Διεθνή
Reuters: Η Τουρκία φοβάται ότι η ΕΕ θα ακολουθήσει τις κυρώσεις των ΗΠΑ
«Μετά από ένα πενταετές κενό που χαρακτηρίζεται από παράπονα για τους ισχυρισμούς της στα ύδατα της Μεσογείου, η Τουρκία συνεχίζει τις διερευνητικές συνομιλίες με την Ελλάδα την Δευτέρα, στο πρώτο τεστ των ελπίδων της για να αντιστρέψει τις επιδεινούμενες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση», αναφέρει σε ανάλυσή του το πρακτορείο Reuters.
Ωστόσο, το Reuters εκτιμά ότι η επαναπροσέγγιση ΕΕ – Τουρκίας αποτελεί μακρινή προοπτική, ένας Γάλλος διπλωμάτης δηλώνει ότι η τουρκική «επιχείρηση γοητείας» στο Παρίσι πρέπει να μετουσιωθεί σε πράξεις, ενώ αναλυτής εκτιμά ότι η Άγκυρα αντιμετωπίζει με φόβο το ενδεχόμενο η Ευρώπη να συντονιστεί με τις Ηνωμένες Πολιτείες στις κυρώσεις, με βάση την απόφαση της Συνόδου Κορυφής του Δεκεμβρίου. Το Reuters σημειώνει, δε, ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιστράτευσε για την προσέγγιση με την Γαλλία έναν πρώην συμφοιτητή του Μακρόν στο Παρίσι…
Ειδικότερα, όπως αναφέρει στην ανάλυσή του το πρακτορείο, τη στιγμή που οι διπλωμάτες λένε ότι η ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης θα είναι ένας δύσκολος στόχος, οι διερευνητικές συνομιλίες ακολουθούν την απόφαση της Τουρκίας να σταματήσει τις έρευνες για υδρογονάνθρακες σε αμφισβητούμενα ύδατα που εξόργισαν την Ελλάδα και την Κύπρο και μια ύφεση στην ρητορική για τις ευρύτερες διαμάχες της Άγκυρας με την ΕΕ.
Θα μπορούσαν επίσης να ανοίξουν το δρόμο για επικείμενη επίσκεψη στην Τουρκία από ηγέτες της ΕΕ. Και οι δύο πλευρές λένε ότι υπάρχει πολιτική βούληση για βελτίωση των σχέσεων, αλλά μετά από χρόνια οργής για τους πρόσφυγες, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις θαλάσσιες αξιώσεις, τις στρατιωτικές παρεμβάσεις της Τουρκίας και το διαιρεμένο νησί της Κύπρου, η επαναπροσέγγιση φαντάζει μια μακρινή προοπτική.
Εκφράζοντας συγκρατημένη αισιοδοξία, ο επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Γιοζέπ Μπορέλ, είπε στο Reuters ότι είδε ένα «παράθυρο ευκαιρίας», αλλά ότι η Άγκυρα πρέπει να «εγκαταλείψει αυτή την γραμμή αντιπαράθεσης» και να αναζητήσει τον διάλογο.
Ο Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος κατηγόρησε το μπλοκ για «στρατηγική τύφλωση» απέναντι στην Τουρκία, είπε στους πρέσβεις της ΕΕ στην Άγκυρα αυτό το μήνα ότι ήταν έτοιμος να βελτιώσει τους δεσμούς. Οι διπλωμάτες λένε ότι θα χρειαστεί κάτι περισσότερο από την αλλαγή τόνου και την απόσυρση του ερευνητικού σκάφους της Τουρκίας από αμφισβητούμενα ύδατα για να σωπάσουν τις εκκλήσεις ορισμένων κρατών της ΕΕ για κυρώσεις στην Άγκυρα, τις οποίες οι ηγέτες της ΕΕ θα συζητήσουν τον Μάρτιο.
«Δεν βλέπω καμία μεγάλη συμφιλίωση για να μας απομακρύνει από την πορεία από την οποία βρισκόμαστε. Θα χρειαστεί μια σημαντική χειρονομία από την Τουρκία», είπε ένας διπλωμάτης στις Βρυξέλλες, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει λόγος να είμαστε αισιόδοξοι.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ευρισκόμενος στις Βρυξέλλες αυτήν την εβδομάδα σε μια αποστολή για να διατηρήσει αυτό που αποκάλεσε «θετική ατμόσφαιρα» μεταξύ της Άγκυρας και της ΕΕ, δήλωσε την Παρασκευή ότι οι συνομιλίες για το Κυπριακό θα πραγματοποιηθούν στην Νέα Υόρκη τους επόμενους δύο μήνες.
Οικονομική επιδείνωση
Η προσπάθεια του Ερντογάν να χτίσει γέφυρες με τον κύριο εμπορικό εταίρο της Τουρκίας έρχεται καθώς η κυβέρνησή του αντιμετωπίζει οικονομική επιβράδυνση. Ενώ η πανδημία του COVID-19 υπήρξε το κύριο φρένο στην ανάπτυξη, οι διεθνείς εντάσεις έχουν επίσης επιβαρύνει την οικονομία.
Ξεκινώντας μια νέα οικονομική πορεία το Νοέμβριο, ο Ερντογάν υποσχέθηκε επίσης μεταρρυθμίσεις στην Τουρκική δικαιοσύνη μετά από επανειλημμένες επικρίσεις από δυτικούς συμμάχους που λένε ότι το κράτος δικαίου έχει διαβρωθεί στην Τουρκία μετά από την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 και την επακόλουθη καταστολή.
Η Τουρκία αγνόησε αρκετές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ζητούν την απελευθέρωση των πιο εξεχόντων κρατουμένων της χώρας, του Κούρδου πολιτικού Σελαχέτιν Ντεμιρτάς και του επιχειρηματία Οσμάν Καβαλά.
Ο Ερντογάν δεν έχει ακόμη διευκρινίσει ποια μέτρα θα ληφθούν, αλλά απέκλεισε την απελευθέρωση των δύο ανδρών.
«Το πόσο θα είναι σε θέση η Τουρκία να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της για την ΕΕ χωρίς να λάβει (μεταρρυθμιστικά) βήματα είναι αμφίβολο», δήλωσε ο Σινάν Ουλγκέν, πρώην Τούρκος διπλωμάτης και επικεφαλής του Κέντρου Οικονομικών και Μελετών Εξωτερικής Πολιτικής στην Κωνσταντινούπολη.
Οι καλύτεροι δεσμοί με την Ευρώπη μπορεί επίσης να εξαρτώνται εν μέρει από το κατά πόσο η Άγκυρα μπορεί να αντιμετωπίσει τις διαφορές με τη νέα κυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού η Ουάσιγκτον επέβαλε κυρώσεις στην Τουρκία τον περασμένο μήνα για την αγορά ρωσικών αμυντικών συστημάτων.
Μια ημέρα πριν από την ορκωμοσία του Προέδρου Τζο Μπάιντεν, ο εισερχόμενος υπουργός Εξωτερικών Αντόνι Μπλίνκεν δήλωσε ότι η Ουάσινγκτον θα εξετάσει εάν είναι απαραίτητες περαιτέρω κυρώσεις και κατηγόρησε τον εταίρο του ΝΑΤΟ Τουρκία ότι δεν ενεργεί σαν σύμμαχος.
Σε μια Σύνοδο Κορυφής το Δεκέμβριο, η ΕΕ δήλωσε ότι θα συντονίσει την απάντησή της στην Τουρκία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, πράγμα που σημαίνει ότι οι σχέσεις της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον θα είναι «καθοριστικός παράγοντας για τους δεσμούς της Τουρκίας με την Δύση στο σύνολό της», δήλωσε ο Ουλγκέν.
«Μηδενική αφέλεια»
Ακόμη και πριν ξεκινήσουν οι συνομιλίες με την Αθήνα, οι δύο πλευρές διαφωνούν για το τι πρέπει να καλύψουν, με την Ελλάδα να επιμένει ότι πρέπει να περιορίζονται στην οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και τις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες. Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε στο κοινοβούλιο την Τετάρτη ότι η Αθήνα δεν θα συζητήσει θέματα που θεωρεί κυρίαρχα δικαιώματα και θα προσεγγίσει τις συνομιλίες με αισιοδοξία, αλλά «μηδενική αφέλεια».
Η Ελλάδα έχει αποκλείσει τη συζήτηση για άλλα θέματα που έχει θέσει η Τουρκία, συμπεριλαμβανομένης της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, λέγοντας ότι αυτό είναι ένα ζήτημα που σχετίζεται με κυρίαρχα δικαιώματα. Η Τουρκία εργάζεται επίσης σε έναν οδικό χάρτη για την ομαλοποίηση των σχέσεων με τον εταίρο του ΝΑΤΟ, την Γαλλία.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν υπήρξε σφοδρός επικριτής της στρατιωτικής επέμβασης της Τουρκίας στη Λιβύη και της αμφισβήτησής της στις ελληνικές και κυπριακές θέσεις.
Απαντώντας, ο Ερντογάν κατηγόρησε τον Μακρόν ότι είχε μια αντι-ισλαμική ατζέντα και αμφισβήτησε την ψυχική του κατάσταση. Η Τουρκία διόρισε έναν νέο απεσταλμένο στο Παρίσι – πρώην συμφοιτητή του Μακρόν στο πανεπιστήμιο- και ένας διπλωμάτης είπε ότι οι δύο ηγέτες αντάλλαξαν επιστολές με τις οποίες ο Μακρόν πρότεινε βιντεοκλήση. Ωστόσο, μια γαλλική διπλωματική πηγή είπε ότι είναι πολύ νωρίς για να σκεφτεί κανείς ότι η Τουρκία είχε αλλάξει πρακτικές. Το Παρίσι θα συνεργαστεί με τους εταίρους του για πιθανές κυρώσεις έως ότου τα λόγια της Τουρκίας μετουσιωθούν σε συγκεκριμένες ενέργειες, ανέφερε η πηγή.
Πηγή: skai
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

