Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς ο Ράμα βοηθά την Τουρκία να εκτουρκίσει την Αλβανία

Δημοσιεύτηκε στις

Βαθιά και διαρκής είναι η διείσδυση της Τουρκίας στην πολιτική, στην οικονομία και ειδικά στην κοινωνία της Αλβανίας κατά την τελευταία οκταετία της διακυβέρνηση της χώρας από τον κ. Έντι Ράμα.

του Αλέκου Παπαδόπουλου*

Οι λόγοι που οδήγησαν τον Αλβανό Πρωθυπουργό να εντάξει τη χώρα του στο Νεοθωμανικό Άρμα της Άγκυρας αποτελεί αίνιγμα, αν θέλει να αναζητήσει κάποιος με κριτήρια πολιτικού ορθολογισμού και επιβίωσης μιας χώρας με περίπου 1,9 εκ. κατοίκους σήμερα. Είναι δε και παράδοξο, διότι από την αρχή η Αλβανία, μετά την πτώση του κομμουνισμού, είχε σταθερό ευρωπαϊκό προσανατολισμό, ως μια σύγχρονη δυτική δημοκρατία.

Κι εάν οι προσωπικές και πολιτικές σκοπιμότητες του κ. Ράμα δεν είναι με την πρώτη ματιά ανιχνεύσιμες, τα αποτελέσματα όμως είναι ορατά διά γυμνού οφθαλμού. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να θεωρηθεί σήμερα ότι η Αλβανία τείνει να γίνει η 82η Νομαρχία της νεοθωμανικής Τουρκίας, της οποίας η επιρροή στα εσωτερικά της αλβανικής κοινωνίας τείνει να γίνει εφάμιλλη με εκείνη που είχε επί Οθωμανικής εποχής για 400 χρόνια, όπως δυσάρεστα διαπιστώνουν δημοσίως διάφοροι διανοούμενοι της χώρας καθώς και έμπειροι αλβανοί πολιτικοί.

Η μυστική συμφωνία που είχε υπογραφεί το 1923 μεταξύ της Κυβερνήσεως της Αλβανίας και της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας η οποία για πρώτη φορά ήρθε στο φως της δημοσιότητας το 1992 με το βιβλίο «Οικουμενικός Ελληνισμός και Αλβανικός Εθνικισμός» του γράφοντος, δεν φιλοδοξούσε να είχε την επιτυχία που σημειώνεται σήμερα μετά από 98 χρόνια.

Η Συμφωνία αυτή έρχεται ιδιαίτερα με επίκαιρη ηχώ καθώς η διεύρυνση των σχέσεων Τουρκίας – Αλβανίας έχουν σαφή αντίκτυπο στις Ελληνο-Αλβανικές σχέσεις η πορεία των οποίων γνωρίζει την συμμετρικά επιδείνωση ή σχεδόν ουσιαστική διακοπή.

Αποτελεί πολιτική ελαφρότητα η αντιμετώπιση της πρόσφατης επίσκεψης του Πρωθυπουργού της Αλβανίας Έντι Ράμα και η φαραωνική υποδοχή του από τον κ. Ερντογάν, ως ζήτημα τρέχουσας μόνο οικονομικής πολιτικής και σχέσεων, όπως διεπίστωσε ο Αναπληρωτής Υπουργός Εξωτερικών. Δεν είναι προφανώς οικονομικού περιεχομένου τα σχετικά που υπογράφηκαν στην Άγκυρα και το γεγονός ότι δεν υφίσταται διαφάνεια και δημοσίευση τους τα καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνα.

Οι στόχοι και η πολιτική επιρροή 

Πτυχές της ουσιαστικής νεοθωμανοποίησης της Αλβανίας:
Ο στόχος της Τουρκίας είναι ευκρινής: Η οθωμανοποίηση του αλβανικού Ισλάμ σε όλη την επικράτεια της Αλβανίας αλλά και των υπολοίπων αλβανοφώνων περιοχών της Βαλκανικής. Δίκτυο ιμάμιδων και τεμενών λειτουργούν υπό την άμεση επίβλεψη και οικονομική συνδρομή της Διεύθυνσης Θρησκευτικών παρά τω Προέδρω της Τουρκίας.

Χιλιάδες οικογένειες Αλβανών Μουσουλμάνων δέχονται βοηθήματα που τους μετατρέπουν σε όμηρους και κατ’ επέκταση μετακινούμενο εκλογικό σώμα μέσω του οποίου ασκείται πολιτική επιρροή.

Μετά την πτώση του κομουνισμού και το άνοιγμα της Αλβανίας υπήρξε αρχικά η προσπάθεια διείσδυσης του αραβικού Ισλάμ αλλά σχεδόν απέτυχε. Με τη διείσδυση της Τουρκίας καθιστούν τους Αλβανούς και κυρίως τους Μουσουλμάνους και πάλι υπερήφανους και νοσταλγούς της κοινωνικής θέσης που κατείχαν επί Οθωμανικού Σουλτανάτου.

Δεν είναι μόνο η κατασκευή του μεγάλου τεμένους στα Τίρανα αλλά και την Πρίστινα. Με άμεσες κρατικές χορηγίες της Τουρκίας μέσω της ιδιαίτερα δραστήριας υπηρεσίας διοχέτευσης της κρατικής βοήθειας ΤΙΚΑ, ανοικοδομούνται παλιά τεμένη στενά συνδεδεμένα με την ιστορία κατοχής του χώρου της Βαλκανικής απ’ τους Οθωμανούς Τούρκους.

Μαζί και παράλληλα ξαναγράφεται η ιστορία με τρόπο που αντιστρέφει την έως σήμερα ισχύουσα αλβανική εκδοχή της. Εξ άλλου οι τουρκικές κρατικές υπηρεσίες είχαν αναμειχθεί απροκάλυπτα και με όλα τα μέσα στην εκλογή του επικεφαλής της Μουσουλμανικής Κοινότητας.

Το ότι με αμερικάνικη ανάμειξη αποφεύχθηκε η εκλογή του επιθυμητού της Άγκυρας δεν σημαίνει ότι απενεργοποιήθηκε η μεθόδευση για επανάληψη της προσπάθειας δεδομένου ότι η πλειοψηφία των ιμάμηδων έχει τουρκική παιδεία.

Δίκτυο μη κυβερνητικών οργανώσεων σε Τίρανα, Πρίστινα, Τέτοβο κ.α. διοχετεύουν προπαγάνδα και εκδίδουν βιβλία τα οποία αποτελούν μια εντελώς νέα για την Αλβανία και την περιοχή ιστορική οπτική.

Πρόκειται για την νεοθωμανική αντίληψη όπου η περίοδος της παλαιάς τουρκικής κατοχής έχει πάψει να αποτελεί τραγική εξέλιξη για τους λαούς της, ο εξισλαμισμός παρουσιάζεται ως οικειοθελή επιλογή των ανθρώπων και κυρίως ότι στα ύστερα χρόνια και τους Βαλκανικούς πολέμους ασκήθηκε γενοκτονία απ’ τους Χριστιανούς εις βάρος των Μουσουλμάνων

Τα νήματα για το σκοπό αυτό καθώς και οι πηγές χρηματοδότησης των ποικίλων συλλόγων, ερευνητών, κέντρων ιστορίας κ.α. σε Αλβανία, Κόσοβο και σε πόλεις της Τουρκίας, που καταπιάνονται με την προβολή του θέματος μας οδηγούν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Εξωτερικών και στις μυστικές υπηρεσίες της Τουρκίας.

Διείσδυση σε κρίσιμους τομείς 

Ειδικότερα:
Στον οικονομικό τομέα υφίσταται κανονική παράδοση των κερδοφόρων τομέων της εγχώριας οικονομίας σε Τουρκικές επιχειρήσεις και δη του περιβάλλοντος Ερντογάν. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς βάσιμα ότι δεν γίνεται απλά ξέπλυμα χρήματος αλλά ότι η διαδικασία οθωμανοποίησης της Αλβανίας και λοιπών αλβανικής καταγωγής πληθυσμών στη Βαλκανική είναι αυτοτροφοδοτούμενη.

Πρόκειται για πόρους που εξασφαλίζονται απ’ την αύξηση εισαγωγών της Αλβανίας απ’ την Τουρκία λόγω κρατικής εύνοιας, παράδοσης σημαντικών έργων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες υδραυλικές πηγές, τομέας ασφαλίσεων, τραπεζικός τομέας, παραγωγής και κυρίως εμπορίας υδρογονανθράκων κ.α.

Η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα στην Αλβανία είναι η BKT (Banka Kombetare Tregtare – Εθνική Εμπορική Τράπεζα) εξ ολοκλήρου Τουρκική. Μέσω αυτής ελέγχει σημαντική μερίδα του τομέα ασφαλιστικών εταιρειών, όπου κυριαρχεί καθεστώς αδιαφάνειας για την κατανομή των μετοχών.

Ιδιαίτερη παράμετρος αποτελεί η εντατικοποίηση της τουρκικής παρουσίας και εξάπλωσης στο Νότο. Έχει τον απόλυτο έλεγχο σε δύο υδροηλεκτρικά εργοστάσια στην περιοχή των Αγίων Σαράντα, και στο φράγμα του Φίερι επί του Αώου. Επίσης αναπτύσσει δραστηριότητες που αφορούν την πολιτιστική κληρονομιά στο Αργυρόκαστρο, την ίδρυση Γενικού Προξενείου στην Αυλώνα κλπ.

Τον τομέα των πετρελαίων έχει τον έλεγχο στο μοναδικό μεγάλο διυλιστήριο στο Μπαλς καθώς και στον τομέα χονδρικής εισαγωγής και εμπορίας καυσίμων.

Στον στρατιωτικό τομέα μέχρι πρότινος είχαν ναυτική βάση στο Πασά Λιμάνι στην Αυλώνα, που υποθετικά τώρα θα την υιοθετήσει το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ. Είχε εκδηλώσει επίσης ενδιαφέρον για στρατιωτικό αεροδρόμιο στο Κουτσόβε το οποίον ατονεί προς το παρόν λόγω ΝΑΤΟϊκής ανάμειξης και πάλι.

Εκτός από το μεγάλο τζαμί κτίζουν και συντηρούν μέσω της Ερντογανικής υπηρεσίας ΤΙΚΑ ιστορικά τεμένη στο Βεράτι, Ελμπασάν, Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Σκόδρα κ.α.
Σχολεία: το κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα του Ερντογάν, Maarif, αγόρασε έτοιμο το New York College στα Τίρανα

Το επεκτείνει όχι μόνο σε πανεπιστημιακού επιπέδου σπουδές αλλά και προς τα κάτω: νηπιαγωγεία, δημοτικά, γυμνάσια, λύκεια. Αναλόγως σε Ελμπασάν και Σκόδρα προς το παρόν.

Μεντρεσέδες (λύκεια με οικοτροφεία και μάλιστα και για κορίτσια) σε Τίρανα, Σκόδρα, Καβάγια, Ελμπασάν και Κορυτσά. Εκατοντάδες νέοι λόγω προσφοράς στην δωρεάν φιλοξενία ακόμη και από χριστιανικές οικογένειες της υπάιθρου τα επιλέγουν.

Το πανεπιστήμιο Hena e Plote (Γεμάτη Σελήνη) τυπικά ανήκει στην Αλβανική Μουσουλμανική κοινότητα ουσιαστικά όμως είναι υπό τουρκική διαχείριση.

Στον τομέα υγείας εκτός από το μεγάλο νοσοκομείο που κτίζει τώρα η Τουρκία στο Φίερι είναι ιδιοκτήτρια του δικτύου ιδιωτικών κλινικών American Hospital, όπου το «αμερικανικό» είναι παραπλανητικό. Μέσω αυτού οι ασθενείς διοχετεύονται έναντι υψηλών νοσηλίων σε νοσοκομεία της Κωνσταντινούπολης και Σμύρνης. Στον όμιλο ανήκει επίσης και το τηλεοπτικό κανάλι Abc news.

Η Τουρκία έχει επίσης τον απόλυτο έλεγχο στο μεγάλο Χαλυβουργείο στο Ελμπασάν, μέσω της συνδεδεμένης με το τούρκικο καθεστώς εταιρείας KURUM, η οποία ελέγχει επίσης και τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια στους Αγίους Σαράντα.

Η μοναδική εταιρία αερομεταφορών της Αλβανίας – Air Albania, δεν είναι παρά παράρτημα της Turkish Airlines λόγω της δωρεάς μεταχειρισμένων αεροπλάνων των τουρκικών στις αλβανικές αερογραμμές, της εκπαιδευτικής συνεργασίας τους και των οικονομικών διευκολύνσεων εν γένει.

Το επίσημο κρατικό πρακτορείο Anadolu Agency έχει καθημερινή αλβανική εκδοχή πληροφόρησης και προπαγάνδας καθώς και το τηλεοπτικό δίκτυο του καθεστώτος TRT.

Η δημόσια διοίκηση σε κρίσιμους τομείς στελεχώνεται με απόφοιτους Τουρκικών Πανεπιστημίων. Οι επιστήμονες που αποφοιτούν από τη Δύση, και της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, δεν επιστρέφουν στην Αλβανία, διότι οι δυνατότητες επαγγελματικής τους εξέλιξης και η διαφορά νοοτροπίας είναι τεράστιες.

Το αντίθετο συμβαίνει με όσους έχουν αποφοιτήσει από πανεπιστήμια της Τουρκίας και της «Βόρειας» κατεχόμενης Κύπρου.

Το βασικό όμως είναι η διείσδυση στις Ένοπλες Δυνάμεις και στις υπηρεσίες ασφαλείας σε όλο τους το φάσμα. Οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί του Στρατού και της Αστυνομίας καθώς και του κρίσιμου τομέα της αντιτρομοκρατικής είναι απόφοιτοι Τουρκικών σχολών.

Το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα στον αμυντικό τομέα δεν προβλέπει απλά έξοδα προμήθειας υλικού που είναι το πιο οφθαλμοφανές. Το βασικό είναι τα έξοδα κατάρτισης και διαρκούς μετεκπαίδευσης του στελεχικού δυναμικού των ενόπλων δυνάμεων.

Δεν είναι υπερβολικό και ούτε σχήμα λόγου ότι η Τουρκία δεν έχει ανάγκη για δικές της στρατιωτικές βάσεις και υποδομές καθώς με τον τρόπο αυτό της υιοθεσίας του συνόλου των αλβανικών ενόπλων δυνάμεων έχει δημιουργήσει παράρτημα των στρατευμάτων της στην Αδριατική.

Τεράστιος μηχανισμός προπαγάνδας και διοχέτευσης αντιλήψεων του δόγματος της νεοθωμανικής Τουρκίας συντηρείται στην αλβανική γλώσσα στην Αλβανία και τις υπόλοιπες περιοχές της Βαλκανικής.

Ειδικά εάν εστιάσει κανείς στην δημόσια συζήτηση περί των ζητημάτων των θαλασσίων ζωνών και οριοθετήσεων διαπιστώνει εύκολα ότι στην Αλβανία έχει υιοθετηθεί πλήρως η τουρκική οπτική γωνία και ας είναι αντίθετη με τις αρχές του διεθνούς δικαίου και την Σύμβαση UNCLOS, στην οποία η Αλβανία είναι μέλος.

Με αφορμή τις διώξεις στελεχών του δικτύου της FETO του Ιμάμι Φετουλάχ Γκιουλέν, η ΜΙΤ έχει φυσική παρουσία σε Αλβανία, Κόσοβο και Σκόπια. Οργανώνει επιχειρήσεις σύλληψης και απέλασης σαν να πρόκειται για τουρκική επικράτεια.

Εξίσου στρατηγικούς στόχους έχει και η συμφωνία στον τομέα της παιδείας. Πρόκειται ακριβώς για την εμπέδωση της αίσθησης ότι η Τουρκία ήρθε για να μείνει στα παράλια της Αδριατικής. Απ’ το 1996 ήδη στα Τίρανα και σ’ άλλες πόλεις λειτουργούν Τουρκικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Επίσης τόσο στην Αλβανία όσο και στα Σκόπια και Κόσσοβο μέσω του τουρκικού κρατικού εκπαιδευτικού φορέα MAARIF, ο Ερντογάν συγκροτεί δικό του εκπαιδευτικό σύστημα. Με βάση την προαναφερόμενη συμφωνία υπάρχει πρόνοια ώστε η τούρκικη γλώσσα, η ιστορία και τα στοιχεία πολιτισμού να συμπεριληφθούν ακόμη και στην υποχρεωτική παιδεία και τα λύκεια του αλβανικού δημοσίου συστήματος, με ότι αυτό συνεπάγεται.

Η αμηχανία της Ελλάδος 

Βεβαίως υπάρχουν και άλλες πολλές ακόμα, άγνωστες αλλά και επιλήψιμες πτυχές εξάρτησης της Αλβανίας από την Τουρκία. Η Ελλάδα δικαίως έχει εστιάσει στο Αιγαίο και τον εξ Ανατολών κίνδυνο.

Ωστόσο δεν μπορεί να μένει απλός παρατηρητής για τα συμβαίνοντα στα βόρεια σύνορά της, συνδιαλεγόμενη χωρίς ουσία με τον κ. Ράμα. Δείχνει μάλιστα αμήχανη σαν να μην διαθέτει μέσα αντιστάθμισης των εξελίξεων, αιφνιδιασμένη και μουδιασμένη να αντιδράσει.

Είναι εθελοτυφλία και αβάσιμος εφησυχασμός η προσφυγή της Ελλάδος μόνο στα εργαλεία που προσφέρει η δυναμική που δημιουργεί η ευρωπαϊκή ένταξη και προοπτική της περιοχής. Χρήσιμα μεν ανεπαρκή δε.

Χρειάζεται αντιμετώπιση σε διμερές επίπεδο και κυρίως αυτοπεποίθηση. Η αναδιοργάνωση της ελληνικής ομογένειας στο εσωτερικό της Αλβανίας, η ουσιαστική προσέγγιση και ενεργοποίηση της διανόησης και της ιθύνουσας τάξης της Αλβανίας που ανησυχεί για τον βαθύ και μακροπρόθεσμο εκτουρκισμό της κοινωνίας, πρέπει να αποτελέσουν άξονες πολιτικής.

Περισσότερο απ’ όλα όμως μπορεί να αξιοποιηθεί με τρόπους διακριτικούς και προς όφελος της ίδιας της Αλβανίας η σπουδαία κοινότητα των Αλβανών πολιτών που ζουν στην Ελλάδα και περισσότερο των νέων που γαλουχήθηκαν ήδη με ιδανικά ελευθερίας και αξιοπρέπειας στο ελληνικό γίγνεσθαι.

Αντί των δείπνων φιλοφρόνησης προς τον κ. Ράμα που είναι ο βασικός υπεύθυνος για την παράδοση της Αλβανίας στην Τουρκία, που μεταφέρει στο εσωτερικό της το πλέον λανθασμένο μήνυμα, χρειάζεται να του διαβιβαστεί ένα άλλο καθαρό μήνυμα ότι η Ελλάδα γνωρίζει και προσέχει…

Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως αντάλλαγμα προς την Ελλάδα η δήλωση του Αλβανού Πρωθυπουργού για το κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση στο Ιόνιο των χωρικών υδάτων της. Δυστυχώς ο κ. Ράμα είναι κατεξοχήν υπεύθυνος για τη βαλτοποίηση του πεδίου των ελληνοαλβανικών σχέσεων.

*Ο κ. Αλέκος Παπαδόπουλος είναι πρώην υπουργός.
Άρθρο από την εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 21-2-2021

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός14 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις14 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO14 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή