Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πώς ένα μέρος του γερμανικού Τύπου υπονομεύει συστηματικά την Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

Η τελευταία τραπεζική κρίση επί ευρωπαϊκού εδάφους έπεσε σε αναξιοπρεπές επίπεδο όταν συζητήθηκε η οικονομική κρίση της Ελλάδας.

Ναι μεν μπορεί οι τράπεζες να είχαν προκαλέσει τη γερμανική οικονομική κρίση αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας έπαιζαν ρόλο στοιχεία της ανθρώπινης φύσης τα οποία αποδίδονταν στην ανατολίτικη νοοτροπία.

Οι Έλληνες υποτίθεται ότι ήταν τεμπέληδες, δεν είχαν όρεξη να δουλέψουν και, λόγω νοοτροπίας, ήθελαν να κλέψουν τα χρήματα της Ευρώπης. Υποτίθεται ότι ήταν ψεύτες και απατεώνες.

Τελικά, αν αποφάσιζαν να πουλήσουν μερικά από τα νησιά τους, η κρίση που προκαλεί το χρέος θα μειωνόταν.

Τέτοιου είδους στερεότυπα και μια απεχθής εικόνα της Ελλάδας έχουν μακρά ιστορία στον γερμανικό Τύπο και τη γερμανική εξωτερική πολιτική.

Ήδη από την αρχή της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, Γερμανοί αξιωματικοί που συνόδευαν τον Όθωνα ήρθαν ψάχνοντας την Αρχαία Ελλάδα όπως την είχαν γνωρίσει μέσα από την φιλελληνική παιδεία τους.

Αναζητούσαν την κλασική μύτη, το ιδεώδες της κλασικής ομορφιάς, τις πόλεις που ήξεραν από τη μυθολογία!

Τους περίμενε μια μεγάλη απογοήτευση, διότι τίποτα το παρόμοιο δεν μπορούσαν να βρουν.

Οι φιλέλληνες είχαν παραβλέψει ολόκληρη την οθωμανική κατοχή που τα τελευταία 400 χρόνια είχε αλλάξει το πρόσωπο των Ελλήνων. Μέσα από τους φιλέλληνες προέκυψε ένα καινούργιο φαινόμενο: οι ανθέλληνες.

Ο Ανθελληνισμός γεννήθηκε από μια περιθωριοποιημένη αντίληψη των «Ανατολιτών».

Τα στερεότυπα εναντίον των Ελλήνων στην εξωτερική πολιτική των Γερμανών αναπτύχθηκαν τον καιρό της πολιτικής του Γουλιέλμου και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η πολιτική γραμμή του Κάιζερ για μια στρατιωτική συμμαχία με την Οθωμανική αυτοκρατορία μετέτρεψε τους Γερμανούς αξιωματικούς σε «παθητικούς» θεατές της εξόντωσης των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.

Οι ίδιοι ήταν αθώοι όσον αφορά την εξόντωση. Έτσι τουλάχιστον το έβλεπαν οι Γερμανοί.

Σε τελευταία ανάλυση ήταν οι Τούρκοι που εκτόπιζαν τους Έλληνες, που κατέστρεφαν τα χωριά τους και δολοφονούσαν τους κατοίκους τους με βίαιο τρόπο. Το ίδιο ίσχυε και όσον αφορά τους Αρμένιους.

Η υποτιμητική γλώσσα του Τύπου εναντίον της Ελλάδας ξεχύνεται ελεύθερη για μια ακόμη φορά, όταν στις 19 Ιανουαρίου 2021 εμφανίζονται ταυτόχρονα δύο άρθρα στην εφημερίδα (ΒΝΝ) τα οποία αποκαλύπτουν άμεσα την πολιτική της Γερμανίας και τη σχέση της με Ελλάδα, Τουρκία και ΕΕ.

Αφορμή ήταν η συνάντηση του κυρίου Maas με «τον Τούρκο συνάδελφό του Mevlüt Cavusoglu» και η στρατηγική της ΕΕ για την προμήθεια εμβολίων από την Επίτροπο Υγείας, την Κυπρία Στέλλα Κυριακίδου.

Το πρώτο άρθρο είχε τίτλο: «Ο Maas κάνει μια καινούργια αρχή», με υπότιτλο: «Οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία πρέπει να βελτιωθούν».

Αρχίζει με τη συμβουλή ότι «η διαμάχη για το φυσικό αέριο» στην Ανατολική Μεσόγειο αποκτά ήπιους τόνους για πρώτη φορά και η νέα αρχή των «κλονισμένων» σχέσεων μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας δεν θα έπρεπε να κολλήσει στις δύσκολες συνομιλίες του περασμένου έτους αλλά να στρέψει το βλέμμα προς τα εμπρός.

Επί λέξει:«Θα ευχόμουν θερμά οι σχέσεις να βελτιωθούν, να γίνουν πιο βαθιές, να χρησιμοποιηθούν όλες οι δυνατότητες».

Ο κύριος Cavusoglu τόνισε τη θετική ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια της συνομιλίας με τον κύριο Maas και το ότι οι σχέσεις με την ΕΕ βελτιώνονταν. Ποιο θέμα μένει ακόμη ανοιχτό; Ποιο είναι το πρόβλημα; Και πώς τελειώνει το άρθρο σχετικά με τη θετική συνομιλία, την καλή ατμόσφαιρα και τις βελτιωμένες σχέσεις με την ΕΕ;

Με τον κύριο Cavusoglu να δηλώνει εμφατικά ότι το πρόβλημα είναι η Ελλάδα και να την κατηγορεί ως υπεύθυνη «μεταξύ άλλων, για προκλήσεις μέσω στρατιωτικών τακτικών».

Το άρθρο συνεχίζεται χωρίς μια παράγραφο ή σχόλιο της παραπάνω πρότασης και τελειώνει με την αναφορά ότι η Ελλάδα ως μέλος της ΕΕ σχεδόν πυροδότησε στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία εξαιτίας των αποθεμάτων φυσικού αερίου.

Το άρθρο δεν αποσιωπά το γεγονός ότι η ΕΕ απέφυγε να λάβει αυστηρά μέτρα εναντίον της Τουρκίας για τις προκλήσεις της, τονίζει όμως ότι η Τουρκία στέλνει σήματα χαλάρωσης με στόχο την επανακίνηση των συνομιλιών με την Ελλάδα, οι οποίες είχαν διακοπεί από τις 25 Ιανουρίου 2016.

Η Γερμανία φέρει μεγάλη ευθύνη και διότι εξοπλίζει την Τουρκία και επειδή έχει δεσμεύσει το μεγαλύτερο μέρος των οικονομικών κεφαλαίων της με την αγορά της Τουρκίας.

Φέρει ευθύνη για το μέλλον της Ευρώπης και δεν υπάρχει άλλος δρόμος από αυτόν που οδηγεί σε μια ισχυρή δημοκρατική Ευρώπη, πολυ-πολιτισμική και κοσμική.

Η Γερμανία όφειλε να ακολουθήσει το παράδειγμα της Γαλλίας.

Η Γερμανία όφειλε να αντιμετωπίσει χωρίς φόβο ένα κράτος όπως η Τουρκία και τον τωρινό ηγέτη της.

Τα ανθρώπινα δικαιώματα, η ελευθερία του λόγου και ο σεβασμός των συνόρων είναι αδιαπραγμάτευτες αξίες.

Τα αγκαλιάσματα με ένα ισλαμιστικό κράτος που υποστηρίζει τους «Μουσουλμάνους Αδελφούς» δεν απειλούν μόνο την ολοκλήρωση και τη συνοχή της ΕΕ αλλά απειλούν και ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο.

Η Ελλάδα δεν απείλησε κανένα και, ειδικά, ουδέποτε απείλησε ή προκάλεσε την Τουρκία.

Η διαμάχη μπορεί να λυθεί μόνο στη βάση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.

Η ευθιξία της Τουρκίας οφείλεται στην ισλαμιστική της ιδεολογία. Η ίδια η Τουρκία αποτελεί κίνδυνο όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη και τις αραβικές χώρες.

Η υποστήριξη εκ μέρους της Γερμανίας ενός δικτάτορα για καθαρά οικονομικούς λόγους και το στρίμωγμα στη γωνία της αριθμητικά αδύναμης Ελλάδας είναι μια άθλια εξωτερική πολιτική.

Η υποχθόνια δυσφήμιση προσωπικοτήτων της Ελλάδας και το αριθμητικό παιχνίδι σχετικά με τον πληθυσμό της εμφανίζεται στο επόμενο άρθρο.

Τίτλος:«Πλατύτερη άποψη όσον αφορά τον εμβολιασμό». Υπότιτλος: «Στέλλα Κυριακίδου Η κριτική δεν αφήνει αδιάφορη την Επίτροπο Υγείας της ΕΕ / Στην πραγματικότητα είχε επιλεγεί για άλλη δουλειά»

Αυτό το άρθρο υπονοεί ότι η ΕΕ είναι ανίκανη να ακολουθησει μια σωστή στρατηγική όσον αφορά την προμήθεια εμβολίων.

Κατά ένα μέρος πιέσεις εθνικιστικής κατεύθυνσης, κατά ένα άλλο μέρος αμείλικτη κριτική από πλευράς Γερμανίας εναντίον της στρατηγικής της ΕΕ. Η κριτική θίγει κυρίως την κυρία Κυριακίδου ως Επίτροπο Υγείας της ΕΕ.

Το άρθρο περιγράφει το βιογραφικό της, την καταγωγή της, προβάλλει τα άψογα Αγγλικά της, και καταλήγει με την γνώμη ότι η κα Κυριακίδου συνέλαβε την κατάσταση σχετικά με τον ιό ως «επιστημονική φαντασία».

Είναι μια γυναίκα με αρμοδιότητα την καταπολέμηση του καρκίνου, η οποία βρίσκεται πολύ χαμηλά στις προτεραιότητες της Επιτροπής της ΕΕ. Η αποδοτικότητα της ΕΕ στα θέματα της υγείας είναι ούτως ή άλλως χαμηλή και η θέση του Επιτρόπου στην περίοδο της πανδημίας δόθηκε σε ακατάλληλο πρόσωπο.

Και συνεχίζει: «και το πρόσωπο αυτό προέρχεται από ένα κράτος-μέλος που δεν έχει περισσότερους κατοίκους από την Κολωνία».

Η προϊσταμένη της κας Κυριακίδου είναι η Ursula von der Leyen. Οι αξιωματούχοι της ΕΕ κατηγορούνται ότι για την χορήγηση άδειας, την έρευνα καθώς και την προμήθεια εμβολίων ήταν απροετοίμαστοι και ανίκανοι.

Η κα Κυριακίδου «αφήνει από καιρού εις καιρόν να εννοηθεί ότι η έλλειψη χρημάτων είναι επίσης ένα αίτιο στο πρόβλημα της προμήθειας εμβολίων». Αντί για 2,7 δις θα έπρεπε να διαθέτουν 5δις για να τα βγάλουν πέρα.

Το άλλο πρόβλημα ήταν η κατηγορηματική άρνηση των φαρμακευτικών εταιριών να αναλάβουν την ευθύνη.

Για την περίπτωση που και άλλα εμβόλια πάρουν την άδεια, το άρθρο τελειώνει με μια νότα κυνισμού: «για το δεύτερο προσωπικό της ταξίδι στο χώρο της «επιστημονικής φαντασίας» θα έπρεπε η Επίτροπος να είναι καλύτερα προετοιμασμένη».

Οποιοσδήποτε αναγνώστης με ανεπτυγμένη κρίση δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι η κριτική κατευθύνεται όχι μόνο εναντίον της στρατηγικής της ΕΕ αλλά και της προσωπικής ικανότητας της ΕΕ να αντιμετωπίσει την πανδημία.

Από την άλλη πλευρά τίθεται το ερώτημα γιατί ο/η συντάκτης/ις του άρθρου αναφέρεται στον πληθυσμό της χώρας καταγωγής της Επιτρόπου.

Το παιχνίδι με τις λέξεις όμως δεν σταματά εδώ.

Στις 22 Ιανουαρίου δημοσιεύθηκε ένα μικρό άρθρο με τίτλο «Ο Μητσοτάκης προσεγγίζει την Τουρκία».

Το άρθρο αναφέρει πως ο Μητσοτάκης τόνισε ότι πάντοτε προσέφερε χείρα φιλίας στην Τουρκία και πάντοτε ενθάρρυνε τον Ερντογάν να ανοίξει διάλογο όσον αφορά τα θαλάσσια σύνορα της κάθε χώρας. Μέχρις εδώ καλά διατυπωμένο από τον συντάκτη. Μετά όμως έρχεται ο σαρκαστικός υπαινιγμός με τη δήλωση:

«Όσον αφορά τη διαμάχη για το φυσικό αέριο στο Αιγαίο η Αθήνα κατηγορεί την Τουρκία ότι κάνει έρευνες για αέριο σε θαλάσσιες περιοχές οι οποίες, σύμφωνα με το Διεθνές Θαλάσσιο Δίκαιο, μόνο η Ελλάδα έχει δικαίωμα να απομυζήσει (sic!).

Η Ελλάδα δεν «απομύζησε» ποτέ τον πλούτο άλλης χώρας είτε στο παρελθόν είτε στο παρόν. Η Ελλάδα στηρίζεται στο Διεθνές Δίκαιο. Δεν προκαλεί κανένα και κουβαλά το φορτίο των προσφύγων τους οποίους η ιδεολογία του Ερντογάν πέταξε στη θάλασσα.

Η Ελλάδα θα τα πήγαινε καλύτερα με λίγη περισσότερη υποστήριξη από τη Γερμανία και την ΕΕ. Είναι μια μικρή χώρα αλλά θα έπρεπε να απολαμβάνει εκτίμησης και σεβασμού σε όλα τα επίπεδα.

Huffington Post

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις48 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις1 ώρα πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή