Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Αναγνώσεις του τουρκικού επεκτατικού αναθεωρητισμού

Δημοσιεύτηκε στις

Τίτος Χριστοδούλου

Έναντι των αφιονιστικών υλακών του Ερντογάν, οι πολιτικοί της Ελλάδας δείχνουν μια ψοφοδεή στάση «κατευνασμού». «Καταιονισμός» από την Τουρκία, «κατευνασμός» από την Ελλάδα. Πολεμοχαρείς μέχρι ωμότητας δηλώσεις για «πνιγμό» των Ελλήνων στο Αιγαίο και χρωματισμός του μισού Αιγαίου με το κόκκινο της τουρκικής σημαίας και στα πιο σοβαρά έως επίσημα τουρκικά ΜΜΕ, ενώ το «Τσεσμέ» ήδη διχοτομεί το Αιγαίο με τις έρευνές του στην καρδιά του Αιγαίου, αφού ανακοίνωσε την πραγματοποίηση υδρογραφικών ερευνών από τις 25 Φεβρουαρίου έως τις 2 Μαρτίου στα διεθνή ύδατα στη δεσμευμένη με παράτυπη NAVTEX θαλάσσια περιοχή ανάμεσα σε Λήμνο, Σκύρο, Λέσβο.

Αν είχαμε έστω την ανατολική Μικρά Ασία θα ήμασταν είκοσι πέντε εκατομμύρια σε πληθυσμό, ενώ όποτε την είχαμε στην ιστορία μας ήμασταν αυτοκρατορία, αποφαινόταν αφοριστικά ο καθηγητής μου της Ιστορίας στην έκτη Κλασικού στο Παγκύπριο, Υπουργός Παιδείας, μάλιστα, την εποχή εκείνη, Φρίξος Πετρίδης. Το πρώτο τμήμα της απόφανσης αφορούσε, βέβαια, τον εξαιρετικό πλούτο της περιοχής, στα ανατολικά της οποίας η Βίβλος τοποθέτησε τον Παράδεισο, ενώ το δεύτερο υπεδείκνυε και την εξαιρετική γεωπολιτική θέση της χώρας, κυρίαρχο κλειδί ανάμεσα σε δυο ηπείρους και τρεις θάλασσες.

Τελευταίος ηγεμόνας της Μικράς Ασίας η Τουρκία, ως οθωμανική αυτοκρατορία για τους πρώτους τρεις αιώνες την παρουσίας της στον χώρο, και με «νεο-οθωμανικές» ηγεμονιστικές τώρα ονειρώξεις, υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ηγεμονικές φιλοδοξίες του νεοσουλτάνου και όνειρά του για την αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προβολή του εαυτού του ως ενός νέου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, που εγκλείουν κι επαπειλούν καταστροφικές συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή και τον κόσμο συνολικά, ήδη περιγραφόμενες ως τέτοιες από ιστορικούς και ακαδημαϊκούς αναλυτές των ημερών μας. Αλλά, όπως έδειξε η Ιστορία, και μάλιστα στις αναμετρήσεις από και κατά της Μικράς Ασίας, για τους ίδιους τους επίδοξους αναθεωρητές.

Δίκοπο μαχαίρι οι απειλές του ηγεμονικού αναθεωρητισμού

Μεταξύ άλλων, σε πρόσφατη ανάλυσή του στο αμερικανικό περιοδικό Time, ο Alan Michael, καθηγητής Ιστορίας στο διάσημο αμερικανικό Πανεπιστήμιο του Yale, ξεκινά με τις πρόσφατες κινήσεις του Ερντογάν, από τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας σε τζαμιά έως την ανακοίνωση της ανακάλυψης καταθέσεων και πόρων της αντιπροσωπίας της Χαμάς στην Άγκυρα. «Όλες αυτές οι κινήσεις», υποδεικνύει ο Αμερικανός καθηγητής, «προβάλλουν το όραμα του Ερντογάν για ανάδειξη σε ισλαμική δύναμη στον πλανήτη. Η αποκατάσταση του Ισλάμ μέσα στην Τουρκία συμβαδίζει με την επιδίωξη εξασφάλισης φυσικών πόρων [που έχουν ανακαλυφθεί στην Ανατολική Μεσόγειο] και την ενίσχυση της τουρκικής εξουσίας στο εξωτερικό, αλλά και με την καταστολή στο εσωτερικό». Οι Δημοκρατικοί στην Τουρκία, στη Μέση Ανατολή και ο κόσμος όλος πρέπει να ανησυχούν.

Μια ανοιχτά επιθετική πολιτική εφαρμόζεται συστηματικά από την Τουρκία εναντίον των αντιπάλων που θεωρεί αδύναμους, φροντίζοντας με καλά σχεδιασμένη μακροπρόθεσμη διπλωματική πίεση για να κερδίσει το έδαφος, θέτοντας ζητήματα όπως μειονότητες ή συνοριακές διαφορές και γκριζάροντας τα «επίδικα». Θα περιγράφαμε αυτήν την πολιτική επέκτασης της Τουρκίας ως στρατηγική για το καυτό αέριο. Μια σταθερή διαστολική πίεση έως ότου συναντηθεί ένα συμπαγές τοίχωμα, μια σκληρή αντίσταση. Ενάντια σε αυτούς τους ήπιους γείτονες, η Τουρκία επιδιώκει μια επιθετική τακτική, αλλά χωρίς να αναλάβει σημαντικούς κινδύνους, εκτός εάν είναι σίγουρη για την επιτυχή έκβαση των ενεργειών της, καθώς είχε προετοιμάσει τα πράγματα στην Κύπρο το 1974 ή με τη Συρία υπό αποσύνθεση τώρα. Η Τουρκία συμπεριφέρεται επιθετικά απέναντι στην Ελλάδα (Θράκη, Αιγαίο, Κύπρος), την Αρμενία και το Ιράκ, όπου φαίνεται να εποφθαλμιά τους πετρελαϊκούς πόρους στο Κιρκούκ, ίσως δημιουργώντας ένα προτεκτοράτο, ένα τουρκοκυπριακό κράτος-«συνοριακό φυλάκιο», «prison post», όπως τα ονόμασε ο καθ. Βασίλης Φούσκας στο βιβλίο του «Zones of Conflict».

Πρόβλημα για το ΝΑΤΟ ο επιθετικός «αλυτρωτισμός» του Ερντογάν;

Όπως και στην ανάλυση του ακαδημαϊκού ιστορικού, πιο πάνω, φαίνεται ότι ο επιθετικός αλυτρωτισμός του Ερντογάν έχει ήδη δημιουργήσει ανησυχίες στους ΝΑΤΟϊκούς κύκλους που βλέπουν τον κατάλογο των προβλημάτων που έχει προκαλέσει η Τουρκία του Ερντογάν για το ΝΑΤΟ από το 2002 να είναι μακρύς και περίπλοκος. Διαβάζουμε σε ένα τέτοιο κείμενο προβληματισμού, στο έγκυρο Γαλλικό Πρακτορείο AFP, ότι «ενώ η Τουρκία κάποτε ακολουθούσε μια συνετή εξωτερική πολιτική αποφεύγοντας σε μεγάλο βαθμό τον στρατιωτικό περιπετειώδη χαρακτήρα στην περιοχή, η χώρα υπό την ηγεσία του Ερντογάν φαίνεται πολύ διαφορετική σήμερα».

Οι τουρκικές δυνάμεις καταλαμβάνουν μεγάλα τμήματα της βόρειας Συρίας, πραγματοποιούν τακτικά πλήγματα στο βόρειο Ιράκ (παρά τις διαμαρτυρίες της Βαγδάτης), στέλνουν χιλιάδες μισθοφόρους στη Λιβύη και συμβουλεύουν και βοηθούν πολιτικούς που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα στην Υεμένη. Στις ομιλίες του ο Ερντογάν επικρίνει όλο και περισσότερο την Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και τα σταθερά σύνορα που αυτή δημιούργησε, υποστηρίζοντας ότι η Μοσούλη και τα νησιά του Αιγαίου είχαν κλαπεί από την Τουρκία.

Τα τουρκικά μέσα μαζικής ενημέρωσης (τα οποία ελέγχονται κατά πολύ από τις κυβερνήσεις αυτές τις μέρες), συχνά δείχνουν χάρτες της Τουρκίας που απεικονίζουν τα ελληνικά νησιά, όλη την Κύπρο, τμήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Βουλγαρίας, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της βόρειας Συρίας και του Ιράκ ως μέρος της Τουρκίας. Το αέριο διαστέλλεται, η «φούσκα» Ερντογάν θέλει να μεγαλώσει… Θα έχουμε την τόλμη να είμαστε η βελόνα που θα την σκάσει;

Ο κατευνασμός ενθαρρύνει, δεν κατευνάζει

Έναντι των αφιονιστικών υλακών του Ερντογάν, οι πολιτικοί της Ελλάδας δείχνουν μια ψοφοδεή στάση «κατευνασμού». «Καταιονισμός» από την Τουρκία, «κατευνασμός» από την Ελλάδα. Πολεμοχαρείς μέχρι ωμότητας δηλώσεις για «πνιγμό» των Ελλήνων στο Αιγαίο και χρωματισμός του μισού Αιγαίου με το κόκκινο της τουρκικής σημαίας και στα πιο σοβαρά έως επίσημα τουρκικά ΜΜΕ, ενώ το «Τσεσμέ» ήδη διχοτομεί το Αιγαίο με τις έρευνές του στην καρδιά του Αιγαίου, αφού ανακοίνωσε την πραγματοποίηση υδρογραφικών ερευνών από τις 25 Φεβρουαρίου έως τις 2 Μαρτίου στα διεθνή ύδατα στη δεσμευμένη με παράτυπη NAVTEX θαλάσσια περιοχή ανάμεσα σε Λήμνο, Σκύρο, Λέσβο.

Η επιλογή της περιοχής αυτής ερευνών συνιστά και προειδοποιητική βολή κατά της επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας στα 12 μίλια, νόμιμο μεν δικαίωμά της, αλλά που δεν τόλμησε να πραγματοποιήσει, μετά το τουρκικό προκλητικό casus belli. Συνέχισε μια δεύτερη τουρκικής πρόκλησης κρίση με την μεγάλη ναυτική άσκηση «Γαλάζια Πατρίδα» του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, με συμμετοχή 87 σκαφών, αεροπορίας, βατραχανθρώπων και αποβατικών δυνάμεων. Την ίδια ώρα, με χαρακτηριστική αναίδεια στο ψεύδος, οι Τούρκοι με τον στωμύλο Ακάρ διαμαρτυρήθηκαν ότι το «Τσεσμέ» παρενοχλήθηκε από την πτήση ενός F 16. Η Τουρκία συνεχίζει λοιπόν τη δοκιμασμένη συνταγή τής δημιουργίας προκλήσεων που ακολουθούν κάθε απόπειρα άσκησης των νομίμων δικαιωμάτων της Ελλάδας στα χωρικά της ύδατα, τακτική που ξεκίνησε το 1973, με την έξοδο του Χόρα, όταν η Ελλάδα άρχισε την άντληση πετρελαίου από το κοίτασμα του Πρίνου. Η αντίδραση της Ελλάδας οδήγησε σε αλλεπάλληλες συναντήσεις, στο Παρίσι και στη Βέρνη, μεταξύ Καραμανλή και Ντεμιρέλ.
Ακολούθησε μια σταθερή ακολουθία τουρκικών προκλήσεων που έφερνε την Ελλάδα ξανά και ξανά σε συνομιλίες διαφορετικών επιπέδων, σε Μαδρίτη, Παρίσι και γύρω-γύρω από την Χάγη, αναγνωρίζοντας στην Τουρκία ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο για να φτάσει, έτσι, η Ελλάδα μέχρι την Συμφωνία του Ελσίνκι (1999). Εν τω μεταξύ, σταθερά και μόνιμα, σαν το κατούρημα του σκύλου, με τις προκλήσεις της στο Αιγαίο, όπως εξηγεί ο διδάκτωρ γεωπολιτικής και καθηγητής γεωστρατηγικής στην Σχολή Εθνικής Άμυνας (ΣΕΘΑ), Δρ Γιώργος Φίλης, «η Τουρκία ολοκληρώνει το μαρκάρισμα των περιοχών που αμφισβητεί».
Τώρα, υποδεικνύει εμφατικά ο Σάββας Καλεντερίδης, η Τουρκία προκαλεί, μαζεύοντας πόντους από τις λανθασμένες αντιδράσεις της Ελλάδας. Συνεπικουρούμενη από το ύπουλο σιγοντάρισμα της Τουρκίας από την Γερμανία, η Τουρκία κατορθώνει με το «ξεπάγωμα» των διερευνητικών επαφών Ελλάδας – Τουρκίας να «πνίγει» ουσιαστικά τις όποιες επιδιώξεις της Ελλάδας και της Κύπρου στην ερχόμενη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου, όπου έχει παραπεμφθεί το θέμα των κυρώσεων έναντι της Τουρκίας, κερδίζοντας κι από την λάθος τακτική ης Ελλάδας και της Κύπρου να μην τεθούν αυστηροί όροι. «Είναι προφανές ότι η Τουρκία στέλνει το μήνυμα πως δεν αναγνωρίζει στην Ελλάδα την επέκταση των χωρικών υδάτων πέρα από τα 6 ναυτικά μίλια», σημειώνει ο Σάββας Καλεντερίδης αναφορικά με το «Τσεσμέ». Το δραματικό έναυσμα για αλλαγή της τουρκικής πολιτικής, σε αναφορά με την προσέγγιση προς την Ευρώπη, καταλήγει ο Σάββας Καλεντερίδης, είναι οι πραγματικά πολύ σημαντικές εξελίξεις που είχαμε στην περιοχή της Αραβικής Χερσονήσου, στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο», καθώς οι συμμαχίες Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ, Κατάρ και Σαουδικής Αραβίας γύρω από τον East Med έδειξαν στην Τουρκία πόσο απομονωμένη είναι, εξηγώντας γιατί ξεκίνησε η Τουρκία να προσεγγίζει εκ νέου το Ισραήλ και την Ευρώπη.

Για άλλη μια φορά, ο κατευναστικός μας υποχωρητισμός επιτρέπει, έτσι, στην Τουρκία να κάνει τις πολιτικές της πιρουέτες αβρόχοις ποσί, χωρίς ούτε να πληρώσει.

*Φιλόσοφος, συγγραφέας

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις9 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις25 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις40 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή