Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Αίγυπτος θα τα βρει με την Τουρκία;

Δημοσιεύτηκε στις

Burak Tuygan

Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου, κατά την επιστροφή του από το Κατάρ, είπε ότι ξεκίνησε διπλωματικές επαφές με την Αίγυπτο. Σύμφωνα με τον Çavuşoğlu, και οι δύο πλευρές κάθισαν στο τραπέζι άνευ όρων.

Ανώτεροι Τούρκοι αξιωματούχοι, μέχρι και ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, έχουν ήδη δηλώσει ότι οι δύο χώρες έχουν πραγματοποιήσει συνομιλίες σε επίπεδο υπηρεσιών πληροφοριών.

Δεν υπήρξε απάντηση από την Αίγυπτο στη δήλωση του Çavuşoğlu. Επίσης, δεν υπήρχε καμία απάντηση του Καΐρου πιο πριν για το θέμα των συνομιλιών μεταξύ των υπηρεσιών πληροφοριών.

Στη δήλωσή του την περασμένη εβδομάδα, ο υπουργός Εξωτερικών Çavuşoğlu είχε δηλώσει ότι ήταν έτοιμοι να συναντηθούν και να συζητήσουν άνευ όρων με την Αίγυπτο. Η δήλωση αυτή του Cavusoglu έγινε μετά τη δημοσίευση του χάρτη, με το οικόπεδο ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, που ήταν εφαπτόμενο με τα νότια σύνορα της τουρκικής υφαλοκρηπίδας όπως αυτή οριοθετήθηκε και δηλώθηκε στα Ηνωμένα Έθνη  από την Τουρκία το 2019.

Ο Çavuşoğlu υπενθύμισε ότι το Κάιρο έδειξε αυτή τη στάση (σ.τ.μ. σεβασμού των συνόρων της μονομερώς οριοθετηθείσας τουρκικής υφαλοκρηπίδας) κατά τη διάρκεια της συμφωνίας οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών που υπέγραψε με την Ελλάδα πέρυσι.

Μιλώντας στο TRT, ο Çavuşoğlu είπε: “Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται στο πλαίσιο του οδικού χάρτη. Τις επόμενες μέρες, θα γίνουν επίσης συνομιλίες σε επίπεδο διπλωματών, πέρα από τις συνομιλίες που γίνονται σε επίπεδο υπηρεσιών πληροφοριών».

Οι σχέσεις Τουρκίας-Αιγύπτου κυλούσαν σε χαμηλό επίπεδο μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας Ελεύθερων Συναλλαγών το 2005. Αν και ο Πρόεδρος της Αιγύπτου Χόσνι Μουμπάρακ είχε μεσολαβήσει το 1998 μεταξύ της Τουρκίας και της Συρίας, για να απομακρύνει η Συρία τον αρχηγό του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτσαλάν από το έδαφός της, οι δύο περιφερειακές δυνάμεις κρατούσαν πάντα αποστάσεις η μια από την άλλη.

Η πολιτική «μηδενικών προβλημάτων» που είχε υιοθετήσει το ΑΚΡ με τους γείτονες της Τουρκίας και η στρατηγική της να χρησιμοποιεί την οικονομία ως ήπια δύναμη, οδήγησε σε σοβαρές εξελίξεις στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών και ειδικά οι οικονομικές σχέσεις άρχισαν να αυξάνονται ραγδαία.

Αν και ήταν ενεργός ανάμειξη της Τουρκίας στο Παλαιστινιακό είχε προκαλέσει ανησυχίες στην Αίγυπτο, η συχνότητα επισκέψεων υψηλού επιπέδου που πραγματοποιήθηκαν από την Τουρκία στο Κάιρο μέχρι το 2009, είχαν θετικό αντίκτυπο στην πρόοδο των σχέσεων των δύο χωρών.

Αλλά η Αραβική Άνοιξη που ξεκίνησε στην Τυνησία τον Δεκέμβριο του 2010, οδήγησε σε ριζική αλλαγή στην τουρκική πολιτική για τη Μέση Ανατολή, με αποτέλεσμα να αρχίσει μια από τις χειρότερες περιόδους στην ιστορία των σχέσεων με την Αίγυπτο.

Όταν το μέλος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας Μοχάμεντ Μόρσι, ανέλαβε την εξουσία για ένα χρόνο στην Αίγυπτο, η Τουρκία δεν ανακοίνωσε μόνο πακέτο βοήθειας ύψους δύο δισεκατομμυρίων δολαρίων, αλλά έλαβε μέτρα για τη δημιουργία της σχεδιαζόμενης ζώνης ελεύθερων συναλλαγών και έκανε βήματα για συνεργασία σε πολλούς τομείς.

Ωστόσο, το πραξικόπημα του Abdulfettah al-Sisi τον Ιούλιο του 2013 έφερε τις πολιτικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών στο σημείο της διακοπής. Τούρκοι αξιωματούχοι, ειδικά ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, χαρακτηρίζοντας τον Σίσι τύραννο και παράνομο, οδήγησαν την Αίγυπτο να απελάσει τον Τούρκο πρέσβη Χουσεΐν Άβνι Μπότσαλι και να αποσύρει τον πρέσβη της από την Άγκυρα.

Ο Ερντογάν δεν δίστασε να βάζει στο στόχαστρο συνεχώς την Αίγυπτο και το Σίσι σε όλες τις διπλωματικές επαφές και σε όλες τις προεκλογικές ομιλίες που έκανε στις πλατείες, λέγοντας ότι ο νόμιμος ηγέτης της Αιγύπτου γι’ αυτούς είναι ο Μόρσι και σηκώνοντας το χέρι με τα τέσσερα δάχτυλά, που είναι το σήμα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, στράφηκε εναντίον του Σίσι.

Ο Ερντογάν, ο οποίος έφτασε στο σημείο να πει ότι το Ισραήλ ήταν πίσω από το αιγυπτιακό πραξικόπημα, ισχυρίστηκε ότι θα κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να διωχθεί ο Σίσι από διεθνή δικαστήρια.

Ο Ερντογάν, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 25 Σεπτεμβρίου 2014, επέκρινε τον διεθνή οργανισμό λέγοντας: “Ενώ η κυβέρνηση που εκλέχθηκε με τις ψήφους του λαού ανατράπηκε με πραξικόπημα στην Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Έθνη νομιμοποίησαν το πρόσωπο που πραγματοποίησε το πραξικόπημα”.

Χρησιμοποιώντας την έκφραση μάρτυρα για τον Μόρσι, ο οποίος, αφού κρατήθηκε στη φυλακή για χρόνια, πέθανε μπροστά στον δικαστήριο κατά τη διάρκεια της δίκης του, ο Ερντογάν έκανε πολύ σκληρές δηλώσεις τον Ιούνιο του 2019:

“Αντιδρούμε στη σφαγή της δημοκρατίας στην Αίγυπτο, η οποία αποκαλύφθηκε για άλλη μια φορά με το θάνατο του Μόρσι τη Δευτέρα. Ο πρώτος Πρόεδρος που έρχεται με εκλογές σε μια χώρα ψυχομαχεί επί 20-25 λεπτά και δεν υπάρχει η παραμικρή παρέμβαση. Το άτομο που ονομάζεται Sisi είναι ένας τέτοιος κυβερνήτης στην Αίγυπτο και είναι τύραννος.

Δεν θα παραμείνουμε σιωπηλοί ως Τουρκία για τα γεγονότα αυτά. Θα αγωνιστούμε για την αποσαφήνιση του ζητήματος (ο θάνατος του Μόρσι) χρησιμοποιώντας  στο έπακρο τις ευκαιρίες που παρέχει το διεθνές δίκαιο. Πιστεύω ότι τα Ηνωμένα Έθνη θα εξετάσουν σίγουρα τον ύποπτο θάνατο του Μόρσι στην ημερήσια διάταξη και θα υποχρεώσουν τους υπευθύνους να λογοδοτήσουν.”

Το 2020 ήταν ένα από τα πιο κρίσιμα χρόνια στις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Τα βήματα που έκανε η Τουρκία στη Λιβύη και η επίδειξη δύναμης στην Αν. Μεσόγειο, οδήγησε την Αίγυπτο  σε συμμαχία με άλλες χώρες της περιοχής. Η Αίγυπτος, που υπέγραψε συμφωνία οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών με την Ελλάδα τον Αύγουστο του 2020, ως αντίποινα στην αντίστοιχη συμφωνία που υπέγραψε η Τουρκία με τη Λιβύη τις 27 Νοεμβρίου 2019 στη Λιβύη, τον Ιανουάριο του 2019 συμφώνησε στη δημιουργία του Gaz Forum, στο οποίο συμμετέχουν  επίσης η Κύπρος, η Ελλάδα, το Ισραήλ, η Ιορδανία, η Παλαιστίνη και η Ιταλία, με έδρα το Κάιρο. Η Τουρκία δεν προσκλήθηκε στο φόρουμ.

Στις 11 Φεβρουαρίου 2021, ιδρύθηκε ένα Φόρουμ Φιλίας στην Αθήνα και στο φόρουμ συμμετείχαν Κύπρος, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Γαλλία, Σαουδική Αραβία και Ιορδανία, καθώς και η Αίγυπτος και η Ελλάδα.

Η πολιτική της Τουρκίας στην Αν. Μεσόγειο επίσης έχει οδηγήσει στην ενίσχυση της αιγυπτιακής πολεμικής αεροπορίας και του πολεμικού ναυτικού.

Παρ’ όλες τις εντάσεις που δημιουργήθηκαν, ήταν προσεκτικοί για να μην έρθουν στα πρόθυρα μιας αντιπαράθεσης η Τουρκία με την Αίγυπτο. Η άρνηση της Αιγύπτου να προκηρύξει διαγωνισμό για τις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές με την Τουρκία, θεωρείται μέρος αυτής της στρατηγικής της μη σύγκρουσης. Παρόλο που η Αίγυπτος έχει τεταμένες σχέσεις με την Τουρκία, προσπαθεί να μην αναμειχθεί σε ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας.

Η παθητική εξωτερική πολιτική που ακολουθεί η Αίγυπτος απέναντι στην Τουρκία, οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Σίσι φοβάται μήπως μια κρίση με την Τουρκία αποδυναμώσει τον ίδιον. Επίσης, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο η συμπάθεια που νοιώθει η αιγυπτιακή κοινωνία απέναντι στην τουρκική κοινωνία, παρά τις εντάσεις μεταξύ των κυβερνήσεων των δύο χωρών, που οφείλεται στους ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών.

Δεν υπάρχουν σοβαρά ζητήματα που να οδηγούν σε σύγκρουση ή ανταγωνισμό μεταξύ των δύο χωρών. Αλλά αναπόφευκτα οι ισλαμιστικές-εθνικιστικές πολιτικές που εφαρμόζει η Τουρκία στην Αίγυπτο προκαλούν κυρίως βαθιά ανησυχία σε όλες τις περιοχές της χώρας.

Η μεγαλύτερη ανησυχία της Αιγύπτου όσον αφορά την Τουρκία, είναι αναμφίβολα η Μουσουλμανική Αδελφότητα. Αυτό το κίνημα, το οποίο έχει ισχυρούς δεσμούς σε όλες τις αραβικές χώρες αλλά και πολλές ισλαμικές χώρες, υπέστη σημαντική απώλεια εξουσίας μετά την πτώση του Μόρσι. Ωστόσο, η κυβέρνηση Ερντογάν προσπάθησε να είναι ασκήσει επιρροή στην αραβική και ισλαμική γεωγραφία χρησιμοποιώντας το δίκτυο σχέσεων που είχε το κίνημα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Για το σκοπό αυτό, η κυβέρνηση Ερντογάν, η οποία προστάτευε το κίνημα, όχι μόνο παραχώρησε υπηκοότητα σε ορισμένα υψηλού επιπέδου μέλη της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, αλλά και ανέθεσε αποστολή στις υπηρεσίες πληροφοριών για την προστασία των μέσων μαζικής ενημέρωσης του κινήματος και τη χρηματοδότησε υπογείως. Ακόμα και σήμερα μεγάλος αριθμός τηλεοράσεων, εφημερίδων και ιστοσελίδων εκπέμπουν από την Τουρκία και αυτές οι εκπομπές και δημοσιεύσεις συγκαταλέγονται μεταξύ των εκπομπών με τις περισσότερες προβολές σε ολόκληρη την αραβική περιοχή.

Από την άλλη πλευρά, ένας περιορισμένος αριθμός ραδιοτηλεοπτικών φορέων από τον αραβικό κόσμο λειτουργούν για να επηρεάσουν την τουρκική κοινή γνώμη.

Το δεύτερο ζήτημα που δηλητηριάζει τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών είναι η Λιβύη. Όπως η Τουρκία βλέπει τη Συρία ως τον δικό της ακάλυπτο χώρο, έτσι και η Αίγυπτος βλέπει τη Λιβύη ως το δικό της ακάλυπτο χώρο. Κατά την περίοδο του Καντάφι, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Αιγύπτιοι εργάτες εργάζονταν στη χώρα των πέντε εκατομμυρίων, και αυτό ήταν μια σοβαρή πηγή εισοδήματος για την αιγυπτιακή οικονομία. Ωστόσο, το πραγματικό πρόβλημα είναι η απειλή που θα δημιουργήσει για την Αίγυπτο η αστάθεια και το έλλειμμα ασφάλειας στη Λιβύη. Η Αίγυπτος επιδιώκει να εκλεγεί μία κυβέρνηση κοντά στο Κάιρο, που θα διοικεί τη Λιβύη και γι’ αυτό αντιτίθεται απολύτως σε ορισμένες χώρες θέλουν να δραστηριοποιηθούν σε αυτήν τη χώρα, ειδικά στην Τουρκία.

Σύμφωνα με την Αίγυπτο, η παρουσία της Τουρκίας στη Λιβύη, σημαίνει αύξηση της επιρροής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας. Εκτός αυτού, η Αίγυπτος ανησυχεί επίσης για τον περιορισμό της ζώνης επιρροής της και για την νεκρανάσταση του οθωμανικού ονείρου της Τουρκίας.

Επιπλέον, το Κάιρο παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία τις προσπάθειες για βελτίωση των σχέσεων της Τουρκίας με την Αιθιοπία, που έχουν ως στόχο να πιέσουν την Αίγυπτο στο θέμα των νερών του Νείλου.  Η Αιθιοπία έκανε ένα ιστορικό βήμα στον ποταμό Νείλο, που θεωρείται ως ζήτημα ζωής και θανάτου για την Αίγυπτο, τα τελευταία χρόνια, και έχτισε το φράγμα της Αναγέννησης, το οποίο άρχισε να συλλέγει νερό πριν από μερικούς μήνες.

Η Αίγυπτος ανησυχεί ότι η μείωση στα νερά του Νείλου θα επηρεάσει βαθιά τη ζωή στην Αίγυπτο, ιδίως το πόσιμο νερό και τη γεωργία. Η Αιθιοπία ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες για την κατανομή των υδάτων του Νείλου κατά τα χρόνια που οι Βρετανοί κρατούσαν την Αίγυπτο υπό τον έλεγχό τους, δεν είναι πλέον έγκυρες. Σύμφωνα με αυτές τις συμφωνίες, το 75% των υδάτων του Νείλου χρησιμοποιούνται από την Αίγυπτο και το 25% από το Σουδάν. Αν και η πηγή του 85 τοις εκατό των υδάτων του Νείλου είναι η Αιθιοπία, η χώρα αυτή δεν μπορεί να επωφεληθεί από αυτά τα ύδατα.

Μια άλλη πρωτοβουλία της Τουρκίας είναι το Σουδάν. Πριν την ανατροπή του Umar Hasan al-Bashir, η Τουρκία ήθελε να χτίσει μια ναυτική βάση στο νησί Savaki, αλλά αυτό το έργο παρέμεινε στα χαρτιά με την ανατροπή Bashir. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση θεωρεί ότι η ανάπτυξη των σχέσεων της Τουρκίας με το Σουδάν είναι επικίνδυνη όσον αφορά την ασφάλεια της Αιγύπτου. Με παρόμοιο τρόπο η στρατιωτική βάση που ίδρυσε η Τουρκία στη Σομαλία, θεωρείται ως απαράδεκτη τόσο από την Αίγυπτο όσο και από άλλες αραβικές χώρες.

Για όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η νέα περίοδος που επιδιώκει να εγκαινιάσει η Τουρκία στις σχέσεις της με την Αίγυπτο, δεν μπορεί να είναι και τόσο εύκολη. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση σε κάθε έκκληση της Τουρκίας, απαντά ως εξής: “Εμείς βλέπουμε πιο πολύ τα έργα και όχι τα λόγια”.

Πηγή: ahvalnews.com

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις30 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις60 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Δημοφιλή