σεπτεμβρίου 1821, λίγες ώρες πριν την άλωση της πόλης. Την ίδια τύχη είχαν και οι περισσότεροι από τους αιχμαλώτους καθώς σύμφωνα και με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, οι φυλακισμένοι στην Τριπολιτσά αρχιερείς ήταν 8 και επέζησαν 2, οι δε φυλακισμένοι προύχοντες ήταν 11 και επέζησαν 3. Ανάμεσα τους ο επίσκοπος Χριστιανουπόλεως Γερμανός πέθανε στην φυλακή λόγω των κακουχιών και των βασανιστηρίων στις 21 Σεπτεμβρίου 1821. Τρεις ημέρες νωρίτερα είχε πεθάνει ο επίσκοπος Ναυπλίου Γρηγόριος.

Όσοι απελευθερώθηκαν μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, ανάμεσα τους και ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, βρέθηκαν σε οικτρή κατάσταση λόγω των βασανιστηρίων και της πείνας. Ο Ιωάννης Περούκας που βρέθηκε ζωντανός στην φυλακή, εξέπνευσε λίγες ημέρες μετά στην περιοχή του Αχλαδόκαμπου από τις κακουχίες που είχε υποστεί. Όλοι όσοι επέζησαν έλαβαν ανώτατα κρατικά αξιώματα στην μετέπειτα πορεία τους και τιμήθηκαν για την συνεισφορά τους στον Αγώνα.

Το γεγονός όπως παρουσιάζεται στην Ελληνική Ιστοριογραφία

Η πρώτη παρατήρηση που μπορεί να κάνει κανείς διαβάζοντας την εξιστόρηση του γεγονότος αυτού σε πολλά ιστοριογραφικά έργα διαφορετικής ιδεολογικής κατεύθυνσης, είναι η συντομία της αφήγησης του. Στην ιστορία του Παπαρηγόπουλου δεν αναφέρεται καν, ομοίως και στην ιστορία του Διονυσίου Κόκκινου. Στην τετράτομη Ιστορία του Τρικούπη το γεγονός καταλαμβάνει μια σελίδα, στις 2.500 σελίδες του Βακαλόπουλου η εξιστόρηση επίσης καταλαμβάνει μια σελίδα, στην Ιστορία του Βουρνά 2 μικρές παραγράφους, στην δίτομη ιστορία του Φωτάκου 2 σελίδες, στην Ιστορία του Γερβίνου μια παράγραφο.

Η δεύτερη σημαντικότερη παρατήρηση είναι ότι υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία κινήτρων που αποδίδονται στους προκρίτους για την οικειοθελή εμφάνιση τους στην Τριπολιτσά. Σύμφωνα με τον Τρικούπη οι πρόκριτοι παραδόθηκαν στην Τριπολιτσά επειδή δεν μπορούσαν να αντισταθούν ενώ επειδή πλησίαζε το Πάσχα ήλπιζαν ότι θα παρέμεναν για λίγο χρονικό διάστημα στην πρωτεύουσα της Πελοποννήσου (σελ. 52-53). Ο Βακαλόπουλος υποστηρίζει ότι προσήλθαν επειδή φοβήθηκαν (τόμος Ε΄ σελ. 326), ο Βουρνάς γράφει ότι ξεγελάστηκαν (σελ. 78), ο Σπηλιάδης αναφέρει ότι πήγαν στην Τριπολιτσά από συμφέρον, ο Φιλήμων ότι δείλιασαν!(αν δείλιασαν γιατί πήγαν;). Ο “φιλέλλην” Γεώργιος Φίνλεϋ υποστηρίζει ότι οι προεστοί και οι αρχιερείς εισήλθαν στην Τριπολιτσά πεπεισμένοι ότι θα ξεγελούσαν τους Τούρκους και θα λάμβαναν άδεια να επιστρέψουν στις επαρχίες τους πριν ξεσπάσει η επανάσταση.

Δύο ξένοι συγγραφείς μνημονεύουν το γεγονός με διαφορετική λογική. Ο Γάλλος συνταγματάρχης Βουτιέ που συμμετείχε στην επανάσταση, χαρακτήρισε ηρωική την απόφαση των προεστών να παρουσιαστούν στους Τούρκους και να τους καθησυχάσουν. Σύμφωνα με τον Βουτιέ η παρουσία των προεστών στην Τριπολιτσά ξεγέλασε τους Τούρκους ώστε αυτοί να αδρανήσουν στις επίμονες ειδήσεις για την Ελληνική εξέγερση που έρχονταν από όλη την Πελοπόννησο. Ομοίως ο αρχηγός του πυροβολικού στην Τριπολιτσά Γάλλος ταγματάρχης Ραιμπώ, αναφέρεται εκτεταμένα για την θυσία των προεστών.

Κατά την γνώμη μου, η εθελοντική θυσία των προεστών στην Τριπολιτσά βοήθησε σημαντικά στην στερέωση της επανάστασης και η αποσιώπηση της έχει να κάνει ξεκάθαρα με την ταξική προέλευση των θυσιασθέντων και τις ιδεολογικές προτιμήσεις των ιστορικών της επανάστασης.

ΠΗΓΕΣ
Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, Οι αρχιερείς και οι προύχοντες εντός της εν Τριπόλει φυλακής εν έτει 1821 (http://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/f/a/a/metadata-22-0000024.tkl&do=71016.pdf&pageno=40&pagestart=1&width=840&height=595&maxpage=41&lang=el)

Παναγιώτης Καγιάς, χωρίς φόβο και πάθος το 1821, εκδόσεις Ι. Σιδέρης

Παναγιώτης Βελισσάριος, ιστορικός, προϊστάμενος ΓΑΚ- Αρχείων Νομού Αρκαδίας, Τρίπολη. Αρχιερείς και Προύχοντες στη φυλακή της Τριπολιτσάς (1821), άρθρο στην Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η άλωση της Τριπολιτσάς», τεύχος 204, 25 Σεπτεμβρίου 2003. https://argolikivivliothiki.gr/2009/11/16/prison
Φώτιος Χρυσανθακόπουλος (Φωτάκος), βίοι Πελοποννησίων Ανδρών (σελ 112 αναφορά στον Θεόδωρο Δεληγιάννη) (https://archive.org/details/vioipeloponnsin00chrygoog)

Δρ. Βίκτωρ Γ. Παπαγιαννόπουλος, Η Ιστορία της οικογένειας Παπαγιαννόπουλου – Δεληγιάννη – Λίτινα – Λίθινου- Litinus – Latinus με γενάρχες τους αρχαίους βασιλείς Λατίνο και Πελασγό εκδόσεις VIPAPHARM, Αθήνα 2104

https://argolikivivliothiki.gr/επίσκοπος Ναυπλίου Γρηγόριος

Ιωάννης Δ. Παπακωνσταντίνου, Ελληνικό έπος 1821-1824, τόμος Α΄ (σελ 192-193), εκδόσεις Ευρασία

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή