Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Πραξικόπημα στο Διαδίκτυο, αυταρχισμός από τον Μπάιντεν

Δημοσιεύτηκε στις

Βλέπουμε με άλλα λόγια έναν σαφή κίνδυνο να χρησιμοποιηθούν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου ως πρόσχημα για περαιτέρω στροφή της Αμερικής προς τον αυταρχισμό.

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου        13 Ιανουαρίου 2021

Όσο περνάνε οι μέρες, τόσο συσκοτίζεται αντί να διευκρινίζεται, η εικόνα του τι πραγματικά συνέβη στις 6 Ιανουαρίου στη Ουάσιγκτον, ενώ παραμένουν αναπάντητα κρίσιμα ερωτηματικά για τον ρόλο της Αστυνομίας του Καπιτωλίου, του Πενταγώνου και του FBI, στις επτά ώρες που διήρκεσαν τα γεγονότα, τα οποία οι Δημοκρατικοί χαρακτηρίζουν τώρα ως εξέγερση.
.
Στο μεταξύ οι Δημοκρατικοί, με επικεφαλής τη Νάνσυ Πελόζι, προχωρούν με διαδικασίες «fast track» τη διαδικασία καθαίρεσης του Τραμπ με την κατηγορία της «υποκίνησης σε στάση» και επιχειρούν ταυτόχρονα να αποκλείσουν ισοβίως τον ίδιο και τους συνεργάτες του από την κατοχή δημόσιου αξιώματος και να διασπάσουν το κόμμα του. Έχουν δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα όπου πας διαφωνών με τις αποφάσεις τους θεωρείται περίπου οπαδός του Τραμπ και εχθρός της δημοκρατίας. Όταν ο Δημοκρατικός βουλευτής Kurt Schrader από το Όρεγκον τόλμησε να διαφωνήσει με τη διαδικασία δεύτερης προσπάθειας καθαίρεσης του Τραμπ, λέγοντας ότι ισοδυναμεί με λιντσάρισμα, ήταν τέτοια η κατακραυγή που σηκώθηκε ώστε αναγκάστηκε να ζητήσει δημόσια συγγνώμη.
.
H αντιπαράθεση προς τον Τραμπ γίνεται όμως χωρίς κανένα πολιτικό επιχείρημα, που να αναιρεί τους λόγους για τον οποίο τον υποστήριξαν, ή και συνεχίζουν να τον υποστηρίζουν, εκατομμύρια Αμερικανών. Είναι αλήθεια ότι η καμπάνια αυτή έχει μετατοπίσει ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εναντίον του. Ο «αντι-τραμπισμός» έχει τώρα κυριαρχήσει στην ατμόσφαιρα, ταυτόχρονα όμως αυτή η επίθεση, με τον τρόπο που γίνεται, «τσιμεντώνει» στην πραγματικότητα τον σκληρό πυρήνα των οπαδών του, εντείνει την αίσθησή του ότι ο Τραμπ είναι και ήρωας και θύμα και τον εγκλωβίζει όλο και περισσότερο στην δική του «εικονική πραγματικότητα».
.
Η κοινή γνώμη στην Αμερική αλλά και παγκοσμίως, χωρίζεται όλο και περισσότερο σε δύο ακραίες παρατάξεις (που έχουν εμφανιστεί και στην Ελλάδα). Η μία αποδέχεται τις μετρητοίς ότι της σερβίρει το πολιτικό και εκδοτικό κατεστημένο, η δε βυθίζεται σε έναν κόσμο παράνοιας, τροφοδοτημένο από τα παγκόσμια ιντερνετικά δίκτυα της άκρας δεξιάς, όπου συνυπάρχουν έλλογη αμφισβήτηση με εξωφρενικές θεωρίες συνωμοσίας. Αμφότερες ζουν στις δικές τους, εν πολλοίς εικονικές πραγματικότητες, έστω και αν η δεύτερη είναι πλέον πιο προχωρημένη ως προς τον παράλογο χαρακτήρα της δικής της «πραγματικότητας». Τα δύο στρατόπεδα δεν διαλέγονται μεταξύ τους, έχει καταργηθεί δηλαδή ο βασικότερος τρόπος αναζήτησης της αλήθειας, η αντίθεση, αλλά και δεν υπάρχει πλέον όχι συμφωνία για το νόημα των γεγονότων, ούτε καν για το ποια είναι τα γεγονότα.
.
Οι Δημοκρατικοί και τα μέσα ενημέρωσης επιτίθενται στον Τραμπ κατηγορώντας τον ότι εστράφη κατά του αμερικανικού κράτους και των θεσμών του (ενίοτε με τον ακόμα πιο γελοίο ισχυρισμό ότι τα έκανε αυτά ως πράκτωρ της Ρωσίας. Εξίσου γελοίος είναι βέβαια και ο ισχυρισμός Τραμπ ότι τον κυνηγάει η «ριζοσπαστικής αριστερά» ή ότι οι Δημοκρατικοί έγιναν όργανό της). Το πρόβλημα είναι ότι εκατομμύρια Αμερικανοί πιστεύουν εδώ και καιρό ότι το αμερικανικό κράτος συμπεριφέρεται ως εχθρός τους και ο Τραμπ ως φίλος τους, ενώ για τους «δημοκρατικούς θεσμούς» έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι λειτουργούν εναντίον τους, πράγμα που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα, αφού αυτοί οι θεσμοί είναι, εδώ και καιρό, τυφλά όργανα του Κεφαλαίου.
.
Αν αυτοί οι άνθρωποι πήγαν στη νεοφασιστική (έστω και αν δεν θέλει να τη λέμε έτσι) άκρα δεξιά του Τραμπ, είναι γιατί η ίδια η αμερικανική εξουσία τους έχει προ πολλού αποξενώσει μεταχειριζόμενη μεγάλο αριθμό των πολιτών της ως αναλώσιμα και περιφρονητέα σκουπίδια. Προφανώς ο νεοφασισμός συνιστά απειλή για τους «δημοκρατικούς θεσμούς», αλλά είναι σημαντικό ότι οι Δημοκρατικοί δεν κατηγορούν τον Τραμπ για αυτό που πραγματικά είναι, αλλά μάλλον για πράγματα που δεν είναι – ούτε καν τον όρο «άκρα δεξιά» δεν χρησιμοποιούν.
.
Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που κάνει τους οπαδούς του Τραμπ, ή ένα μέρος τους, αντιπάλους των «δημοκρατικών θεσμών», στο μέτρο που τους κάνει, είναι η αίσθησή τους ότι αυτοί οι θεσμοί δεν είναι στην πραγματικότητα δημοκρατικοί, δεν λειτουργούν υπέρ του Δήμου, αλλά εναντίον του και προς όφελος του Χρήματος.
.
Νά’σου και η Τρομοκρατία…
.
Ο Μπάιντεν έσπευσε να περιγράψει τους διαδηλωτές που εισέβαλαν στο Καπιτώλιο ως «τρομοκράτες». Μπορεί κάποιος να πει τους διαδηλωτές «φασίστες» ή να τους επικρίνει για την ενέργειά τους, είναι φανερό όμως ότι δεν είναι τρομοκράτες με την έννοια που αποδίδει το δίκαιο και η κοινή λογική. Όλος ο κόσμος έχει δει τρομοκρατικές πράξεις και ξέρει να τις αναγνωρίζει.
.
Η χρήση όμως ενός τέτοιου ψευδούς και παραπλανητικού όρου από τον επόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ συνιστά εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο και αρχή διολίσθησης προς την ποινικοποίηση της διαφορετικής άποψης και της πολιτικής διαφωνίας. Κινδυνεύει να συμβάλλει στην οικοδόμηση ενός κατασταλτικού οπλοστασίου, προορισμένου να ασκήσει το ίδιο τρομοκρατία κατά της άκρας δεξιάς σήμερα, κατά οποιουδήποτε άλλου αύριο.
.
Πόσο μάλλον που μιλάμε για τις Ηνωμένες Πολιτείες που, επικαλούμενες την ανάγκη καταπολέμησης της τρομοκρατίας, άρχισαν τη μετατροπή τους σε ολοκληρωτικό κράτος, με τα Γκουαντάναμο και τα συστήματα παρακολούθησης όλου του πληθυσμού τους. Ο ίδιος μάλιστα ο Μπάιντεν συνέβαλε προσωπικά σε αυτό υπερψηφίζοντας την Patriot Act την επαύριο της 11ης Σεπτεμβρίου. Μήπως στην ίδια κατεύθυνση δεν κινείται άλλωστε όλη η Δύση, με πρωτοπορούσα τη Γαλλία των Φρανσουά Ολάντ και Εμανουέλ Μακρόν;
.
Η διαφορά στη μεταχείριση του Ντάνιελ Έλσμπεργκ των Pentagon Papers (που «ανατίναξε» στην εποχή του με τις αποκαλύψεις του την αμερικανική πολιτική στο Βιετνάμ), με αυτή της Τσέλσι Μάνινγκ και του Τζούλιαν Ασάνζ, μας δίνει το ακριβές μέτρο της εξέλιξης του αμερικανικού και δυτικού καπιταλισμού προς τον ολοκληρωτισμό.
.
Ειρήσθω εν παρόδω, η σαφής, διακριτή αυταρχική στροφή της δικής μας κυβέρνησης (και είμαστε μόνο στην αρχή πιθανώς) μπορεί να μην γίνεται από μόνη της, όπως και τίποτα στην Ελλάδα, αλλά να είναι και αυτή προϊόν εισαγωγής από τις ΗΠΑ. Μια σειρά άρθρων για την ελληνική άκρα δεξιά και τους Αμερικανούς έχει δημοσιεύσει το περιοδικό CovertAction Magazine. Δεν γνωρίζουμε αν ευσταθούν τα όσα αναγράφονται εκεί, αλλά το σημειώνουμε με ανησυχία.
.
Δεν είδαμε επίσης τους Δημοκρατικούς να εξεγείρονται (το αντίθετο) για την προσπάθεια να δολοφονηθεί ο Ασσάνζ, χωρίς να αναλάβουν την ευθύνη για αυτό το βρετανικό και το αμερικανικό κράτος. Δεν τους είδαμε να εξεγείρονται, όταν ο Τραμπ έδωσε χάρη στους φρικτούς εγκληματίες της Blackwater, που έδρασαν για λογαριασμό του αμερικανικού κράτους στο Ιράκ, μια χάρη που πέντε εισηγητές και ειδικοί εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ χαρακτήρισαν ως παραβίαση των συνθηκών της Γενεύης για τον πόλεμο. (Αυτό βεβαίως ισχύει και για τους οπαδούς του Τραμπ, που εξακολουθούν και σήμερα να θεωρούν τον Αμερικανό Πρόεδρο ως αντίπαλο των πολέμων. Μήπως μπορούν να μας εξηγήσουν τι τον ώθησε σε αυτή τη χάρη; Ποια εξήγηση δίνουν επίσης στο γεγονός ότι τις τελευταίες μέρες της παραμονής της στην εξουσία, η κυβέρνησή του έβαλε την Κούβα στη λίστα των «χωρών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία» και κατηγόρησε τον Ομπάμα ότι ήταν soft με τους Ρώσους, σε αντίθεση με την ίδια που κατήργησε τη συνθήκη INF για τους ευρωπυραύλους, μια από τις σημαντικότερες συνθήκες για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων; Για μια πιο αναλυτική περιγραφή της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ βλ. το άρθρο μας O Τραμπ έχασε, ζήτω ο τραμπισμός! Η παγκόσμια σημασία της σύγκρουσης στις ΗΠΑ και επίσης την έξοχη ανάλυση των Michael Klare και Tom Engelhardt.
.
Βλέπουμε με άλλα λόγια έναν σαφή κίνδυνο να χρησιμοποιηθούν τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου ως πρόσχημα για περαιτέρω στροφή της Αμερικής προς τον αυταρχισμό. Υπάρχει πάντως, οφείλουμε να σημειώσουμε, και μια κατ’ αρχήν θετική εξέλιξη, μια σειρά μέτρων που προωθεί μια ομάδα Δημοκρατικών βουλευτών που θέλουν να περιορίσουν τη δυνατότητα Προέδρων να απονέμουν χάρη, να υποχρεώνονται να δημοσιοποιούν τις φορολογικές τους δηλώσεις, να διευρύνουν τις ελεγκτικές εξουσίες ανεξάρτητων υπηρεσιών και να επιβάλλουν ισχυρότερες απαγορεύσεις πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων, χωρίς όμως, από ό,τι έχει γίνει γνωστό μέχρι τώρα, να περιορίζουν τις υπερεξουσίες που έχουν περιβληθεί σε θέματα έκτακτης ανάγκης. (Θετική επίσης πρέπει μάλλον να θεωρηθεί και η τοποθέτηση του Ουίλιαμ Μπερνς ως επικεφαλής της CIA).
.
Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι μόνο να εμποδιστεί η κατάχρηση των προεδρικών εξουσιών, έστω και αν τα προαναφερθέντα μέτρα θα συνιστούν τη μεγαλύτερη αναθεώρηση του αμερικανικού προεδρικού συστήματος από την εποχή του Watergate. Θετικά όλα αυτά, αλλά σταγόνα στον ωκεανό της καταλυτικής επίδρασης των Βαρόνων του Χρήματος στην αμερικανική θεσμική λειτουργία.
.
Από τα πραξικοπήματα δια των τραπεζών στα πραξικοπήματα δια του Ίντερνετ
.
Εδώ και καιρό έχει επισημανθεί ότι, χωρίς να εγκαταλειφθεί εντελώς η μέθοδος των πραξικοπημάτων με τα τανκς (που γνώρισαν τόσο καλά στην ιστορία τους Ελλάδα και Κύπρος), μπήκαμε στην εποχή των πραξικοπημάτων δια των banks, των τραπεζών. Και εδώ άλλωστε είμαστε, Ελλάδα και Κύπρος πρωτοπορία, με τα Μνημόνια και τις Δανειακές στην Ελλάδα, με τη δήμευση των καταθέσεων και, εμμέσως, των ίδιων των τραπεζών, στην Κύπρο.
.
Με αφορμή όμως τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου, μπαίνουμε πλέον και πανηγυρικά στην εποχή των πραξικοπημάτων δια των social media, με τους γίγαντες του Ίντερνετ να διεκδικούν ρόλο Μεγάλου Ιεροεξεταστή, στις ΗΠΑ και παγκοσμίως, εκμεταλλευόμενοι την μονοπωλιακή τους θέση στο σύστημα πληροφόρησης. Η 6η Ιανουαρίου τους έδωσε την ευκαιρία να κάνουν το δικό τους εν εξελίξει πραξικόπημα, με την λογοκρισία του ίδιου του προέδρου των ΗΠΑ.
.
Η λογοκρισία είναι καλό να αποφεύγεται σε κάθε περίπτωση, ούτε και είναι αποτελεσματική σε τελική ανάλυση, μάλλον συνιστά εκδήλωση πολιτικής αδυναμίας και αμηχανίας. Ακόμα και αν δεχθούμε όμως ότι είναι απαραίτητη, υπό πολύ εξαιρετικές συνθήκες, είναι αρμοδιότητα κρατικών οργάνων, δεν μπορούν να αποφασίζουν αν και πως θα την ασκήσουν δύο δισεκατομμυριούχοι από την Καλιφόρνια, ο Τζακ Ντόρσεϊ του Twitter και ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ του Facebook, οι οποίοι μάλιστα στο παρελθόν δεν έδειξαν να έχουν κανένα πρόβλημα με την άκρα δεξιά και με τον Τραμπ. Aν σήμερα λογοκρίνουν τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ποιος θα τους εμποδίσει να λογοκρίνουν αύριο τον Σάντερς, τον Τσόμσκυ ή οποιονδήποτε άλλο; Το κάνει ήδη η Google λογοκρίνοντας, στις μηχανές αναζήτησης, αριστερά αμερικανικά σάιτ, ενώ και το Twitter εκμεταλλεύτηκε την κατάσταση για να πολλαπλασιάσει τις δραστηριότητές του. Αποφάσισε να κατεβάσει ένα άρθρο που ανήρτησε η κινεζική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον απαντώντας στις κατηγορίες κατά του Πεκίνου για τους Ουιγούρους και λογόκρινε αξιωματούχους και πολιτικούς της Ουγκάντα. Ακόμα και οι New York Times ανησύχησαν και δημοσίευσαν στην πρώτη σελίδα τους άρθρο με τίτλο «Που βρίσκεται η εξουσία». Ανησυχία εξέφρασε ακόμα και η καγκελάριος Μέρκελ.
.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη βιομηχανία του Ίντερνετ. Αυτή τη στιγμή ελάχιστος αριθμός χρηματοπιστωτικών οργανισμών και πολυεθνικών εταιρειών (όπως και διαδικτυακών πλατφορμών) έχουν συγκεντρώσει κάθε είδους εξουσία σε θέματα που άπτονται του ίδιου του μέλλοντος του ανθρώπινου πολιτισμού και της ζωής πάνω στη Γη, από το κλίμα έως τα φάρμακα και τα εμβόλια και από τα πειράματα με το DNA έως τη χειραγώγηση και τον έλεγχο ολόκληρων χωρών και κοινωνιών.
.
Μέτρα εθνικοποίησης με κοινωνικό και διεθνή έλεγχο αυτών των τεράτων, που αναπτύσσονται όπως οι καρκινικοί όγκοι στο σώμα της ανθρωπότητας επιβάλλονται εδώ και καιρό, και γίνονται όλο και περισσότερο αναγκαίος όρος σωτηρίας της ανθρωπότητας.
.
Ιστολόγιο του Δ. Κωνσταντακόπουλου
Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Σταύρος Λυγερός στον 98,4: Αδιέξοδη κατάληξη στην Ουκρανία

Μια ψύχραιμη αλλά ιδιαίτερα δυσοίωνη αποτίμηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις συνέπειες που ήδη αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο συσχετισμό ισχύος.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον 98.4 φιλοξενήθηκε ο επικεφαλής του slpress.gr, αρθρογράφος και συγγραφέας Σταύρος Λυγερός, ο οποίος παρουσίασε μια ψύχραιμη αλλά ιδιαίτερα δυσοίωνη αποτίμηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις συνέπειες που ήδη αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο συσχετισμό ισχύος. Με βάση γεγονότα και γεωστρατηγικά δεδομένα, ο Λυγερός τόνισε ότι ο πόλεμος έχει αλλάξει ήδη τον κόσμο όπως τον γνωρίζαμε και ότι οδεύει προς μία κατάληξη που, για την ίδια την Ουκρανία, θα αποδειχθεί πολύ χειρότερη από όσα προέβλεπαν οι Συμφωνίες του Μινσκ ή η σχεδόν ολοκληρωμένη συμφωνία της Κωνσταντινούπολης το 2022.

Κατά τον ίδιο, πρόκειται για ένα αδιέξοδο που συντηρείται κυρίως από δύο πλευρές: τη Ρωσία, η οποία έχει λόγους να επιμηκύνει τη σύγκρουση, και το λεγόμενο «κόμμα του πολέμου» στη Δύση, που για δικούς του υπολογισμούς εμποδίζει οποιαδήποτε σοβαρή διαπραγμάτευση. Το τίμημα, όπως υπογράμμισε, το πληρώνει αποκλειστικά ο ουκρανικός λαός και όχι η πολιτική τάξη του Κιέβου που ταυτίστηκε απολύτως με μια στρατηγική σύγκρουσης η οποία τελικά θα αποφέρει αποτελέσματα πολύ χειρότερα από εκείνα που θα προέκυπταν αν ο πόλεμος είχε αποφευχθεί.

Ο Σταύρος Λυγερός σημείωσε ακόμη ότι μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ρευστό και πολυκεντρικό, η Ελλάδα χρειάζεται μια στρατηγική ευελιξίας, πολυδιάστατων σχέσεων και προνοητικότητας. Ωστόσο, όπως είπε, το σημερινό πολιτικό σκηνικό δεν διαθέτει τις προϋποθέσεις για μια τέτοια προσέγγιση.

Ειδική αναφορά έκανε και στη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, υπογραμμίζοντας ότι το πρώτο στοιχείο στο οποίο οφείλει να κριθεί η σημερινή κυβέρνηση είναι το βάθος και η έκταση της «πολυεπίπεδης διαφθοράς». Παρά ταύτα, πρόσθεσε ότι προς το παρόν παραμένει πολιτικά κυρίαρχη όχι λόγω επιδόσεων, αλλά εξαιτίας της ανυπαρξίας αξιόπιστης αντιπολίτευσης — και κυρίως αξιωματικής.

Κατά τον Λυγερό, αυτό δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχιστεί, καθώς οι νέες πολιτικές κινήσεις που φαίνεται πως ετοιμάζονται ενδέχεται να ανατρέψουν τα δεδομένα και να διαμορφώσουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα στο προσεχές διάστημα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

International Institute of Strategy: Τί σημαίνει ο χαρακτηρισμός της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τον Τραμπ;

Η Ουάσινγκτον εγκαταλείπει οριστικά την αντίληψη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ενιαίου οργανισμού και υιοθετεί ένα πιο σύνθετο, αλλά και πιο ρεαλιστικό μοντέλο αντιμετώπισης, προσαρμοσμένο στη σημερινή δομή και λειτουργία του κινήματος.

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης, International Institute of Strategy

Σε μια από τις πιο ηχηρές ανατροπές της μεταπολιτικής περί τρομοκρατίας προχώρησε η Ουάσιγκτον τη Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2025. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστική εντολή που βάζει για πρώτη φορά τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στο στόχαστρο των αμερικανικών υπηρεσιών. Η εντολή δίνει σαφή οδηγία στα υπουργεία Εξωτερικών και Οικονομικών να ξεκινήσουν τη διαδικασία χαρακτηρισμού επιμέρους παραρτημάτων της Αδελφότητας ως Ξένων Τρομοκρατικών Οργανώσεων και ως Παγκόσμιων Ειδικά Καθορισμένων Τρομοκρατών, κλείνοντας έτσι μια εσωτερική διαμάχη που επί δύο δεκαετίες διχάζει τη χάραξη αμερικανικής πολιτικής.

Στοχοποίηση παραρτημάτων

Για χρόνια, η πολιτική και διπλωματική γραφειοκρατία στην Ουάσινγκτον πάλευε με το ίδιο ερώτημα: πώς αντιμετωπίζεις μια οργάνωση που δεν λειτουργεί ως ενιαία δομή, αλλά ως ένα χαλαρό δίκτυο εθνικών κλάδων, το οποίο εκτείνεται από τον αραβικό κόσμο μέχρι τη Δύση; Η μία πλευρά πίεζε για μια οριζόντια συνολική απαγόρευση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, θεωρώντας την ένα ενιαίο, παγκόσμιο ισλαμιστικό κίνημα. Η άλλη τόνιζε ότι μια τέτοια απόπειρα δεν θα άντεχε ούτε μία ημέρα σε δικαστικό έλεγχο, ακριβώς επειδή η Αδελφότητα δεν είναι ένα μονολιθικό μόρφωμα αλλά μια συστάδα οργανώσεων με διαφορετικές αποστολές, διαφορετικές ηγεσίες και συχνά αντικρουόμενες στρατηγικές.

Η νέα εκτελεστική εντολή υιοθετεί ξεκάθαρα τη δεύτερη προσέγγιση. Αντί να στοχοποιήσει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως “μία” οργάνωση, η κυβέρνηση Τραμπ δημιουργεί έναν μόνιμο μηχανισμό που επιτρέπει την αξιολόγηση και πιθανή απαγόρευση κάθε παραρτήματος ξεχωριστά, εκεί όπου υπάρχουν αποδείξεις εμπλοκής σε τρομοκρατικές ενέργειες, χρηματοδότηση ένοπλων ομάδων ή στενούς δεσμούς με ήδη χαρακτηρισμένες τρομοκρατικές οργανώσεις. Το μοντέλο αυτό έχει προηγούμενο: η Χαμάς, το σκέλος της Αδελφότητας στη Γάζα, χαρακτηρίστηκε ως τρομοκρατική οργάνωση το 1997 χωρίς ποτέ οι ΗΠΑ να επεκτείνουν τον χαρακτηρισμό στο σύνολο της Αδελφότητας.

Νέα στρατηγική Τραμπ

Η νέα στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ επιχειρεί να ακολουθήσει αυτή τη λογική εφαρμόζοντάς την σε παγκόσμια κλίμακα. Η εκτελεστική εντολή κατονομάζει ως πρώτους στόχους τα παραρτήματα της Αιγύπτου, της Ιορδανίας και του Λιβάνου, ανοίγοντας όμως τον δρόμο για μελλοντική εξέταση και άλλων δομών, όπως το κόμμα Al-Islah στην Υεμένη, που διατηρεί ένοπλη πτέρυγα και έχει στελέχη με ιστορικούς δεσμούς με την Αλ Κάιντα. Στο μικροσκόπιο, σύμφωνα με αμερικανικές πηγές, ενδέχεται να βρεθούν και τα εκτεταμένα δίκτυα ΜΜΕ της Αδελφότητας που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές επιρροής.

Καθοριστικό στοιχείο της νέας κατεύθυνσης είναι η νομική θωράκιση. Ο αμερικανικός νόμος απαιτεί από μια οργάνωση που χαρακτηρίζεται τρομοκρατική να πληροί συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια: να είναι ξένη, να έχει ικανότητα και πρόθεση διεξαγωγής τρομοκρατικών ενεργειών και η δράση της να απειλεί την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών ή των πολιτών τους. Αυτή η απαιτητική διαδικασία ήταν και ο λόγος που οι προηγούμενες προσπάθειες απέτυχαν, καθώς η Ουάσινγκτον δεν μπορούσε να αποδείξει την ύπαρξη ενιαίας διοίκησης που να συνδέει οργανικά όλα τα παρακλάδια της Αδελφότητας.

Η εφαρμογή το μεγάλο στοίχημα

Η σημερινή απόφαση επιχειρεί να παρακάμψει ακριβώς αυτό το εμπόδιο. Δεν αναζητά ένα «κεντρικό επιτελείο» αλλά εξετάζει κάθε παράρτημα μεμονωμένα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ΗΠΑ μπορούν να κινηθούν άμεσα ενάντια σε κλάδους που εμπλέκονται ευθέως σε ένοπλες συγκρούσεις ή χρηματοδοτούν τρομοκρατικές ομάδες, χωρίς να φορτωθούν το βάρος μιας συνολικής απαγόρευσης που ούτε θα στεκόταν νομικά ούτε θα ήταν εύκολη στη διπλωματική διαχείριση. Παράλληλα, η στοχευμένη προσέγγιση βοηθάει στον συντονισμό με συμμάχους των ΗΠΑ, πολλοί από τους οποίους έχουν ήδη καταχωρίσει συγκεκριμένα παραρτήματα της Αδελφότητας στα δικά τους εθνικά πλαίσια ασφαλείας.

Το μεγάλο στοίχημα βρίσκεται πλέον στην εφαρμογή. Τα υπουργεία Εξωτερικών και Οικονομικών καλούνται να συντάξουν εμπεριστατωμένους φακέλους, να κινήσουν τη διαδικασία κατάταξης και να διασφαλίσουν ότι το εγχείρημα θα προχωρήσει με πειθαρχία, χωρίς τις αστοχίες και τις υπερβολές που οδήγησαν σε αδιέξοδο παλαιότερες προσπάθειες. Το βέβαιο είναι ότι με αυτή την κίνηση η Ουάσινγκτον εγκαταλείπει οριστικά την αντίληψη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ενιαίου οργανισμού και υιοθετεί ένα πιο σύνθετο, αλλά και πιο ρεαλιστικό μοντέλο αντιμετώπισης, προσαρμοσμένο στη σημερινή δομή και λειτουργία του κινήματος.

Το αν η νέα στρατηγική θα αποδώσει, θα κριθεί στους μήνες που έρχονται. Το σίγουρο είναι ότι η διοίκηση Τραμπ αποφάσισε να αγγίξει έναν φάκελο που επί χρόνια όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις απέφευγαν, φοβούμενες τις νομικές και διπλωματικές συνέπειες. Αυτή τη φορά, η προσέγγιση είναι διαφορετική – και σημαντικά πιο μεθοδική.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Pakistan’s Women Under Siege: Journalists, Activists, and Ordinary Lives at Risk

Pakistan is normalizing a culture where women are denied both safety and voice.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Harassment of female journalists in Pakistan is a troubling norm. Not only physical annoyance, these journalists are facing digital harassment also. In the recent case of harassment (November 16, 2025), another prominent journalist Benazir Shah is being subjected to severe threats online. She has been targeted in a deepfake video circulated by an ‘X’ account followed by Information Minister Attaullah Tarar. Ironically, Benazir did not wish to file PECA (Prevention of Electronic Crimes Act) case citing that as doing so would lend legitimacy to a law and institution that have been used to harass journalists and silence citizens and suppress dissent.

Pakistan’s record on women’s rights continues to decline, and 2025 has only reinforced this grim trajectory. The latest outrage came when the Pakistan Federal Union of Journalists (PFUJ) slammed the government for using the Prevention of Electronic Crimes Act (PECA) to register cases against female journalists who criticized state institutions.1 The journalists were accused of spreading “false information” and “anti-state propaganda,” charges that are notoriously vague and serve as convenient tools to silence dissent. PFUJ warned that this trend has become routine under the current military-backed government, with women journalists facing harassment, online abuse, and fabricated legal charges simply for doing their jobs.2 The use of PECA, a law originally designed to curb cybercrime, against reporters has become one of the sharpest weapons of repression in Pakistan. When women in the press are punished for speaking truth to power, it lays bare not only the fragility of Pakistan’s institutions but the deep-seated hostility towards women’s voices in public life.

The crackdown on female journalists is part of a much larger pattern of gender-based repression across Pakistan. Over the past three years, since Field Marshal Syed Asim Munir became army chief, press freedom has shrunk dramatically, and women journalists have been on the frontlines of intimidation. Reporters like Asma Shirazi, Gharidah Farooqi, and others have faced coordinated harassment campaigns online, often amplified by bot networks and social media accounts sympathetic to the military establishment.3 Some have been threatened with blasphemy accusations, which in Pakistan amount to death threats. Others have been served notices under PECA, accused of “defaming” the army or “creating unrest.” The threats go far beyond rhetoric. Female journalists have reported stalkers outside their homes, abusive calls to their families, and relentless trolling campaigns designed to silence them. In a country where digital harassment can easily translate into physical danger, these attacks leave women at heightened risk.

PFUJ’s statement in 2025 was especially stark because it connected the dots between gender and press freedom, calling out the state for using PECA not as a shield against cybercrime but as a sword against critical voices. Human Rights Watch and Amnesty International have also documented how PECA has been repeatedly misused to criminalize speech, noting that women journalists and activists face a double jeopardy: state persecution and a misogynistic culture that labels them immoral or “un-Islamic” for challenging authority.4 When the state itself validates these attacks by filing official cases, the message to women is unmistakable: silence yourself, or the machinery of power will silence you.

Pakistan consistently ranks among the worst in global gender-equality indices, with the World Economic Forum placing it near the bottom of its Global Gender Gap Report. The statistics are damning: nearly one in three women experiences domestic violence; literacy rates for women remain far lower than men; workplace participation is minimal; and women politicians and activists regularly face intimidation. The persistence of so-called “honour killings” is another stark reminder of the dangers faced by Pakistani women. In 2024 alone, rights groups recorded hundreds of cases of women killed by their families for allegedly tarnishing family “honour.” These crimes, often treated with leniency by police and courts, are a brutal indicator of how deep misogyny runs in Pakistani society.

The past few years have also seen an increase in the harassment of women who participate in movements like the Aurat March, an annual rally demanding gender equality. Each year, organizers and participants are threatened with violence, accused of blasphemy, and vilified on television talk shows. In March 2025, participants reported that their posters were torn down, rallies were blocked by police, and organizers were summoned for questioning. Such actions are not isolated but form part of the state’s broader suppression of women’s activism, ensuring that demands for equality never gain real traction. Meanwhile, women from marginalized communities, such as Hindu and Christian girls, remain vulnerable to forced conversions, abductions, and coerced marriages, particularly in Sindh and Punjab.

What makes the targeting of female journalists especially alarming is that they represent the few women who have managed to break through Pakistan’s rigid barriers to public life.5 Instead of protecting them, the state subjects them to heightened scrutiny, gendered abuse, and criminal cases. The use of PECA against them confirms a broader truth: Pakistan’s legal system is weaponized against women, whether in cases of domestic violence, “immorality,” or speech deemed critical of the military establishment. Conviction rates in cases of gender-based violence remain abysmally low, while perpetrators of honor killings in Pakistan often walk free.6The judiciary’s reluctance to punish violence against women reflects the executive’s eagerness to punish women who dare to speak.

The international community has repeatedly flagged these abuses. In 2024, the UN Human Rights Council raised concerns about Pakistan’s shrinking space for women journalists and activists, noting that reprisals against women reporters are not sporadic but systematic. Reporters Without Borders ranked Pakistan 158th out of 180 countries in its 2025 Press Freedom Index, highlighting the specific dangers faced by female journalists. Amnesty International described the state of women’s rights in Pakistan as “dire,” citing not only the misuse of laws like PECA but also the impunity for violence against women. Local watchdogs, including the Human Rights Commission of Pakistan, have also admitted that women face a disproportionate burden of rights violations in the country, whether as journalists, activists, or ordinary citizens.7

Pakistan is normalizing a culture where women are denied both safety and voice. Journalists face harassment and censorship, activists are branded as traitors, and ordinary women continue to die in honor killings or languish without justice in the courts. Field Marshal Asim Munir’s tenure has coincided with an even harder crackdown on dissent, and women are bearing the brunt of this authoritarian turn. Pakistan will remain trapped between systemic discrimination and state repression as the state institutions continue to weaponize laws like PECA, repress women journalists, and turn a blind eye to gender-based violence. The trajectory suggests not progress but regression, where women’s rights are erased under the combined weight of patriarchal culture and army-controlled authoritarian governance.

1https://www.hrw.org/news/2025/01/16/pakistan-new-government-cracks-down-free-expression

2https://www.ifj.org/media-centre/news/detail/category/press-releases/article/pakistan-peca-case-targets-women-journalists-in-whatsapp-group

3https://rsf.org/en/country/pakistan

4https://www.dw.com/en/leading-pakistan-rights-group-decries-government-crackdown/a-73415368#:~:text=The%20government%20has%20denied%20pressuring,of%20the%20people%20of%20Pakistan.%22

5https://www.reuters.com/world/asia-pacific/pakistani-journalists-rally-against-law-regulating-social-media-2025-01-28/

6https://www.aljazeera.com/news/2025/7/21/pakistan-arrests-over-a-dozen-suspects-as-honour-killing-video-goes-viral

7https://thenewsmill.com/2025/07/hrcp-expresses-concern-over-steadily-shrinking-space-for-human-rights-defence-work-in-pakistan/#:~:text=HRCP%20expresses%20concern%20over%20steadily,country’s%20international%20commitments%20and%20obligations.”

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις15 λεπτά πριν

Σταύρος Λυγερός στον 98,4: Αδιέξοδη κατάληξη στην Ουκρανία

Μια ψύχραιμη αλλά ιδιαίτερα δυσοίωνη αποτίμηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις συνέπειες που ήδη αναδιαμορφώνουν τον παγκόσμιο συσχετισμό...

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

International Institute of Strategy: Τί σημαίνει ο χαρακτηρισμός της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως τρομοκρατικής οργάνωσης από τον Τραμπ;

Η Ουάσινγκτον εγκαταλείπει οριστικά την αντίληψη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας ως ενιαίου οργανισμού και υιοθετεί ένα πιο σύνθετο, αλλά και πιο...

Άμυνα60 λεπτά πριν

Η Intracom Defence υποδέχτηκε την Σχολή Διοίκησης και Επιτελών του Πολεμικού Ναυτικού

Στελέχη της εταιρίας ενημέρωσαν τους σπουδαστές της Σχολής για τα Συστήματα και τις δραστηριότητες της εταιρίας στους τομείς των Τακτικών...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Pakistan’s Women Under Siege: Journalists, Activists, and Ordinary Lives at Risk

Pakistan is normalizing a culture where women are denied both safety and voice.

Άμυνα2 ώρες πριν

Ενημέρωση και Πρόταση στο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ) με τον τίτλο: Χάρτης Μετάβασης των Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΔ) στη Νέα Εποχή, Αναφορικά με τις Τροποποιήσεις για την Εθνοφυλακή

Οι προβλέψεις της νομοθετικής πρωτοβουλίας συνιστούν οπισθοδρόμηση σε ρυθμίσεις για την Εθνοφυλακή προ του 1982, ενώ υπολείπονται παρασάγγας των επιβαλλόμενων...

Δημοφιλή