Ιστορία - Πολιτισμός
Έτσι γινόταν ο εξισλαμισμός και το παιδομάζωμα
Ένα ακόμα πολύ σημαντικό θέμα από τη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας θα εξετάσουμε σήμερα. Πρόκειται για τον αποδεκατισμό των Ελλήνων, αλλά και των άλλων χριστιανών ορθόδοξων των Βαλκανίων και της Μικράς Ασίας και το εφιαλτικό παιδομάζωμα.
Μαζικοί και ατομικοί εξισλαμισμοί
Οι εξισλαμισμοί αποτέλεσαν διαρκή απειλή για τον ελληνισμό στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Θεωρητικά, ο βίαιος, καθολικός εξισλαμισμός, δεν ήταν υποχρεωτικός, καθώς, σύμφωνα με το Ισλάμ, οι θρησκείες της Βίβλου ήταν ανεκτές κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Επίσης, οι οθωμανικές Αρχές δεν επεδίωξαν καθολικούς εξισλαμισμούς, καθώς αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την ανατροπή του οικονομικού και κοινωνικού καθεστώτος, το οποίο στηριζόταν στην εκμετάλλευση των υπόδουλων. Στην πραγματικότητα, όμως, η κατάσταση ήταν τελείως διαφορετική. Οι αβάσταχτοι φόροι, οι αυθαιρεσίες των Οθωμανών, ο προσηλυτιστικός ζήλος των δερβίσηδων και οι εξευτελιστικοί όροι ζωής για τους υπόδουλους, τους ανάγκαζαν να αλλαξοπιστήσουν. Υπήρχε, επίσης, ευρύτατα διαδεδομένη ανάμεσα στους χριστιανούς η πίστη ότι ο Θεός τους εγκατέλειψε λόγω των πολλών αμαρτιών τους και ότι ευνοούσε πλέον τους πιστούς του Ισλάμ.
Σπουδαίο ρόλο στη εξωμοσία πολλών χριστιανών έπαιξαν οι δερβίσηδες και οι ουλεμάδες. Ειδικά οι δερβίσηδες που ήταν οπαδοί των αιρέσεων Bektasi και Mevlevi, κατάφεραν να φέρουν στους κόλπους του Ισλάμ πολλούς χριστιανούς.
Και η αψυχολόγητη, όμως, αδιαλλαξία ορισμένων ορθόδοξων κληρικών οδηγούσε πολλούς χριστιανούς στην εξωμοσία. Η πιστή εφαρμογή των τύπων της χριστιανικής θρησκείας που αξίωναν, συχνά, οι ανώτεροι, κυρίως κληρικοί από το ποίμνιό τους, παραβλέποντας τις πολύ δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των χριστιανών τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, είχε σαν αποτέλεσμα την αγανάκτηση των πιστών και την προσχώρησή τους στο Ισλάμ.
Βέβαια, η ορθοδοξία είχε ν’ αντιμετωπίσει και τη δογματική διάβρωση εκ μέρους των καθολικών. Οι νεοφώτιστοι μουσουλμάνοι επιβεβαίωναν τη νέα τους πίστη καταπιέζοντας και τυραννώντας τους, άλλοτε ομόθρησκους, ομοεθνείς τους. Ο Βενετός βάιλος (πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη), Ματθαίος Zane, γράφει ότι οι αρνησίθρησκοι αυτοί ήταν «…οι πιο αλαζόνες και αχρείοι άνθρωποι που μπορεί να φανταστεί κανείς, γιατί μαζί με την αληθινή τους πίστη έχουν χάσει και κάθε ανθρωπιά». Υπήρχαν, βέβαια, περιπτώσεις, όπου ο χριστιανός που έγινε μωαμεθανός ήταν 8-10 ετών, υποβλήθηκε βίαια σε περιτομή σε πολύ νεαρή ηλικία ή παρασύρθηκε σε εξωμοσία κάτω από την επήρεια μέθης ή σφοδρών συναισθημάτων. Πολλοί από αυτούς αργότερα αποκήρυτταν τον ισλαμισμό και εξιλεώνονταν μαρτυρώντας για τη χριστιανική τους πίστη.
Υπήρχαν, επίσης, οι λεγόμενοι κρυπτοχριστιανοί. Χριστιανοί, δηλαδή, που για κάποιο διάστημα εμφανίζονταν ως μουσουλμάνοι, ενώ κρυφά τελούσαν τα χριστιανικά τους καθήκοντα.
Τα πρώτα γνωστά παραδείγματα κρυπτοχριστιανών εμφανίζονται στη Νίκαια της Βιθυνίας, μετά την άλωσή της το 1331. Πολλοί τρομοκρατημένοι κάτοικοί της έγιναν μόνο επιφανειακά μωαμεθανοί, ενώ κατά βάθος παρέμειναν χριστιανοί. Ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης, Ιωάννης Καλέκας, με έγγραφα του 1339 και του 1340, δέχτηκε, εκπροσωπώντας την Εκκλησία, την κατάσταση αυτή και εμψύχωνε τους κρυπτοχριστιανούς. Αργότερα, όμως, καθώς οι περισσότεροι από τους κρυποτοχριστιανούς εξισλαμίζονταν, η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν αυστηρή απέναντί τους και προσπαθούσε να αποτρέψει την πρακτική αυτή (Πηγή : ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, ΤΟΜΟΣ Ι).
Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος γράφει για τους εξισλαμισμούς: «…κι έτσι όσοι δεν διέθεταν το ακλόνητο αίσθημα της πίστης και της εθνότητας, απελπισμένοι από το δικό τους κράτος, δεν δίσταζαν να υποκύπτουν στη νέα και ακμάζουσα κυριαρχία και αυτομολούσαν στις τάξεις του ισλαμισμού». Και παρακάτω: «Ακόμα και τον 18ο αιώνα επικρατούσε τόση απελπισία ώστε ο Καισάριος Δαπόντες διακήρυσσε ότι οι Τούρκοι θα κυβερνούσαν στην Ανατολή μέχρι τη συντέλεια του αιώνα και ότι ήταν μάταιες οι προσδοκίες για ανάσταση του ελληνισμού. Στην εκούσια αρνησιθρησκία συντέλεσε πολύ η φιλοδοξία και πλεονεξία των αποστατών και ο πόθος τους να απαλλάξουν τα παιδιά τους από τη στρατολογία στο γενιτσαρικό τάγμα».
Όσο για τη στάση του κλήρου απέναντι στο πρόβλημα των εξισλαμισμών, ο σπουδαίος ιστορικός του περασμένου αιώνα Απόστολος Βακαλόπουλος, γράφει χαρακτηριστικά στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», ΤΟΜΟΣ Ι: «Έτσι η σκλαβιά παρουσιαζόταν ως “πειρασμός”, για να δοκιμασθεί η πίστη των χριστιανών ως “πίστεως γυμνάσιον”, όπως λέγει ο πρώτος μετά την Άλωση Πατριάρχης, Γεννάδιος».
Έτσι η Εκκλησία προετοίμαζε τους πιστούς της για τους «υπέρ πίστεως» αγώνες, εξήρε την προθυμία για θυσία και μακάριζε εκείνους που θα τολμούσαν να φθάσουν ως το μαρτύριο. Κήρυσσε πως ξανάρχιζαν οι χρόνοι των παλαιών διωγμών και μαρτυρίων και ακόμα πως το αίμα των μαρτύρων (των νεομαρτύρων δηλαδή) ήταν αναγκαίο, γιατί αυτό θα πότιζε το δέντρο της πίστεως και θα στήριζε την ορθοδοξία. Και είναι αλήθεια πως η αυτοθυσία των νεομαρτύρων κράτυνε την ορθόδοξη πίστη, όπως παρατηρούσε αργότερα ο Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749 – 1809).
Για τους εξισλαμισμούς, ο πατέρας Γεώργιος Μεταλληνός στο έργο του «ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ», εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, 1989, γράφει χαρακτηριστικά: «Ο εξισλαμισμός υπήρξε η τρομερότερη απειλή εναντίον του Ελληνισμού, γιατί συνιστούσε μόνιμη αφαίμαξη εμψύχων δυνάμεων. Εξισλαμισμός σήμαινε αυτόματα άρνηση της ιδιότητας του ορθόδοξου και του Έλληνα και προσχώρηση στο σώμα των κατακτητών… Ο δελεασμός ήταν μεγάλος, αφού ο εξισλαμιζόμενος από δούλος γινόταν αυτόματα κύριος… Δεν ήταν σπάνιο το φαινόμενο διχασμού της ίδιας της οικογένειας, με αυτονόητες τις συνέπειες». Και παρακάτω: «Δεν έλειψαν ακόμα και αλλαξοπιστίες επισκόπων, που οφείλονταν σε διάφορα αίτια (φιλοδοξία, διαφωνία με το μητροπολίτη κλπ.), με ανυπολόγιστη επίδραση στο λαό. Μεγαλύτερη έκταση έλαβαν οι εξισλαμισμοί σε άλλες ομάδες υπόδουλων. Βόσνιοι, Κροάτες και Αλβανοί εξισλαμίστηκαν σε μεγάλη έκταση. Αλλά και οι εξισλαμισμένοι Έλληνες δεν ήταν λίγοι. Εξισλαμισμούς έχουμε μέχρι τον 18ο αιώνα (1759 στη Μακεδονία)».
Κλείνουμε αυτό το κεφάλαιο με το «τελετουργικό» εξισλαμισμού των γυναικών, όπως το περιγράφει ο Απόστολος Βακαλόπουλος. Οι γυναίκες που θα αλλαξοπιστούσαν οδηγούνταν στον ανώτατο ιεροδικαστή και έπρεπε να πουν τα παρακάτω λόγια: «Ένας είναι ο Θεός και υπηρέτης του ο Μεσσίας, δούλη του η Μαρία και ο Μωάμεθ ο μεγαλύτερός του προφήτης». Κατόπιν, ο ιεροδικαστής έπαιρνε τη ζώνη της γυναίκας, την έκοβε στα δύο και σχημάτιζε με τα κομμάτια ένα σταυρό. Η γυναίκα τότε έπρεπε να πατήσει το σταυρό τρεις φορές, να αρνηθεί τη χριστιανική πίστη και να πει τα λόγια που αναφέραμε. Αλλά και η εκούσια προσέλευση ενός άντρα χριστιανού στον ισλαμισμό ήταν μια γιορτή για τους οθωμανούς, πολύ πιο σύνθετη όμως από εκείνη που γινόταν για τις γυναίκες. Ο Α. Βακαλόπουλος αντλεί τα στοιχεία αυτά από τα γραφόμενα του Ιωάννη Schiltberger, αιχμάλωτου των Τούρκων (15ος αιώνας).
Το παιδομάζωμα: Ο «ανθρώπινος φόρος» των ορθοδόξων στα χρόνια της τουρκοκρατίας
Με τον όρο παιδομάζωμα αναφερόμαστε στη βίαιη στρατολογία παιδιών χριστιανών υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, για την επάνδρωση των σωμάτων των γενιτσάρων ή των εσωτερικών υπηρεσιών των σουλτανικών ανακτόρων. Η λέξη «παιδομάζωμα», εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1675.Ο παλαιότερος όρος, ήταν «γιανιτζαρομάζωμα». Για το πότε ακριβώς ξεκίνησε το παιδομάζωμα, οι απόψεις διίστανται. Ο Γ. Κορδάτος αναφέρει ότι ξεκίνησε το 1227 και τα παιδιά που αρπάχτηκαν με τη βία, έγιναν σωματοφύλακες του Σουλτάνου.
Στην εγκυκλοπαίδεια «ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ-ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ» διαβάζουμε ότι η πρώτη σημαντική αναφορά για παιδομάζωμα χρονολογείται από το 1395 και αφορά τη Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», δίνει μία άλλη εκδοχή, περισσότερο τεκμηριωμένη, που φαίνεται ότι βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα. Σύμφωνα μ’ αυτή, λοιπόν, το 1326 μετά την άλωση της Προύσας και τον θάνατο του Οσμάν, τη διακυβέρνηση των Τούρκων της Βιθυνίας ανέλαβε ο γιος του, Ορχάν, ο οποίος θεωρείται ιδρυτής του οσμανικού κράτους. Ο αδελφός του Ορχάν, Αλαεδδίν (κατά τον Παπαρρηγόπουλο), κανόνισε τα θέματα ιματισμού των πολιτικών και στρατιωτικών, ώστε να διακρίνονται οι Οσμανίδες από τους Τουρκομάνους και, φυσικά, τους χριστιανούς.
Ασχολήθηκε με τη συγκρότηση μόνιμου στρατού, που διαιρέθηκε σε τακτικό πεζικό, τους Πιαδέ ή Γιαγιά (πεζοπόρους) και σε άτακτο πεζικό, τους Αζάπ (παρόμοιους με τους Έλληνες ευζώνους) και σε τακτικό ιππικό, με τους σπαχήδες (ιππείς) και άτακτο ιππικό, από τους Ακιντζί (δρομείς) (προφανώς κάποιος μακρινός πρόγονος του ηγέτη των Τουρκοκυπρίων Μουσταφά Ακιντζί ανήκε σε αυτό το Σώμα!).
Αυτός, όμως, που είχε τη φρικιαστική ιδέα για το παιδομάζωμα ήταν ο Καρά Χαλίλ Τσεντερλής, ο τότε αστυνόμος του στρατού, που κατάλαβε ότι το οσμανικό κράτος με τον ελάχιστο μωαμεθανικό πληθυσμό και τους ατίθασους Τουρκομάνους ως βάση του στρατού, θα ήταν εύκολος αντίπαλος για τους χριστιανούς αλλά και τους άλλους μωαμεθανούς. Έτσι, πρότεινε τη δημιουργία ενός προνομιούχου τάγματος πεζικού από εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα, με σκοπό τη διατήρηση της πειθαρχίας στον στρατό.
Το φαινόμενο αυτό, γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, είναι μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία. Ναι μεν η ακούσια ή εκούσια αρνησιθρησκία των κατακτημένων ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο ακόμα και στο αραβικό κράτος των πρώτων μωαμεθανών χαλίφηδων. Αλλά η συστηματική στρατολόγηση εξισλαμισμένων παιδιών είναι μοναδικό φαινόμενο στον κόσμο και συνέβαλε αποφασιστικά στην ενίσχυση και την επέκταση του οθωμανικού κράτους. Ο διαπρεπής βυζαντινολόγος και ιστορικός Σπυρίδων Βρυώνης αναφέρει ως εμπνευστή του παιδομαζώματος τον Καρά Χαλίλ Τσεντερλή, καζασκέρη (στρατιωτικό δικαστή), όπως γράφει και τοποθετεί χρονικά την συστηματική εφαρμογή του ολέθριου για τους χριστιανούς θεσμούς, στο α’ μισό του 15ου αιώνα, επί σουλτάνου Μουράτ Β’.
Το παιδομάζωμα, σύμφωνα με τον Παπαρρηγόπουλο, άρχισε να γίνεται πιο συστηματικό από τα χρόνια του Μουράτ Α’ και συγκεκριμένα από το 1362. Επί Μουράτ Β’, το σώμα που είχε δημιουργηθεί από το παιδομάζωμα είχε 6.000 – 10.000 άνδρες. Οριστικά, το παιδομάζωμα επιβλήθηκε επί Σελίμ Α΄και Σουλεϊμάν Β’. Τότε ψηφίστηκε ο νόμος για στρατολόγηση χριστιανόπουλων ανά πενταετία, σύντομα αυτό άρχισε να γίνεται κάθε τετραετία και τελικά έγινε ετήσιο. Τον βαρύ αυτό φόρο «πλήρωναν» όλες οι βαλκανικές επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας (και η Ουγγαρία), ενώ από τα τέλη του 15ου αιώνα επεκτάθηκε και στην Ανατολή. Ορισμένες μόνο περιοχές (Κωνσταντινούπολη, Γαλατάς, Ρόδος, Ιωάννινα) είχαν εξαιρεθεί από το παιδομάζωμα. Επίσης, από την βίαιη στρατολόγηση εξαιρούνταν οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι.
Το σύστημα της περιοδικής στρατολόγησης και του εξισλαμισμού ανήλικων χριστιανών (devsirme) για την επάνδρωση της σουλτανικής διοίκησης και κυρίως του τακτικού στρατού, έχει τις ρίζες του στον ιερό μουσουλμανικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο το ένα πέμπτο της πολεμικής λείας, στην οποία περιλαμβάνονταν και οι μη μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι, υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ιμάμη και κατ’ επέκταση του σουλτάνου. Η οριστική θεσμοθέτηση του devsirme, από τα τέλη του 15ου αιώνα, ήταν αντίθετη προς τις αρχές του ιερού νόμου, ωστόσο «δικαιολογήθηκε» με τη θεωρητική διατήρηση της «καταστάσεως πολέμου» και κατά συνέπεια και της ισχύος του σουλτανικού διατάγματος απόκτησης αιχμαλώτων από τους ορθόδοξους χριστιανούς, που θεωρήθηκε ότι πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση στην οθωμανική προέλαση.
Πώς όμως γινόταν το παιδομάζωμα;
Ο σουλτάνος, πρόσταζε οι χριστιανοί δημογέροντες (κοτζαμπάσηδες) να κρατούν βιβλία για τα παιδιά πότε γεννιούνται. Ένας λοχαγός των γενίτσαρων, ακολουθούμενος από ένα γραφέα, έφτανε σε ένα τόπο έχοντας μαζί του αυτοκρατορική διαταγή (φιρμάνι).Ο κάθε πατέρας παρουσίαζε όσους γιους είχε. Αρχικά οι οθωμανοί έπαιρναν το 1/5 των παιδιών, αργότερα όμως όσα είχαν ανάγκη και πάντα τα πιο υγιή και όμορφα. Μάλιστα, ενώ αρχικά έπαιρναν ένα αγόρι από κάθε οικογένεια, αργότερα έπαιρναν δύο και τρία. Αρχικά δεν έπαιρναν τα μοναχοπαίδια, όμως κι αυτό στη συνέχεια καταστρατηγήθηκε.
Επίσης, δεν έπαιρναν τους παντρεμένους, γι’ αυτό και πολύ συχνά οι γονείς πάντρευαν τα παιδιά τους σε ηλικία 8 ετών(!). Σχετικός είναι ο πίνακας του, γνωστού μας κι από το «Κρυφό Σχολειό», Νικόλαου Γύζη «Παιδικοί Αρραβώνες» (ή «Τα Αρραβωνιάσματα»), που φιλοτεχνήθηκε γύρω στο 1875. Φαίνεται όμως ότι σε κάποιες περιπτώσεις ούτε τα παντρεμένα αγόρια γλίτωναν από το φρικτό παιδομάζωμα. Γράφει χαρακτηριστικά ο Κ. Παπαρρηγόπουλος: «Όμως αυτό (δηλ. ο γάμος σε παιδική ηλικία) ήταν τελείως ανώφελο γιατί και τους παντρεμένους τους έπαιρναν και όχι μόνο σε ηλικία που ο γάμος δεν μπορούσε να θεωρηθεί άξιος λόγου, αλλά και μέχρι τα 20 και τα 24 χρόνια». Μόνο τα ορφανά αγόρια φαίνεται ότι εξαιρούνταν πάντα από το παιδομάζωμα.
»Επίσης, οι κάτοικοι των παράλιων περιοχών κατέφευγαν κυρίως σε ενετοκρατούμενα μέρη για να γλιτώσουν.
»Ο Γερμανός Γκέρλαχ, αυτόπτης μάρτυρας, γράφει ότι πολλές δυστυχισμένες μητέρες παρακαλούσαν τον Θεό να πάρει τα παιδιά τους για να μην πέσουν στα χέρια των γενίτσαρων. Ο ίδιος, όμως, γράφει ότι άλλοι γονείς έδιναν τα παιδιά τους με μεγάλη προθυμία, ενώ κι εκείνα ανυπομονούσαν να ζήσουν την πλούσια και ανέμελη ζωή στο παλάτι. Θα δούμε, βέβαια, παρακάτω ότι δεν ήταν καθόλου πλούσια και ανέμελη η ζωή τους… Ο Βενετός πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη, Ντομένικο Τρεβιζάνο, έγραφε ότι το 1554 «το παιδομάζωμα, που κάποτε λογιζόταν σαν η μεγαλύτερη συμφορά, κατάντησε να θεωρείται ευτύχημα».
Η «πορεία» των θυμάτων του παιδομαζώματος
Τα χριστιανόπουλα που είχαν πρόσφατα στρατολογηθεί, στέλνονταν τμηματικά στην Κωνσταντινούπολη με συνοδούς. Αφού ξεκουράζονταν για λίγες μέρες, υποβάλλονταν σε επιθεώρηση για να διαπιστωθεί αν το παιδομάζωμα είχε γίνει σωστά. Στη συνέχεια, ασπάζονταν τον ισλαμισμό και υποβάλλονταν σε περιτομή. Από τις τάξεις των βίαια στρατολογημένων χριστιανόπαιδων, ορισμένα, ηλικίας μάλιστα 6-10 ετών, προορίζονταν μετά από αυστηρή επιλογή και πολυετή εκπαίδευση, να καταλάβουν θέσεις της αυλικής ή της διοικητικής ιεραρχίας. Όσα εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα προορίζονταν για στρατιωτική υπηρεσία, ονομάζονταν Acemi Oglan (ατζέμ ογλάν) και στέλνονταν αρχικά να εργαστούν σε τιμαριούχους της Μικράς Ασίας, οι οποίοι έδιναν ένα μικρό, συμβολικό χρηματικό ποσό στον συνοδό αξιωματούχο των παιδιών και τα χρησιμοποιούσαν σαν δούλους, σε βαριές κοπιαστικές εργασίες.
Οι Acemi Oglan έμεναν στα τιμάρια για δύο η περισσότερα χρόνια, προκειμένου να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον, να σκληραγωγηθούν, να μυηθούν στη νέα θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα των οθωμανών και να μάθουν την τουρκική γλώσσα. Μετά από δύο ή περισσότερα χρόνια, οι ίδιοι αξιωματούχοι περνούσαν για να διαπιστώσουν αν οι νέοι που είχαν εμπιστευθεί στους τιμαριούχους ήταν άξιοι να καταταγούν στον στρατό. Οι πιο άξιοι μεταφέρονταν στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατατάσσονταν σε ειδικά αυτοκρατορικά σώματα δούλων (ocak). Οι ικανότεροι κατέληγαν στο επίλεκτο σώμα των γενίτσαρων.
Από τα παιδιά που γίνονταν «δούλοι της Πύλης», τα μικρότερα και πλέον ικανά προορίζονταν αποκλειστικά για υπηρεσία του σουλτανικού ανακτόρου, γίνονταν δηλαδή (ιτς ογλάν). Η εκπαίδευσή τους διαρκούσε 14 χρόνια. Διδάσκονταν τουρκικά, περσικά, αραβικά, μουσική, καλές τέχνες, γυμνάζονταν στην τοξοβολία, την ιππασία, το ακόντιο και τη χρήση των πυροβόλων όπλων. Τέλος, μελετούσαν εντατικά το Κοράνι και τους ιερούς νόμους. Η «φορολογία του αίματος», το παιδομάζωμα, προκάλεσε μεγάλη φθορά στον ελληνισμό. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει ότι γύρω στο 1.000.000 χριστιανοί έγιναν γενίτσαροι! Σύμφωνα με τουρκική πηγή, στο τέλος του 16ου αιώνα, 200.000 παιδιά χριστιανών ήταν θύματα του παιδομαζώματος!
Πολύτιμες μαρτυρίες για το παιδομάζωμα βρίσκουμε στο βιβλίο «Περί της Καταστάσεως των Σήμερον Ευρισκομένων Ελλήνων», του Χριστόφορου Άγγελου (1619), που μεταφράστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Συγκλονιστικές είναι οι περιγραφές Ευρωπαίων διπλωματών για τη διαβίωση των παιδιών που εξισλαμίζονταν. Ο Βενετός πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, Πιέτρο Μοροζίνι, γράφει χαρακτηριστικά (1585): «Τα παιδιά αυτά διατελούν στην Κωνσταντινούπολη υπό την άμεση επίβλεψη ευνούχων, ιδίως μαύρων, που για το τίποτε τα ξυλοκοπούν αγρίως. Σπανίως τους δίνουν εκατό βουρδουλιές. Συνηθέστερα φτάνουν στις χίλιες. Και οι ευνούχοι, μετά τις βουρδουλές απαιτούν να παρουσιάζονται μπροστά τους τα δαρμένα παιδιά και να τους φιλούν το φόρεμα, εμφράζοντας τις ευχαριστίες των σ’ εκείνον που τα έδειρε. Τέτοια ταπείνωση και περιφρόνηση παθαίνουν τα δύστυχα».
Και στο παιδομάζωμα, όμως, γίνονταν… παρασπονδίες. Οι πλούσιοι δωροδοκούσαν τους οθωμανούς αξιωματούχους για να μην πάρουν τα παιδιά τους ή τα έκρυβαν σε σπίτια φίλων τους Τούρκων.
Με τον καιρό, όμως, στα ανώτερα στρώματα της τουρκικής κοινωνίας άρχισε να δημιουργείται εχθρότητα προς τον θεσμό του παιδομαζώματος, καθώς παιδιά χριστιανών, εξισλαμισμένα έστω, καταλάμβαναν υψηλές θέσεις στο παλάτι. Έτσι, άρχισαν να «δανείζουν» τα παιδιά τους σε χριστιανούς, προκειμένου αυτά να γίνουν γενίτσαροι! Ένας πλούσιος Τούρκος έλεγε χαρακτηριστικά στον πρέσβη της Αυστρίας: «Ενώ τα παιδιά των άθλιων χωρικών πηγαίνουν στα παλάτια και γίνονται μεγάλα και σπουδαία, τα δικά μας παιδιά αγνοούνται και παραμερίζονται σε σημείο να γίνονται υπηρέτες των άλλων».
Τους επιτράπηκε να παντρεύονται και από το 1567 το σώμα των γενίτσαρων επανδρωνόταν από τα ίδια τα παιδιά τους. Το 1637, οι έμμισθοι γενίτσαροι έφτασαν τις 46.000, από 12.000 που ήταν πριν λίγα χρόνια. Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο Οσμάν Β’ είχε αποφασίσει να αντικαταστήσει τους γενίτσαρους με τάγματα Αιγυπτίων μισθοφόρων. Αυτό όμως μαθεύτηκε, οι γενίτσαροι στασίασαν και το 1622 σκότωσαν τον Οσμάν Β’. Ο διάδοχός του, Μουράτ Β’, άλλαξε τη νομοθεσία για τους γενίτσαρους (να σημειώσουμε ότι η λέξη προέρχεται από το τουρκικό «γενίσερι», δηλ. νέος στρατιώτης) και το 1638 κατάργησε το παιδομάζωμα.
Η τελευταία στρατολόγηση έγινε το 1705 στη Νάουσα και κατέληξε σε ανταρσία των κατοίκων. Τα σώματα των γενίτσαρων, όμως, διατηρήθηκαν ως το 1826, οπότε ο Μαχμούτ Β’ τα κατάργησε τελείως. Τα εξισλαμισμένα χριστιανόπουλα, είτε σαν γενίτσαροι είτε σαν ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί, είτε σαν αστυνομικοί φύλακες, έγιναν οι πραγματικοί κύριοι του κράτους, δυνάστες των χριστιανών αλλά και μισητοί στους εκ γενετής μωαμεθανούς. Υπάρχουν, βέβαια, και παραδείγματα γενίτσαρων που διατηρούσαν ισχυρές αναμνήσεις των παιδικών τους χρόνων και ευνοούσαν τους χριστιανούς. Κάποιοι, μάλιστα, υποστήριζαν ακόμα και σταυροφορία των Δυτικών ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία! Χαρακτηριστική περίπτωση γενίτσαρου που «επανάκαμψε» ήταν ο Αρτινός Μουχαμέτης Παπαδάτος που έφυγε στο εξωτερικό και πήγε στο Τίμπιγκεν της Γερμανίας, όπου βαπτίστηκε χριστιανός σε ηλικία 28 ετών, το 1587.
Κλείνουμε το άρθρο αυτό με ένα έγγραφο του Βενετού πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη προς τον δόγη της γαληνοτάτης δημοκρατίας (4 Απριλίου 1579): «Έμαθα…ότι οι χριστιανοί υπήκοοι, Οθωμανοί τόσον εκείνης της χώρας (της Πελοποννήσου) όσον και της Ελλάδος, ευρίσκονται τώρα εις εσχάτην απόγνωσιν και ανέκφραστον λύπην, διότι εις διάστημα 25 ημερών υπέστησαν όλας αυτά τας ανυποφόρους επιβαρύνσεις, ήτοι να καταβάλουν το συνηθισμένον «χαράτσι», να πληρώσουν την αγγαρείαν, που ονομάζεται «αβαρίτς», δια τον εξοπλισμόν των γαλερών, να δώσουν αδιακρίτως κατοικίαν και τροφήν εις τους σπαχήδες (ιππείς), που συναθροίζονται δια τον κατά της Περσίας πόλεμον, και τέλος να απογυμνωθούν από τους σπαχήδες και από το ολίγον εκείνο που τοις απέμεινεν εις τα χωριά των, τα οποία είναι πτωχά. Και πληρώνουν τους σπαχήδες οι κάτοικοι με ό,τι έχουν και με το αίμα των ακόμα!».
Στη σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας θα επανέλθουμε σύντομα με τις ένοπλες εξεγέρσεις των Ελλήνων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι οποίες είναι δεκάδες. Χαρακτηριστικά, στο 15ο βιβλίο της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου, περισσότερες από 80 σελίδες (184-266) αναφέρονται σ’ αυτές…
ΠΗΓΗ: toromaiiko.com
Ιστορία - Πολιτισμός
17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.
Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.
Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.
Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή
Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.
Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.
Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.
Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.
Χρονικό της τραγωδίας
Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.
Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .
Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.
Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.
Ο αριθμός των θυμάτων
Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.
Μετά την καταστροφή
Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:
«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..
Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιστορία - Πολιτισμός
Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού
Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.
Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.
Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.
Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας
Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.
Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.
Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης
Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.
Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.
Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία
Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.
Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.
#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια
Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.
Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.
Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.
Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.
Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές
Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Αναλύσεις
Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο
Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.
Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.
Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.
Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».
Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.
Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.
Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.
Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.
Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.
Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.
Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.
Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.
Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας