Του Luigi Scazzieri
Διεθνή
Πώς μπορεί το ΝΑΤΟ να περιορίσει την κρίση στην Αν. Μεσόγειο
“Η Αμερική επέστρεψε”, τόνισε ο Αμερικανός πρόεδρος Joe Biden στην πρόσφατη ομιλία του στη διάσκεψη ασφάλειας του Μονάχου, στην οποία δέσμευσε εκ νέου και επισήμως τις ΗΠΑ να υπερασπιστούν τους συμμάχους τους εάν τους επιτεθούν. Αυτό ήταν μια στιγμή αναζωογόνησης για το ΝΑΤΟ, αφότου ο Τrump αμφισβήτησε τη δέσμευση των ΗΠΑ στη συλλογική άμυνα κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ωστόσο, η συμμαχία αντιμετωπίζει ακόμη πολλές προκλήσεις. Ενώ τα ερωτήματα για το πώς να αντιμετωπίσει τη Ρωσία και την Κίνα είναι τα πιο εξέχοντα, το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει επίσης μια περίπλοκη εικόνα στα νότια του. Η εκτεταμένη αστάθεια στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική και οι εντάσεις μεταξύ της Τουρκίας και άλλων συμμάχων υπονομεύουν τη συνοχή της Συμμαχίας και την ικανότητά της να αντιμετωπίζει κοινές προκλήσεις.
Οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ θα πρέπει να εργαστούν στενά εάν θέλουν να βοηθήσουν στη σταθεροποίηση του Ιράκ, της Λιβύης και της Συρίας. Αλλά η εσωτερική συνοχή είναι ακριβώς αυτό που στερείται η συμμαχία. Τον τελευταίο χρόνο υπήρξαν αυξημένες εντάσεις μεταξύ της Τουρκίας και των ΗΠΑ, και μεταξύ της Τουρκίας και Ευρωπαίων συμμάχων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Διαφωνίες για τα θαλάσσια σύνορα, που εν μέρει συνδέονται με την επιθυμία εκμετάλλευσης των πόρων φυσικού αερίου στην περιοχή, έχουν οδηγήσει σε κατακόρυφη αύξηση των εντάσεων στην Αν. Μεσόγειο. Η Άγκυρα έχει επιδιώξει μονομερώς να προωθήσει τις διεκδικήσεις της, στέλνοντας ερευνητικά πλοία με τη συνοδεία στρατιωτικών πλοίων κοντά στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Ως απάντηση η Ελλάδα κινητοποίησε το ναυτικό της και η Γαλλία έστειλε πλοία στην περιοχή, βλέποντας το ως τον καλύτερο τρόπο αποτροπής της Άγκυρας. Η διαφωνία στην Αν. Μεσόγειο έγινε συνδεδεμένη με τη σύγκρουση στη Λιβύη όταν η Τουρκία υπέγραψε μια συμφωνία με την κυβέρνηση της Τρίπολης στα τέλη του 2019, η οποία αγνοούσε τις ΑΟΖ των ελληνικών νησιών. Ανήσυχες από την πολιτική της Άγκυρας, η Κύπρος, η Αίγυπτος, η Γαλλία, η Ελλάδα και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ενώθηκαν σε μια άτυπη ομάδα για να αντιμετωπίσουν την Τουρκία. Αυτό με τη σειρά του έκανε την Άγκυρα να αισθανθεί περικυκλωμένη, ωθώντας την να γίνει ακόμη πιο διεκδικητική.
Οι διαφωνίες μεταξύ Τουρκίας και των άλλων κρατών-μελών θα καταστήσουν πιο δύσκολο να περιοριστεί η ρωσική και ιρανική επιρροή στην περιοχή, και να σταθεροποιηθεί η Λιβύη, η Σύρια και το Ιράκ, χώρες στις οποίες η Τουρκία ασκεί μεγάλη επιρροή. Οι διαφωνίες στη Μέση Ανατολή επίσης κινδυνεύουν να υπονομεύσουν ευρύτερα τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Οι διαφορές για την πολιτική απέναντι στη Σύρια ήταν ο λόγος για τον οποίο για κάποιο διάστημα η Τουρκία άσκησε βέτο στα σχέδια του ΝΑΤΟ να υπερασπιστεί τις χώρες της Βαλτικής. Και ήταν η παρέμβαση της Τουρκίας να απομακρύνει το YPG από τα συριακά σύνορα τον Οκτώβριο του 2019 χωρίς να συμβουλευτεί τους συμμάχους της, κάτι που οδήγησε τον Γάλλο πρόεδρο Macron να αποκαλέσει το ΝΑΤΟ “εγκεφαλικά νεκρό”, ενοχλώντας πολλά άλλα μέλη της συμμαχίας.
Το εάν οι εντάσεις μπορούν να μειωθούν, εξαρτάται από το πόσο αποτελεσματικά οι ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι και η Τουρκία μπορούν να συνεργαστούν σε αυτή την εύθραυστη ασφάλεια. Οι αμερικανό-τουρκικές σχέσεις είναι απίθανο να βελτιωθούν αρκετά, παρόλο που η Άγκυρα λέει ότι θέλει καλύτερες σχέσεις. Οι ΗΠΑ ενδέχεται να καταλήξουν να επιβάλλουν ένα πολύ μεγάλο πρόστιμο στην κρατική τουρκική Halkbank, που κατηγορείται για παραβίαση των κυρώσεων για το Ιράν, εάν βρεθεί ένοχη σε μια επικείμενη δίκη.
Άλλες αμερικανό-τουρκικές διαφωνίες θα επιμείνουν επίσης. Η Ουάσιγκτον έχει δηλώσει πως θέλει η Τουρκία να εγκαταλείψει τους S-400 και οι κυρώσεις τους ήρθαν για να μείνουν μέχρι η Τουρκία να τους ξεφορτωθεί. Επίσης θα είναι δύσκολο να μειωθούν οι εντάσεις ΗΠΑ-Τουρκίας αναφορικά με τη Σύρια, όσο οι ΗΠΑ συνεχίζουν να στηρίζουν την YPG, βλέποντας την ως τον μόνο τρόπο για να διατηρήσει κάποια μόχλευση στη Σύρια και να αντιμετωπίσει το Ισλαμικό Κράτος και το Ιράν. Παρόλα αυτά, οι εντάσεις αναφορικά με τους S-400 και τη Σύρια θα μπορούσαν να περιοριστούν. Η Ουάσιγκτον είναι απίθανο να επιβάλει περισσότερες κυρώσεις στην Τουρκία εκτός και αν η Άγκυρα ενεργοποιήσει το σύστημα των S-400 ή αγοράσει κι άλλον εξοπλισμό από τη Ρωσία. Και εάν η ΄Άγκυρα δεσμευτεί να μην ενεργοποιήσει το σύστημα, και φανεί πρόθυμη να αποδεχθεί ένα ισχυρό σύστημα για την επαλήθευση της μη χρήσης, η διαφωνία θα μπορούσε να χαλαρώσει. Οι ΗΠΑ θα προσπαθούσαν να μετριάσουν την τριβή με την Τουρκία στη Σύρια επιχειρώντας να εμπλέξουν κουρδικές ομάδες ευθυγραμμισμένες με την Κουρδική Περιφερειακή Κυβέρνηση του Ιράκ, η οποία έχει αξιοπρεπείς σχέσεις με την Τουρκία, πιο βαθιά στο πλαίσιο του συνασπισμού των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων. Η Ουάσιγκτον θα μπορούσε επίσης να προσπαθήσει να μειώσει τις τάσεις με την Άγκυρα στη Σύρια και στο Ιράκ, επιχειρώντας να συνεργαστεί για να περιορίσει την επιρροή των Ιρανών παραστρατιωτικών. Ακόμη και εάν αυτό συμβεί ωστόσο, η Σύρια πιθανώς θα παραμείνει ένα αγκάθι στις αμερικανό-τουρκικές σχέσεις.
Οι εντάσεις μεταξύ Τουρκίας και ΕΕ είναι απίθανο να επιδεινωθούν σημαντικά όσο η Τουρκία δεν προχωρά σε περαιτέρω μονομερείς ενέργειες στην Αν. Μεσόγειο. Αν και η ΕΕ θα μπορούσε να προσθέσει ορισμένους αξιωματούχους στην υφιστάμενη λίστα της με τις κυρώσεις, υπάρχει μικρή διάθεση μεταξύ των κρατών-μελών να επιβάλλουν οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία. Η ΕΕ μπορεί να προσπαθήσει να δημιουργήσει μια πιο εποικοδομητική σχέση με την Άγκυρα, αν και αυτό δεν θα είναι εύκολο. Τον Δεκέμβριο, οι Ευρωπαίοι ηγέτες δήλωσαν πως εάν η Άγκυρα έδειχνε “ετοιμότητα να προάγει μια ειλικρινή συνεργασία με την ΕΕ”, θα έθεταν σε ισχύ μια ατζέντα συνεργασίας με επίκεντρο τον εκσυγχρονισμό της τελωνειακής ένωσης ΕΕ-Τουρκίας και την επίτευξη νέας μακροχρόνιας συμφωνίας για την φροντίδα των σχεδόν 4 εκατ. Σύριων προσφύγων στην Τουρκία. Η προτεινόμενη αναβάθμιση θα απαιτούσε από την Τουρκία να προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές, για παράδειγμα στους κανόνες περί δημοσίων συμβάσεων, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην προώθηση της πολιτικής μεταρρύθμισης. Αλλά οι διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών θα καταστήσουν δύσκολο για την ΕΕ να ξεκινήσει συζητήσεις, ιδιαίτερα εάν η Άγκυρα δεν προχωρήσει σε σημαντικά μέτρα για τη βελτίωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ρεαλιστικά, το περισσότερο που μπορεί να κάνει η ΕΕ είναι να προσφέρει στην Τουρκία νέα πολυετή συμφωνία για να τη βοηθήσει στην στήριξη των προσφύγων που φιλοξενεί.
Οι επόμενες κινήσεις της Τουρκίας θα είναι κρίσιμες προκειμένου να καθοριστεί εάν οι εντάσεις μπορούν να μειωθούν. Οι πρόσφατες δηλώσεις της Άγκυρας ότι θέλει καλύτερες σχέσεις με την ΕΕ και τις ΗΠΑ, είναι θετικές ενδείξεις. Η χαλάρωση των εντάσεων με τους συμμάχους του ΝΑΤΟ θα έχει μια θετική επίδραση στην πληγείσα οικονομία της Τουρκίας, προσφέροντας ένα ισχυρό κίνητρο για μια μετριοπαθή πορεία. Ωστόσο, αυτό ρισκάρει να υπονομεύσει τη συμμαχία του προέδρου Erdogan με τους υπέρ-εθνικιστές εταίρους του, από τους οποίους εξαρτάται εκλογικά.
Την ίδια στιγμή, η μείωση των εντάσεων με τη Δύση δεν θα δώσει απαραιτήτως νέους ψηφοφόρους στον Erdogan στις εκλογές του 2023, καθώς πολλοί μετριοπαθείς ψηφοφόροι είναι απίθανο να συνεχίσουν να τον ψηφίζουν. Επομένως, θα είναι δελεαστικό για την Άγκυρα να διατηρεί τις εντάσεις να “σιγοβράζουν” στην Αν. Μεσόγειο, ενώ παράλληλα θα προσπαθεί να αποφύγει περαιτέρω ζημιά στην οικονομία ή ρήξη στις σχέσεις με την ΕΕ και τις ΗΠΑ.
Μια τέτοια εξέλιξη θα συνεχίσει να υπονομεύει τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Αλλά θα μπορούσε να αποφευχθεί. Το προηγούμενο έτος, η προσδοκία ότι ο Biden θα είναι πιο αυστηρός απέναντι στην Τουρκία, μαζί με την εξασθένιση της οικονομίας, οδήγησαν την Άγκυρα να σταματήσει τις έρευνες για υδρογονάνθρακες και να μειώσει τις εντάσεις. Η διατήρηση της δέσμευσης από την Ουάσιγκτον και η σταθερά συντονισμένη αποστολή “μηνυμάτων” προς την Άγκυρα από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, σε συνδυασμό με στη βοήθεια προς την Τουρκία για τους πρόσφυγες και τις νέες προσπάθειες για συνεργασία στη Μέση Ανατολή, θα μπορούσαν να βοηθήσουν ώστε η Άγκυρα να οδηγηθεί μακριά από μονομερείς ενέργειες και να ενισχυθεί η συνοχή του ΝΑΤΟ.
Μπορείτε να δείτε το κείμενο ΕΔΩ
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

