Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ανάλυση: Η δημοπράτηση των θαλασσίων οικοπέδων από την Αίγυπτο και η ελληνική διπλωματική ‘‘RETOUR’’

Δημοσιεύτηκε στις

Χρήστος Γκουγκουρέλας

Είναι πέραν πάσης αμφιβολίας γεγονός ότι ζούμε σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες γωνιές του Πλανήτη. Και τούτο διότι στην Ανατολική Μεσόγειο πάντα κάτι συμβαίνει που έλκει το παγκόσμιο ενδιαφέρον.

Πριν λίγο καιρό, λοιπόν, η Αιγυπτιακή Κρατική Εταιρία Πετρελαίου (EGAS) προκήρυξε (συγκεκριμένα στις 18/2/2021) γύρο δημοπράτησης 24 ‘‘οικοπέδων’’ εντός της χερσαίας και θαλάσσιας αιγυπτιακής επικράτειας προκειμένου να διενεργηθούν σ’ αυτά έρευνες προς αξιοποίηση υδρογονανθράκων (ίδετε τον 1ο χάρτη στο τέλος του κειμένου). Η προκήρυξη, όμως, περιείχε και δύο ‘‘θαλασσοτεμάχια’’, προς τη θαλάσσια ζώνη που με βάση τη συμφωνία του Αυγούστου του 2020 ορίστηκαν μερικώς οι ΑΟΖ Ελλάδας και Αιγύπτου, τα οποία ‘‘άναψαν’’ φωτιές στο γεωπολιτικό γίγνεσθαι της περιοχής.

 Το πρώτο από τα επίμαχα θαλάσσια ‘‘οικόπεδα’’ είναι το EG-MED-W18 που στη βόρεια πλευρά του εκτείνεται πέραν του 28ου Μεσημβρινού με κατεύθυνση νοτιοανατολική. Το εν λόγω ‘‘οικόπεδο’’ εφάπτεται κατά το ήμισυ με την οριοθετική γραμμή της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας περί ΑΟΖ και εμβαδομετρικά κατά το ήμισυ είναι εντός της ανήκουσας στην Αίγυπτο ΑΟΖ (με βάση τη μεταξύ μας μερική οριοθέτηση), ενώ το υπόλοιπο κομμάτι του, το ανατολικότερο έτερο ήμισυ, εκτείνεται σε μη οριοθετημένη (μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου) θαλάσσια περιοχή και μάλιστα πέραν του 28ου Μεσημβρινού και δη κατά τέτοιο τρόπο που δείχνει να ‘‘σέβεται’’ την περίφημη γραμμή ‘‘Erciyes’’, δηλαδή τις συντεταγμένες που κατέθεσε η Τουρκία αναφορικά με την υφαλοκρηπίδα της στον ΟΗΕ, τον Νοέμβριο του 2019. To δε δεύτερο θαλάσσιο ‘‘οικόπεδο’’ είναι το EG-MED-W1 που επεκτείνεται δυτικά του 26ου Μεσημβρινού (ίδετε τον 2ο Χάρτη στο τέλος του κειμένου και προσέξτε ιδιαίτερα τα κοκκινισμένα σημεία).

Με αυτά, λοιπόν, που εμμέσως πλην σαφώς υπονοεί η Αίγυπτος κυρίως με τον χωροθετικό προσδιορισμό του πρώτου άνω θαλάσσιου ‘‘οικοπέδου’’, μοιάζει να ‘‘προκαλεί ανοιχτά’’ την Ελλάδα, αλλά, κατ’ εμέ τουλάχιστον, αυτή η υπονόηση της δεν είναι διόλου….  ‘‘ανεξήγητη’’! Αποτελεί χρονική συνέχεια και λογική απόρροια μιας πρότερης ελληνικής υπονόησης, δηλαδή της υπονόησης που άφησε στον διεθνή διπλωματικό ορίζοντα η Ελλάδα όταν συνυπέγραψε με την Αίγυπτο την μερική συνοριοθέτηση ΑΟΖ το προηγούμενο έτος. Στο από 8-8-2020 άρθρο μου με τίτλο ‘‘Η  ουσιαστική συνεπαγωγή της συμφωνίας περί οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου’’ (https://geopolitico.gr/2020/08/i-ousiastiki-synepagogi-tis-symfonias-peri-oriothetisis-aoz-metaxy-elladas-kai-aigyptou/) θυμίζω ότι τότε ξεκάθαρα έγραφα και τόνιζα παράλληλα:

‘‘Η έτερη ελληνική ‘‘υπονόηση’’ προκύπτει από τη φύση της οριοθέτησης που επιχειρήθηκε ανάμεσα στις δύο χώρες, η οποία οριοθέτηση είναι μερική (partial delineation οr demarcation). H οριοθέτηση έγινε προς ανατολικά μέχρι λίγο πριν τον 28ο Μεσημβρινό και προς δυτικά μέχρι τον 26ο Μεσημβρινό, μη θίγοντας πάντως τις τουρκικές ‘‘λεόντειες’’ διεκδικήσεις μεταξύ του 28ου και του 32ου Μεσημβρινού, καλύπτοντας μάλιστα μόνο τη… μισή Ρόδο και αφήνοντας φυσικά παντελώς απέξω το σύμπλεγμα του Καστελόριζου.

Οι Αιγύπτιοι, όπως και οι Τούρκοι, δεν δέχονται την πλήρη επήρεια των θαλασσίων ζωνών του συμπλέγματος του Καστελόριζου, γι’ αυτό και διαπραγματευόμασταν μαζί τους πάνω από 15 χρόνια. Συνεπώς, αν προχωρούσαμε σε ολική οριοθέτηση, ίσως στην επίτευξη της τελικής συμφωνίας δεν θα μπορούσαμε να υπερβούμε τον ‘‘σκόπελο’’ της μειωμένης επήρειας’’ του Καστελόριζου.

 Όμως με τη συλλογιστική του εξ’ αντιδιαστολής επιχειρήματος (argumentum a contrario), η Ελλάδα φαίνεται να ενδυναμώνει ακούσια, με την παρούσα Συμφωνία,  ένα βασικό ‘‘υποστηρικτικό διαπραγματευτικό εργαλείο’’ των Τούρκων: Μην προβαίνοντας σε ολιστικού τύπου οριοθέτηση με τους Αιγύπτιους, αλλά, αντιθέτως, παραπέμποντάς την αόριστα στο… μέλλον, η Ελλάδα μοιάζει ως να αδυνατεί να αποκρούσει τον ισχυρισμό περί ‘‘μειωμένης επήρειας’’ του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελόριζου, που οι Τούρκοι θεμελιώνουν στις ‘‘ειδικές συνθήκες’’ της Ανατολικής Μεσογείου, στον ιδιάζοντα γεωλογικό σχηματισμό της περιοχής και στο μήκος των εκατέρωθεν ακτογραμμών. Ή, εναλλακτικώς, αφήνει να υπονοηθεί ότι δεν μπορεί να επιβάλει την ‘‘πλήρη επήρεια’’ των νήσων της σε διεθνείς συμφωνίες, την ‘‘πλήρη επήρεια’’ την οποία ρητορικώς και απερίφραστα προβλέπει και κατοχυρώνει το Διεθνές Δίκαιο.

Εκτός τούτου, η ‘‘μερική οριοθέτηση’’ της εν λόγω Συμφωνίας είναι ‘‘πενιχρώς λυσιτελής’’. Παραμένοντας, σκοπίμως και κατά διπλωματική επιλογή, ανοικτό το θέμα της ‘‘πλήρους επήρειας’’ του Καστελόριζου, εξακολουθεί να είναι ‘‘τεχνικά, γεωγραφικά και νομικά’’ ανέφικτη η ‘‘εφαπτότητα’’ των ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου. Η ‘‘εφαπτότητα’’ αυτή είναι, μεταξύ των άλλων, πραγματιστική προϋπόθεση της αδιακώλυτης πόντισης και διέλευσης του περίφημου αγωγού Eastmed από την Κύπρο προς την Ελλάδα. Με τη σημερινή κατάσταση (με τη μερική οριοθέτηση δηλαδή), αν λάβει κάποιος υπόψη του τις τουρκικές διεκδικήσεις, ανεξαρτήτως της όποιας αιρεσιμότητας ή βασιμότητάς τους, ανάμεσα στον 28ο και 32ο Μεσημβρινό, για την υποθαλάσσια διέλευση του Eastmed ‘‘πέφτει λόγος’’ και στην Τουρκία.’’

Με βάση, λοιπόν, τα όσα παραπάνω, ίσως και …. ‘‘προφητικά’’, είχα γράψει, η Αίγυπτος έρχεται σήμερα να ‘‘πατήσει’’ πάνω στην άνω σαφώς περιγραφόμενη ‘‘ελληνική αδυναμία’’ και στην ουσία να ωθήσει δυναμικά το ‘‘μαλακό υπογάστριο’’ του Ελληνισμού. Το άνω πρώτο αιγυπτιακό θαλάσσιο ‘‘οικόπεδο’’ αμφισβητεί ad hoc την επήρεια στις θαλάσσιες ζώνες της ανήκουσας στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου νήσου Στρογγύλης. Χωρίς όμως την επίδραση της Στρογγύλης δεν έχουμε κοινά σύνορα ΑΟΖ με την Κύπρο. Ταυτόχρονα, περιορίζονται και τα ‘‘θαλάσσια σύνορα’’ Ελλάδας και Αιγύπτου και αντιστρόφως προκύπτει ‘‘θαλάσσια εφαπτότητα’’ Τουρκίας και Αιγύπτου. Αυτό δε το κολόβωμα των δύο κεντρικών πόλων άπαντος του Ελληνισμού (της Ελλάδας και της Κύπρου) προξενεί χωρική ασυνέχεια στον γεωγραφικό ορίζοντα της κυριαρχικής έκφρασης του Ελληνισμού και συνεπαγωγικά επιφέρει καθοριστική μείωση του γεωπολιτικού δυναμικού και της ισχύος της επιρροής του.

Η απολύτως κρίσιμη ερώτηση, λοιπόν, είναι γιατί ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Abdel Fattah El-Sisi αποφάσισε τώρα να δημοπρατήσει (θαλάσσια) ‘‘οικόπεδα’’ προς εκμετάλλευση στην Ανατολική Μεσόγειο και να ‘‘θορυβήσει’’ έτσι την Ελλάδα, αφήνοντας παντελώς ‘‘ανοικτά’’ ενδεχόμενα είτε για την επανασυσπείρωση ήδη υπαρχουσών στην περιοχή συμμαχιών είτε ακόμα και για την αναδιάταξη των γεωπολιτικών συσχετισμών στην Αν. Μεσόγειο (;). Άλλως, γιατί η Αίγυπτος προσπαθεί σε τούτη ειδικά τη συγκυρία να αναδείξει την ‘‘αδυναμία’’ της ελληνικής πλευράς, έτσι όπως την είχα επισημάνει ξεκάθαρα στο άνω άρθρο μου;

Φρονώ ότι πριν προσπαθήσει να απαντήσει κανείς σε τούτη την ουσιώδη ερώτηση, θα πρέπει να την συνδυάσει με ένα άλλο ‘‘γεγονός’’ (;) που βγήκε στο φως της δημοσιότητας πρόσφατα. Κατά δημοσιογραφικές πληροφορίες, η Αίγυπτος πρότεινε στην Ελλάδα εναλλακτική διαδρομή για τον αγωγό φυσικού αερίου Eastmed. Προτάθηκε ειδικότερα να εγκαταλειφθεί η ήδη γνωστή και σχεδιασθείσα διαδρομή του (ίδετε τον 3ο Χάρτη στο τέλος του κειμένου) και ο αγωγός να εκκινεί μεν από το γιγαντιαίο κοίτασμα ‘‘Leviathan’’ του Ισραήλ αλλά, αντί να κατευθύνεται προς την Κύπρο, να έχει κατεύθυνση προς την Αίγυπτο. Η συνέχεια του αγωγού (προτείνεται) να είναι δια ξηράς προς τη Λιβύη και μετέπειτα αυτός θα ‘‘ανεβαίνει’’ προς την Κρήτη, διερχόμενος από την περιοχή της οριοθετημένης ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ. Από εκεί και πέρα, μέσω πλοίων μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), το φυσικό αέριο θα είναι δυνατόν να μεταφέρεται σε διάφορους προορισμούς.

Κατά την προσωπική μου αντίληψη, ανεξάρτητα αν τα παραπάνω συνέβησαν ή όχι, χρησιμοποιώντας το μοτίβο της συνδυαστικής συλλογιστικής, μπορούμε να διαπιστώσουμε κάτι εξαιρετικά σημαντικό: τη ‘‘γεωπολιτική ανυπομονησία’’ της Αιγύπτου. Η Αίγυπτος θέλει να εκμεταλλευτεί και τη γεωγραφική θέση της, και τα ενεργειακά της κοιτάσματα, αλλά και τις υποδομές της. Με μια ίσως πιο μοντέρνα έκφραση, θέλει να αξιοποιήσει στο έπακρο ‘‘το γεωπολιτικό της potential’’.

Το μέγα θέμα γι’ αυτήν, ωστόσο, είναι το ότι και ο ενεργειακός της πλούτος αλλά και οι αντίστοιχες υποδομές της σχετίζονται αποκλειστικά με τους υδρογονάνθρακες, η δε γεωπολιτική επιρροή της διασυνδέεται έντονα με την προώθηση μεγάλου αποθέματος ενεργειακών πόρων προς την Ευρώπη. Όμως και στην Ευρώπη και σ’ όλον τον Πλανήτη, η Συμφωνία του Παρισιού (2015) για το κλίμα και ειδικότερα για τα καθ’ ημάς η Ευρωπαϊκή ‘‘Πράσινη Συμφωνία’’ προωθούν το στόχο της λεγόμενης κλιματικής ουδετερότητας για το 2050. Οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας, λοιπόν, και ιδίως οι ΑΠΕ, κατά την προοπτική επίτευξης αυτού του μεγαλεπήβολου παγκόσμιου στόχου, ‘‘απειλούν’’ να καταστήσουν τους υδρογονάνθρακες ‘‘κούφιο θησαυρό’’ και δη όχι σε πολύ μακρινό χρονικό διάστημα. Η Αίγυπτος πιέζεται από το Χρόνο, για αυτό, πιστεύω, πιέζει με τη σειρά της πανταχόθι, έχοντας ως επιτελική κορωνίδα του στρατηγισμού της την πλήρη εμπορική επιτυχία του τεράστιου κοιτάσματος Zohr, το οποίο βρισκόμενο σε αδιαμφισβήτητα δική της ΑΟΖ, της ανήκει αποκλειστικά.

Συνεπώς, στρατηγικά, η Αίγυπτος προωθεί την πραγματοποίηση δύο (επιθυμητών γι’ αυτήν) σεναρίων, η εκτύλιξη των οποίων δεν χωρεί και πολλή χρονοτριβή: είτε, λοιπόν, ο συμφωνηθείς αγωγός Eastmed θα πρέπει να συμπεριλάβει στο συνολικό μεταφορικό του φορτίο κάποιες ποσότητες (γενικά) ή, κατά το καλύτερο δυνατό ενδεχόμενο, τις ποσότητες που η Αίγυπτος επιθυμεί (και) από το κοίτασμα  Zohr, είτε, για να διασφαλιστεί οπωσδήποτε η ενεργειακή τροφοδότηση της Ευρώπης από το εν λόγω αιγυπτιακό κοίτασμα, θα μπορούσε να προκριθεί μια εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή για τον Eastmed που θα περνά και από την αιγυπτιακή επικράτεια (σημειωτέον ότι ο Eastmed δεν σχεδιάστηκε ούτως ή άλλως να περνά από τον υποθαλάσσιο αιγυπτιακό κυριαρχικό χώρο).

Υπ’ αυτό το πνεύμα, η Αίγυπτος ‘‘χρησιμοποιεί’’ γεωπολιτικά την Τουρκία.  Η άνω έμμεση πλην σαφής υπονόησή της, ότι δηλαδή ‘‘σέβεται’’ τα όρια της τουρκικής υφαλοκρηπίδας, αφήνει ανοικτή την πιθανότητα της βελτίωσης των διμερών σχέσεων της με την Τουρκία και κρατά ‘‘ζωντανό’’, σκοπίμως, το ενδεχόμενο μιας νεότερης τουρκο-αιγυπτιακής προσέγγισης. Η Αίγυπτος, κατά συνέπεια, περιμένει μέσα από τις ίδιες τις τρέχουσες εξελίξεις τις απαντήσεις επί των δύο άνω πιθανών σεναρίων που προωθεί και παράλληλα ‘‘ενεργοποιεί βάζοντας την δυνατά μέσα στο παιχνίδι’’ και την Ελλάδα, πετυχαίνοντας την ίδια ώρα να ‘‘εμφανίσει’’ στην άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής ευσύλληπτα σινιάλα εξισορροπισμού (όσον αφορά τις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Τουρκία).

Αν, επομένως, το ‘‘άνοιγμα της αιγυπτιακής διαπραγματευτικής βεντάλιας’’ πετύχει και δοθεί μέσω του αγωγού Eastmed διέξοδος αξιοποίησης του κοιτάσματος Zohr, τότε η Αίγυπτος ‘‘παίζοντας’’ προσωρινά και πολύ έξυπνα ‘‘το χαρτί’’ της τουρκο-αιγυπτιακής συνεννόησης θα έχει πετύχει ό,τι όλες οι συμμετέχουσες στον Εastmed δυνάμεις επιδιώκουν, εξυπηρετώντας με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της.

Έπειτα από τα παραπάνω, λοιπόν, ποια πρέπει να είναι η ελληνική ‘‘retour’’ σε όλα αυτά; Ποια δηλαδή πρέπει να είναι η ελληνική γεωπολιτικά ανταποδοτική-απαντητική κίνηση; Η ελληνική διπλωματία, κατά την άποψη μου, πρέπει να κινηθεί άμεσα σε δύο φάσματα δράσης: Πρώτον, στο επίπεδο των διμερών σχέσεων και δεύτερον, παράλληλα και δη αποφασιστικά, και στο πλέγμα της πολυμερούς διπλωματικής διασύνδεσης στην Ανατ. Μεσόγειο. Στο πρώτο επίπεδο, η επίσκεψη του ΥΠΕΞ μας στο Κάιρο είναι το σωστό βήμα στον διμερή επικοινωνιακό δίαυλο Ελλάδας – Αιγύπτου, ενώ αυτονόητο θεωρώ το ότι θα πρέπει να μην κλονιστεί το κλίμα εμπιστοσύνης, πολύ περισσότερο να μην αμφισβητηθεί το εθνικό πρόταγμα της κοινής συμπόρευσης μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου.

Η Ελλάδα όμως θα πετύχει πολύ περισσότερα στο (δεύτερο) ευρύτερο στρατηγικό πεδίο της πολυμέρειας. Μάλιστα το ‘‘πλαίσιο πολυμέρειας’’ ήδη υφίσταται και δεν είναι άλλο από το ‘‘Eastmed Gas Forum’’, στο οποίο όλοι οι συμμετέχοντες στο Eastmed project (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιορδανία, Ιταλία και Παλαιστινιακή Αρχή) αλλά και όλοι οι παρατηρητές (ΕΕ, ΗΠΑ, Γαλλία και ΗΑΕ) πρέπει να επαναδιατυπώσουν τις σταθερές προθέσεις τους και να επιβεβαιώσουν εμφατικά την πολιτική τους βούληση να προχωρήσει ο Eastmed, όπως (αρχικά) σχεδιάστηκε. Αν με πρωτοβουλία της Ελλάδας επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα παραχθεί ένα σπουδαίο καίριας γεωπολιτικής σημασίας μήνυμα επί της ‘‘περιφερειακής τάξης’’ στην Ανατολική Μεσόγειο και δη ένα μήνυμα που θα πλήττει έντονα και τον τουρκικό μεγαλοϊδεατισμό. Η συγκυρία απαιτεί, λοιπόν, τη διπλωματική μας εγρήγορση και το γεωπολιτικό… retour μας!

Κατερίνη, 5/3/2021

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW

LLM IN EUROPEAN LAW

Cer. LSE in Business, International

                                             Relations and the political science

1ος Χάρτης: Τα 24 οικόπεδα που προκήρυξε η Αιγυπτιακή Κρατική Πετρελαϊκή Εταιρία.

2ος Χάρτης: Τα κοκκινισμένα σημεία στα άνω 3 θαλάσσια οικόπεδα είναι αυτά με τα οποία ‘‘υπονοεί’’ το μήνυμα της η Αίγυπτος.

3ος Χάρτης: Η αρχικώς σχεδιασθείσα διαδρομή του αγωγού Eastmed.  

4ος Χάρτης: Τα κοιτάσματα στην Ανατ. Μεσόγειο. Οι Αιγύπτιοι θέλουν ο Eastmed να συμπεριλαμβάνει ποσότητες και από το τεράστιο δικό τους κοίτασμα Zohr (το μεγαλύτερο στην Ανατ. Μεσόγειο).

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις11 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις26 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις41 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή