Διεθνή
Η αμυντική ισχύς ως προϋπόθεση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας
The Military Viewpoint – Gen. Claudio Graziano, Chairman, EU Military Committee
Γράφει ο Χρήστος Γκουγκουρέλας
Δεν έχουν περάσει παρά ελάχιστες μόνο μέρες από μια πολύ σημαντική σύσκεψη που είχαν η Καγκελάριος Merkel και ο Πρόεδρος Macron, μια σύσκεψη που συνδέεται ίσως και υπαρκτικά με το ίδιο το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Είναι τέτοια η συγκυρία, άλλωστε, στο διεθνές περιβάλλον που ευλόγως ο κινητήριος για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα γαλλο-γερμανικός άξονας ανησυχεί φανερά για τη θέση της ΕΕ στην παγκόσμια γεωπολιτική πραγματικότητα, στην οποία υφαίνεται σταθερά και συστηματικά το δίχτυ μιας γενικότερης σινο-αμερικανικής αντιπαράθεσης επί του καμβά μιας πολύ απαιτητικής οικουμενικής ατζέντας που συμπεριλαμβάνει από την 4η βιομηχανική επανάσταση (Industry 4.0) μέχρι την κλιματική αλλαγή.
Το μέγα ζητούμενο, επομένως, για την ΕΕ έχει ανακύψει επιτακτικά και δεν είναι άλλο από την ευρωπαϊκή αμυντική ισχύ. Είναι φανερό πια ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να αρκείται μόνο στην άσκηση ήπιας ισχύος (soft power), καθώς αυτή η ‘‘διεθνής διπλωματική μονοτροπία’’ της τη μονιμοποιεί βασικά σε ρόλο απλού, και πάντως όχι επιδραστικού, παρακολουθητή των επί Γης τεκταινομένων.
Αν η ΕΕ, λοιπόν, θέλει βαρύνοντα παγκόσμιο ρόλο, αν επιδιώκει εποικοδομητική διαδραστικότητα στις εξωτερικές της σχέσεις, αν σκοπεύει να έχει πειστικό και επιβαλλόμενο λόγο στις οικουμενικές υποθέσεις και στις περιφερειακές διενέξεις, αν στοχεύει να προωθεί την ειρήνη και την ασφάλεια παγκοσμίως, αν θέλει να έχει τάξη και ασφάλεια στο εσωτερικό της, ομαλότητα στις ενδοευρωπαϊκές διεργασίες και διασφαλισμένα τα εξωτερικά της όρια, αν κρίνει ότι πρέπει να αυξήσει την αποτρεπτική της ισχύ, αν ζητεί να γίνει αποτελεσματικότερη σε κομβικούς τομείς, από την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος και της παράνομης μετανάστευσης μέχρι την καταπολέμηση ακραίων τρομοκρατικών απειλών, αν, εν τέλει, πιστεύει βαθιά στην οραματική στόχευση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η ουσιαστική ενδυνάμωση της αμυντικής ισχύος της θα αποτελέσει ταυτόχρονα και εφαλτήριο για την επίτευξη διεθνών στρατηγημάτων και ιδεατή υπέρβαση αλλά και ‘‘όχημα’’ έκφρασης ενός πιο ‘‘δυναμικού και αξιόπιστου λειτουργισμού’’ της στα παγκόσμια πράγματα.
Γίνεται, έτσι, ευρέως αντιληπτό στα ηγετικά κλιμάκια της ΕΕ ότι η μονοθεματική επιμονή αποκλειστικώς στον στόχο της όλο και ουσιαστικότερης σύγκλισης των κρατών-μελών (κ-μ) στο οικονομικό επίπεδο είναι αυτή που ‘‘παγιώνει’’ διεθνώς την εικόνα της Ευρώπης ως ‘‘οικονομικού γίγαντα’’ από τη μια αλλά ‘‘πολιτικού νάνου’’ από την άλλη. Η προβολή των ευρωπαϊκών αξιών, η πανταχόθι υποστήριξη της έννοιας του ‘‘κράτους δικαίου’’ και η πολυμέρεια (multilateralism) στο σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης απαιτούν από την ΕΕ να προβεί επιτέλους στο ‘‘πέρασμα’’ από τη θεωρία και τα ευχολόγια στη δράση επί των εξελίξεων και στη συμμετοχή της από τη ρητορική δύναμη της διπλωματίας στην πρακτική διπλωματία της δύναμης, γεγονός που θα επιφέρει ‘‘αλυσιδωτά’’ τη γιγάντωση της διαπραγματευτικής της δυναμικής και τη ‘‘χειροπιαστή’’ αποτελεσματικότητα στην πολύτροπη παρεμβατικότητά της στην παγκόσμια ordo rerum.
Στο συνολικό πλαίσιο των παγκόσμιων εξελίξεων ειδικά η κλιμακούμενη όξυνση της αντιπαλότητας μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας θα μετατρέψει την Ευρώπη σε ‘‘γεωπολιτική ανεμοδούρα’’, αν αυτή παραμείνει όπως είναι, ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε άβουλο δέσμιο του όποιου αμερικάνικου προστατευτισμού. Συνεπώς, είναι ζωτικής και επείγουσας σημασίας η αύξηση του ευρωπαϊκού γεωπολιτικού δυναμικού μέσα από έναν γενναίο και όλο και πιο επιταχυνόμενο ‘‘απογαλακτισμό’’ της ΕΕ από την αμερικανική (αμυντική) εξάρτηση, πρακτικά μια αύξηση της παγκόσμιας γεωπολιτικής επιρροής της ΕΕ που θα έρθει όμως όχι ως αντιθετική και μετωπικά συγκρουόμενη με τον Διατλαντισμό και τη φιλοσοφία του αλλά με την ανάπτυξη ενός παράλληλου και προσθετικού στη Δυτική Συμμαχία πεδίου αλληλοϋποστήριξης και ουσιαστικής αμυντικής συλλειτουργίας. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει ως μέγα ζητούμενο τη διαμόρφωση ενός αναπροσαρμοσμένου πλαισίου αμυντικής συνεργασίας της Δύσης, διότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατιωτικής ισχύος αναγκαστικά θα προσδώσει σ’ αυτή τη συνεργασία νέα δομικά χαρακτηριστικά.
Υπ’ αυτή τη συλλογιστική, αυτό που τελικά θα αποκομίσει η ΕΕ από την αύξηση της αμυντικής της ισχύος θα είναι η αύξηση της υπαρξιακής σημασίας δυνατότητάς της να αποφασίζει αυτή, κατά το μέτρο του εφικτού και υπό τις όποιες ειδικότερες συνθήκες, για τον εαυτό της. Αυτή δε η στόχευση αποτυπώνεται σχηματικά στην εξίσωση που εξαρτά το μέγεθος και το ποιοτικό βάθος της δυνατότητας αυτοκαθορισμού της ΕΕ, άρα και της στρατηγικής αυτονομίας της, από το μέγεθος και το ποιοτικό βάθος της αμυντικής της ισχύος. Αντιστρόφως, υπό το ίδιο πνεύμα, όσο μικρότερο ή υποτυπώδες είναι το αμυντικό εκτόπισμα της ΕΕ, τόσο μικρότερο ορίζεται το πεδίο αυτενέργειάς της, διότι συνεπαγωγικά τόσο εντονότερη καθίσταται η εξάρτησή της από το πλέγμα του Διατλαντισμού.
Στο κομβικότατο, λοιπόν, ζήτημα της ευρωπαϊκής αμυντικής ενδυνάμωσης δύο είναι οι κεφαλαιώδους σπουδαιότητας παράμετροι που ανακύπτουν στον διευρωπαϊκό διάλογο αλλά κυρίως για τους ‘‘σχεδιαστές’’ του ευρωπαϊκού (και όχι) μόνο μέλλοντος: κατά πρώτον, ενδιαφέρουν οι οργανωτικοί τρόποι και η σχηματική διαμόρφωση του στρατιωτικού σκέλους της ευρωπαϊκής άμυνας και κατά δεύτερον, επείγουν απαντήσεις επί θεμάτων που θέτουν ‘‘ανασταλτικοί παράγοντες’’ και προβληματικές πτυχές ενός τέτοιου κρίσιμου εγχειρήματος.
Όσον αφορά την πρώτη παράμετρο, η επιχειρησιακή μεθοδολογία επίτευξης μιας στιβαρής ευρωπαϊκής άμυνας μπορεί να λάβει είτε ‘‘ενδοενωσιακή’’ και ‘‘ενδοθεσμική’’ κατεύθυνση είτε ‘‘εξωκοινοτική’’ και ‘‘εξωθεσμική’’ μορφή. Έτσι, λοιπόν, καταρχάς στο ενδοκοινοτικό περίγραμμα, υφίσταται ήδη δομή επί της οποίας μπορεί να ‘‘οικοδομηθεί’’ η ευρωπαϊκή άμυνα που δεν είναι άλλη από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας (https://europa.eu/european-union/about-eu/agencies/eda_el).
Ο Οργανισμός αυτός (EDA) μπορεί να υποστηριχθεί από δομές και θεσμικά μορφώματα της ήδη υφιστάμενης ενωσιακής ‘‘εργαλειοθήκης’’. Στην αποδοτική λειτουργία και ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, υπό τη σκέπη του EDA, μπορεί να συνεισφέρει το πρόγραμμα της αμυντικής βιομηχανικής ανάπτυξης (European Defense Industrial Program – EDIDP) σε συνδυασμό με τις βαθιές τομές και προόδους στον τομέα της αμυντικής έρευνας (Preparatory Action on Defense Research –PADR) και υπό τη στρατηγική καθοδήγηση του διεθνούς πολιτικού προσανατολισμού της Ένωσης (Coordinated Annual Review on Defense – CARD).
Ενδοκοινοτικά, επίσης, η ευρωπαϊκή αμυντική θωράκιση είναι δυνατόν να λάβει τη μορφή δύο συνεργατικών σχημάτων εγγύτερης συμπόρευσης. Τα σχήματα αυτά προβλέπονται ήδη από την ίδια την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΕ) και διατρέχονται από τη λογική της στενότερης αμυντικής συλλειτουργίας κρατών-μελών (κ-μ) που πληρούν υψηλότερα κριτήρια στρατιωτικών δυνατοτήτων και έχουν αναλάβει δεσμευτικότερες υποχρεώσεις στον συγκεκριμένο τομέα, αφήνοντας όμως ανοικτό το ενδεχόμενο της ευρύτερης συσσωμάτωσης στη συνεργατική δομή και άλλων (θεωρητικά πιο αδύναμων) κ-μ.
Έτσι η μόνιμη διαρθρωμένη συνεργασία (Permanent Structured Cooperation – PESCO https://pesco.europa.eu/) που προβλέπει το αρ. 42§6 της ΣΕΕ ‘‘τρέχει’’ ήδη 47 αμυντικά projects αποτελώντας επί της ουσίας την ad hoc ‘‘υλοποιημένη’’ πανευρωπαϊκή απάντηση στο μέγα ζητούμενο του ευρωπαϊκού αμυντικού σχεδιασμού. Θεσμικά, ωστόσο, νομιμοποιητική βάση διακρατικής στρατιωτικής συσπείρωσης αποτελεί παράλληλα και το θεσπιζόμενο στο άρθρο 20 της ΣΕΕ ενδοκοινοτικό μοντέλο της ‘‘ενισχυμένης συνεργασίας’’ (enhanced cooperation) κατά το οποίο κ-μ με κοινά συμφέροντα και στοχεύσεις, τηρώντας πάντως το ενωσιακό κεκτημένο (acquis communautaire), μπορούν να συνάπτουν ιδιαίτερους μεταξύ τους δεσμούς χωρίς να είναι απαραίτητη η συμμετοχή όλων των άλλων κ-μ.
Η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αμυντικής πλατφόρμας δύναται, ωστόσο, να προχωρήσει και με τις λεγόμενες ‘‘εξωθεσμικές’’ πρωτοβουλίες. Και σ’ αυτό το επίπεδο, είναι πρωτεύων ο ρόλος του γαλλο-γερμανικού συμμαχικού ιστού. H υπογραφείσα μεταξύ των δύο χωρών και ήδη από τις αρχές του 2020 τεθείσα σε ισχύ Συνθήκη του Άαχεν (Vertrag von Aachen, Traite de Aachen https://www.diplomatie.gouv.fr/en/country-files/germany/france-and-germany/franco-german-treaty-of-aachen/) συνιστά ‘‘οραματική σύλληψη’’ και επίσημη δέσμευσή τους ταυτόχρονα για μια πιο δυνατή στρατιωτικά Ευρώπη με έντονο παγκόσμιο αποτύπωμα, ενώ και η πρωτοβουλία Macron με την ονομασία ‘‘European Ιntervention Ιnitiative’’ (https://www.defense.gouv.fr/english/dgris/international-action/l-iei/l-initiative-europeenne-d-intervention) στοχεύει στη διεύρυνση και ενδυνάμωση των διευρωπαϊκών αμυντικών δεσμών.
Περαιτέρω, όσον αφορά τη δεύτερη άνω παράμετρο, τρία είναι τα απολύτως κρίσιμα και ‘‘βασανιστικά’’ ζητήματα, οι απαντήσεις επί των οποίων συγκαθορίζουν το παρόν και κυρίως θα συγκαθορίσουν το μέλλον της ευρωπαϊκής αμυντικής ισχύος.
Κατά πρώτον, η συλλειτουργία του ευρωπαϊκού μηχανισμού άμυνας και των στοχεύσεων του ευρωπαϊκού στρατηγισμού (european global strategy https://eeas.europa.eu/archives/docs/top_stories/pdf/eugs_review_web.pdf) με το ΝΑΤΟ και τις δικές του αντιλήψεις και προτεραιότητες θα φέρει άμεσα στο προσκήνιο όλο και πιο έντονα το ζήτημα της εξισορροπητικής και αμοιβαία επωφελούς συνύπαρξης των δύο πλαισίων ανάπτυξης αμυντικής οργάνωσης και εκδήλωσης διεθνούς πολιτικής (είναι το λεγόμενο ‘‘interoperability question’’). Έτσι, μπορεί μεν η ΣΕΕ να εγκολπώνει προνοητικά στο κείμενό της (αρ.42§2 εδ. β’) τη λεγόμενη ‘‘Ρήτρα της Ιρλανδίας’’, σύμφωνα με την οποία η πολιτική της Ένωσης δεν θίγει την ιδιαιτερότητα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κ-μ και σέβεται τις υποχρεώσεις που απορρέουν για ορισμένα κ-μ, τα οποία θεωρούν ότι η κοινή τους άμυνα υλοποιείται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, παράλληλα με αυτό της ΕΕ, αλλά το ενδεχόμενο σύγχυσης επί της στοχευτικής δράσης και της στρατηγικής τελολογίας των δύο θεσμικών πυλώνων (ΕΕ και ΝΑΤΟ) είναι και υπαρκτό και βάσιμο και πάντως προξενεί ερωτηματικά.
Κατά δεύτερον, το εύρος και το χρηματοδοτικό βάθος του ενιαίου ευρωπαϊκού αμυντικού προϋπολογισμού και το εν γένει κόστος λειτουργίας των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δομών είναι ένα πεδίο που ‘‘γεννά’’ σοβαρούς προβληματισμούς. To ενωσιακό χρηματοδοτικό ‘‘εργαλείο’’ για τον συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (European Defence Fund – EDF https://ec.europa.eu/growth/sectors/defence/european-defence-fund_en) που είναι λειτουργικά ενσωματωμένο στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) της ΕΕ, φαντάζει σήμερα ως… ‘‘οικονομικός κοντορεβιθούλης’’ σε σχέση με το γιγάντιο στρατηγικό έργο που καλείται να υποστηρίξει.
Τον Ιούνιο του 2018 η Κομισιόν πρότεινε ένα πακέτο 13 δισ. ευρώ για το EDF, καθ’ όλη τη διάρκεια του ΠΔΠ 2021-2027, το οποίο είναι ‘‘αμελητέα ψήγματα’’ μπροστά στο ποσό των 53 δισ. ευρώ που μόνο για φέτος (και όχι σε βάθος έξι χρόνων) θα δαπανήσει για την άμυνά της η Γερμανία, ένα και μόνο δηλαδή ευρωπαϊκό κράτος, στο πλαίσιο των δικών της νατοϊκών υποχρεώσεων (https://www.dw.com/en/germany-reports-record-53-billion-in-nato-defense-spending/a-56491017). Συνεπώς, με δεδομένο ότι τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη είναι και μέλη του ΝΑΤΟ και ήδη καλούνται, βάσει των υποχρεώσεων τους σ’ αυτό, να αναλώνουν το 2% του ΑΕΠ τους σε αμυντικές δαπάνες, η χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής άμυνας, και ειδικά στην τρέχουσα συγκυρία που ελέω κορωνοϊού έχει ‘‘ξεχειλώσει’’ το δημοσιονομικό οργανόγραμμα της ΕΕ (με τα τρισ. ευρώ της ΕΚΤ και της Κομισιόν), είναι ένα θέμα που προκαλεί ευλόγως πολλαπλούς ‘‘πονοκεφάλους’’.
Κατά τρίτον, με δεδομένο ότι η ευρωπαϊκή άμυνα είναι το κεφαλαιώδες ζήτημα της ενωσιακής ‘‘Κοινής Πολιτικής Ασφαλείας και Άμυνας’’ (ΚΠΑΑ) και ότι η τελευταία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ‘‘Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας’’ (ΚΕΠΠΑ), η πιο δυναμική αμυντική παρουσία της ΕΕ περνά απαραιτήτως μέσα από μια καθολική και εξεχόντως οραματική αναμόρφωση της ίδιας της ΚΕΠΠΑ. Ωστόσο, θαρρώ, και μάλλον δεν κάνω λάθος, ότι αυτή η ουσιαστική ανάπλαση και αναβάθμιση του ρόλου και της εμβέλειας της ΚΕΠΠΑ έχει να κάνει με ζητήματα που ανάγονται σε υπαρξιακά διλήμματα και ‘‘αρχέγονους’’ ταυτοτικούς προβληματισμούς της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ισχυροποίηση της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας εισέρχεται σε θέματα που άπτονται του αυτονοήτως ‘‘σκληρού πυρήνα’’ της έννοιας του κράτους και της εθνικής κυριαρχίας. Η άμυνα de natura στοχεύει στη διαφύλαξη της εδαφικής ακεραιότητας, άρα και της συνέχισης της κρατικής δομής και κοινωνικής ειρήνης κάθε ευρωπαϊκής χώρας, και επομένως συνδέεται άρρηκτα και αναπόδραστα με την ίδια την εθνική επιβίωση κάθε κ-μ. Πώς, λοιπόν, ένα τέτοιο θεμελιώδες ζήτημα, σε ποιο βαθμό, με ποιες δικλείδες και προδιαγραφές και με ποιες εγγυήσεις επί της λήψης αποφάσεων και της δημοκρατικής λογοδοσίας, από τους εξοπλισμούς μέχρι τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων, θα μεταφερθεί στο επίπεδο της ΕΕ; Πώς από ένα καθεστώς απόλυτης, κυριαρχικής και απροϋπόθετης αρμοδιότητας (από μια θέση που έχει την απόλυτη kompetenz–kompetenz, όπως θα έλεγαν οι Γερμανοί νομικοί και πολιτικοί επιστήμονες) θα μεταβεί το κάθε κ-μ σε έναν διαμοιρασμό της κρίσιμης επί του θέματος δικαιοδοσίας του και στη δεσμευτική εξάρτησή του από το όποιο πλαίσιο μιας αυτοδύναμης ΚΕΠΠΑ;
Υπ’ αυτό το πνεύμα, το ζήτημα της κοινής ευρωπαϊκής άμυνας όχι μόνο ‘‘αγγίζει’’ αλλά και αναθερμαίνει πολυπρισματικά το κλασσικό ‘‘γενετικό’’ δίλημμα που αφορά την ίδια την ‘‘εντελέχεια’’ του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος και την προοπτική του, το δίλημμα δηλαδή που έχει να κάνει με την επιλογή μιας ΕΕ περισσότερο ‘‘φεντεραλιστικής’’ (με την επικράτηση της ιδεολογικής σύλληψης της ‘‘υπερεθνικότητας’’ – supranationalism) που θα ηγείται ή θα έχει αυξημένες αρμοδιότητες και στον ζωτικό τομέα της άμυνας ή, αντιθέτως, μιας ΕΕ, όπου ο γνωστός ‘‘διακυβερνητισμός’’ (intergovernmentalism) θα αφήνει, σε τούτο τουλάχιστον το επίπεδο, τον πρώτο και καθοριστικότερο ρόλο στις εθνικές ιδιαιτερότητες. Πάντως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι με βάση τη ΣΕΕ (αρ. 42§2) η κοινή αμυντική πολιτική οδηγεί στην κοινή άμυνα όταν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση με ομοφωνία, καθίσταται μάλλον κατανοητό ότι η Ευρώπη έχει ‘‘πολύ δρόμο’’ ακόμα μπροστά της ως προς τη διαμόρφωση ενός κοινού αμυντικού οράματος.
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, η συζήτηση στο εν λόγω θέμα δεν είναι για μια ‘‘μιλιταριστική’’ Ευρώπη αλλά, κατά την προσωπική μου αντίληψη τουλάχιστον, ξεκινά από τελείως διαφορετικό συλλογιστικό βάθρο. Αφορά τη… μάχη με τον Χρόνο προκειμένου να μην αποδυναμωθεί η δημογραφικά συρρικνούμενη και οικονομικά στάσιμη Ευρώπη και καταστεί έτσι έρμαιο αλλότριων γεωπολιτικών συμφερόντων ή πολιτικο-οικονομικών στοχεύσεων. Και πολύ πιο ευρύτερα, ίσως και πιο οραματικά, σίγουρα όμως πιο αισιόδοξα, η συγκεκριμένη συζήτηση έχει να κάνει με την ‘‘αυτογνωσιακή’’ και ‘‘ταυτοποιητική’’ αναζήτηση ενός νέου πιο δυναμικού και διαπλαστικού γεωπολιτικού και οικονομικού ρόλου της Ευρώπης, ως συλλογικής, θεσμικής και ιστορικής, οντότητας.
Κατερίνη, 17/2/2021
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science.
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

