Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Ενεργειακός Σχεδιασμός της Τουρκίας και η Πιθανότητα Αναθέρμανσης των Σχέσεων Τουρκίας-Ισραήλ

Δημοσιεύτηκε στις

Μια πιθανή τουρκο-ισραηλινή ευρύτερη συνεργασία πρέπει να αξιολογηθεί

Γράφει ο Χρήστος Γκουγκουρέλας

Τώρα τελευταία έχουν διασπαρεί φήμες και τείνουν να ‘‘αυξηθούν’’ οι φωνές που θέλουν δύο σημαντικούς γεωπολιτικούς ‘‘παίκτες’’ στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή ταυτόχρονα, την Τουρκία και το Ισραήλ, να έρχονται διπλωματικά όλο και πιο κοντά και, σε μια προσπάθεια αλληλοκατανόησης και αναγνώρισης κοινών συμφερόντων και διακυβευμάτων, να αναπτύσσουν διεθνείς συνεργατικές πρωτοβουλίες και ιδίως ενεργειακής φύσης στρατηγήματα, όπως είναι η πιθανή δημιουργία ενός αγωγού που θα μεταφέρει μέσω της Τουρκίας φυσικό αέριο από τα βρισκόμενα στη λεκάνη της Λεβαντίνης ισραηλινά κοιτάσματα προς την Ευρώπη.

Φρονώ ότι μια πιθανή τουρκο-ισραηλινή ευρύτερη συνεργασία πρέπει να αξιολογηθεί με βάση δύο πολύ κρίσιμες ‘‘σταθερές’’ αναλυτικής προσέγγισης: Κατά πρώτον, θα πρέπει να ψηλαφηθεί, τουλάχιστον, ο ενεργειακός σχεδιασμός της Τουρκίας, προκειμένου να καταστεί αντιληπτός, έστω και αδρομερώς, ο ρόλος που επιφυλάσσει δι’ εαυτήν η Τουρκία όσον αφορά την ενεργειακή σταθερότητα και ασφάλεια σ’ όλη την περιοχή. Και κατά δεύτερον, θα πρέπει να αναζητηθεί το γενικότερο πλαίσιο των σχέσεων των δύο χωρών και να εντοπιστούν σ’ αυτό δεδομένα και παράμετροι που κατευθύνουν και εμπλουτίζουν τη γεωπολιτική συλλογιστική και αποκρυσταλλώνουν κριτήρια για την εφικτότητα και βιωσιμότητα μιας (πιθανής) τουρκο-ισραηλινής προσέγγισης και συμπόρευσης.

Αναφορικά με την πρώτη ‘‘σταθερά’’, καταρχάς πρέπει να τονιστεί ότι η Τουρκία δεν είναι ένας αυτόνομος παραγωγός ενέργειας αλλά, αντιθέτως, το 90% των αναγκών της σε υδρογονάνθρακες το προμηθεύεται από τη Ρωσία, τις χώρες της Κασπίας Θάλασσας και της Μέσης Ανατολής. Ο δε συνολικός ενεργειακός σχεδιασμός της είναι σύμφυτος με τον ρόλο που στοχεύει να εδραιώσει για τον εαυτό της στη γεωπολιτική σκακιέρα της περιοχής: Τον ρόλο δηλαδή της μεγάλης περιφερειακής δύναμης που θα κυριαρχεί επί των άλλων χωρών που συναπαρτίζουν το γνωστό γεωγραφικό περιφερειακό περίγραμμα, θα λειτουργεί εξισορροπητικά μεταξύ των παραγόντων της διεθνούς κοινότητας και θα νοείται ως εξαιρετικά σημαντικός κόμβος μεταφοράς ενεργειακής ισχύος, διασυνδέοντας και ενώνοντας ζωτικά την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή.

Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο ενεργειακός σχεδιασμός της Τουρκίας σχηματικά απλώνεται και συμπεριλαμβάνει τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Το καταληκτικό σημείο, υπό την έννοια του τελικού προορισμού της μεταφοράς του ενεργειακού κεφαλαίου, είναι η Δύση, όπου κείται η Ευρώπη, εις εκ των δύο βασικών πυλώνων του Δυτικού Κόσμου. Τα δε άλλα σημεία του ορίζοντα είναι για την Τουρκία αφετηριακές πηγές μετάδοσης της ενεργειακής ισχύος. Έτσι στα βόρεια, στα ανατολικά αλλά και στα νότιά της εντοπίζονται οι χώρες που διαθέτουν τις πλουτοπαραγωγικές πηγές υδρογονανθράκων, η δε Τουρκία, ως γεωγραφικά συνδεόμενη μ’ αυτές, αποτελεί ή θέλει να αποτελέσει τον ενδιάμεσο κόμβο, από όπου θα περνούν τα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας, τα οποία εκκινούν από τα τρία ανωτέρω σημεία του ορίζοντα. Κατ’ αυτήν την κεντρική ιδέα του ενεργειακού σχεδιασμού, υφίστανται σήμερα εντός της τουρκικής επικράτειας, ή σχεδιάζονται, δίκτυα αγωγών μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σ’ αυτό, λοιπόν, το ενεργειακό χωροθετικό πλαίσιο (ίδετε στο τέλος του κειμένου τον 1ο Χάρτη) περιλαμβάνονται, αν κανείς θέσει ως κριτήριο το γεωγραφικό σημείο της πηγής της ενεργειακής μετάδοσης (και όχι τον προορισμό που είναι, εν πάση περιπτώσει, η Δύση):

Α) Οι προερχόμενοι από τον Βορρά της Τουρκίας αγωγοί φυσικού αερίου ‘‘Blue Stream Gas Sub-sea Pipeline’’ και ‘‘Turkish Stream’’, ο οποίος πρακτικά αντικατέστησε το ‘‘South Stream Natural Gas Pipeline Project’’. Οι συγκεκριμένοι αγωγοί έχουν ως στόχο, πέρα από την ενεργειακή τροφοδότηση της ίδιας της Τουρκίας, βασικά τη διαφοροποίηση των δρόμων και την εναλλακτικότητα της μεταφοράς ρωσικού αερίου σ’ όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια.

Β) Οι προερχόμενοι από την Ανατολή της Τουρκίας αγωγοί μεταφοράς πετρελαίου ‘‘Baku-Tbilisi-Ceyhan Oil Pipeline’’, ‘‘Iraq – Turkey (Kirkuk-Ceyhan) Oil Pipeline’’ και ο υπό κατασκευή ‘‘Trans-Anatolian (Samsun-Ceyhan) Oil Pipeline’’, αλλά και οι αγωγοί μεταφοράς φυσικού αερίου ‘‘Baku-Tbilisi-Erzurum Gas Pipeline’’ (γνωστός και ως αγωγός του Νοτίου Καυκάσου), ‘‘Iran-Turkey Natural Gas Pipeline’’, ‘‘Iraq-Turkey Natural Gas Pipeline’’ και ‘‘Anatolian Transit Gas Pipeline Project’’ (TANAP), φυσική συνέχεια του οποίου είναι ο διαπερνών την Ελλάδα γνωστός αγωγός ‘‘Trans Adriatic Pipeline’’ (TAP). Με το εν λόγω αγωγικό δίκτυο η Τουρκία στοχεύει να αποτελεί διαχρονικά τον διασυνδετήριο ενεργειακό άξονα μεταξύ της αφθονούσας σε ενεργειακό πλούτο Ανατολής και της διψασμένης για ενέργεια Δύσης.

Γ) Ο προερχόμενος από τον Νότο της Τουρκίας αγωγός φυσικού αερίου ‘‘Arab Natural Gas Pipeline’’ και ο προτεινόμενος ‘‘Persian Natural Gas Pipeline Project’’. Με τους εν λόγω αγωγούς η Τουρκία φιλοδοξεί να καταστεί το κρίσιμο ενεργειακό και γεωστρατηγικό μεταίχμιο μεταξύ του Αραβικού Κόσμου και της Ευρώπης.

Υπ’ αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο ενεργειακού σχεδιασμού, η κατασκευή ενός αγωγού που θα μετέφερε φυσικό αέριο από τα ισραηλινά κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου αρχικά προς την Τουρκία και μετέπειτα προς την Ευρώπη θα ενίσχυε όχι μόνο τη ‘‘νότια διάσταση’’ του τουρκικού ‘‘ενεργειακού κυκλώματος’’ αλλά επιρρωνύοντας τη γεωστρατηγική κομβικότητα της Τουρκίας θα μετέβαλε άρδην τους περιφερειακούς συσχετισμούς και τη φορά των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Και τούτο διότι η Ανατολική Μεσόγειος έχει προκαλέσει το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τον υποθαλάσσιο ενεργειακό της πλούτο. Ο ίδιος ο Erdogan, μιλώντας τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Συμπόσιο για το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας που έγινε στην Κωνσταντινούπολη, ‘‘αποκάλυψε’’ ότι, σύμφωνα με μελέτες, τα αποθέματα υδρογονανθράκων στην Ανατ. Μεσόγειο ανέρχονται μέχρι και τα 3,5 τρισ. κυβικά μέτρα (!)*, γεγονός που μπορεί να καταστήσει ενεργειακά επαρκή και ασφαλή όλη την Ευρώπη για δεκαετίες.

Σ’ αυτό δε το ενεργειακό απόθεμα της Ανατ. Μεσογείου, το Ισραήλ κατέχει ‘‘δεσπόζουσα θέση’’. Με προεξέχοντα τα κοιτάσματα φυσικού αερίου Leviathan (με υπολογιζόμενο φυσικό απόθεμα 500 δισ. κυβικών μέτρων) και Tamar (με εκτιμώμενο φυσικό αέριο 282 δισ.κ.μ.) αλλά και με τον ενεργειακό πλούτο των λοιπών κοιτασμάτων εντός της ΑΟΖ του (Shimshon, Marie B and Noa, Karish), το Ισραήλ όχι μόνο παράγει άνω του 50% των δικών του αναγκών ηλεκτρικής ενέργειας αλλά επιδιώκει να γίνει παγκόσμιος εξαγωγέας ενεργειακής ισχύος στοχεύοντας διττώς, αφενός σε ευμεγέθη εμπορικά κέρδη και αφετέρου στη διαδραμάτιση πρωτεύοντος ρόλου στο γεωπολιτικό παίγνιο της ενεργειακής ασφάλειας στην Ανατ. Μεσόγειο.

Γι’ αυτό και δεν είναι διόλου τυχαίο που την περίοδο 2015-17 διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο χώρες για τη δημιουργία ενός υποθαλάσσιου τουρκο-ισραηλινού αγωγού. Ωστόσο, το momentum χάθηκε, έστω και προσωρινά, και έτσι ευνοήθηκε η κατασκευή του περίφημου αγωγού ‘‘Eastmed’’ για τη μεταφορά του ενεργειακού αποθέματος από τη λεκάνη της Λεβαντίνης προς την Ευρώπη. Το Ισραήλ, στο πλαίσιο του νεοπαγούς ‘‘Eastmed Gas Forum’’’ συμμάχησε τελικά με την Ελλάδα, την Κύπρο, την Ιταλία, την Αίγυπτο, την Ιορδανία και την Παλαιστινιακή Αρχή, γεγονός που απέκοψε απότομα και ‘‘δύσπεπτα’’ τους Τούρκους από τις ενεργειακές εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής.

Η Τουρκία, συνεπώς, θεωρεί ότι ο Eastmed, ένα εγχείρημα περίπου 7 δισ. ευρώ, θα την εκδιώξει από το ‘‘παίγνιο’’ της μεταφοράς ενεργειακού πλούτου στην Ευρώπη, γεγονός που θα ακύρωνε όλο τον γεωπολιτικό σχεδιασμό της στην Ανατ. Μεσόγειο! Γι’ αυτό ακριβώς και ‘‘βιάστηκε’’ να συνάψει με την κυβέρνηση Sarraj της Λιβύης το γνωστό τουρκολιβυκό σύμφωνο περί συνοριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών των δύο χωρών, προκειμένου να ισχυριστεί ότι ο Eastmed διέρχεται από την τουρκική ΑΟΖ και έτσι να προσπαθήσει να βάλει ένα τέλος στο (ούτως ή άλλως αμφίβολο;) μέγα-εγχείρημα του Eastmed (ίδετε χαρακτηριστικά στο τέλος του κειμένου τον 2ο Χάρτη).

Σ’ αυτό, λοιπόν, το σημείο της αναλυτικής προσέγγισης, η εξέταση των δεδομένων και παραμέτρων της δεύτερης ‘‘σταθεράς’’, ήτοι του ευρύτερου πλαισίου των διεθνών σχέσεων μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ, μπορεί να δώσει άφθονο φως στο κρίσιμο για όλη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή ερώτημα αν είναι πιθανολογικά βάσιμη μέσα από μια ταχεία και ουσιαστική αναθέρμανση των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων η κατασκευή ενός τουρκο-ισραηλινού αγωγού φυσικού αερίου στην Ανατ. Μεσόγειο που θα φέρει (ως αποτέλεσμα) και την επιτελική ολοκλήρωση του μεγαλεπήβολου τουρκικού ενεργειακού σχεδιασμού (;). Επ’ αυτού του βασικού ερωτήματος έχω να κάνω τις παρακάτω εξαιρετικά επιδραστικές επισημάνσεις:

1) Οι σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας, κηλιδώθηκαν το 2010 με το περιστατικό του ‘‘Mavi Marmara’’. Στη νηοπομπή του διεθνούς κινήματος ‘‘Free Gaza’’ που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στους Παλαιστίνιους συμμετείχε το τουρκικό πλοίο ‘‘Mavi Marmara’’, στο οποίο οι ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν και μετά από εμπλοκή σκοτώθηκαν Τούρκοι ακτιβιστές. Έκτοτε, οι σχέσεις των δύο χωρών όχι απλά ψυχράνθηκαν αλλά διακόπηκαν. Μπορεί, λοιπόν, τον Ιούνιο του 2016, μετά από προσπάθειες επαναπροσέγγισης, να συνήφθη ακόμα και σύμφωνο επανασυμφιλίωσης ανάμεσα στις δύο χώρες αλλά η επιφυλακτικότητα, ως ανακλαστική αταβιστική σκέψη, στη διπλωματία μεταξύ των δύο χωρών σίγουρα δεν εξαλείφθηκε και θα αποτελέσει ουσιώδη ανασχετικό παράγοντα στην εκδίπλωση κοινών πρωτοβουλιών, ειδικά τώρα που το Ισραήλ λειτουργεί και στο πλαίσιο του ‘‘Eastmed Gas Forum’’ αλλά και στο περίγραμμα των τριμερών συνεργατικών ενεργειακών σχημάτων ‘‘Ισραήλ-Ελλάδας-Κύπρου’’ και ‘‘Ισραήλ-Ελλάδας-Αιγύπτου’’.

2) Ο παραδοσιακά μεγαλύτερος σύμμαχος του Ισραήλ, οι ΗΠΑ, κατ’ εφαρμογή του εστιακού στην ενεργειακή ασφάλεια και ανεξαρτητοποίηση της Ευρώπης από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες δόγματος της ‘‘διαφοροποίησης’’ των ενεργειακών πηγών (diversification dogma), προωθούν, και δη δια θεσπισμένης ήδη νομοθεσίας, την ενεργειακή συνεργασία Ισραήλ, Ελλάδας και Κύπρου στην περιοχή μέσω του ‘‘Eastmed project’’ (είναι απολύτως χαρακτηριστικός ο S. 1102 ‘‘A BILL To promote security and energy partnerships in the Eastern Mediterranean’’, διαβάστε τον https://www.congress.gov/bill/116th-congress/senate-bill/1102/text) και αντιστρατεύονται στη λειτουργία του ‘‘Turkish Stream’’ (https://www.govtrack.us/congress/bills/116/s1441/text). To γεγονός αυτό το γνωρίζει, βεβαίως, πολύ καλά το Ισραήλ, το οποίο μάλλον θα επιδείξει αυξημένη επιφυλακτικότητα ως προς την υλοποίηση ενός τέτοιου (τουρκο-ισραηλινού) αγωγού.

3) Ένας τουρκο-ισραηλινός αγωγός, πάντως, θα ξεκινούσε από τα ενεργειακά κοιτάσματα εντός της ΑΟΖ του Ισραήλ και θα κατέληγε στην Τουρκία, περνώντας, καταρχάς, μέσα από τις θαλάσσιες ζώνες δικαιοδοσίας του Λιβάνου. Ωστόσο, το Ισραήλ και ο Λίβανος δεν έχουν τις καλύτερες των σχέσεων. Εδώ και καιρό οι δύο χώρες ‘‘αντιδικούν’’ για τον επακριβή καθορισμό των ορίων των θαλασσίων ζωνών τους, προϊόν δε αυτής της αντιδικίας τους είναι μια μικρή χωρικά αλλά έντονα διαφιλονικούμενη θαλάσσια ζώνη (contested territory, ίδετε στο τέλος του κειμένου τον 3ο Χάρτη) ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο Λίβανος, αν το Ισραήλ επιχειρούσε να συνδεθεί ενεργειακά με την Τουρκία, θα είχε δεδομένα και αναντίρρητα λόγο και είναι πολύ πιθανόν να έθετε ως προϋπόθεση για να δώσει τη συγκατάθεση του για τη διέλευση ενός τέτοιου αγωγού από τη θαλάσσια δικαιοδοσία του, την πρότερη διευθέτηση της ισραηλινό-λιβανέζικης θαλάσσιας διαφοράς. Steinitz και Adiri, οι Υπουργοί Ενέργειας των δύο χωρών, συνομιλούν υπό την αρωγή του Αμερικανού διαμεσολαβητή John Desrocher (https://www.gov.il/en/departments/news/press_281020) αλλά, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν υπάρχει ‘‘λευκός καπνός’’ στον ορίζοντα και κατά την άποψή μου ούτε πρόκειται να προκύψει σύντομα λόγω της αποσταθεροποιητικής για την περιοχή δράσης της λιβανέζικης σιϊτικής οργάνωσης ‘‘Hezbollah’’.

4) Ένας τουρκο-ισραηλινός αγωγός θα διαπερνούσε σίγουρα και από την ΑΟΖ που οριοθετήθηκε μεταξύ Λιβάνου και Κύπρου το 2007. Υπ’ αυτό το δεδομένο, σίγουρα το Ισραήλ, που συμμετέχει στο τριμερές σχήμα με την Ελλάδα και την Κύπρο, δύσκολα θα διακινδύνευε τη διατάραξη των σχέσεων του ειδικά με την Κύπρο σεβόμενο προφανώς και ποντάροντας πολλά γεωστρατηγικά και στη συμφωνία που το ίδιο συνυπέγραψε με την Κύπρο το 2010 περί συγκαθορισμού της ΑΟΖ μεταξύ τω δύο χωρών.
Εξάλλου, σε ένα πιθανό τουρκο-ισραηλινό αγωγικό εγχείρημα η Κύπρος ούτως ή άλλως έχει λόγο με βάση τη Σύμβαση για το διεθνές δίκαιο της θάλασσας (UNCLOS). Το άρθρο 79§3 της UNCLOS προβλέπει ότι η χάραξη της πορείας ενός υποθαλάσσιου αγωγού υπόκειται στη συναίνεση του παράκτιου κράτους. Κατά το διεθνές δίκαιο, ο σεβασμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων του παράκτιου κράτους συνιστά κατ’ ουσία όρο της άσκησης της ελευθερίας τοποθέτησης υποβρυχίων καλωδίων και αγωγών επί της υφαλοκρηπίδας του από τρίτα κράτη. Ένας, λοιπόν, πιθανός αγωγός που θα μετάφερε ισραηλινό ή εκ του Ισραήλ αέριο στην Τουρκία θα προϋπόθετε τη συγκατάθεση και της Κύπρου, που είναι ενεργό μέλος του ενεργειακού εγχειρήματος του Eastmed! Έτσι, αυτό το γεγονός eo ipso ‘‘χλωμιάζει’’ τις πιθανότητες της τουρκο-ισραηλινής ενεργειακής συνεργασίας.

5) Η σχετικά πρόσφατη φιλοξενία των ηγετών της Παλαιστινιακής Οργάνωσης Hamas στην Άγκυρα, οργάνωσης που επισήμως οι Ισραηλινοί εκλαμβάνουν ως τρομοκρατική, η φημολογούμενη ‘‘χορήγηση υπηκοότητας’’ στους ηγέτες της Hamas από τους Τούρκους και η συνδρομή που οι γείτονες παρέχουν στους Παλαιστίνιους εξτρεμιστές στο να σχεδιάζουν τρομοκρατικές επιθέσεις και ‘‘κυβερνοεπιθέσεις’’ εναντίον του Ισραήλ (https://www.timesofisrael.com/hamas-secretly-operating-cyber-counterintelligence-hq-in-turkey-report/) είναι παράλληλα ένας εξίσου αποτρεπτικός παράγων στη δημιουργία απόλυτα θετικού και ευρέως συνεργατικού κλίματος μεταξύ της Τουρκίας και του Ισραήλ.

6) Το Ισραήλ έχει εμπράκτως αναπτύξει δίκτυο ενεργειακής συνεργασίας με την Αίγυπτο. Ο Erdogan, ωστόσο, υποστήριξε στην Αίγυπτο τη ‘‘Μουσουλμανική Αδελφότητα’’ και στράφηκε φανερά κατά του νυν Αιγύπτιου ηγέτη Abdel Fattah El-Sisi. Οι δύο χώρες έφτασαν ένα βήμα πριν τη σύγκρουση στο ‘‘Λιβυκό Ζήτημα’’ και οι σχέσεις τους επιδεινώνονται (https://ahval.me/egypt-turkey/turkeys-fractured-relations-egypt-unlikely-improve-whoever-power). Το Ισραήλ, λοιπόν, είναι εξαιρετικά αμφίβολο, υπ’ αυτό το πρίσμα, αν θα διακινδύνευε μια οπισθοδρόμηση στην ήδη ευοίωνων προοπτικών ενεργειακή του σχέση με την Αίγυπτο για χάρη ενός υποτιθέμενου τουρκο-ισραηλινού αγωγού.

7) Σύμφωνα με μελέτη του ‘‘Oxford Institute for Energy Studies’’ η αποθηκευτική ικανότητα της Τουρκίας όσον αφορά τους εισερχόμενους σ’ αυτήν ενεργειακούς πόρους (συμπεριλαμβάνοντας αγωγούς αερίου, LNG/FSRU) εκτιμάται, προς το παρόν, στα 258,18 εκατ. κυβικά μέτρα ανά μέρα.

Η πιθανή δημιουργία ενός τουρκο-ισραηλινού αγωγού θα απαιτούσε αύξηση της χωρικής αποθηκευτικής ικανότητας της Τουρκίας, γεγονός που θα καθυστερούσε, τουλάχιστον σε ένα αρχικό στάδιο, ένα τέτοιο project.

Κατόπιν, λοιπόν, όλων των ανωτέρω σημαντικών δεδομένων και της φύσης και σημασίας που αυτά έχουν για την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων όχι μόνο μεταξύ των δύο χωρών, της Τουρκίας και του Ισραήλ, αλλά και για τους γενικότερους γεωπολιτικούς συσχετισμούς ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής, φρονώ ότι για την ολοκλήρωση του ‘‘puzzle’’ του ενεργειακού σχεδιασμού και την ενδυνάμωση του περιφερειακού ηγεμονισμού της Τουρκίας θα λείπει, για αρκετό ίσως καιρό ακόμα, ένα πολύ κρίσιμο και πολύτιμο ‘‘κομμάτι’’, που δεν είναι άλλο από την ‘‘ισραηλινή χείρα αρωγής και βαθειάς φιλίας’’. Και αυτό ας το έχουμε υπόψη. Οι εξελίξεις, άλλωστε, ‘‘τρέχουν’’ και αλίμονο σ’ αυτόν που ολιγωρεί ή ‘‘καθεύδει’’…

Κατερίνη, 2/2/2021
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW
Cer. LSE in Business, International
Relations and the political science

*Πάνω-κάτω τις ίδιες ‘‘απόψεις’’ (με τον Ερντογάν) για τον υποθαλάσσιο ενεργειακό πλούτο της Ανατ. Μεσογείου έχουν και οι Ισραηλινοί, οι οποίοι κάνουν λόγο για απόθεμα 75 TCF φυσικού αερίου και 6,6 ΒΒL πετρελαίου στην Ανατ. Μεσόγειο (ίδετε https://www.energy-sea.gov.il/English-Site/Pages/News%20And%20Media/ISRAELI%20GAS%20OPPORTUNITIES.pdf). Αν προστεθούν αυτές οι ποσότητες, δίδουν τα περίπου 3,5 τρισ. κυβικά μέτρα υδρογονανθράκων στην Ανατ. Μεσόγειο για τα οποία μίλησε ο Ερντογάν τον Σεπτέμβριο του 2020 στην Κωνσταντινούπολη.

1ος Χάρτης: Το τουρκικό ενεργειακό δίκτυο. Πολύπλοκο και επεκτατικό.
2ος Χάρτης: Η σχεδιαζόμενη πορεία του αγωγού Eastmed και η προσπάθεια των Τούρκων δια του τουρκο-λιβυκού συμφώνου να την ανακόψουν.
3ος Χάρτης: Οι ΑΟΖ Ισραήλ, Λιβάνου και Κύπρου. Ένας τουρκο-ισραηλινός αγωγός θα περνούσε από τις ΑΟΖ Λιβάνου και Κύπρου. Προσοχή στη διαφιλονικούμενη θαλάσσια ζώνη (contested territory) μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου.

 

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή25 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις56 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή