Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Γερμανός εμπειρογνώμων: Τρεις κόκκινες γραμμές της Ε.Ε. για την Τουρκία

Δημοσιεύτηκε στις

Μιλάει στην «Κ» ο Γκίντερ Ζόιφερτ

Ενας από τους σημαντικούς εμπειρογνώμονες για την Τουρκία, ο Γκίντερ Ζόιφερτ, είναι επικεφαλής του Κέντρου Εφαρμοσμένων Τουρκικών Σπουδών (CATS), που συνδέεται με το Γερμανικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων και Ασφάλειας (German Institute for International and Security Affairs – SWP). Ο κ. Ζόιφερτ μίλησε στην «Κ» για την πραγματική εικόνα που έχουν για την Τουρκία και τον πρόεδρο Ερντογάν η Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Ρωσία.

– Πληροφορούμαστε ότι μια τουρκική αποστολή στη Σελήνη πρόκειται να πραγματοποιηθεί έως το 2023. Οι προκλήσεις του προέδρου Ερντογάν φτάνουν πλέον ώς τη Σελήνη;
– Κανείς δεν πιστεύει ότι ο πραγματικός του στόχος είναι να πετάξει στο φεγγάρι. Iσως θέλει να αυξήσει τον αριθμό των τουρκικών δορυφόρων και αυτό είναι σημαντικό για στρατιωτικούς λόγους.

– Πώς εξηγείται η θέση της Γερμανίας; Μπορούμε να υποψιαστούμε ότι το Βερολίνο έχει αποδεχθεί σιωπηλά την Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη;
– Φυσικά, ναι. Και δεν είναι μόνο το Βερολίνο. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για την Ουάσιγκτον. Δείτε πόσο απρόθυμα συμπεριφέρθηκαν οι ΗΠΑ κατά τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων στην Τουρκία λόγω των S-400. Δείτε επίσης πώς συμπεριφέρθηκε η Ρωσία στον πόλεμο στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η Ρωσία επέτρεψε στην Τουρκία να επεκτείνει την επιρροή της στο Αζερμπαϊτζάν. Δηλαδή, η Ρωσία αποδέχεται επίσης την Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη. Και όταν παρατηρούμε τη γειτονιά της Τουρκίας, τότε βλέπουμε μικρά κράτη όπως η Ελλάδα και η Βουλγαρία και αποτυχημένα κράτη όπως η Συρία και το Ιράκ. Βλέπουμε επίσης το Ιράν, που επί δεκαετίες υφίσταται τεράστια διεθνή πίεση. Ως εκ τούτου, η Τουρκία είναι μια περιφερειακή δύναμη. Είναι μια δύναμη στην περιοχή της. Και σήμερα επεκτείνει την επιρροή της στην Αφρική. Πρέπει να μπορούμε να το δούμε αυτό ως ένα γεγονός.

– Από την ώρα όμως που ο πρόεδρος Μπάιντεν διαδέχθηκε τον Τραμπ, μήπως μπορούμε να αναμένουμε μια νέα συνεννόηση μεταξύ Ουάσιγκτον, Βερολίνου και Παρισιού με στόχο τον περιορισμό της Τουρκίας;
– Νομίζω ότι όλοι ελπίζουν σε μια πιο συντονισμένη πολιτική απέναντι στην Τουρκία και προσωπικά ελπίζω επίσης ότι αυτό θα συμβεί, αλλά ταυτόχρονα βλέπω τις δυσκολίες. Στις δύο τελευταίες ευρωπαϊκές συνόδους ήταν πολύ δύσκολο για την Ευρωπαϊκή Eνωση να καταλήξει σε μια κοινή προσέγγιση απέναντι στην Τουρκία.

– Στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου αναμένετε μια από τα ίδια; 
– Για να είμαι ειλικρινής, ναι. Η Τουρκία αναπροσαρμόζει τώρα την πολιτική της στην περιοχή και τη ρητορική της απέναντι στην Ευρώπη. Το πράττει όχι επειδή φοβάται μια κοινή ευρωπαϊκή απάντηση, αλλά επειδή αναμένει μια πιο αυστηρή πολιτική από την Ουάσιγκτον. Η Τουρκία προσπαθεί τώρα να συνεννοηθεί με την Αίγυπτο. Προσπαθεί επίσης να δημιουργήσει έστω κάποιες περισσότερες επαφές με το Ισραήλ και έχει σταματήσει τις έρευνες υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο. Διαπιστώνουμε ότι η Τουρκία βρίσκεται σε μια στιγμή μετριοπάθειας. Το ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει αυτή η «στιγμή». Oμως, σε ό,τι αφορά την Ε.Ε., περιμένω μια από τα ίδια.

– Τι θα μπορούσε να κάνει τη Γερμανία να αλλάξει τη συμπεριφορά της;
– Η ερώτησή σας αυτή ίσως εδράζεται στην υπόθεση ότι κυρίως η Γερμανία είναι εκείνη που εμποδίζει την Ευρωπαϊκή Eνωση να υιοθετήσει μια πιο ανταγωνιστική στάση απέναντι στην Τουρκία. Δεν νομίζω ότι αυτό ισχύει. Προσθέστε την Ισπανία και την Ιταλία. Δεν θέλουν να διακινδυνεύσουν τους δεσμούς τους με την Τουρκία. Οι ισπανικές τράπεζες είναι σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένες στο τουρκικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το 2020 η Τουρκία ήταν ο μεγαλύτερος αγοραστής ισπανικών εξοπλισμών, ενώ η Ιταλία ήταν η Νο1 ευρωπαϊκή χώρα σε επενδύσεις στην Τουρκία.

– Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να υπάρχουν κάποιες κόκκινες γραμμές. Ποιες είναι αυτές; 
– Βλέπω τρεις εξελίξεις που μπορεί να ενώσουν την Ευρώπη εναντίον της Τουρκίας. Πρώτον, αν η Τουρκία επιμείνει να παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος των μουσουλμάνων στην Ευρώπη, που υποτίθεται ότι υφίστανται καταπίεση και αποκλεισμούς. Δεύτερον, η Κύπρος. Υπάρχει ευρεία συναίνεση από τον ΟΗΕ ώς την Ευρωπαϊκή Eνωση και την Ουάσιγκτον σχετικά με την Κύπρο. Είναι πραγματικά δύσκολο για την Τουρκία να αμφισβητήσει το καθιερωμένο πλαίσιο λύσης για το Κυπριακό. Δεν θα γίνει αποδεκτή μια λύση δύο κρατών. Το τρίτο θέμα θα ήταν στρατιωτικές συγκρούσεις με την Ελλάδα ή στην Πράσινη Γραμμή στην Κύπρο. Αυτές θα ήταν οι τρεις κόκκινες γραμμές.

– Η Ουάσιγκτον του Μπάιντεν φαίνεται ότι θα είναι πιο αποφασιστική τόσο απέναντι στη Μόσχα, όσο και απέναντι στην Aγκυρα. Αντέχει όμως η Ουάσιγκτον να χαρίσει την Τουρκία στη Ρωσία;
– Στην Τουρκία αρέσει να παίζει ανάμεσα στη Ουάσιγκτον και στη Μόσχα και να παρακινεί τη μία ενάντια στην άλλη. Το έκανε αυτό πολύ επιτυχημένα επί Τραμπ. Δεν θα είναι εξίσου εύκολο με τον Μπάιντεν. Oμως, η Δύση δύσκολα θα χάσει την Τουρκία επειδή το περιθώριο ελιγμών της Τουρκίας απέναντι στη Ρωσία οφείλεται στη θέση της στο ΝΑΤΟ. Η Τουρκία εξαρτάται από το ΝΑΤΟ. Κατά συνέπεια, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να είναι πιο αυστηρό με την Τουρκία.

– Σε αυτήν την περίπτωση τι βλέπετε να συμβαίνει σχετικά με τους S-400;
– Είναι ένα δίλημμα για την Τουρκία. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην Τουρκία να διατηρήσει τους S-400, αλλά υπό αμερικανικό έλεγχο. Η Τουρκία προσπαθεί τώρα να συνδέσει τους S-400 με την αμερικανική πολιτική στη Συρία έναντι των Κούρδων. Θέλει να σταματήσουν οι ΗΠΑ να υποστηρίζουν τους Κούρδους στη Συρία.

– Μπορεί να υποστηρίξουν οι ΗΠΑ ένα ανεξάρτητο κουρδικό κράτος ως μια ισχυρή λύση για την αντιμετώπιση της Τουρκίας;
– Δεν το έχω σκεφτεί. Είναι κάτι υπερβολικό. Επειτα από τόσες αποτυχημένες παρεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, από το Αφγανιστάν ώς το Ιράκ, δεν βλέπω ότι οι ΗΠΑ θα δοκιμάσουν μία ακόμη. Τις τελευταίες εβδομάδες και μήνες η Τουρκία βρίσκεται στο βόρειο Ιράκ σε μια αποστολή για να νικήσει το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (ΡΚΚ) και θέλει να πράξει το ίδιο με τους θεωρούμενους απογόνους του ΡΚΚ στη Συρία. Η Τουρκία θέλει να λύσει το λεγόμενο «κουρδικό πρόβλημα» με στρατιωτικά μέσα.

– Εάν είχε επανεκλεγεί ο Τραμπ, θα μπορούσε ευκολότερα να το πετύχει. Με τον Μπάιντεν όμως τα πράγματα δυσκολεύουν. Συμφωνείτε;
– Ναι, συμφωνώ απολύτως. Η πολιτική της Ουάσιγκτον θα αλλάξει. Οπως γνωρίζετε, ο Μπρετ Μακ Γκερκ επέστρεψε στην περιοχή. Διαχειριζόταν τη συνεργασία των ΗΠΑ με τους Κούρδους ως ειδικός απεσταλμένος έως το 2018 και τώρα επέστρεψε ως συντονιστής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας για τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Οπότε, θα δούμε τι θα συμβεί.

Μετά τη Μέρκελ τι;

– Τι ακολουθεί για τη Γερμανία μετά 16 χρόνια διακυβέρνησης από την καγκελάριο Μέρκελ; 
– Μπορεί να δούμε έναν συνασπισμό μεταξύ των Χριστιανοδημοκρατών και των Πρασίνων. Οσον αφορά την Τουρκία, οι Πράσινοι έχουν διαφορετική πολιτική. Είναι πολύ πιο επικριτικοί απέναντι στην Τουρκία εξαιτίας ζητημάτων δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι πολύ πιο αυστηροί σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική συνεργασία και τις πωλήσεις όπλων. Και επίσης είναι πολύ πιο επικριτικοί στο κουρδικό ζήτημα. Οσον αφορά τον επόμενο καγκελάριο, πιθανότατα θα είναι ο σημερινός πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Αρμιν Λάσετ, που εξελέγη πρόσφατα πρόεδρος των Χριστιανοδημοκρατών, παρόλο που το όνομα του Μάρκους Σόντερ, πρωθυπουργού της Βαυαρίας και προέδρου της Χριστιανικής Κοινωνικής Ενωσης, ακούγεται επίσης. Το στυλ τους είναι διαφορετικό. Το στυλ του Λάσετ μοιάζει περισσότερο με της Μέρκελ που αναζητεί συναινέσεις. Ο Σόντερ εμφανίζεται περισσότερο δυναμικός και αποφασιστικός.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις46 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή