Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πενταμερής και «διεθνής παράγων» – Ο ρόλος των Βρετανών και του Ισραήλ 

Δημοσιεύτηκε στις

Αλέξανδρος Ν. Ζήνωνας  
Η «άτυπη» πενταμερής συνάντηση για το Κυπριακό έχει ήδη ορισθεί για τα τέλη Απριλίου. Επανέρχεται έτσι στο προσκήνιο ο ρόλος του λεγόμενου διεθνούς παράγοντα, όπως αυτός διαμορφώνεται υπό τα σημερινά δεδομένα. Θα ήταν ίσως χρήσιμοι κάποιοι προβληματισμοί επ’ αυτού, ασφαλώς όχι εξαντλητικοί, σαν τροφή για σκέψη.

Πρώτος καθοριστικός παράγων είναι αναμφίβολα η Τουρκία.  Τον Δεκέμβριο 2014, μερικές βδομάδες μετά την ανάληψη των καθηκόντων της, η Federica Mogherini, τότε  Ύπατος Εκπρόσωπος και Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Τουρκία και συναντήθηκε και με τον Πρόεδρο Ερντογάν. Κατά τη συνάντηση εκείνη, ο Τούρκος Πρόεδρος της δήλωσε απερίφραστα ότι «τίποτε δεν μπορεί να συμβεί στην Ανατολική Μεσόγειο χωρίς τη συγκατάθεση της Τουρκίας». Η Mogherini ενημέρωσε τα υπουργεία Εξωτερικών των κρατών-μελών της ΕΕ. Σε συνάντηση λίγους μήνες αργότερα με τους Ευρωπαίους ομολόγους μου στο Λουξεμβούργο, διαπίστωσα, όχι χωρίς έκπληξη, πως ελάχιστοι είχαν συγκρατήσει την προειδοποίηση αυτή του Ερντογάν.Ό,τι ακολούθησε τα επόμενα χρόνια δεν αποτελεί παρά υλοποίηση όσων ο Τούρκος Πρόεδρος είχε προαναγγείλει διά της Mogherini.

Διαχρονικός στρατηγικός στόχος και επιδίωξη της Τουρκίας είναι ο έλεγχος του «μαλακού της υπογάστριου» και η αποτροπή αυτού που προσλαμβάνει ως «περικύκλωσή» της. Από το Αιγαίο στην Κύπρο, από τη Συρία στον Λίβανο, από την Αίγυπτο στη Λιβύη, μεθοδικά και με σταθερά βήματα, ενεργεί προς τον σκοπό αυτό. Είναι, εξάλλου, χώρα που σχεδιάζει μακροπρόθεσμα τις στρατηγικές της επιλογές, σε βάθος δεκαετιών και αιώνων, ανεξάρτητα από καθεστώτα, και στην υλοποίησή τους μόνο τακτικούς και πρόσκαιρους ελιγμούς πραγματοποιεί.

Το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 εξέτρεψε προσωρινά μόνο τον Ερντογάν από τον στόχο αυτό, αφού του μετέβαλε τις προτεραιότητες. Όμως, έχοντας σε μεγάλο βαθμό τακτοποιήσει τους λογαριασμούς του με τους στρατιωτικούς, επέστρεψε στη συνέχεια με μεγαλύτερη αποφασιστικά στην πραγματοποίηση των αρχικών του σχεδιασμών: μεγαλύτερη διεκδικητικότητα στο Αιγαίο και στη Συρία, ανάμιξη μέσω «πληρεξουσίων» στα εσωτερικά του Λιβάνου, επέμβαση στη Λιβύη, προσπάθεια προσέγγισης του αιγυπτιακού καθεστώτος και ασφαλώς αύξηση των απαιτήσεων στο Κυπριακό.

Η Κύπρος αποτελεί ασφαλώς κεντρικό σημείο για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και της εξασφάλισης των νοτίων παραλίων της Τουρκίας, γι’ αυτό και ο έλεγχός της είναι ουσιώδης στο τουρκικό εγχείρημα. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το τουρκικό ενδιαφέρον για τα ενεργειακά αποθέματα της περιοχής. Αποτελεί όμως περισσότερο μέσον παρά σκοπό. Για ποια, εξάλλου, αποθέματα μιλούμε; Τα μόνα επιβεβαιωμένα είναι εκείνα του «Αφροδίτη», μικρής οικονομικής σημασίας. Το υποτιθέμενο προσδοκώμενο από την Τουρκία οικονομικό όφελος είναι δυσανάλογα αβέβαιο και πιθανότατα χαμηλό, συγκρινόμενο με ό,τι έχει επενδύσει στον τομέα αυτό. Το μείζον είναι ο έλεγχος της περιοχής, ο οποίος περνά μέσα και από τα ενεργειακά.

Πέραν αυτών, η εσωτερική πολιτική κατάσταση στη χώρα, με την εξάρτηση, «ομηρία» θα έλεγα, του Ερντογάν από ακραία εθνικιστικά κόμματα και την επιδείνωση της πραγματικής οικονομίας προσφέρονται για τον αποπροσανατολισμό της τουρκικής κοινής γνώμης προς εξωτερικά θέματα.

Η σύνθεση των δεδομένων αυτών δίνει μια ιδέα των όσων θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε σε περίπτωση που η διαπραγματευτική διαδικασία προχωρήσει. Η Τουρκία όμως δεν είναι η μόνη δύναμη με ενδιαφέρον για την περιοχή.

Η Ρωσία, όπως φάνηκε και από την άνευ περιορισμών υποστήριξή της προς το συριακό καθεστώς, βρίσκεται πάντοτε σε αναζήτηση στηριγμάτων και διευκολύνσεων για μονιμότερη παρουσία στην περιοχή. Εξού και η δικαιολογημένη ενόχλησή της, η οποία εκφράσθηκε με διάφορους τρόπους, για τη συμπερίληψη, κατ’ αμερικανική απαίτηση, στο κοινό ανακοινωθέν της συνάντησης 3+1 (Κύπρος, Ελλάδα, Ισραήλ + ΗΠΑ) του Μαρτίου 2019 της φράσης «The leaders agreed to increase regional cooperation; to support energy independence and security; and to defend against external malign influences in the Eastern Mediterranean and the broader Middle East». 

Η Ρωσία, βέβαια, ασκεί την πολιτική της με βάση τα δικά της εθνικά συμφέροντα, τα οποία για την ώρα της επιβάλλουν να τηρεί στο Κυπριακό αυτό που ονομάζει «στάση αρχών», θέση που αντηχεί εύηχα στ’ αφτιά ορισμένων πολιτικών κύκλων της Μεγαλονήσου. Παράλληλα όμως, η αναπτυσσόμενη σχέση της με την Τουρκία, ιδιαίτερα δε μεταξύ των δύο αυταρχικών ηγετών Πούτιν και Eρντογάν, διαφοροποιεί ήδη τα γεωπολιτικά δεδομένα στην περιοχή. Η προσπάθεια της Μόσχας να απομακρύνει την Άγκυρα από τους παραδοσιακούς της εταίρους και συμμάχους είναι προφανής. Προφανές είναι επίσης και το γεγονός ότι ο Eρντογάν αξιοποιεί και εκμεταλλεύεται προς όφελός του την κατάσταση αυτή. Γιατί μπορεί μεν η Δύση να μη θεωρεί τον Τούρκο Πρόεδρο ό,τι καλύτερο για τα συμφέροντά της, αλλά επιθυμεί διακαώς την παραμονή της Τουρκίας στο στρατόπεδό της.

Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο. Η Ρωσία, το υπουργείο Εξωτερικών ιδιαίτερα αλλάζουν. Δεν είναι η παλιά Σοβιετική Ένωση. Νέες νοοτροπίες και κυρίως νέα πρόσωπα έχουν σιγά-σιγά αναθεωρήσει κατεστημένες αντιλήψεις. Παρά το γεγονός ότι η σοβιετική-ρωσική εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από μια σταθερότητα, όχι στατικότητα, αφού τα συμφέροντα της χώρας στην περιοχή δεν άλλαξαν ουσιωδώς από την εποχή της Αυτοκρατορίας, υπάρχει σήμερα μια διαφορετική ανάλυσή τους και κυρίως των τρόπων και μεθόδων επιδίωξής τους. Στον βαθμό που η διασφάλιση των συμφερόντων αυτών θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί αποτελεσματικότερα με αλλαγή της κυπριακής πολιτικής της Μόσχας, δεν θα απέκλεια να δούμε και μεταβολή της «στάσης αρχών». Ο νυν υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, είναι, ευτυχώς, καλός γνώστης των θεμάτων μας και προέρχεται από την παλιά σχολή σκέψης. Δεν μπορείς όμως να επενδύεις τα πάντα σε ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο μοιραίως κάποια στιγμή θα αποχωρήσει.

Η Γαλλία, επίσης, επέδειξε όψιμο ενδιαφέρον για την περιοχή μας, ενδιαφέρον το οποίο δημιούργησε κλίμα αισιοδοξίας και επανέφερε τις μνήμες του «Ελλάς-Γαλλία, συμμαχία». Το γαλλικό ενδιαφέρον συνέπεσε χρονικά με την τουρκική ανάμειξη στη Λιβύη, χώρα που συνορεύει με δύο χώρες άμεσου γαλλικού ενδιαφέροντος, την Αλγερία και την Τυνησία. Παράλληλα, υπάρχει πάντοτε η τουρκική ανάμειξη, έμμεσα και μέσω τρίτων, στα εσωτερικά μιας άλλης χώρας παραδοσιακά γαλλικού ενδιαφέροντος, του Λιβάνου. Η προοπτική δημιουργίας, υπό την επιρροή της Τουρκίας, ενός ισλαμικού πολιτικού τόξου, Λιβάνου, Αιγύπτου (όπου επί καθεστώτος Morsi η Τουρκία επηρέαζε αποτελεσματικά τις επιλογές εξωτερικής πολιτικής της χώρας), Λιβύης, Τυνησίας, Αλγερίας, μόνο εφιάλτες θα προκαλούσε στη γαλλική εξωτερική πολιτική, ιδίως εν όψει των προεδρικών εκλογών του Απριλίου 2022. 

Είναι θετικό στοιχείο ότι, ήδη από το 2005, όλες οι κυπριακές Κυβερνήσεις επένδυσαν στις σχέσεις τους με τη Γαλλία, ενισχύοντας τις πολιτικές και διπλωματικές τους δυνατότητες. Η πρόσφατη, επίσης, αναζωογόνηση των ελληνο-γαλλικών σχέσεων και η προοπτική σύναψης συμβολαίων για προμήθεια αμυντικού υλικού για τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αναβαθμίζουν τη συνεργασία των δύο χωρών στους συγκεκριμένους τομείς.  Όμως, μέχρι εκεί. Ας μην τρέφουμε αυταπάτες.

Με την αλλαγή φρουράς στην Ουάσινγκτον, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ επανέρχονται δυναμικά στην ευρύτερη περιοχή. Υπήρξε, βέβαια, προς το τέλος της θητείας Τραμπ, με τις επισκέψεις Πομπέο, ανανέωση του αμερικανικού ενδιαφέροντος,. Όμως «Too little, too late». 

Δεν είμαι βέβαιος ότι τώρα τα πράγματα θα αλλάξουν δραστικά και θεαματικά. Βέβαιον είναι ότι ο Μπάιντεν, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του, θα λειτουργήσει θεσμικά, μέσω του υπουργείου Εξωτερικών και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας. Είναι αυτό καλή είδηση; Έχοντας υπ’ όψιν πώς λειτουργεί το σύστημα και η αμερικανική γραφειοκρατία, δεν θα ήμουν υπερβολικά αισιόδοξος. Όμως, αν μη τι άλλο, θα εκλείψουν οι συχνές εξωθεσμικές παρεμβάσεις και ενέργειες του τέως Προέδρου και η άσκηση προσωπικής εξωτερικής πολιτικής.

Δεν υποτιμώ βέβαια το γεγονός ότι κατά την παρούσα συγκυρία υπάρχουν στην Ουάσινγκτον κάποιες ασφαλιστικές δικλίδες: ο Πρόεδρος Μπάιντεν γνωρίζει και έχει ασχοληθεί στο παρελθόν με τα θέματά μας και θέλω να ελπίζω ότι δεν θα δέχεται αβασάνιστα ό,τι του εισηγείται η γραφειοκρατία, ο δε γερουσιαστής Menendez είναι πλέον πρόεδρος της παντοδύναμης Επιτροπής Εξωτερικών της Αμερικανικής Γερουσίας. Βέβαια, κάτω απ’ αυτούς υπάρχει πληθώρα πολιτικών, υπηρεσιακών και άλλων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων και είναι γνωστό ότι η πρόσβαση στην κορυφή δεν είναι πάντοτε εύκολη και έγκαιρη. 

Δεν θα πρέπει, ακόμη, να μας διαφεύγει πως η παρούσα επιδείνωση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων και η επιβολή κυρώσεων, καίτοι θα πρέπει να προσμετρώνται, δεν οφείλονται και ούτε έχουν σχέση με το Κυπριακό. Ταυτόχρονα, η προσπάθεια επαναπροσέγγισης από πλευράς Τουρκίας βρίσκεται υπό εξέλιξη. Το 2004 πληρώσαμε τίμημα για τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή μας. Θα πρέπει, με κάθε τρόπο, να αποφευχθεί να επαναληφθεί κάτι παρόμοιο, ως αντιστάθμισμα «της επανόδου της Τουρκίας στην τάξη».

 Ο ρόλος των Βρετανών και του Ισραήλ 

Σ’ ό,τι αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, θα μπορούσαν να γραφούν πάρα πολλά για τα οποία ο δημοσιογραφικός χώρος δεν επαρκεί. Για τους Βρετανούς, όμως, υπάρχει μια διαχρονική βασική προτεραιότητα: η διαφύλαξη του καθεστώτος και της απρόσκοπτης λειτουργίας των Βάσεων. Οτιδήποτε θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τα δύο αυτά στοιχεία θα βρει το Ηνωμένο Βασιλείο αντιμέτωπο. Η διαπίστωση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην εις βάρος των συμφερόντων μας. Υπάρχουν περιθώρια αξιοποίησής της, από τη στιγμή που η διασφάλιση των στοιχείων αυτών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την Κυπριακή Δημοκρατία. Πέραν αυτού, κατά την περίοδο 2013-2018, δημιουργήθηκαν μεταξύ Κύπρου-Ηνωμένου Βασιλείου συνέργειες στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν κατάλληλα. Και να μη λησμονείται ότι το Λονδίνο, ιδιαίτερα ο αείμνηστος Ρόμπιν Κουκ, υποστήριξε έμπρακτα την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, γιατί αυτό επέβαλλαν τα βρετανικά συμφέροντα.

Υπάρχει ακόμη ένας άλλος σημαντικός παράγων στην περιοχή, το Ισραήλ. Το Ισραήλ το οποίο θεωρεί την Κύπρο και την Ελλάδα ως το «στρατηγικό του βάθος». Το Ισραήλ με όλη την πολιτική επιρροή που μπορεί να ασκήσει πέραν του Ατλαντικού. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε μια αποστροφή όταν του εξηγήθηκε πως προδιαγράφεται η λύση του Κυπριακού, είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου (;): «Αν έχω αντιληφθεί σωστά, εγώ θα πρέπει να είμαι εναντίον της λύσης»…

Αξιοποίηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων

Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι οι περιφερειακές πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν από τον Ιωάννη Κασουλίδη από το 2013 και μετά έχουν ασφαλώς ενισχύσει τη διπλωματική θέση της Κύπρου και αναδείξει δυνατότητες, ιδίως με αραβικές χώρες της περιοχής (Αίγυπτος, Ιορδανία, Σαουδική Αραβία, με την οποία η Κύπρος μέχρι το 2015 δεν διατηρούσε πλήρεις διπλωματικές σχέσεις, ΗΑΕ κ.ά.), που στο παρελθόν παρέμεναν ανεκμετάλλευτες. Αυτό είναι κάτι που σταθμίζεται θετικά στα δυτικά κέντρα λήψεως αποφάσεων. 

Θα μου υποδειχθεί, δικαίως, ότι δεν έχω αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Διερωτώμαι, όμως, αν είναι σε θέση να διαδραματίσει κάποιον ουσιαστικό ρόλο. Το 2004, ούτε λίγο ούτε πολύ, μας είχε πει «συμφωνήστε με τους Τούρκους κι εμείς  θα θεωρήσουμε ότι αυτό συνάδει με το Κεκτημένο». Τώρα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να αναμένουμε τήρηση ίσων αποστάσεων και κάποιες λεκτικές διακηρύξεις. Και εδώ όμως η ιδιότητά μας του κράτους-μέλους παρέχει δυνατότητες και μέσα που θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε. 

Καταλήγω, σημειώνοντας πως, σ’ ότι αφορά τον «διεθνή παράγοντα», διαθέτουμε ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα. Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι αυτά μπορούν να αντισταθμίσουν απόλυτα το γεωπολιτικό βάρος της Τουρκίας. Όμως κάποια απ’ αυτά επιβάλλεται να αξιοποιηθούν έγκαιρα, καίτοι χωρίς υπέρμετρες προσδοκίες.

*Πρέσβης ε.τ. – Πρώην γ..δ. Υπουργείου Εξωτερικών Κυπριακής Δημοκρατίας (2006-2008 και 2013-2018) 

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις1 λεπτό πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή