Διεθνή
Ο Ερντογάν εργαλειοποιεί τον θάνατο των 13 αιχμαλώτων για μια νέα εισβολή στο Ιράκ
Η αποτυχημένη επιδρομή στo Γκάρε θα μπορούσε να είναι ο προάγγελος μιας τουρκικής εισβολής στο Σίντζαρ
Η αποτυχημένη επιχείρηση «διάσωσης» των 13 Τούρκων ομήρων στο βόρειο Ιράκ προκάλεσε σειρά ερωτημάτων για τον πραγματικό στόχο που είχαν οι ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας. Παρά την προσπάθεια του Τούρκου Υπουργού Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, και του αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού να εμφανίσουν την απόφαση της ολοκλήρωσης της επιχείρησης ως επιβεβλημένη, λόγω της «επιτυχούς ολοκλήρωσης» των στόχων, η κυβέρνηση δέχθηκε δριμύτατη κριτική για το αιματηρό αποτέλεσμά της.
Σε μια προσπάθεια να δικαιώσει τους χειρισμούς της, «ανάγκασε» τις ΗΠΑ να αλλάξουν τη δήλωσή τους και να αναγνωρίσουν τελικά ότι την ευθύνη φέρουν οι «τρομοκράτες» του PKK. Στην εσωτερική αρένα, ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, υποσχέθηκε εκδίκηση προαναγγέλλοντας νέα εισβολή στο βόρειο Ιράκ για εκκαθάριση των Κούρδων. Οι κινήσεις όμως αυτές δύσκολα μπορούν να κρύψουν τις πραγματικές του προθέσεις, αφού η τραγωδία ανοίγει τον δρόμο για τη συνταγματική αναθεώρηση που επιδιώκει, ενώ παράλληλα «δικαιολογεί» μια νέα εισβολή στο Ιράκ για εκκαθάριση των μαχητών του PKK.
Τα σενάρια για τους 13 νεκρούς αιχμαλώτους
Όπως αναφέρει δημοσίευμα της Al-Monitor, ουσιαστικά η Άγκυρα με την επιχείρηση αυτή προσπάθησε ανεπιτυχώς να χτυπήσει μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, ελευθερώνοντας τους αιχμαλώτους και σκοτώνοντας ταυτόχρονα δύο διοικητές του PKK, τον Murat Karayilan και τον Duran Kalkan, οι οποίοι, σύμφωνα με τις πληροφορίες των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών, θα ταξίδευαν στην περιοχή Γκάρε του βόρειου Ιράκ για μια συνάντηση στην ίδια σπηλιά, όπου κρατούνταν οι 13 Τούρκοι.
Αν και περιήλθε στην αντίληψη του PKK ο σχεδιασμός της Τουρκίας και ακυρώθηκε η συνάντηση την τελευταία στιγμή, οι Κούρδοι μαχητές δεν πρόλαβαν να εγκαταλείψουν την περιοχή κατά την πρώτη φάση της επιχείρησης. Στις 10 Φεβρουαρίου, περίπου 40 τουρκικά μαχητικά f-16 , υποστηριζόμενα από στρατιωτικά drones, βομβάρδισαν την Γκάρε. Σε αυτήν τη φάση της επιχείρησης πιστεύεται ότι εκτελέστηκαν οι 13 Τούρκοι κρατούμενοι.
Μετά το σφυροκόπημα των τουρκικών μαχητικών, ένα ελικόπτερο τύπου S-70 Sikorsky προσέγγισε τη σπηλιά και αποβίβασε τρεις ομάδες των ειδικών δυνάμεων. Στην προσπάθεια να διασφαλίσουν την πρόσβαση στη σπηλιά, άλλοι τρεις Τούρκοι στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους, ενώ κατά την είσοδό τους στο σημείο είχαν διαπιστώσει ότι οι κρατούμενοι ήταν ήδη νεκροί.
Σύμφωνα με τα τοπικά μέσα, η αιματοβαμμένη επιχείρηση τερματίστηκε στις 14 Φεβρουαρίου με την αποχώρηση των Τούρκων στρατιωτών. Το αποτέλεσμά της προκάλεσε οργή στο εσωτερικό της Τουρκίας και δημιούργησε πλήθος ερωτημάτων για την τραγική κατάληξη των αιχμαλώτων. Ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα που δεν απαντήθηκε ήταν το πολιτικό και στρατιωτικό ζητούμενο αυτής της επιχείρησης «διάσωσης».
Σενάρια για εισβολή
Πάντως, φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ της Τουρκίας, θέλοντας να «χρυσώσουν το χάπι», υποστηρίζουν ότι η επιδρομή στην Γκάρε θα μπορούσε να είναι ο προάγγελος μιας τουρκικής εισβολής στο Σιντζάρ. Ειδικοί εκτιμούν ότι υπάρχουν δύο σενάρια για την πιθανολογούμενη επέμβαση της Άγκυρας στο Σιντζάρ.
Κατά το πρώτο σενάριο η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει στρατό ξηράς και αεροπορία για να οδηγήσει το PKK εκτός περιοχής, χωρίς όμως τη συγκατάθεση του Ιράκ. Αυτή η ενέργεια αναμένεται, όμως, ότι θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε έντονες αντιδράσεις από το Ιράκ, τις ΗΠΑ, το Ιράν, τη Ρωσία και την ΕΕ.
Το δεύτερο σενάριο προνοεί τη συμφωνία με τη Βαγδάτη και το Ερμπίλ (την ηγεσία του Ιρακινού Κουρδιστάν), η οποία ουσιαστικά θα προβλέπει χερσαία επιχείρηση σε συνεργασία με τις δυνάμεις του Ιράκ και του Ιρακινού Κουρδιστάν και την υποστήριξη της τουρκικής αεροπορίας. Η Άγκυρα είχε προτείνει και στο παρελθόν μια παρόμοια συμφωνία στη Βαγδάτη και στο Ερμπίλ, αλλά δεν την είχαν αποδεχτεί.
Η μετωπική επίθεση Ερντογάν στις ΗΠΑ και η αναδίπλωση
Μετά τη λυσσαλέα επίθεση του Ερντογάν κατά των ΗΠΑ, κατά την οποία τις κατηγόρησε ότι «εκτέλεσαν» τους 13 Τούρκους στο βόρειο Ιράκ, η αμερικανική διπλωματία προχώρησε σε ολική αναδίπλωση της προηγούμενης δήλωσής της για να κατευνάσει την οργή του νεοσουλτάνου.
Του διπλωματικού αυτού επεισοδίου είχε προηγηθεί η ομοβροντία κατά των ΗΠΑ των τουρκικών ΜΜΕ, τα οποία σε πρωτοσέλιδα έγραφαν ότι «οι Αμερικανοί μεταφέρουν όπλα στους δολοφόνους». Σύμφωνα με όσα έγραψαν, ένα αμερικανικό στρατιωτικό κομβόι φέρεται να είχε μεταφέρει όπλα στη βόρεια Συρία, σε περιοχές που κατέχει το PKK / PYD. «Την ώρα που η Τουρκία πενθεί τους πολίτες της που δολοφονήθηκαν από το ΡΚΚ, τα αμερικανικά κομβόι συνεχίζουν να μεταφέρουν όπλα σε μια τρομοκρατική οργάνωση», ανέφερε χαρακτηριστικά η «Χουριέτ».
Στην πρώτη τηλεφωνική συνομιλία που είχαν ο Άντονι Μπλίνκεν και ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου μετά την ανάληψη καθηκόντων της αμερικανικής κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν, ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας επιχείρησε να καθησυχάσει την Τουρκία, εκφράζοντας τα συλλυπητήριά του για τον θάνατο Τούρκων ομήρων στο βόρειο Ιράκ και ανασκευάζοντας την προηγούμενη δήλωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αναγνωρίζοντας ότι «οι τρομοκράτες του ΡΚΚ φέρουν την ευθύνη».
Δεν λησμονείται όμως ότι στην ίδια συνομιλία, σε ένα είδος «δίκαιης ανταλλαγής», ο Μπλίνκεν προέτρεψε εκ νέου τον Τσαβούσογλου να μη διατηρήσει η Άγκυρα το ρωσικό αντιπυραυλικό σύστημα S-400 που έχει αγοράσει από τη Μόσχα, μια υπόθεση που προκαλεί διαρκώς τριβές μεταξύ των δύο ΝΑΤΟϊκών συμμάχων.
Τα πυρά στο εσωτερικό και η υπόσχεση για εκδίκηση
Δύο ημέρες μετά τον θάνατο των 13 Τούρκων πολιτών στο βόρειο Ιράκ, ο Τούρκος Πρόεδρος υποσχέθηκε εκδίκηση, ανακοινώνοντας την έναρξη νέας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του ΡΚΚ. Παραβλέποντας τις ανθρώπινες απώλειες, δήλωσε ότι «θα επεκτείνουμε την επόμενη περίοδο τις ήδη επιτυχημένες επιχειρήσεις μας και σε περιοχές όπου υπάρχουν σοβαρές απειλές».
Μάλιστα, διαβεβαίωσε ότι «θα γίνει ο τάφος τους εδώ, θα προχωράμε χωρίς να σταματάμε, να το ξέρουν αυτό. Δεν θα περιμένουμε να έρθουν οι τρομοκράτες σ’ εμάς, θα πάμε εμείς και θα συντρίψουμε τα κεφάλια τους μέσα στα κρησφύγετά τους. Θα παραμείνουμε εκεί για όσο χρειαστεί, μέχρι να βάλουμε τέλος σε αυτές τις επιθέσεις».
Τα «αλυχτίσματα» του Ερντογάν σε καμιά περίπτωση δεν απευθύνονταν μόνο στους Κούρδους, αλλά είχαν αποδέκτες και στο εσωτερικό της χώρας, αφού τα κόμματα της αντιπολίτευσης άσκησαν πιέσεις προς την κυβέρνηση για να δώσει απαντήσεις για την αποτυχημένη διασυνοριακή επιχείρηση.
Ο Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, επικεφαλής του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης – Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) – σε έντονο ύφος ζήτησε από την κυβέρνηση να υποδείξει τους υπευθύνους «για την αποτυχία της επιχείρησης», τονίζοντας ότι «το χώμα βάφτηκε με το αίμα των 13 αδελφών μας. Θα μπορούσαν να είχαν επιστρέψει στην Τουρκία. Ο στρατός πραγματοποίησε μια επίθεση με τύμπανα και τρομπέτες. Ο Ταγίπ Ερντογάν είναι υπεύθυνος για τους 13 μάρτυρές μας».
Πώς η τραγωδία ωφελεί τον Ερντογάν
Πάντως, αναλυτές εκτιμούν ότι η κρίση αυτή ήρθε σε μια βολική χρονική συγκυρία για τον Ερντογάν, αφού η αναζωπύρωση του αντικουρδικού αισθήματος θα μπορούσε να υποβοηθήσει στην επίτευξη πρόσθετων στόχων.
Την 1η Φεβρουαρίου ο Τούρκος Πρόεδρος δεν απέκλεισε την πιθανότητα να αλλάξει το Σύνταγμα. Το νέο Σύνταγμα πιθανολογείται ότι θα βασίζεται σε μια ιδέα που εκφράστηκε εβδομάδες πριν από τον αρχηγό του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP), Ντεβλέτ Μπαχτσελί, σύμμαχο του Ερντογάν, ο οποίος πρότεινε μια συνταγματική αλλαγή για την απαγόρευση του φιλοκουρδικού κόμματος HDP με την κατηγορία της υποκίνησης του αυτονομισμού. Τη Δευτέρα, μέλη του HDP ήταν μεταξύ εκείνων που τέθηκαν υπό κράτηση κατά τις μαζικές συλλήψεις, κατηγορούμενοι για σχέσεις με το PKK.
Επιπρόσθετα, η τραγωδία φαίνεται ότι ανοίγει την όρεξη του Ερντογάν για νέες εκκαθαρίσεις των Κούρδων του PKK στην περιοχή του Σιντζάρ. Αναλυτές δεν αποκλείουν μια επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με το Ιράκ και την περιφερειακή κυβέρνηση του Κουρδιστάν για συντονισμό των νέων επιχειρήσεων επί των εδαφών των τελευταίων.
Μάλιστα, δεν έκρυψε τους σχεδιασμούς του για τη δημιουργία άλλης μιας «ασφαλούς ζώνης» στα σύνορά της Τουρκίας, αναφέροντας αυτολεξεί ότι «θα επεκτείνουμε τις δραστηριότητές μας στις περιοχές όπου υπάρχει κίνδυνος. Θα παραμείνουμε σ’ εκείνες τις περιοχές που ασφαλίζουμε για όσο χρειαστεί».
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

