Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο ολισθηρός δρόμος προς τη νέα πενταμερή για το Κυπριακό – Ο ρόλος των ΗΠΑ και το κουρδικό αγκάθι

Δημοσιεύτηκε στις

Του Κώστα Ράπτη

Ο Φεβρουάριος έγινε Μάρτιος. Και ο Μάρτιος εντέλει Απρίλιος. Η προαναγγελθείσα από την ειδική απεσταλμένη του ΟΗΕ, Τζέιν Λουτ, κατά την επίσκεψή της στην Κύπρο τον Ιανουάριο, πενταμερής διεθνής διάσκεψη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ για τη διαμόρφωση ενός οδικού χάρτη επίλυσης του Κυπριακού πηγαίνει από αναβολή σε αναβολή – όμως δεν φεύγει από τον ορίζοντα. Και καμία συζήτηση για τις σχέσεις της Ελλάδας και της Ε.Ε. με την Τουρκία δεν μπορεί να είναι πλήρης, εάν δεν λαμβάνει υπόψη της τον παράγοντα του Κυπριακού, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων της Άγκυρας, σημαδεύει όλη τη μεταπολεμική νεοελληνική ιστορία και πλέον αναδεικνύεται και σε πεδίο επανορισμού του ρόλου της βρετανικής διπλωματίας στη μετά το Brexit εποχή, εν μέσω των παλαιών, αλλά και των νεοψυχροπολεμικών εντάσεων που συσσωρεύονται στην ευρύτερη περιοχή. Το ότι, άλλωστε, το Κυπριακό αποτελεί, όπως επιμένει η ελληνική πλευρά, διεθνές και όχι διμερές θέμα, ουδόλως συνεπάγεται ότι τα καθαυτό διμερή θέματα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα μπορούσαν πραγματικά να ισορροπήσουν ερήμην του.

Προσωπικό στοίχημα

Προς το παρόν, ο Γ.Γ. Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για τον οποίο το Κυπριακό αποτελεί, μετά την αποτυχία της Διάσκεψης του Κραν Μοντανά το 2017, προσωπικό στοίχημα, δείχνει να οχυρώνεται πίσω από την πανδημική κρίση, δηλώνοντας στα ενδιαφερόμενα μέρη ότι δεν επιθυμεί να μετακινηθεί. Αντιπροτείνει, δε, ως τόπο διεξαγωγής της πενταμερούς το θέρετρο του ΟΗΕ στο Γκριντρί της Νέας Υόρκης, δίνοντας όμως έτσι στους επίδοξους συνομιλητές τη δυνατότητα να παίξουν και αυτοί το παιχνίδι των καθυστερήσεων με υγειονομικό πρόσχημα.

Το αποτέλεσμα είναι, όπως ανακοίνωσε στην ενημέρωση των διπλωματικών συντακτών ο εκπρόσωπος του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, Αλέξανδρος Παπαϊωάννου, να αναμένεται πλέον η σύγκληση της πενταμερούς το πρώτο μισό του Απριλίου – αν και δεν υπάρχει ακόμη επίσημη πρόσκληση από τον Γενικό Γραμματέα.

Τούτο καθόλου δεν σημαίνει ότι η διπλωματική κινητικότητα έχει παγώσει. Αντιθέτως, σήμερα επισκέπτεται την Κύπρο ο ύπατος εκπρόσωπος της Ε.Ε. σε θέματα εξωτερικής πολιτικής Ζοζέπ Μπορέλ – αν και η αποστολή του έχει κατά μία έννοια απονευρωθεί εφόσον η μετάθεση της πενταμερούς δεν επιτρέπει τη συγκεκριμένη αξιολόγηση της στάσης της Τουρκίας στο Κυπριακό από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 25ης Μαρτίου. Από αυτή την άποψη, το παιχνίδι των καθυστερήσεων έχει ήδη αποδώσει στην Άγκυρα ένα πρώτο όφελος.

Νέα στοιχεία

Δραστήρια όμως εμφανίζεται και η βρετανική πλευρά, καθώς ο επικεφαλής του Φόρεϊν Όφις, Ντόμινικ Ράαμπ, βρέθηκε στο νησί ήδη στις 4 Φεβρουαρίου. Μάλιστα ο τουρκοκυπριακής καταγωγής αρθρογράφος της Hurriyet Daily News, Γιουσούφ Κανλί, κάνει λόγο για “βρετανικό σχέδιο” επίλυσης του Κυπριακού το οποίο παρουσίασε ο Ράαμπ στους συνομιλητές του και το οποίο κινείται στη λογική του απορριφθέντος το 2004 Σχεδίου Ανάν (επίσης βρετανικής πατρότητας) με δύο ουσιαστικά νέα στοιχεία: πρώτον, τη δυνατότητα των “κοινοτικών κρατιδίων”, ελληνοκυπριακού και τουρκοκυπριακού, να συνάπτουν ξεχωριστές διεθνείς συμφωνίες στους τομείς της οικονομίας, ασφάλειας, υγείας, εκπαίδευσης, αθλητισμού και, δεύτερον, την πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση διαφωνίας των δύο συνιστωσών της, η “επανενωμένη Κύπρος” θα απέχει των ψηφοφοριών στα ευρωπαϊκά ή διεθνή όργανα. Όλα αυτά με αντάλλαγμα εδαφικές παραχωρήσεις και αυτόματο τερματισμό του καθεστώτος των εγγυήσεων και της παρουσίας τουρκικού στρατού στη βόρεια Κύπρο με τη συμπλήρωση δέκα ετών από τη σύναψη της συμφωνίας.

Με άλλα λόγια, η Βρετανία όχι μόνο θέτει για άλλη μία φορά στην ιστορία τα θεμέλια ενός μη κυβερνήσιμου μορφώματος, αλλά και επεκτείνει δυνάμει την παράλυση και εντός της Ε.Ε. από την οποία μόλις αποχώρησε. Για τις δε “κυρίαρχες βάσεις” της στο νησί (παράνομες, καθότι προϊόν ανολοκλήρωτης απο-αποικιοποίησης, όπως αποφάσισε το Διεθνές Δικαστήριο στην περίπτωση του αρχιπελάγους Τσάγος στον Ειρηνικό) δεν προβλέπεται καμία αλλαγή.

Ρωσικό μήνυμα

Σε κάθε περίπτωση, το υφιστάμενο διαπραγματευτικό κεκτημένο που ορίζει ως πλαίσιο επίλυσης τη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία αρχίζει και αμφισβητείται, εφόσον η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν διαμηνύει ότι δεν σκοπεύει να διαπραγματευτεί παρά επί νέας βάσεως που θα εκκινεί από την αναγνώριση δύο κρατών στο νησί.

Πρόκειται, βέβαια, για καθαρά διαπραγματευτική κίνηση, καθώς ο διεθνής παράγοντας δεν θα συναινέσει σε διαίρεση εδάφους της Ε.Ε. επί τη βάσει εθνοτικών διαφορών που ανάλογες υφίστανται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Η Γενική Γραμματεία του ΟΗΕ, πάντως, εμφανίζεται “ανοικτή σε ιδέες”, καθώς και η ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία έχει διά του προέδρου Νίκου Αναστασιάδη λανσάρει την ασαφή ιδέα της “αποκεντρωμένης ομοσπονδίας”.

Ίσως για αυτό τρίτοι παίκτες, σαν τη Ρωσία (που δίνει μιαν ορισμένη μάχη οπισθοφυλακής για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της στην Κύπρο και ενδιαφέρεται να “εξισορροπεί” με διάφορους τρόπους τη σχέση συνεργασίας-καχυποψίας που έχει με την Τουρκία), διαμηνύουν, όπως το έπραξε προχθές η εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, Μαρία Ζαχάροβα, ότι αλλαγή του καθιερωμένου πλαισίου επίλυσης νοείται μόνο με νέα απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Και ενώ μοιάζει όλα να είναι ανοικτά προς συζήτηση, αυτό που παραμένει κατοχυρωμένο πλέον είναι το σχήμα της πενταμερούς (Ελληνοκύπριοι, Τουρκοκύπριοι συν οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις), το οποίο διαιωνίζει τη μετα-αποικιακή κληρονομιά, περιθωριοποιεί την Ε.Ε. σε ρόλο παρατηρητή και “εξαφανίζει” την Κυπριακή Δημοκρατία ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου.

Υπόγεια μηνύματα

Πρόκειται για μία διαδικασία η οποία κατά παράδοξο τρόπο θα οδηγήσει, είτε αποτύχει είτε επιτύχει, σε παραπλήσιο αποτέλεσμα: τη νομιμοποίηση μιας μορφής διχοτόμησης του νησιού.

Υπογείως ο Αντόνιο Γκουτέρες φέρεται να έχει διαμηνύσει ότι ο ίδιος δεν θα μπει στον κόπο μια νέας πενταμερούς εάν η μεν ελληνική πλευρά δεν είναι πρόθυμη να συμμεριστεί κυριαρχία, η δε τουρκική να εγκαταλείψει τα περί δύο κρατών.

Το παιχνίδι των λέξεων από όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές δεν μπορεί να αποκρύψει αυτό που συντελείται μέσα από τις ανεπαίσθητες σημασιολογικές μετατοπίσεις στους καθιερωμένους όρους. Η Κύπρος δεν προορίζεται να “επανενωθεί” και πάντως όχι να χειραφετηθεί από την κηδεμονία των εγγυητριών δυνάμεων. Είτε ο κατεχόμενος Βορράς θα συναπαρτίσει “κοινοτική πολιτεία” μιας χαλαρής συνομοσπονδίας με αδύναμη κεντρική εξουσία και ουσιαστικό δικαίωμα βέτο της τουρκικής πλευράς, είτε η “τελευταία” αυτή προσπάθεια θα ναυαγήσει, με την ευθύνη να επιρρίπτεται στους Ελληνοκύπριους και το ψευδοκράτος να διεκδικεί τη διεθνή αναγνώρισή του.

Πώς στέκονται απέναντι στην Τουρκία Ε.Ε. και ΗΠΑ: Οι αποκλίσεις που δεν μπορούν να διαιωνισθούν

Παιχνίδι κατανομής ρόλων ή αυθεντική απόκλιση; Την ώρα που τα σύννεφα πολλαπλασιάζονται στις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις με την έλευση της κυβέρνησης Μπάιντεν, μεταξύ Τουρκίας και Ε.Ε. μοιάζει να αναπτύσσεται ένας “νέος μήνας του μέλιτος”.

Με την ανοιχτή ενθάρρυνση του Βερολίνου, αλλά και άλλων κρατών-μελών (λ.χ. ο νέος πρωθυπουργός της Ιταλίας, Μάριο Ντράγκι, έκανε λόγο κατά τις προγραμματικές του δηλώσεις για την ανάγκη ενός “ενάρετου διαλόγου” με την Άγκυρα), ο τόνος της συζήτησης περί Τουρκίας έχει μετατοπισθεί από το ενδεχόμενο επιβολής νέων κυρώσεων στη “θετική ατζέντα”, που θα μπορούσε να απολήξει ακόμη και στην υιοθέτηση ενός ευρωπαϊκού επενδυτικού προγράμματος στη γείτονα.

Άλλωστε η επανεκκίνηση (με την ενθάρρυνση και του διεθνούς παράγοντα) των ελληνοτουρκικών διερευνητικών συνομιλιών, καθώς και η προοπτική σύγκλησης νέας πενταμερούς διάσκεψης για το Κυπριακό αφαιρούν προς το παρόν από το κάδρο τις άμεσες αφορμές εμπλοκής. Το ότι βέβαια η Άγκυρα, πιστή στους… ρυθμούς του βαλς, συνοδεύει τις πρωτοβουλίες εκτόνωσης με την εξαγγελία νέων ερευνών του σκάφους “Τσεσμέ” στα διεθνή ύδατα του κεντρικού Αιγαίου βάσει παράνομης ναυτικής οδηγίας δείχνει και το περιορισμένο βάθος των κινήσεων καλής θέλησης.

Πανταχού παρούσα καταστολή

Τη στροφή ως προς την Ε.Ε. σηματοδότησε ο ίδιος ο Ταγίπ Ερντογάν τον Νοέμβριο όταν δήλωνε, προφανώς υπό το βάρος των αμερικανικών εκλογών, ότι δεν μπορεί να φανταστεί τη θέση της χώρας του κάπου αλλού εκτός από την Ευρώπη. Παράλληλα, έδωσε το σήμα για “θεσμικές μεταρρυθμίσεις” που θα ευθυγραμμίσουν την Τουρκία με τα ευρωπαϊκά πολιτικά πρότυπα.

Δυσκολεύεται, ωστόσο, να πείσει (όσους, εννοείται, δεν έχουν πεισθεί εκ των προτέρων), όταν μεταξύ άλλων οι τουρκικές αρχές αγνοούν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την αποφυλάκιση των εμβληματικών κρατουμένων Οσμάν Καβάλα και Σελαχατίν Ντεμίρτας, που βρέθηκαν, ο πρώτος ως “μαικήνας” κινήσεων της κοινωνίας των πολιτών και ο δεύτερος ως συμπρόεδρος του φιλοκουρδικού κόμματος HDP, να προσωποποιούν το κύμα καταστολής αντιπάλων του Ερντογάν.

Την υποχώρηση των πολιτικών ελευθεριών και των κανόνων του κράτους δικαίου στη γείτονα εικονογραφούν χαρακτηριστικά και οι πολυήμερες ταραχώδεις διαδηλώσεις των φοιτητών στο αγγλόφωνο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου (ίσως το κορυφαίο της Τουρκίας), όπου με απόφαση της προεδρίας διορίσθηκε ως πρύτανης ένα στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος.

Αυστηροί τόνοι

Όμως τα επεισόδια στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου έδωσαν και την πρώτη ευκαιρία στη νέα ηγεσία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να εκδηλώσει δημοσίως τις διαθέσεις της έναντι της κυβέρνησης Ερντογάν. “Οι ΗΠΑ δίνουν προτεραιότητα στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στέκονται στο πλευρό όσων μάχονται για δημοκρατικές ελευθερίες”, δήλωσε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, ενώ δεν άργησε να έρθει και η έκκληση για τερματισμό της έκκλησης του Οσμάν Καβάλα.

Ο νέος επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, Άντονι Μπλίνκεν, αποκάλεσε, λίγο πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την Τουρκία “λεγόμενο σύμμαχο”. Και μολονότι είχε ήδη την πρώτη, όχι ευχάριστη, τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τούρκο ομόλογό του, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, σε επίπεδο κορυφής οι γραμμές μένουν χαρακτηριστικά κλειστές και ο Ερντογάν ακόμη αναμένει κλήση του Τζο Μπάιντεν.

“Σενάριο Κρήτης”

Για την αμερικανική πλευρά, η υπόθεση των ρωσικών συστημάτων S-400 αποτελεί την απόλυτη δοκιμασία της “νομιμοφροσύνης” της Τουρκίας στην Ατλαντική Συμμαχία. Εξού και η τουρκική πλευρά, εμφανώς μετατοπισμένη σε κατεύθυνση εξευμενισμού της Ουάσινγκτον, λανσάρει κάθε είδους συμβιβαστικές ιδέες, όπως λ.χ. το “σενάριο Κρήτης”, που παραπέμπει στην αποθήκευση στην ελληνική μεγαλόνησο των συστημάτων S-300 που είχε προμηθευτεί (και απέφυγε να αναπτύξει λόγω πιέσεων) η Κυπριακή Δημοκρατία τη δεκαετία του ’90.

Φυσικά, οι επικοινωνιακοί αντιπερισπασμοί δεν λείπουν. Εξού και ο Ερντογάν αξιοποίησε την τραγική έκβαση των τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον των ανταρτών του ΡΚΚ στο βόρειο Ιράκ, κατά τις οποίες έχασαν τη ζωή τους 13 Τούρκοι όμηροι, για να εξαπολύσει εκ νέου μύδρους εναντίον όσων “εξοπλίζουν τους τρομοκράτες” και να επιστρέψει έτσι τις κατηγορίες περί αναξιόπιστου συμμάχου. Άλλωστε και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, κατά την πρώτη τοποθέτησή του για το περιστατικό, απέφυγε επιδεικτικά να υιοθετήσει την τουρκική εκδοχή των γεγονότων.

Το κουρδικό αγκάθι

Αρχίζουν έτσι οι δύο πλευρές, έστω και με αυτόν τον ανορθόδοξο τρόπο, να αγγίζουν την κεντρική εστία των μεταξύ τους προβλημάτων, που δεν είναι παρά το Κουρδικό Ζήτημα. Η αντικατάσταση στον Λευκό Οίκο του Ντόναλντ Τραμπ από τον Τζο Μπάιντεν δίνει τέρμα όχι μόνο στη “χαλαρή”, “συναλλακτική” αντιμετώπιση της Τουρκίας, επί τη βάσει προσωπικών σχέσεων κορυφής, αλλά και σε κάθε σκέψη για απομάκρυνση των αμερικανικών δυνάμεων από τη βορειοανατολική Συρία, όπου συνυπάρχουν και συνεργάζονται με τη συριακή “θυγατρική” του ΡΚΚ.

Σε κάθε περίπτωση, η αμφισημία στις τουρκοαμερικανικές σχέσεις δεν είναι δυνατόν να παραταθεί επί μακρόν. Αυτό το αντιλαμβάνεται και η Μόσχα, η οποία, όπως το δείχνει η ρωσική δημόσια συζήτηση, αντιμετωπίζει τον Ερντογάν με ολοένα και μεγαλύτερη καχυποψία.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η “ευρωπαϊκή απόκλιση” δεν προορίζεται να έχει μέλλον. Η ευρωπαϊκή πλευρά δεν θα έχει τη στρατηγική αυτονομία και αντοχή να επιμείνει σε μια πολιτική “υπόθαλψης” του Ερντογάν, εάν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ο κύβος ριφθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προς το παρόν, όμως, το τουρκο-γερμανικό “φλερτ” βοηθά τους δύο πρωταγωνιστές του να οχυρωθούν διαπραγματευτικά απέναντι στον τρίτο παίκτη που κατεξοχήν τους απασχολεί: δηλ. μια Ουάσινγκτον λιγότερο ανεκτική σε νομιμοφροσύνη “α λα καρτ”.

capital.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO9 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός10 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις10 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO10 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO11 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή