Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τι έγραψε ο τουρκικός τύπος για τις διερευνητικές

Δημοσιεύτηκε στις

Η ιστοσελίδα της Κύπρου SigmaLive έκανε αποδελτίωση του τουρκικού τύπου σήμερα, μια μέρα μετά τις διερευνητικές της Κωνσταντινούπολης, και παρουσίασε την πρσέγγιση που έκαναν αρθρογράφοι και εφημερίδες για το θέμα.

Ακολουθεί το σχετικό δημοσίευμα:

Τουρκικός τύπος για τις διερευνητικές: «Μισογεμάτο το ποτήρι»

«Μισογεμάτο» βλέπει σήμερα «το ποτήρι» η τουρκική πολιτική ανάλυση μία ημέρα μετά την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, υπό την έννοια ότι ναι μεν έγινε ένα μικρό βήμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά στην ουσία απαιτούνται πολύ περισσότερα, όπως μεταδίδει η ανταποκρίτρια του ΣΙΓΜΑ, Μαρία Ζαχαράκη. 

Μουράτ Γετκίν: Μικρό βήμα για Ελλάδα-Τουρκία, τεράστιο για Τουρκία-ΕΕ
Σύμφωνα με τον έγκυρο Τούρκο αρθρογράφο, Μουράτ Γετκίν, μία ημέρα μετά την ολοκλήρωση του 61ου γύρου των διερευνητικών επαφών στην Κωνσταντινούπολη, «οι διερευνητικές επαφές μεταξύ Τουρκίας-Ελλάδας είναι ένα μικρό βήμα αλλά το πολιτικό παιχνίδι έτσι παίζεται. Θα έλεγα ότι έγινε ένα μικρό βήμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά ένα τεράστιο βήμα για τις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ. Φοβάμαι ότι η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων είναι ένα πολύ μικρό βήμα για το μέλλον των σχέσεων και στις δύο πλευρές.
Η επανέναρξη των τουρκο-ελληνικών διαπραγματεύσεων μπορεί να μαλακώσει το περιβάλλον υπό τον όρο ότι τα βήματα που θα ακολουθηθούν θα πάνε πέρα​​από την τουρκο-ελληνική σύγκρουση. Η ΕΕ έχει αποφασίσει στα θέματα που αφορούν την Τουρκία να υπάρξει συντονισμός με τις ΗΠΑ. Ο υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στις επαφές του με αξιωματούχους της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες στις 21-22 Ιανουαρίου δεν συζήτησε μόνο την Ελλάδα και το Αιγαίο, αλλά και πολλά σημαντικά θέματα. Αυτό περιελάμβανε και τους ρωσικούς πυραύλους S-400 και τα αμερικανικά μαχητικά F-35. Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν ανέλαβε στις 20 Ιανουαρίου. ΗΠΑ και ΕΕ δεν είναι λογικό να θεωρείται ότι θέλουν να αποκλείσουν ακόμη περισσότερo την Τουρκία από το δυτικό σύστημα. Ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν λέγοντας ότι το ΝΑΤΟ είναι σημαντικό, εννοούσε ότι υπάρχει μια κατάσταση ανοιχτή σε πολιτικές διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς».
Η ανασφάλεια δεν είναι εύκολο να υπερκεραστεί
Ο Μουράτ Γετκίν υποστηρίζει ότι χρειάζονται πολλά πολλά βήματα ακόμη, προκειμένου να μιλάμε για ‘άνοιξη’ στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις.
«Δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξος, αλλά για να υπερκεραστεί η αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας και Τουρκίας-ΕΕ, χρειάζονται περαιτέρω διαπραγματεύσεις και πιο συγκεκριμένα βήματα, ακόμη κι αν είναι μικρά. Σε αντίθεση με αυτό που αναφέρουν τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης η όλη κουβέντα δεν είναι μόνο για την κυριαρχία στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο ή την Τουρκία και την Ελλάδα και την ΕΕ, αλλά γίνεται και για τους δυτικούς συμμάχους συνολικά, όπως για τις ΗΠΑ», αναφέρει, εκτιμώντας παράλληλα ότι τα βήματα της Τουρκίας στο πεδίο της ανατ. Μεσογείου ενίσχυσε τη θέση της στο τραπέζι.
Τα πλοία στη Μεσόγειο ενίσχυσαν την Τουρκία στο τραπέζι
«Προφανώς, αν η Τουρκία δεν είχε στείλει τα πλοία της για έρευνες πετρελαίου και φυσικού αερίου παρουσία του ναυτικού στην ανατ. Μεσόγειο για να εξαναγκάσει σε αλλαγή του status quo, ίσως να μην ήταν σε θέση να εισέλθει σε διερευνητικές συνομιλίες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η Κύπρος στον ορίζοντα;
Ο Τούρκος αρθρογράφος και πολιτικός αναλυτής υποστηρίζει ότι ανοίγει πλέον ξανά η πόρτα και για το Κυπριακό, ωστόσο καμία λύση δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν εξασφαλιστεί η πολιτική ισότητα των Τ/Κ.
«Η ΕΕ χαιρέτισε την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Ο Ζοζέπ Μπορέλ, επικεφαλής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, δήλωσε ότι ελπίζει ότι οι διαπραγματεύσεις στην Κύπρο θα ξαναρχίσουν σύντομα υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και ότι η ΕΕ θα μπορούσε να τις παρακολουθήσει ως παρατηρητής, όπως  και πριν. Ωστόσο, η Βρετανία, μία από τις τρεις εγγυήτριες χώρες στη Συμφωνία για την Κυπριακή Δημοκρατία το 1960, ήταν ακόμη μέλος της ΕΕ πριν από τη διακοπή των συνομιλιών της Κύπρου, που σημαίνει ότι οι ισορροπίες έχουν αλλάξει. Δεύτερον, ενώ η ελληνοκυπριακή διοίκηση είναι μέλος της ΕΕ, πώς μπορεί η ΕΕ να παραμείνει ουδέτερη μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων; Πόσες περισσότερες δοκιμές και σφάλματα χρειάζονται για να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει μια κοινή λύση στον ορίζοντα, εκτός εάν οι Τουρκοκύπριοι αποκτήσουν ίσα πολιτικά δικαιώματα;», αναρωτιέται ο Μουράτ Γετκίν.
Γκιουρκάν Κουμπάρογλου: Το μήνυμα των διερευνητικών είχε αποδέκτη τη διεθνή κοινότητα
Βασικός αποδέκτης του μηνύματος των διερευνητικών επαφών με την Ελλάδα υποδεικνύει είναι ο διεθνής κοινότητα, υποστηρίζει κι ο καθηγητής του πανεπιστημίου του Βοσπόρου σε θέματα ενέργειας, Γκιουρκάν Κουμπάρογλου.
Μιλώντας στο τουρκικό πρακτορείο ειδήσεων «Αναντολού», ο Τούρκος καθηγητής, γνωστός για την ταύτιση των απόψεών του με τις κυβερνητικές θέσεις στο θέμα της ανατ. Μεσογείου, δήλωσε ότι «παρόλες τις κινήσεις της Ελλάδας στην ανατ. Μεσόγειο, η Άγκυρα ήθελε να δώσει το μήνυμα ότι είναι υπέρ της ειρήνης και του διαλόγου. Αυτό το μήνυμα είναι πολύ σημαντικό για την Τουρκία, προκειμένου να βρει διεθνή στήριξη στο δίκαιο σκοπό της και να αποκτήσει συμμάχους. Και πράγματι είχε απήχηση», ανέφερε ο Κουμπάρογλου, κάνοντας αναφορά στις δηλώσεις του Ισραηλινού υπουργού Ενέργειας για συμμετοχή της Τουρκίας στη μεταφορά του φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Ζεκί Μπουλούτς: Δεν θα αποφέρουν αποτελέσματα οι διερευνητικές
Ο πρώην πρέσβης και λέκτορας του πανεπιστημίου Μπασκέντ, Αχμέτ Ζεκί Μπουλούτς, δήλωσε ότι δεν υπάρχει μία τέτοια υποδομή και κι ένα τέτοιο έδαφος επί των οποίων οι διερευνητικές διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα να αποφέρουν αποτελέσματα.
Σύμφωνα με τον Ζεκί Μπουλούτς, η Αθήνα επιμένει στο θέμα της υφαλοκρηπίδας προκειμένου να δημιουργήσει το πολιτικό έδαφος που χρειάζεται για να μεταφέρει το θέμα στο Διεθνές Δικαστήριο.
Γερμανός πρέσβης στην Άγκυρα: Η Τουρκία να συνεχίσει να μειώνει την ένταση στην ανατ. Μεσόγειο
Στο μεταξύ, σε συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα «Χουριέτ», ο Γερμανός πρέσβης στην Άγκυρα, Jürgen Schulz, χαιρετίζει την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, καλώντας παράλληλα την Τουρκία να διατηρήσει χαμηλούς τόνους στην ανατ. Μεσόγειο.
«Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι για την επανέναρξη των διερευνητικών επαφών μεταξύ Τουρκίας-Ελλάδας. Εμείς πάντα υπογραμμίζαμε την ανάγκη για λύση σε διαφιλονικούμενα ζητήματα μέσω διαπραγματεύσεων και στη βάση του διεθνούς δικαίου. Φυσικά πριν από έναν διάλογο, θα πρέπει να ανακτηθεί το καταρρακωμένο αίσθημα εμπιστοσύνης. Οι συνομιλίες για ζητήματα αναγκαία είναι πάντα δύσκολες, αλλά λύσεις υπάρχουν. Είμαι αισιόδοξος ότι στο τέλος αυτής της διαδικασίας θα βρεθεί μία δίκαιη και αποδεκτή και από τις δύο πλευρές λύση. Το σημαντικό είναι η Τουρκία να συνεχίσει να τηρεί μια στάση αποκλιμάκωσης της έντασης».
Οι διερευνητικές στα τουρκικά πρωτοσέλιδα
Το θέμα της επανέναρξης των διερευνητικών επαφών μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας λαμβάνει μεν χώρο στα τουρκικά πρωτοσέλιδα σήμερα, ωστόσο δεν αποτελεί το βασικό θέμα της τουρκικής επικαιρότητας.
Χαρακτηριστικά κάποιοι τίτλοι σήμερα:
Χουριέτ
“5 χρόνια μετά συνάντηση με την Ελλάδα”

Τζουμχουριέτ
“Οι φίλοι να συνομιλούν στο τραπέζι”
Γενί Σαφάκ
“Στο τραπέζι με την Ελλάδα 5 χρόνια μετά”

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις52 λεπτά πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις2 ώρες πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Δημοφιλή