Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Θλιβερή κατάντια

Δημοσιεύτηκε στις

Γιαννάκης Λ. Ομήρου   

Επέλεξα αυτό τον τίτλο στο σημερινό άρθρο για να αποδώσω και να αποτυπώσω με τον πιο έντονο τρόπο την τραγικότητα της διαχείρισης του Κυπριακού από Ε/Κ πλευράς 47 χρόνια μετά την τραγωδία του 1974.

Η αλήθεια είναι πικρή. Όχι μόνο δεν υπάρχει μια κοινή γραμμή πλεύσης σε ό,τι αφορά τον επιδιωκόμενο στόχο της μορφής λύσης αλλά αντίθετα ένας κυκεώνας αντιμαχόμενων θέσεων, στόχων, εκδοχών και ερμηνειών για το ποια λύση επιδιώκουμε. Ενιαίο κράτος, ομοσπονδία, διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία, χαλαρή ή αποκεντρωμένη ομοσπονδία, λύση δύο κρατών;

Πώς είναι δυνατόν να αναμένεται από το λαό να ομογνωμεί σε ένα εθνικό στόχο που είναι ανύπαρκτος, διάτρητος και αλληλοσυγκρουόμενος σε επίπεδο ηγεσίας;

Ας καταγράψουμε τα δεδομένα.

Η αποτυχία επίτευξης λύσης  στο Κυπριακό μέσα από επανειλημμένες μεσολαβητικές προσπάθειες και άκαρπες διακοινοτικές συνομιλίες, οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ότι, ούτε η πολιτική βούληση, ούτε η καλή πίστη μπορούν από μόνες τους να κατισχύσουν των γεωπολιτικών και στρατιωτικών συμφερόντων της Τουρκίας. Το μέχρι σήμερα άλυτο του προβλήματος οφείλεται στην παράνομη αλλά μεθοδευμένη διεκδίκηση από την Τουρκία των στρατηγικών συμφερόντων της επί της Κύπρου και της περιοχής, τα οποία αντιβαίνουν τα συμφέροντα του Κυπριακού λαού. Δεν αντιβαίνουν, όμως, αλλά εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Μεγάλης Βρετανίας και των συνοδοιπόρων της, που ακολουθούν σταθερά φιλοτουρκική πολιτική, δίνοντας ελάχιστη ή καθόλου σημασία στα συμφέροντα και στη βούληση του λαού της Κύπρου.

Δεκαετίες μετά τις Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, το Κυπριακό παραμένει ζήτημα άρσης των αποικιοκρατικών καταλοίπων μετά την τουρκική εισβολή, παραμένει ζήτημα τερματισμού της στρατιωτικής κατοχής.

Ο αγώνας του κυπριακού λαού ήταν και παραμένει αγώνας εναντίον της κατοχής και αγώνας για ελευθερία και ανεξαρτησία.

Δυστυχώς πέραν της παρείσφρησης της ορολογίας της διζωνικής στα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, υπάρχουν και αυτοί που στη δική μας πλευρά, επιμένουν να προβάλλουν ως σημαία της προσπάθειας για λύση, όχι το περιεχόμενο μιας σωστής ομοσπονδιακής λύσης, αλλά τον τίτλο και τον επιθετικό της προσδιορισμό.

Ιδού όμως τα αμάχητα τεκμήρια της βαρύτατης πλάνης τους.

-Άρθρο 4 (κύριο άρθρο) της θεμελιώδους συμφωνίας του Σχεδίου Ανάν

«Έχοντας αποφασίσει να ανανεώσουμε το συνεταιρισμό μας και αποφασισμένοι ότι αυτός ο νέος διζωνικός συνεταιρισμός…….»

-Άρθρο 2 παράγραφος(α) του Σχεδίου Ανάν.

« Η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία είναι οργανωμένη σύμφωνα με το Σύναγμα της και σύμφωνα με τις βασικές αρχές …….της διζωνικότητας και της ισότητας των συνιστωσών πολιτειών».

Άρθρο 1 (θεμελιώδες) του Συντάγματος της Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας του σχεδίου Ανάν

«Η Ενωμένη Κυπριακή Δημοκρατία θα οργανωθεί δυνάμει του παρόντος Συντάγματος σύμφωνα με τις βασικές αρχές του Κράτους Δικαίου….. της διζωνικότητας και του ισότιμου καθεστώτος των συνιστωσών πολιτειών».

Το Σχέδιο Ανάν σαφώς λοιπόν προέβλεπε για διζωνική –δικοινοτική ομοσπονδία. Αυτός  ήταν ο χαρακτηρισμός της λύσης. Αυτός ο χαρακτηρισμός οδηγούσε σε λύση δίκαιη, ισοβαρή και διασφαλίζουσα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες; Ο Κυπριακός Ελληνισμός έκρινε ότι η «διζωνική» Ομοσπονδία που πρότεινε το Σχέδιο Ανάν ήταν απαράδεκτη και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο την απέρριψε.

Αυτοί που υποστηρίζουν ότι θα πρέπει να μετατρέψουμε τη «διζωνικότητα» σε σημαία του αγώνα για λύση του Κυπριακού επιδίδονται δυστυχώς και σε μια σκόπιμη διαστρέβλωση. Προσπαθούν να φορτώσουν την ευθύνη για τη διζωνική στο Μακάριο. Ισχυρίζονται ότι στη συμφωνία Μακαρίου – Ντενκτάς του 1977 εισήχθη ο όρος της διζωνικότητας. Ψεύδος. Ούτε στη συμφωνία Κυπριανού – Ντενκτάς του1979 υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά διζωνικού προσδιορισμού της Ομοσπονδίας. Είναι δε πολύ σημαντικό το γεγονός ότι σε αυτές τις συμφωνίες γίνεται ρητή αναφορά στην εφαρμογή  των τριών βασικών ελευθεριών. Της ελευθερίας εγκατάστασης, διακίνησης και στο δικαίωμα περιουσίας. Αλλά και στις προτάσεις του Εθνικού Συμβουλίου του 1989, καμιά αναφορά σε διζωνικότητα δεν υπάρχει. Για το εδαφικό η αναφορά είναι «για δύο περιοχές οι οποίες θα αποκαλούνται περιφέρειες».

Ο όρος «διζωνική» δεν είναι δόκιμος ούτε στο Συνταγματικό Δίκαιο ούτε στην Επιστήμη της Πολιτειολογίας. Ούτε έχει χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό οποιουδήποτε ομοσπονδιακού συστήματος στον κόσμο. Οι ζώνες χρησιμοποιήθηκαν στην πολιτική ορολογία στο τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου πρώτον για να προσδιορίσουν στρατιωτικές περιοχές από τις οποίες απομακρύνθηκαν οι πληθυσμοί και δεύτερον για να προσδιορίσουν εθνολογικά αμιγείς περιοχές αφού προηγήθηκαν βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών.

Είναι ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους που θα πρέπει να επιμένουμε σε συγκεκριμένο περιεχόμενο μιας αποδεκτής λύσης και όχι στην ονοματολογία και στον επιθετικό προσδιορισμό της ομοσπονδίας. Γιατί ο όρος της διζωνικής όπως ερμηνεύεται από την τουρκική πλευρά οδηγεί σε λύση καθεστώτος φυλετικών διακρίσεων. Με εμμονή στην εφαρμογή των αρχών του Διεθνούς και του Ευρωπαϊκού Δικαίου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων  Δικαιωμάτων.

Οι κορυφαίοι Έλληνες Συνταγματολόγοι Αριστόβουλος Μάνεσης, Δημήτρης Τσάτσος και Γιώργος Παπαδημητρίου σε  υπόμνημα τους προς την Κυβέρνηση της Κύπρου για το Σχέδιο ντε Κουεγιάρ στις 22.8.1991 ανέφεραν μεταξύ άλλων:

…« Οι προτάσεις για δικοινοτικότητα και διζωνικότητα ως βασικές παράμετροι του Ομοσπονδιακού συστήματος ισοδυναμούν προφανώς με την επιβολή μιας κάθετης και διαμπερούς διαιρετικής τομής στη Δημοκρατία»…

…«Επί χάρτου προκύπτει μια πολιτειακή οντότητα που είναι εντελώς άγνωστη στην τυπολογία των σύγχρονων πολιτευμάτων»…

«Η εφαρμογή αυτού του ιδιόρρυθμου ομοσπονδιακού συστήματος στην Κύπρο θα είναι απολύτως ξένη προς το ιστορικό νόημα της ομοσπονδιακής αρχής. Και πάντως θα οδηγήσει στην επιβολή της πάγιας διεκδίκησης της Τουρκίας: Της διχοτόμησης του νησιού».

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΕΣ ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΡΟΘΕΣΕΙΣ

Πέραν όμως των αδιαμφισβήτητων θέσεων υπήρξε ένα άκρως ενδιαφέρον και αποκαλυπτικό έγγραφο που δημοσίευσε ο «Φιλελεύθερος» στις 5.8.2007. Πρόκειται για απόρρητο έγγραφο του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών που υπογράφεται από τον τότε Υφυπουργό Εξωτερικών Γιαβουζάλτ και φέρει ημερομηνία 20.1.1984, λίγο δηλαδή μετά την ανακήρυξη του ψευδοκράτους. Το έγγραφο περιείχε οδηγίες προς όλους τους Τούρκους πρέσβεις αναφορικά με μελλοντικές διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό.

Αναφέρει λοιπόν αυτό το έγγραφο τα εξής πολύ χαρακτηριστικά: « Κατά τις μεταγενέστερες διαπραγματεύσεις για την οριστική λύση του προβλήματος, στο πλαίσιο συμφωνίας για μια διζωνική ομοσπονδιακή λύση, δεν υπάρχουν δυνατότητες ούτε και κίνδυνοι που θα μπορούσαν να υποχρεώσουν την τουρκική πλευρά να υιοθετήσει δικαιώματα, αρμοδιότητες και εγγυήσεις μικρότερες από εκείνες που αναγνώριζε το Σύνταγμα του 1960, καθώς οι αντίστοιχες συμφωνίες θα αφορούν για ένα έδαφος που δεν θα είναι μικρότερο του 30%. Στην πραγματικότητα θα αποτελεί μάλλον την επιβεβαίωση της κατάστασης που δημιουργήθηκε μετά την τουρκική στρατιωτική επέμβαση».

Περαιτέρω δε το απόρρητο έγγραφο του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών αναφέρει:

«Η ελληνοκυπριακή πλευρά θα στερηθεί όλα τα δικαιώματα και όλες τις αρμοδιότητες όσον αφορά την τουρκική ζώνη. Η επιστροφή μεγάλου αριθμού Ελληνοκυπρίων στη ζώνη αυτή δεν θα είναι πια δυνατή και οι Ελληνοκύπριοι θα είναι υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν από κοινού με τους Τουρκοκυπρίους στη διαχείριση των εξωτερικών σχέσεων και στην Κυβέρνηση του κράτους».

Το συμπέρασμα προκύπτει αβίαστο. Έχουμε αποδεχθεί την Ομοσπονδία και αυτή είναι μια ιστορικά ανέκκλητη παραδοχή. Αυτό ωστόσο δεν πρέπει να σημαίνει ασυμβατότητα με θεμελιώδεις αρχές στις οποίες εδράζονται τα σύγχρονα πολιτεύματα, ως προϊόντα του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού.

Αναγκαία η κατανόηση  της απλής αλήθειας. Ούτε η ιστορία, ούτε η επιστήμη, ούτε ο νομικός πολιτισμός και η πολιτική ευθυκρισία επιτρέπουν μια τέτοια επιπολαιότητα.

Το Εθνικό Συμβούλιο μετά την πολυήμερη σύνοδο του το Σεπτέμβριο του 2009 κατέληξε σε μια κοινή απόφαση η οποία προσδιορίζει με επάρκεια και σαφήνεια τις παραμέτρους μιας ομοσπονδιακής λύσης η οποία θα κατοχυρώνει την ενότητα κράτους, λαού, θεσμών και οικονομίας με αδιαπραγμάτευτη εφαρμογή ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.

Άλλωστε μετά την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., λύση του Κυπριακού με παραβίαση ελευθεριών και δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο ούτε νοείται, ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Όμως στον δημόσιο διάλογο εμφανίστηκε τελευταία η νεοφανής θέση περί «λύσης δύο κρατών». Με τον κατοχικό ηγέτη Τατάρ να «κανοναρχεί» από πρωίας μέχρι νυκτός για μια τέτοια λύση. Δηλαδή αποδοχή στην πραγματικότητα των τετελεσμένων της εισβολής και της κατοχής. Απόδοσης και εκχώρησης στην Τουρκία των καταπατημένων εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και προφανώς αναγνώρισης του ψευδοκράτους το οποίο θα μετεξελιχθεί σε νόμιμη κρατική οντότητα. Κατά παραβίαση σειράς ψηφισμάτων του Συμβουλίου  Ασφαλείας περί Κύπρου, τα οποία, πρώτοι εμείς, θα πρέπει να παραβιάσουμε.

Γιατί όμως μια τέτοια σκέψη; Έστω ανομολόγητη; Αποτέλεσμα απόγνωσης και απελπισίας. Σύμπτωμα εσχάτης ηττοπάθειας και αδήριτου ρεαλισμού; 

Ό,τι και να είναι, το μόνο βέβαιο είναι ότι πρόκειται για θλιβερό κατάντημα και τραγική χρεοκοπία της περιλάλητης εθνικής ομοψυχίας  ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο λύσης  του Κυπριακού.

47 χρόνια μετά. Άραγε θα συνέλθουμε;

*Πρώην Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις29 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις59 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Δημοφιλή